Το Ιράν Αλλάζει τους Κανόνες της Σύγκρουσης.

 



Από το Ορμούζ και την Υεμένη μέχρι το Πακιστάν, η Τεχεράνη μετατρέπει την αποτροπή σε εργαλείο πίεσης.


Η σύγκρουση γύρω από το Ιράν εισέρχεται σε μια νέα φάση, στην οποία δοκιμάζεται όχι μόνο η στρατιωτική ισορροπία στη Μέση Ανατολή, αλλά και η ίδια η λογική της ατλαντικής τάξης. Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διατηρήσει την πρωτοβουλία μέσω της στρατιωτικής ισχύος και της πίεσης, όμως η Τεχεράνη δείχνει ότι δεν αντιμετωπίζει πλέον την αμερικανική παρουσία ως δεδομένο πλαίσιο μέσα στο οποίο απλώς πρέπει να προσαρμοστεί. Αντίθετα, δηλώνει ότι μπορεί να αντιδράσει προληπτικά όταν θεωρήσει ότι προετοιμάζεται αμερικανική επίθεση.

Αυτό μεταβάλλει τη γεωπολιτική εξίσωση. Η αμερικανική ενίσχυση των δυνάμεων στον Κόλπο, που από την πλευρά της Ουάσιγκτον λειτουργεί ως μέσο αποτροπής, μπορεί από την πλευρά της Τεχεράνης να εκληφθεί ως προετοιμασία επίθεσης. Έτσι δημιουργείται ένας μηχανισμός στον οποίο η ίδια η ανάπτυξη της ατλαντικής ισχύος μπορεί να προκαλέσει την αντίδραση που υποτίθεται ότι επιχειρεί να αποτρέψει.

Η ουσία όμως βρίσκεται βαθύτερα. Το Ιράν δεν χρειάζεται να επιδιώξει μια ολοκληρωτική αναμέτρηση με τις Ηνωμένες Πολιτείες για να αμφισβητήσει την αμερικανική πρωτοβουλία. Διαθέτει τη γεωγραφία του Περσικού Κόλπου, τα Στενά του Ορμούζ, τα περιφερειακά δίκτυά του και τη δυνατότητα να επηρεάζει ταυτόχρονα διαφορετικά μέτωπα. Το Ορμούζ, η Υεμένη, η Σαουδική Αραβία και οι δίαυλοι μέσω του Πακιστάν συγκροτούν ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πεδίο μέσα στο οποίο η Τεχεράνη μπορεί να αυξάνει το κόστος της αμερικανικής στρατηγικής χωρίς να χρειάζεται να επιδιώκει απόλυτο έλεγχο.

Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη σημασία της κρίσης. Η Μέση Ανατολή δεν αποτελεί πλέον έναν χώρο όπου ένας εξωτερικός πόλος μπορεί να καθορίζει μονομερώς τους όρους της ισορροπίας. Η ανάδυση πολλαπλών κέντρων ισχύος περιορίζει τη δυνατότητα του Ατλαντισμού να μετατρέπει τη στρατιωτική υπεροχή σε απόλυτο πολιτικό έλεγχο. Το Ιράν, η Ρωσία, η Κίνα και οι περιφερειακές δυνάμεις δεν συγκροτούν ένα ενιαίο στρατόπεδο, αλλά η ύπαρξη διαφορετικών κέντρων ισχύος δημιουργεί έναν χώρο επιλογών που δεν υπήρχε στην εποχή της μονοπολικής κυριαρχίας.

Γι' αυτό η σημερινή κρίση δεν πρέπει να διαβαστεί μόνο ως ακόμη μία αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Είναι μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την οργάνωση του διεθνούς χώρου: από τη μία, την ατλαντική αντίληψη ενός συστήματος όπου η στρατηγική πρωτοβουλία συγκεντρώνεται γύρω από τη θαλάσσια και χρηματοπιστωτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών· από την άλλη, την αντίληψη ενός πολυπολικού κόσμου όπου τα κράτη και οι πολιτισμικοί χώροι επιδιώκουν να διατηρήσουν τη δική τους γεωπολιτική αυτονομία.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι απλώς ποιος θα επιτεθεί πρώτος. Είναι αν η ατλαντική ισχύς μπορεί ακόμη να μετατρέπει την υπεροχή της σε έλεγχο ή αν εισερχόμαστε σε μια εποχή όπου η γεωγραφία, η στρατηγική αντοχή και η ύπαρξη εναλλακτικών πόλων περιορίζουν όλο και περισσότερο αυτή τη δυνατότητα.


Η αποτροπή που μπορεί να γίνει πυροκροτητής.

Η αμερικανική στρατηγική στον Κόλπο βασίζεται στην κλασική λογική της αποτροπής: όσο μεγαλύτερη είναι η συγκέντρωση στρατιωτικής ισχύος, τόσο μεγαλύτερο θεωρείται το κόστος μιας ιρανικής επίθεσης. Η ανάπτυξη αμερικανικών ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων επομένως παρουσιάζεται ως μήνυμα ισχύος προς την Τεχεράνη. Όμως η αποτροπή λειτουργεί μόνο όταν ο αντίπαλος ερμηνεύει την ανάπτυξη δυνάμεων με τον ίδιο τρόπο. Στην παρούσα κρίση αυτό ακριβώς είναι που τίθεται υπό αμφισβήτηση.

Η ιρανική στρατιωτική ηγεσία έχει δηλώσει ότι, εφόσον εκτιμήσει πως προετοιμάζεται αμερικανική επίθεση, μπορεί να επιδιώξει πρώτο πλήγμα εναντίον αμερικανικών δυνάμεων. Παράλληλα, σύμφωνα με τις πληροφορίες του φακέλου, η περίοδος της κατάπαυσης του πυρός χρησιμοποιήθηκε από την Τεχεράνη για την επικαιροποίηση βάσεων στόχων και την προσαρμογή των επιχειρησιακών συστημάτων, ενώ πραγματοποιήθηκε και εκπαίδευση πολιτών στη χρήση εκτοξευτών και συστημάτων αεράμυνας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν έχει αποφασίσει να επιτεθεί. Σημαίνει όμως ότι η Τεχεράνη επιχειρεί να μεταφέρει το κόστος της αβεβαιότητας στον αντίπαλο. Όσο περισσότερες αμερικανικές δυνάμεις συγκεντρώνονται στην περιοχή, τόσο αυξάνεται η δυνατότητα μιας επίθεσης, αλλά ταυτόχρονα αυξάνεται και η πιθανότητα το Ιράν να θεωρήσει ότι η επίθεση βρίσκεται πλέον στο στάδιο της προετοιμασίας. Η αμερικανική ενίσχυση μπορεί έτσι να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως αποτρεπτικό μήνυμα και ως παράγοντας που μειώνει το περιθώριο λανθασμένης εκτίμησης της Τεχεράνης.

Το κρίσιμο σημείο είναι συνεπώς η ασυμμετρία της αντίληψης. Η Ουάσιγκτον μπορεί να θεωρεί ότι αυξάνει την ασφάλειά της συγκεντρώνοντας δυνάμεις. Η Τεχεράνη μπορεί να θεωρεί ότι ο χρόνος αντίδρασής της μειώνεται. Σε μια τέτοια κατάσταση, η στρατιωτική ισχύς δεν παράγει αυτομάτως έλεγχο. Παράγει επιλογές και για τις δύο πλευρές, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί κίνητρα για να χρησιμοποιηθούν αυτές οι επιλογές πριν χαθεί το πλεονέκτημα.

Εδώ βρίσκεται η αδυναμία της μονοδιάστατης ατλαντικής ανάγνωσης της κρίσης. Η συγκέντρωση περισσότερων μέσων δεν αρκεί για να εξασφαλίσει πολιτική πρωτοβουλία, όταν ο αντίπαλος διαθέτει γεωγραφικό βάθος, περιφερειακά μέτωπα και τη δυνατότητα να μεταφέρει τη σύγκρουση σε διαφορετικά σημεία. Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να αναμετρηθεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια συμμετρική ναυτική ή αεροπορική σύγκρουση. Μπορεί να επιχειρήσει να διασπάσει το αμερικανικό στρατηγικό πλεονέκτημα, υποχρεώνοντας την Ουάσιγκτον να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα περισσότερες εστίες πίεσης.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα παράδοξο: όσο περισσότερο η αμερικανική πλευρά επιχειρεί να αποκαταστήσει την αποτροπή μέσω της συγκέντρωσης ισχύος, τόσο περισσότερο μπορεί να ενισχύει την ιρανική πεποίθηση ότι πρέπει να προετοιμαστεί για προληπτική αντίδραση. Η αποτροπή παύει τότε να είναι ένας μηχανισμός σταθεροποίησης και μετατρέπεται σε μηχανισμό αμοιβαίας πίεσης.

Η εξέλιξη αυτή πρέπει να διαβαστεί μαζί με το γεγονός ότι οι δίαυλοι έμμεσης διπλωματίας παραμένουν ανοιχτοί. Το Κατάρ έχει επιβεβαιώσει τη συνέχιση των συνομιλιών, ενώ από την ιρανική πλευρά έχει αναφερθεί ότι η αμερικανική πρόταση βρίσκεται ακόμη υπό εξέταση. Αυτό σημαίνει ότι η στρατιωτική συγκέντρωση δεν έχει ακόμη ακυρώσει τη διπλωματία. Έχει όμως περιορίσει το περιθώριο ασφαλείας μέσα στο οποίο αυτή μπορεί να λειτουργήσει.

Η κρίση, επομένως, δεν βρίσκεται ακόμη στο σημείο όπου η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Βρίσκεται σε ένα πιο επικίνδυνο στάδιο: εκεί όπου η κάθε πλευρά μπορεί να θεωρεί ότι η άλλη προετοιμάζεται να κινηθεί πρώτη. Και όταν η γεωγραφία επιτρέπει σε έναν περιφερειακό παίκτη να πλήξει ταυτόχρονα διαφορετικά σημεία του συστήματος, η έννοια της «πρώτης κίνησης» αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία.


Το Ορμούζ δεν χρειάζεται να κλείσει

Στη γεωπολιτική, ο έλεγχος ενός στρατηγικού διαδρόμου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να τον κλείσεις. Αρκεί να μπορείς να μεταβάλεις το κόστος, την ασφάλεια και τους όρους πρόσβασης σε αυτόν. Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής. Η αξία του δεν βρίσκεται μόνο στη δυνατότητα φυσικής διακοπής της ναυσιπλοΐας, αλλά στο γεγονός ότι οποιαδήποτε σοβαρή απειλή για την ασφάλεια της διέλευσης μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις κρατών, εταιρειών και αγορών.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ιρανική στρατηγική. Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να ανακοινώσει ένα πλήρες και μόνιμο κλείσιμο των Στενών για να ασκήσει πίεση. Οι αναφορές για περιστατικά με δεξαμενόπλοια, απειλές κατά της ναυσιπλοΐας και αυξημένη στρατιωτική ένταση δείχνουν ότι η περιοχή μπορεί να μετατραπεί σε ζώνη αυξημένου κινδύνου χωρίς να διακοπεί ολοκληρωτικά η εμπορική κίνηση.

Η διαφορά είναι στρατηγικά κρίσιμη. Ένα πλήρες κλείσιμο θα αποτελούσε σαφή και εξαιρετικά υψηλού κόστους κλιμάκωση, η οποία θα έδινε στις Ηνωμένες Πολιτείες και στους συμμάχους τους ένα ισχυρότερο επιχείρημα για άμεση στρατιωτική αντίδραση. Η διατήρηση όμως της δυνατότητας περιορισμού ή διατάραξης της διέλευσης επιτρέπει στην Τεχεράνη να κρατά ανοικτό ένα ευρύτερο φάσμα επιλογών. Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσει τη μέγιστη ισχύ της για να αποδείξει ότι διαθέτει τη δυνατότητα να την χρησιμοποιήσει.

Ακριβώς εδώ εμφανίζεται η διαφορά ανάμεσα στην ισχύ και στον έλεγχο. Το Ιράν δεν χρειάζεται να ελέγχει κάθε πλοίο που περνά από το Ορμούζ. Αρκεί η αντίληψη ότι η διέλευση μπορεί να γίνει ακριβότερη, δυσκολότερη ή επικίνδυνη. Η δυνατότητα αυτή μπορεί να επηρεάσει τις ασφαλιστικές απαιτήσεις, τις αποφάσεις των ναυτιλιακών εταιρειών, τις διαδρομές των φορτίων και τελικά το κόστος της ενέργειας.

Οι ίδιες οι ροές στην περιοχή δείχνουν ότι η κατάσταση δεν μπορεί να περιγραφεί απλά ως «κλειστό» ή «ανοικτό» Ορμούζ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον φάκελο, οι εξαγωγές από τον Κόλπο, εξαιρουμένου του Ιράν, παρέμεναν πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα, ενώ περίπου 40% των ροών μπορούσε να παρακάμψει το Ορμούζ μέσω εναλλακτικών διαδρομών. Αυτό δείχνει ότι η γεωπολιτική πίεση δεν μεταφράζεται αυτόματα σε πλήρη διακοπή της παγκόσμιας ενεργειακής ροής.

Ταυτόχρονα όμως, οι εναλλακτικές διαδρομές δεν καταργούν τη στρατηγική σημασία του Στενού. Την περιορίζουν μόνο ως προς τη δυνατότητα ενός απόλυτου οικονομικού στραγγαλισμού. Το υπόλοιπο μέρος της ροής εξακολουθεί να εξαρτάται από μια στενή θαλάσσια δίοδο, ενώ κάθε σοβαρή αύξηση του κινδύνου δημιουργεί πρόσθετο κόστος ακόμη και όταν τα πλοία συνεχίζουν να διέρχονται.

Η ιρανική γεωγραφία επομένως λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος. Η Τεχεράνη βρίσκεται ακριβώς πάνω σε έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς κόμβους του παγκόσμιου συστήματος, ενώ ταυτόχρονα διαθέτει βάθος στην ξηρά και πρόσβαση σε ένα ευρύτερο δίκτυο περιφερειακών μετώπων. Αυτό σημαίνει ότι η αμερικανική ναυτική υπεροχή στον Περσικό Κόλπο δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με πολιτικό έλεγχο της γεωγραφίας.

Η λογική αυτή είναι θεμελιώδης για μια ηπειρωτική και πολιτισμική δύναμη όπως το Ιράν. Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες στο πεδίο όπου αυτές διαθέτουν το μεγαλύτερο πλεονέκτημα. Μπορεί αντίθετα να αξιοποιήσει το σημείο όπου η θαλάσσια ισχύς συναντά τη χερσαία γεωγραφία. Το Ορμούζ γίνεται έτσι όχι απλώς ένα στενό, αλλά ένας μοχλός μέσω του οποίου η γεωγραφία μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική διαπραγματευτική ισχύ.

Αυτό εξηγεί και γιατί η σημερινή κατάσταση είναι πιο σύνθετη από το δίλημμα «κλείνει ή δεν κλείνει το Ορμούζ». Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο μπορεί η Τεχεράνη να αυξήσει το κόστος της αμερικανικής και δυτικής παρουσίας χωρίς να περάσει το κατώφλι μιας κλιμάκωσης που θα κινητοποιούσε συντριπτική στρατιωτική αντίδραση εναντίον της.

Μέχρι στιγμής, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν τεκμηριώνουν ένα πλήρες κλείσιμο του Στενού. Τεκμηριώνουν όμως ένα περιβάλλον αυξημένης έντασης, όπου η δυνατότητα διατάραξης της ναυσιπλοΐας αποτελεί ήδη μέρος της στρατηγικής εξίσωσης.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία: το Ιράν δεν χρειάζεται να κλείσει το Ορμούζ για να το χρησιμοποιήσει ως όπλο. Αρκεί να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει ένα παγκόσμιο θαλάσσιο πέρασμα σε παράγοντα αβεβαιότητας. Σε έναν πολυπολικό κόσμο, αυτή η ικανότητα μπορεί να είναι σημαντικότερη από τον απόλυτο έλεγχο.


Η Υεμένη ανοίγει το δεύτερο μέτωπο

Αν το Ορμούζ αποτελεί το θαλάσσιο σημείο πίεσης της ιρανικής στρατηγικής, η Υεμένη αποτελεί το σημείο όπου η κρίση μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερο περιφερειακό βάθος. Η σημασία της δεν βρίσκεται μόνο στις δυνατότητες των δυνάμεων που επιχειρούν εκεί, αλλά στη γεωγραφική της θέση. Η Υεμένη βρίσκεται απέναντι από τις θαλάσσιες οδούς που συνδέουν την Ερυθρά Θάλασσα με τον Ινδικό Ωκεανό και, μέσω του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, επηρεάζει έναν διαφορετικό αλλά συμπληρωματικό θαλάσσιο άξονα.

Έτσι, η Τεχεράνη διαθέτει τη δυνατότητα να δημιουργεί πίεση σε δύο διαφορετικά σημεία του ίδιου ευρύτερου γεωπολιτικού συστήματος. Στα ανατολικά, το Ορμούζ συνδέεται άμεσα με τον Περσικό Κόλπο και τις ενεργειακές ροές. Στα δυτικά, η Υεμένη μπορεί να επηρεάσει τις θαλάσσιες επικοινωνίες και να αυξήσει το κόστος για τις δυνάμεις που επιχειρούν να διατηρήσουν ασφαλή την Ερυθρά Θάλασσα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν ελέγχει την Υεμένη ή ότι κάθε ενέργεια των δυνάμεων εκεί αποτελεί άμεση εντολή της Τεχεράνης. Μια τέτοια υπόθεση θα απλοποιούσε υπερβολικά ένα σύνθετο περιφερειακό πεδίο. Η στρατηγική σημασία βρίσκεται αλλού: στην ύπαρξη ενός περιφερειακού μετώπου που μπορεί να λειτουργήσει παράλληλα με την πίεση στον Κόλπο και να υποχρεώσει τους αντιπάλους του Ιράν να διασπείρουν πόρους και προσοχή.

Η εξέλιξη αυτή γίνεται ακόμη σημαντικότερη επειδή η Σαουδική Αραβία βρίσκεται ανάμεσα στα δύο γεωγραφικά πεδία. Οι επιθέσεις που επιβεβαιώθηκαν σε αεροδρόμια της Τζιζάν και της Νατζράν, με τρεις ελαφρά τραυματίες, δείχνουν ότι η περιφερειακή ασφάλεια δεν περιορίζεται πλέον στη γραμμή αντιπαράθεσης Ιράν–Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Σαουδική Αραβία επομένως βρίσκεται μπροστά σε ένα στρατηγικό δίλημμα. Από τη μία πλευρά, παραμένει κρίσιμος εταίρος του αμερικανικού συστήματος ασφαλείας στον Κόλπο. Από την άλλη, μια γενικευμένη σύγκρουση με το Ιράν θα μπορούσε να μεταφέρει το κόστος βαθύτερα στο ίδιο το σαουδαραβικό έδαφος και στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής. Η ύπαρξη πολλών πιθανών σημείων πίεσης περιορίζει έτσι την ελευθερία κινήσεων των περιφερειακών συμμάχων της Ουάσιγκτον.

Εδώ βρίσκεται η ευρύτερη γεωπολιτική λειτουργία της Υεμένης. Δεν χρειάζεται να αποτελέσει το κύριο θέατρο του πολέμου για να έχει στρατηγική αξία. Αρκεί να λειτουργεί ως δεύτερος άξονας πίεσης, ο οποίος αναγκάζει την αντίπαλη πλευρά να υπολογίζει ταυτόχρονα τον Κόλπο, την Ερυθρά Θάλασσα και την ασφάλεια των περιφερειακών συμμάχων της.

Η ιρανική στρατηγική αποκτά έτσι χαρακτηριστικά πολυκεντρικής πίεσης. Δεν βασίζεται στην ιδέα ότι ένα αποφασιστικό πλήγμα θα λύσει τη σύγκρουση. Βασίζεται στην αύξηση του αριθμού των παραμέτρων που πρέπει να διαχειριστεί ο αντίπαλος. Όσο περισσότερα μέτωπα πρέπει να ασφαλιστούν, τόσο περισσότερους πόρους απαιτούν και τόσο μικρότερη γίνεται η δυνατότητα συγκέντρωσης ισχύος σε ένα μόνο σημείο.

Και αυτή ακριβώς είναι η διαφορά ανάμεσα στη στρατιωτική υπεροχή και στη στρατηγική κυριαρχία. Μια δύναμη μπορεί να διαθέτει μεγαλύτερο ναυτικό, περισσότερα αεροσκάφη και ανώτερη τεχνολογία, αλλά να δυσκολεύεται να μετατρέψει αυτή την υπεροχή σε πολιτικό αποτέλεσμα όταν ο αντίπαλος μπορεί να ανοίγει συνεχώς νέους χώρους υπολογισμού.

Η Υεμένη, συνεπώς, δεν είναι απλώς ένα «δεύτερο μέτωπο». Είναι ένας μηχανισμός γεωγραφικής διάχυσης της σύγκρουσης. Και όσο η αντιπαράθεση παραμένει κάτω από το όριο μιας άμεσης γενικευμένης σύγκρουσης, η δυνατότητα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία για την Τεχεράνη.


Το Πακιστάν γίνεται ο κρίσιμος ενδιάμεσος

Το Πακιστάν αποτελεί ίσως τον πιο σύνθετο περιφερειακό παράγοντα της σημερινής κρίσης, επειδή δεν βρίσκεται έξω από τη σύγκρουση. Βρίσκεται ανάμεσα στα διαφορετικά στρατηγικά της πεδία. Από τη μία πλευρά διατηρεί άμεσες σχέσεις με το Ιράν και έχει αναλάβει διαμεσολαβητικό ρόλο στις συνομιλίες Ιράν–Ηνωμένων Πολιτειών. Από την άλλη, αποτελεί αμυντικό εταίρο της Σαουδικής Αραβίας και συμμετέχει πλέον ενεργότερα στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας που συγκροτείται γύρω από το Ριάντ.

Η πακιστανική εμπλοκή στην Υεμένη χρειάζεται επομένως να περιγραφεί με ακρίβεια. Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι πακιστανικές δυνάμεις έχουν αναλάβει πολεμικές επιχειρήσεις μέσα στην Υεμένη. Ήδη από τον Σεπτέμβριο, πακιστανικές πηγές τόνιζαν ότι οποιαδήποτε στρατιωτική συνδρομή θα αφορούσε την προστασία της σαουδαραβικής επικράτειας και όχι συμμετοχή σε χερσαίες επιχειρήσεις εναντίον των Χούθι μέσα στην Υεμένη.

Η κατάσταση όμως έχει μεταβληθεί. Στις αρχές Οκτωβρίου ενεργοποιήθηκε για πρώτη φορά το τριμερές αμυντικό πλαίσιο Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας. Η σχετική απόφαση προβλέπει την ανάπτυξη πακιστανικών και τουρκικών δυνάμεων και δυνατοτήτων εντός της Σαουδικής Αραβίας, ενώ οι λεπτομέρειες για το μέγεθος και την ακριβή αποστολή των δυνάμεων δεν έχουν δημοσιοποιηθεί.

Ο ίδιος ο Πακιστανός υπουργός Άμυνας δήλωσε ότι οι πακιστανικές και τουρκικές δυνάμεις έχουν ήδη υποστηρικτικό ρόλο, συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης, ενώ οι κύριες πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον των Χούθι πραγματοποιούνται από τις σαουδαραβικές δυνάμεις. Αυτό αποτελεί σαφή ένδειξη αυξημένης εμπλοκής, αλλά δεν ισοδυναμεί με πακιστανική συμμετοχή σε επιθετικές επιχειρήσεις μέσα στην Υεμένη.

Ταυτόχρονα, το Ισλαμαμπάντ εξακολουθεί να διατηρεί τον διπλωματικό δίαυλο με την Τεχεράνη. Πακιστανοί αξιωματούχοι έχουν πραγματοποιήσει επαφές υψηλού επιπέδου στο Ιράν με αντικείμενο την αποκλιμάκωση, το Ορμούζ και τον τερματισμό της σύγκρουσης, ενώ το πακιστανικό υπουργείο Εξωτερικών δηλώνει ότι η χώρα συνεχίζει να θεωρεί τη διαμεσολάβηση και τη διπλωματία βασικό της ρόλο.

Αυτό δημιουργεί μια ιδιαίτερη στρατηγική θέση. Το Πακιστάν δεν είναι ουδέτερο, αλλά ούτε έχει μετατραπεί σε εμπόλεμο μέρος απέναντι στο Ιράν. Είναι ταυτόχρονα εταίρος της Σαουδικής Αραβίας και δίαυλος επικοινωνίας με την Τεχεράνη. Η αξία του ακριβώς βρίσκεται σε αυτή την ενδιάμεση θέση.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη γεωπολιτική της περιοχής. Η Σαουδική Αραβία δεν αντιμετωπίζει πλέον την κρίση μόνο μέσα από την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας. Αναπτύσσει παράλληλα περιφερειακές σχέσεις άμυνας, στις οποίες το Πακιστάν κατέχει κεντρική θέση. Ταυτόχρονα, το Πακιστάν προσπαθεί να εμποδίσει αυτή την αμυντική συνεργασία να εξελιχθεί σε άμεση σύγκρουση με το Ιράν.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται η πραγματική γεωπολιτική αξία του Ισλαμαμπάντ. Δεν λειτουργεί ως απλός «μεσάζων». Λειτουργεί ως κόμβος ανάμεσα σε δύο αλληλοσυνδεόμενες αλλά διαφορετικές αρχιτεκτονικές ισχύος. Και όσο η κρίση εξαπλώνεται από το Ιράν και τον Περσικό Κόλπο προς την Υεμένη και την Αραβική Θάλασσα, η θέση αυτή γίνεται ολοένα πιο σημαντική.

Για την Τεχεράνη, το Πακιστάν αποτελεί έναν δίαυλο που δεν ελέγχεται αποκλειστικά από την Ουάσιγκτον. Για το Ριάντ, αποτελεί στρατιωτικό εταίρο με πραγματικές δυνατότητες. Για την ίδια την Ισλαμαμπάντ, η κρίση δημιουργεί την ευκαιρία να διατηρήσει σχέσεις με διαφορετικούς πόλους χωρίς να υποταχθεί πλήρως σε κανέναν από αυτούς.

Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι αν το Πακιστάν θα «διαλέξει πλευρά». Είναι μέχρι ποιο σημείο μπορεί να στηρίζει τη Σαουδική Αραβία χωρίς να χάσει τον δίαυλο με το Ιράν και μέχρι ποιο σημείο μπορεί να μεσολαβεί χωρίς η στρατιωτική του εμπλοκή να το μετατρέψει από διαμεσολαβητή σε άμεσο μέρος της σύγκρουσης.


Ρωσία και Κίνα: υποστήριξη χωρίς ενιαίο στρατόπεδο

Η κρίση γύρω από το Ιράν δεν μπορεί να απομονωθεί από τη μεγαλύτερη μεταβολή του διεθνούς συστήματος. Η Τεχεράνη δεν βρίσκεται απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς εξωτερικά στηρίγματα και εναλλακτικούς διαύλους. Ταυτόχρονα, όμως, δεν υπάρχει τεκμηριωμένη βάση για να περιγραφεί η Ρωσία, η Κίνα και το Ιράν ως ένα ενιαίο στρατιωτικό στρατόπεδο που λειτουργεί με κοινό επιχειρησιακό σχεδιασμό.

Οι διαθέσιμες πληροφορίες δείχνουν διαφορετικού βαθμού ρωσική και κινεζική υποστήριξη προς την Τεχεράνη, ιδιαίτερα σε επίπεδο πληροφοριών και τεχνικών δυνατοτήτων, χωρίς όμως να αποδεικνύουν μια ενιαία διοίκηση ή άμεση κοινή πολεμική δράση.

Αυτό έχει μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία από μια απλή στρατιωτική συμμαχία. Η ισχύς της Τεχεράνης δεν εξαρτάται μόνο από το τι μπορεί να κάνει μόνη της, αλλά και από το πόσες εναλλακτικές διαθέτει όταν πιέζεται από έναν ισχυρότερο αντίπαλο. Πρόσβαση σε πληροφορίες, τεχνολογία, οικονομικούς διαύλους και πολιτική υποστήριξη μπορεί να αυξήσει τον χρόνο αντοχής και τις επιλογές ενός κράτους χωρίς να απαιτεί τη δημιουργία ενός ενιαίου στρατιωτικού συνασπισμού.

Η Ρωσία έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω της ηπειρωτικής της θέσης και της σχέσης της με τον ευρύτερο ευρασιατικό χώρο. Η Κίνα, από την άλλη, διαθέτει διαφορετικού τύπου ισχύ, κυρίως οικονομική, εμπορική και ναυτική, καθώς και ισχυρό ενδιαφέρον για τη σταθερότητα των ενεργειακών και εμπορικών διαδρομών που συνδέουν τον Κόλπο με την Ασία. Οι δύο χώρες επομένως δεν χρειάζεται να ακολουθούν ταυτόσημη στρατηγική για να περιορίζουν την αποτελεσματικότητα μιας μονοπολικής πίεσης.

Αυτό είναι το ουσιαστικό στοιχείο της πολυπολικότητας. Δεν προϋποθέτει ότι οι διαφορετικοί πόλοι σκέφτονται το ίδιο ή ότι θα πολεμήσουν μαζί. Προϋποθέτει ότι κανένας εξωτερικός παράγοντας δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο πως η πίεση σε ένα κράτος θα οδηγήσει αυτόματα στην πλήρη απομόνωσή του.

Για την Ουάσιγκτον, αυτό αυξάνει την πολυπλοκότητα της στρατηγικής εξίσωσης. Η άσκηση στρατιωτικής πίεσης εναντίον του Ιράν δεν αφορά πλέον μόνο τη σχέση δύο κρατών. Επηρεάζει ταυτόχρονα τις σχέσεις της Αμερικής με τη Ρωσία, την Κίνα, το Πακιστάν, τις αραβικές μοναρχίες και τις θαλάσσιες οδούς που συνδέουν την Ευρασία.

Η Τεχεράνη επομένως αποκτά κάτι πολύ σημαντικότερο από έναν «σύμμαχο». Αποκτά στρατηγικό χώρο. Και ο στρατηγικός χώρος είναι αυτός που επιτρέπει σε ένα κράτος να αντέχει την πίεση, να μετακινεί τις επιλογές του και να αποφεύγει την εξάρτηση από έναν μόνο εξωτερικό δίαυλο.

Η σημερινή κρίση δείχνει έτσι μια ευρύτερη μεταβολή: η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή παραμένει σημαντική, αλλά η μετατροπή της σε συνολικό πολιτικό αποτέλεσμα γίνεται δυσκολότερη όταν ο αντίπαλος βρίσκεται μέσα σε ένα περιβάλλον πολλαπλών κέντρων ισχύος. Η σύγκρουση δεν διεξάγεται πλέον σε έναν κόσμο όπου υπάρχει ένας μόνο δρόμος και όλοι οι υπόλοιποι πρέπει να ακολουθήσουν.

Και αυτή είναι η πραγματική μετατόπιση που αποκαλύπτει η ιρανική κρίση. Το ζήτημα δεν είναι αν η Ουάσιγκτον διαθέτει αρκετή ισχύ για να πλήξει το Ιράν. Διαθέτει. Το ζήτημα είναι αν αυτή η ισχύς μπορεί να μετατραπεί σε διαρκή πολιτικό έλεγχο ενός χώρου όπου η γεωγραφία, οι περιφερειακές δυνάμεις και οι εναλλακτικοί ευρασιατικοί δίαυλοι δημιουργούν συνεχώς νέες επιλογές. Όσο περισσότερο διευρύνεται η σύγκρουση από το Ορμούζ προς την Υεμένη, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, τόσο λιγότερο μοιάζει με μια διμερή αντιπαράθεση και τόσο περισσότερο αποκαλύπτει τη σύγκρουση δύο διαφορετικών γεωπολιτικών λογικών.

Η ατλαντική ισχύς εξακολουθεί να είναι τεράστια. Αλλά η εποχή κατά την οποία η στρατιωτική υπεροχή μπορούσε σχεδόν αυτόματα να μεταφράζεται σε πολιτική κυριαρχία περιορίζεται. Το Ιράν δεν χρειάζεται να νικήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια μετωπική αναμέτρηση. Αρκεί να διατηρήσει αρκετές επιλογές ώστε να μην μπορεί η αμερικανική ισχύς να μετατρέψει την πίεση σε τετελεσμένο.

Από εδώ και πέρα, λοιπόν, η κρίσιμη μεταβλητή δεν είναι μόνο πόση στρατιωτική ισχύ συγκεντρώνει κάθε πλευρά, αλλά πόση ελευθερία κινήσεων διατηρεί όταν η σύγκρουση εξαπλώνεται σε ολόκληρο το γεωπολιτικό περιβάλλον. Και αυτό οδηγεί στο επόμενο ερώτημα: ποια είναι η επόμενη φάση της κρίσης και ποιο από τα δύο στρατόπεδα θα μπορέσει να διατηρήσει περισσότερες επιλογές χωρίς να περάσει το κατώφλι μιας γενικευμένης σύγκρουσης;


Η επόμενη φάση της κρίσης

Η κρίση εισέρχεται πλέον σε μια φάση όπου η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι απαραίτητα η απόφαση μιας πλευράς να ξεκινήσει έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, αλλά η σταδιακή αδυναμία ελέγχου της κλιμάκωσης. Οι αμερικανικές ενισχύσεις αυξάνουν τη στρατιωτική πίεση προς την Τεχεράνη, ενώ το Ιράν διατηρεί τη δυνατότητα να μεταφέρει το κόστος σε διαφορετικά γεωγραφικά σημεία. Παράλληλα, οι δίαυλοι έμμεσης διπλωματίας εξακολουθούν να λειτουργούν.

Αυτό δημιουργεί ένα παράθυρο που μπορεί να οδηγήσει είτε σε αποκλιμάκωση είτε σε μεγαλύτερη σύγκρουση. Το πρόβλημα είναι ότι οι ίδιες κινήσεις μπορούν να ερμηνευθούν με αντίθετο τρόπο από τις δύο πλευρές. Μια αμερικανική ανάπτυξη μπορεί να παρουσιάζεται ως αποτροπή, αλλά να εκλαμβάνεται στην Τεχεράνη ως ένδειξη επικείμενης επίθεσης. Αντίστοιχα, μια ιρανική στρατιωτική προετοιμασία μπορεί να παρουσιάζεται ως αμυντική προφύλαξη, αλλά να θεωρείται από την Ουάσιγκτον προετοιμασία για επιθετική ενέργεια.

Σε αυτή τη συνθήκη, το περιθώριο λάθους γίνεται στρατηγικός παράγοντας. Η ιρανική δήλωση ότι μπορεί να πλήξει πρώτο εάν θεωρήσει ότι προετοιμάζεται αμερικανική επίθεση μετατρέπει τις στρατιωτικές μετακινήσεις σε μέρος της ίδιας της κρίσης. Δεν χρειάζεται επομένως να υπάρξει απόφαση για γενικευμένο πόλεμο ώστε να προκύψει σοβαρή κλιμάκωση. Αρκεί μια λανθασμένη εκτίμηση σχετικά με τις προθέσεις του αντιπάλου.

Το δεύτερο στοιχείο είναι η γεωγραφική διάχυση. Η σύγκρουση δεν περιορίζεται πλέον σε ένα σημείο. Το Ορμούζ δημιουργεί πίεση στις ενεργειακές και θαλάσσιες ροές, η Υεμένη επηρεάζει τον άξονα της Ερυθράς Θάλασσας, η Σαουδική Αραβία αποτελεί ταυτόχρονα περιφερειακό κέντρο και πιθανό πεδίο αντιπαράθεσης, ενώ το Πακιστάν προσπαθεί να διατηρήσει ανοιχτό τον διπλωματικό δίαυλο προς την Τεχεράνη ενώ συμμετέχει παράλληλα στην περιφερειακή άμυνα της Σαουδικής Αραβίας.

Όσο αυξάνονται αυτά τα σημεία, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αντιμετωπιστεί η κρίση ως μια απλή αναμέτρηση δύο κρατών. Η στρατηγική εικόνα μετατρέπεται σε ένα σύστημα αλληλεξαρτώμενων μετώπων. Μια επίθεση σε ένα σημείο μπορεί να προκαλέσει αντίδραση σε άλλο, δημιουργώντας αλυσίδα κλιμάκωσης που καμία πλευρά δεν είχε αρχικά σχεδιάσει.

Από αυτή την άποψη, το Ιράν έχει ένα συγκεκριμένο στρατηγικό πλεονέκτημα: διαθέτει πολλές διαφορετικές επιλογές πίεσης χωρίς να χρειάζεται να χρησιμοποιήσει όλες ταυτόχρονα. Το Ορμούζ, τα περιφερειακά δίκτυα, η Υεμένη και η δυνατότητα άσκησης πίεσης στις υποδομές και στις θαλάσσιες οδούς δημιουργούν ένα σύνολο επιλογών που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σταδιακά. Η αξία τους επομένως βρίσκεται και στην αβεβαιότητα σχετικά με το ποια επιλογή θα χρησιμοποιηθεί και πότε.

Από την άλλη πλευρά, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει πολύ μεγαλύτερη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνατοτήτων και δυνατότητα προβολής ισχύος σε μεγάλη απόσταση. Το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη ισχύος. Είναι η μετατροπή αυτής της ισχύος σε πολιτικό αποτέλεσμα χωρίς να απαιτηθεί μια ολοένα μεγαλύτερη στρατιωτική εμπλοκή.

Εδώ επιστρέφουμε στην κεντρική αρχή της ανάλυσης: Ισχύς ≠ Έλεγχος.

Μια δύναμη μπορεί να έχει τη δυνατότητα να καταστρέψει στόχους, να επιβάλει μεγάλο κόστος και να διατηρεί την υπεροχή σε συγκεκριμένα πεδία, χωρίς να μπορεί να επιβάλει το τελικό πολιτικό αποτέλεσμα. Αντίστοιχα, ένα κράτος που δεν μπορεί να ανταγωνιστεί συμμετρικά την αμερικανική στρατιωτική μηχανή μπορεί να διαθέτει αρκετές εναλλακτικές ώστε να εμποδίσει την αντίπαλη πλευρά να μετατρέψει την υπεροχή της σε πλήρη στρατηγική κυριαρχία.

Το επόμενο στάδιο της κρίσης θα κριθεί επομένως από το ποιος μπορεί να διατηρήσει περισσότερες επιλογές και να περιορίσει τις επιλογές του αντιπάλου. Εάν οι διπλωματικοί δίαυλοι παραμείνουν ενεργοί, υπάρχει περιθώριο να αποτραπεί η γενίκευση της σύγκρουσης. Εάν όμως η στρατιωτική συγκέντρωση και η περιφερειακή διάχυση συνεχιστούν χωρίς αποτελεσματικό μηχανισμό επικοινωνίας, κάθε νέα κίνηση θα αυξάνει την πιθανότητα μιας αλυσιδωτής αντίδρασης.

Η κρίση βρίσκεται επομένως σε ένα σημείο όπου η στρατηγική αυτοσυγκράτηση δεν σημαίνει αδυναμία, αλλά διατήρηση επιλογών. Για το Ιράν, σημαίνει να αξιοποιεί τη γεωγραφία και τα περιφερειακά του πλεονεκτήματα χωρίς να δώσει στον αντίπαλο το πρόσχημα μιας γενικευμένης στρατιωτικής εκστρατείας. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, σημαίνει να διατηρήσουν την αποτροπή χωρίς η ίδια η ανάπτυξη ισχύος να μετατραπεί σε παράγοντα που προκαλεί την προληπτική αντίδραση που θέλουν να αποτρέψουν.

Τελική εκτίμηση

Η πιθανότερη εξέλιξη δεν είναι ένα άμεσο ολοκληρωτικό αμερικανοϊρανικό πόλεμο, αλλά μια παρατεταμένη περίοδο ελεγχόμενης και διακεκομμένης κλιμάκωσης, στην οποία η στρατιωτική πίεση θα συνδυάζεται με έμμεσες επιχειρήσεις, πίεση στις θαλάσσιες οδούς και περιφερειακά μέτωπα, ενώ ταυτόχρονα θα παραμένουν ανοικτοί δίαυλοι διαπραγμάτευσης.

Το βασικό ρίσκο βρίσκεται στο ενδιάμεσο στάδιο. Η αμερικανική συγκέντρωση δυνάμεων μπορεί να ενισχύσει την αποτροπή, αλλά μπορεί επίσης να ενισχύσει την ιρανική πεποίθηση ότι επίκειται επίθεση. Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, έχει κίνητρο να διατηρήσει την πίεση αρκετά υψηλή ώστε να αυξάνει το κόστος της αμερικανικής παρουσίας, αλλά όχι τόσο υψηλή ώστε να δημιουργήσει συνθήκες που θα δικαιολογούσαν μια μεγάλης κλίμακας αμερικανική εκστρατεία.

Η πρόβλεψη επομένως είναι ότι η σύγκρουση θα παραμείνει για το επόμενο διάστημα κάτω από το κατώφλι του ολοκληρωτικού πολέμου, αλλά με αυξημένες πιθανότητες αιφνίδιας κλιμάκωσης από ένα μεμονωμένο περιστατικό. Το πιθανότερο σημείο πυροδότησης δεν είναι απαραίτητα μια προγραμματισμένη μεγάλη επίθεση, αλλά μια λανθασμένη εκτίμηση γύρω από αμερικανικές προετοιμασίες, τη ναυσιπλοΐα στο Ορμούζ ή ένα περιφερειακό πλήγμα στη Σαουδική Αραβία ή την Υεμένη.

Αντίθετα, εφόσον παραμείνουν ενεργοί οι δίαυλοι μέσω του Κατάρ και του Πακιστάν, το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι μια νέα μορφή αναγκαστικής διαπραγμάτευσης, στην οποία καμία πλευρά δεν θα έχει επιτύχει πλήρη στρατηγική κυριαρχία. Η Ουάσιγκτον θα εξακολουθεί να διαθέτει την ανώτερη στρατιωτική ισχύ, ενώ η Τεχεράνη θα προσπαθεί να μετατρέψει τη γεωγραφία, την περιφερειακή διασύνδεση και τη στρατηγική αντοχή σε πολιτικό βάρος.

Το τελικό διακύβευμα, συνεπώς, δεν είναι αν το Ιράν μπορεί να νικήσει στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν μπορεί. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να εμποδίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να μετατρέψουν τη στρατιωτική τους υπεροχή σε πολιτικό έλεγχο. Και όσο το Ιράν διατηρεί πολλαπλά μέτωπα, εναλλακτικούς διαύλους και γεωγραφικό βάθος, αυτή η μετατροπή κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι.

Η κρίση του Ιράν αποκαλύπτει έτσι κάτι ευρύτερο από την τύχη μιας περιφερειακής σύγκρουσης: η εποχή της μονοδιάστατης επιβολής υποχωρεί και στη θέση της εμφανίζεται ένας χώρος όπου η ισχύς μετριέται όλο και περισσότερο από την ικανότητα ενός κράτους να διατηρεί επιλογές. Και σε αυτό το νέο περιβάλλον, η γεωγραφία επιστρέφει ως πολιτική δύναμη.


 

Η κρίση γύρω από το Ιράν αποκαλύπτει ένα όριο που η ατλαντική στρατηγική δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να παρακάμψει: η στρατιωτική υπεροχή δεν αρκεί για να κυβερνήσει τη γεωγραφία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συγκεντρώσουν αεροπλανοφόρα, αεροσκάφη, πυραύλους και χιλιάδες στρατιώτες. Μπορούν να πλήξουν στόχους και να επιβάλουν τεράστιο κόστος. Αυτό όμως είναι το ένα μέρος της εξίσωσης. Το άλλο είναι αν μπορούν, μετά την επίδειξη αυτής της ισχύος, να επιβάλουν το πολιτικό αποτέλεσμα που επιδιώκουν.

Εκεί βρίσκεται το πρόβλημα.

Το Ιράν δεν χρειάζεται να νικήσει τον αμερικανικό στρατό σε μια συμβατική αναμέτρηση. Δεν χρειάζεται να αποκτήσει ναυτική υπεροχή ούτε να καταστρέψει την αμερικανική παρουσία στον Κόλπο. Χρειάζεται κάτι πολύ πιο περιορισμένο και ταυτόχρονα πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί: να καταστήσει την αμερικανική ισχύ πολιτικά ανεπαρκή για την επίτευξη των στόχων της.

Το Ορμούζ, η Υεμένη, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν δείχνουν τον τρόπο. Η Τεχεράνη διαθέτει διαφορετικούς χώρους στους οποίους μπορεί να αυξήσει το κόστος, να δημιουργήσει αβεβαιότητα και να περιορίσει τις επιλογές του αντιπάλου. Δεν χρειάζεται να κλείσει το Ορμούζ. Δεν χρειάζεται να ελέγξει την Υεμένη. Δεν χρειάζεται να μετατρέψει το Πακιστάν σε σύμμαχο. Αρκεί να εμποδίσει την Ουάσιγκτον να μετατρέψει τη στρατιωτική της υπεροχή σε απόλυτη ελευθερία κινήσεων.

Και εδώ βρίσκεται η πραγματική αλλαγή.

Η αμερικανική ισχύς εξακολουθεί να είναι τεράστια. Αυτό δεν αμφισβητείται. Αυτό που αμφισβητείται είναι η δυνατότητα να μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτικό έλεγχο. Για δεκαετίες, η ατλαντική αρχιτεκτονική ασφαλείας μπορούσε να λειτουργεί με την υπόθεση ότι η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή αποτελούσε το τελικό σημείο κάθε στρατηγικού υπολογισμού. Η σημερινή κρίση δείχνει ένα διαφορετικό περιβάλλον.

Υπάρχουν πλέον περισσότερα κέντρα ισχύος, περισσότερες εναλλακτικές διαδρομές και περισσότερες περιφερειακές δυνάμεις που δεν λειτουργούν ως απλοί αποδέκτες των αποφάσεων μιας εξωτερικής δύναμης. Η Ρωσία και η Κίνα δεν αποτελούν ένα ενιαίο πολεμικό μπλοκ με το Ιράν. Η σημασία τους όμως βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι η Τεχεράνη δεν βρίσκεται σε έναν κόσμο όπου η αμερικανική πίεση μπορεί να την απομονώσει πλήρως.

Αυτό είναι το πραγματικό πλήγμα στη μονοπολική λογική: όχι η εξαφάνιση της αμερικανικής ισχύος, αλλά η απώλεια της αποκλειστικότητας.

Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να μπορεί να επιλέξει πότε και πού θα χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ. Αυτό που γίνεται δυσκολότερο είναι να ελέγξει τι θα συμβεί μετά την πρώτη κίνηση. Κάθε πρόσθετο μέτωπο δημιουργεί νέες απαιτήσεις. Κάθε περιφερειακός παίκτης αποκτά μεγαλύτερη αξία. Κάθε θαλάσσιος διάδρομος γίνεται πιθανό σημείο πίεσης. Κάθε εξωτερικός πόλος προσφέρει στον αντίπαλο επιπλέον στρατηγικό χώρο.

Γι' αυτό η κρίση του Ιράν δεν πρέπει να μετρηθεί μόνο με τον αριθμό των πυραύλων, των πλοίων ή των στρατευμάτων. Πρέπει να μετρηθεί με έναν δυσκολότερο δείκτη: ποιος μπορεί να επιβάλλει τις δικές του επιλογές και ποιος αναγκάζεται διαρκώς να αντιδρά στις επιλογές του άλλου.

Η τελική μας εκτίμηση είναι ότι η Τεχεράνη θα επιδιώξει να παραμείνει κάτω από το κατώφλι μιας ολοκληρωτικής σύγκρουσης, ενώ ταυτόχρονα θα αυξάνει επιλεκτικά το κόστος της αμερικανικής παρουσίας. Η Ουάσιγκτον, αντίθετα, θα προσπαθήσει να αποκαταστήσει την αποτροπή χωρίς να εγκλωβιστεί σε έναν πόλεμο πολλαπλών μετώπων. Αυτό δημιουργεί μια παρατεταμένη αναμέτρηση, στην οποία το αποφασιστικό πλεονέκτημα δεν θα είναι απαραίτητα το μεγαλύτερο οπλοστάσιο, αλλά η μεγαλύτερη στρατηγική αντοχή και ελευθερία κινήσεων.

Και εδώ βρίσκεται το βαθύτερο μήνυμα του Ιράν.

Η εποχή όπου η αμερικανική στρατιωτική παρουσία μπορούσε να θεωρείται από μόνη της ως οργάνωση της γεωπολιτικής τάξης υποχωρεί. Η θάλασσα παραμένει αμερικανικό πλεονέκτημα. Η τεχνολογία παραμένει αμερικανικό πλεονέκτημα. Η οικονομική και στρατιωτική ισχύς παραμένουν τεράστιες.

Αλλά απέναντί τους υπάρχει πλέον κάτι που δεν καταστρέφεται εύκολα με έναν βομβαρδισμό: η γεωγραφία, η στρατηγική αντοχή και η ύπαρξη εναλλακτικών πόλων ισχύος.

Το Ιράν δεν χρειάζεται να νικήσει την Αμερική.

Αρκεί να αποδείξει ότι η Αμερική δεν μπορεί πλέον να αποφασίζει μόνη της τι θα ακολουθήσει.

Και αν αυτό επιβεβαιωθεί, τότε η σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο δεν θα αποτελεί απλώς μια ακόμη κρίση στη Μέση Ανατολή. Θα αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα σημεία της μετάβασης από έναν κόσμο όπου η ισχύς ενός πόλου μπορούσε να επιβάλλει τους κανόνες, σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες διαμορφώνονται μέσα από τη σύγκρουση πολλών κέντρων ισχύος.


Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών