Η Συμμαχία της Μέκκας και η Νέα Αρχιτεκτονική Ασφαλείας της Ευρασίας.


 





Το Πακιστάν προσκαλεί το Ιράν σε μια αμυντική συμφωνία που ενδέχεται να αναδιαμορφώσει τη στρατηγική ισορροπία στη Μέση Ανατολή.

«Η γεωπολιτική δεν καθορίζεται μόνο από τη δύναμη των κρατών, αλλά από την ικανότητά τους να δημιουργούν νέες γεωγραφίες συνεργασίας.»

Αλεξάντρ Ντούγκιν

Οι μεγάλες γεωπολιτικές μεταβολές σπάνια ανακοινώνονται με επίσημες διακηρύξεις. Συνήθως διακρίνονται μέσα από διαδοχικές κινήσεις, διπλωματικές πρωτοβουλίες και συμφωνίες που, αρχικά, μοιάζουν να αφορούν αποκλειστικά την περιφέρειά τους. Μόνο όταν αυτές οι κινήσεις ενωθούν σε ένα ενιαίο στρατηγικό σχήμα γίνεται αντιληπτό ότι δεν πρόκειται για μια ακόμη περιφερειακή εξέλιξη, αλλά για τη γέννηση μιας νέας ισορροπίας ισχύος.

Τις τελευταίες εβδομάδες, μια σειρά πληροφοριών που προέρχονται από διαφορετικές κατευθύνσεις συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: η Μέση Ανατολή φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα φάση στρατηγικής αναδιάταξης. Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από πηγές με γνώση των σχετικών διεργασιών, χωρίς όμως να έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, το Πακιστάν έχει προσκαλέσει το Ιράν να συμμετάσχει στη λεγόμενη «Συμμαχία της Μέκκας», μια συμφωνία της οποίας το πλήρες περιεχόμενο παραμένει άγνωστο στο ευρύ κοινό και, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, είναι γνωστό μόνο στις κυβερνήσεις που συμμετέχουν σε αυτήν.

Εάν οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε η σημασία τους υπερβαίνει κατά πολύ την ένταξη ενός ακόμη κράτους σε μια περιφερειακή συμφωνία. Θα πρόκειται για ένδειξη ότι η ασφάλεια της Μέσης Ανατολής παύει σταδιακά να οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από τις πρωτοβουλίες των εξωπεριφερειακών δυνάμεων και αρχίζει να διαμορφώνεται από νέους άξονες συνεργασίας που αναπτύσσονται μεταξύ των ίδιων των κρατών της ευρύτερης Ευρασίας.

Το ακόμη πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι ίδιες πληροφορίες περιγράφουν το Πακιστάν όχι μόνο ως πιθανό αρχιτέκτονα αυτής της νέας πρωτοβουλίας, αλλά και ως τον βασικό διαμεσολαβητή μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, σε μια περίοδο όπου οι περισσότεροι παραδοσιακοί δίαυλοι επικοινωνίας φαίνεται να έχουν αποδυναμωθεί. Εάν αυτή η εικόνα επιβεβαιωθεί, τότε το Ισλαμαμπάντ δεν θα λειτουργεί πλέον ως ένας απλός περιφερειακός παίκτης, αλλά ως κομβικός γεωπολιτικός σύνδεσμος ανάμεσα στη Μέση Ανατολή, τη Νότια Ασία και την ευρύτερη ευρασιατική στρατηγική.

Το άρθρο που ακολουθεί εξετάζει όσα μέχρι στιγμής είναι γνωστά, διαχωρίζοντας αυστηρά τα επιβεβαιωμένα δεδομένα από τις πληροφορίες που προέρχονται από εμπιστευτικές πηγές. Κυρίως όμως επιχειρεί να απαντήσει σε ένα ευρύτερο ερώτημα: παρακολουθούμε τη διεύρυνση μιας ακόμη περιφερειακής συμφωνίας ή τη σταδιακή διαμόρφωση ενός νέου συστήματος ασφαλείας που μπορεί να μεταβάλει τη γεωπολιτική αρχιτεκτονική ολόκληρης της Ευρασίας;


Η Πρόσκληση που Μπορεί να Αναδιαμορφώσει τη Μέση Ανατολή

«Η μεγαλύτερη στρατηγική επιτυχία δεν είναι η δημιουργία μιας συμμαχίας, αλλά η δημιουργία ενός νέου συστήματος σχέσεων.»

Χένρι Κίσινγκερ

Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από πηγές με γνώση των σχετικών διεργασιών, χωρίς όμως να έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, το Πακιστάν έχει απευθύνει επίσημη πρόσκληση προς το Ιράν προκειμένου να συμμετάσχει στη λεγόμενη «Συμμαχία της Μέκκας» (Mecca Pact). Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι το ζήτημα συζητήθηκε την Κυριακή σε ανώτατο επίπεδο, ακόμη και στο γραφείο του Αγιατολάχ Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ενώ ο Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων του Πακιστάν, Στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ, αναμένεται να θέσει προσωπικά το θέμα κατά την επίσκεψή του στην Τεχεράνη.

Οι πληροφορίες αυτές παραμένουν στο επίπεδο των εμπιστευτικών πηγών και απαιτούν επιβεβαίωση. Ωστόσο, ακόμη και ως ένδειξη των διεργασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς περιγράφουν μια διαδικασία που θα μπορούσε να επηρεάσει συνολικά την αρχιτεκτονική ασφαλείας της περιοχής.

Το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση δεν είναι μόνο η ίδια η πρόσκληση, αλλά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, το πλήρες κείμενο της συμφωνίας δεν έχει δημοσιοποιηθεί ποτέ. Μέχρι σήμερα, κανείς εκτός των κυβερνήσεων που συμμετέχουν στη συμφωνία δεν φαίνεται να γνωρίζει το ακριβές περιεχόμενό της, τις δεσμεύσεις που προβλέπει ή ακόμη και το εύρος των υποχρεώσεων που δημιουργεί για τα μέλη της.

Αυτό προσδίδει στη συγκεκριμένη πρωτοβουλία έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Σε αντίθεση με τις περισσότερες διεθνείς συμφωνίες, οι οποίες δημοσιοποιούνται ώστε να λειτουργούν και ως εργαλείο πολιτικής αποτροπής, η συγκεκριμένη φαίνεται να εξελίσσεται σχεδόν αποκλειστικά μέσω διακριτικής διπλωματίας. Η περιορισμένη δημοσιότητα καθιστά δυσκολότερη την αξιολόγηση των πραγματικών της στόχων, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει το γεωπολιτικό ενδιαφέρον γύρω από αυτήν.

Εάν τελικά το Ιράν αποδεχθεί την πρόσκληση, τότε δεν θα πρόκειται απλώς για την προσχώρηση ενός ακόμη κράτους σε μια περιφερειακή πρωτοβουλία. Θα πρόκειται για μια εξέλιξη που θα μπορούσε να επηρεάσει τις ισορροπίες ανάμεσα στις αραβικές μοναρχίες, το Ιράν, το Πακιστάν και τις μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις, ανοίγοντας τον δρόμο για ένα διαφορετικό μοντέλο περιφερειακής ασφάλειας από εκείνο που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες.

Ακριβώς γι' αυτό, η επικείμενη συνάντηση του Ασίμ Μουνίρ στην Τεχεράνη αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν αφορά μόνο τις σχέσεις Πακιστάν και Ιράν. Ενδέχεται να αποτελέσει το πρώτο ουσιαστικό τεστ για το κατά πόσο η περιοχή επιχειρεί να οικοδομήσει ένα νέο σύστημα στρατηγικής συνεργασίας, στο οποίο οι ίδιες οι περιφερειακές δυνάμεις θα διαμορφώνουν τους κανόνες ασφαλείας, περιορίζοντας σταδιακά την εξάρτησή τους από εξωπεριφερειακούς μηχανισμούς.


Το Πακιστάν ως Νέος Στρατηγικός Κόμβος της Ευρασίας

«Όποιος ελέγχει τους διαδρόμους επικοινωνίας, επηρεάζει την πορεία της ιστορίας περισσότερο από εκείνον που διαθέτει τον μεγαλύτερο στρατό.»

Χάλφορντ Μακίντερ

Για πολλές δεκαετίες, το Πακιστάν αντιμετωπιζόταν κυρίως μέσα από το πρίσμα της αντιπαράθεσης με την Ινδία ή ως σημαντικός σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και του πολέμου στο Αφγανιστάν. Σήμερα, όμως, φαίνεται να αναλαμβάνει έναν διαφορετικό ρόλο, πολύ ευρύτερο από εκείνον μιας απλής περιφερειακής δύναμης.

Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από πηγές με γνώση των σχετικών διεργασιών, χωρίς να έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, η Ουάσιγκτον φέρεται να επιχείρησε το τελευταίο διάστημα να αξιοποιήσει το Ισλαμαμπάντ ως δίαυλο επικοινωνίας προς την Τεχεράνη, προκειμένου να μεταφερθούν νέες προτάσεις αποκλιμάκωσης. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι η ιρανική πλευρά απάντησε πως οποιαδήποτε ουσιαστική διαπραγμάτευση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στο πλαίσιο του Μνημονίου Συνεννόησης (MOU) που είχε προηγουμένως συμφωνηθεί μέσω του Πακιστάν και όχι μέσω νέων διαμεσολαβητών.

Εφόσον οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιωθούν, θα πρόκειται για μια αξιοσημείωτη στρατηγική μεταβολή. Το Πακιστάν δεν εμφανίζεται πλέον ως ένας απλός συνομιλητής ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενες πλευρές, αλλά ως ο μοναδικός δίαυλος τον οποίο και οι δύο θεωρούν ακόμη λειτουργικό. Σε μια εποχή όπου αρκετοί παραδοσιακοί μηχανισμοί διαμεσολάβησης φαίνεται να έχουν αποδυναμωθεί, η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Η εικόνα αυτή συνδέεται και με μια ευρύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα. Το Πακιστάν βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται η Νότια Ασία, η Μέση Ανατολή, η Κεντρική Ασία και οι κινεζικοί χερσαίοι διάδρομοι του Belt and Road Initiative. Όποιος επιδιώκει να διαμορφώσει μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας δεν μπορεί να αγνοήσει τη γεωγραφική αυτή θέση.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες πρόσφατες πρωτοβουλίες που αφορούν το Ιράν, τους εμπορικούς διαδρόμους, τη θαλάσσια πρόσβαση στον Ινδικό Ωκεανό και τη διασύνδεση με την Κίνα φαίνεται να συγκλίνουν στο ίδιο γεωγραφικό σημείο. Το Ισλαμαμπάντ παύει σταδιακά να λειτουργεί ως περιφερειακός αποδέκτης των αποφάσεων των μεγάλων δυνάμεων και επιχειρεί να μετατραπεί σε έναν από τους βασικούς διαμορφωτές τους.

Αν αυτή η στρατηγική επιλογή συνεχιστεί, τότε η πραγματική σημασία της δεν θα βρίσκεται μόνο στις σχέσεις Πακιστάν και Ιράν. Θα σηματοδοτεί την ανάδυση ενός νέου ευρασιατικού άξονα, στον οποίο η διπλωματία, η οικονομία, οι ενεργειακοί διάδρομοι και η ασφάλεια θα συνδέονται ολοένα στενότερα, μεταβάλλοντας σταδιακά την ισορροπία ισχύος σε ολόκληρη την περιοχή.


Το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ και η σιωπηλή αναδιάταξη των αραβικών συμμαχιών

«Ο σοφός ηγεμόνας δεν παρατηρεί μόνο ποιος είναι φίλος ή εχθρός σήμερα, αλλά ποιος αλλάζει θέση χωρίς να το ανακοινώνει.»
Σουν Τσου

Ενώ η προσοχή στρέφεται κυρίως στην πιθανή ένταξη του Ιράν στη Συμμαχία της Μέκκας, εξίσου ενδιαφέρουσες είναι οι κινήσεις που πραγματοποιούνται παράλληλα στο εσωτερικό του αραβικού κόσμου. Συχνά, στις διεθνείς σχέσεις, μεγαλύτερη σημασία έχουν οι επαφές που δεν ανακοινώνονται επίσημα παρά οι ίδιες οι δημόσιες δηλώσεις.

Σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές που διαθέτουν γνώση των σχετικών επαφών, αλλά δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα, ο Διάδοχος του Μπαχρέιν πραγματοποίησε συνάντηση με τον υπαρχηγό των ενόπλων δυνάμεων του Πακιστάν. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι αντικείμενο των συνομιλιών δεν ήταν η Συμμαχία της Μέκκας, αλλά ένα ξεχωριστό πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας ανάμεσα στο Πακιστάν, τη Σαουδική Αραβία και, πιθανώς, το Κουβέιτ. Οι πληροφορίες αυτές παραμένουν ανεπιβεβαίωτες και πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα επιφύλαξη.

Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική. Εάν επιβεβαιωθεί, σημαίνει ότι η νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας που φαίνεται να διαμορφώνεται στην περιοχή δεν περιορίζεται σε μία μόνο συμφωνία. Αντίθετα, αναπτύσσεται μέσα από ένα πλέγμα παράλληλων στρατιωτικών και πολιτικών συνεννοήσεων, οι οποίες αλληλοσυμπληρώνονται χωρίς απαραίτητα να εντάσσονται όλες στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο.

Το Μπαχρέιν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της γεωστρατηγικής του θέσης. Φιλοξενεί την έδρα του Πέμπτου Στόλου των Ηνωμένων Πολιτειών και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αμερικανικούς ναυτικούς κόμβους στον Περσικό Κόλπο. Η συμμετοχή ή ακόμη και η διατήρηση στενών αμυντικών επαφών με το Πακιστάν δημιουργεί μια σύνθετη εικόνα, στην οποία κράτη που παραμένουν στενοί σύμμαχοι της Ουάσιγκτον επιδιώκουν ταυτόχρονα να διατηρούν λειτουργικές σχέσεις με ένα περιφερειακό δίκτυο που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.

Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει μια ευρύτερη μεταβολή που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια. Πολλά κράτη της Μέσης Ανατολής δεν επιθυμούν πλέον να ενταχθούν αποκλειστικά σε ένα γεωπολιτικό στρατόπεδο. Αντίθετα, επιδιώκουν να αναπτύσσουν πολλαπλές σχέσεις ασφαλείας, οικονομίας και διπλωματίας, διατηρώντας παράλληλα ανοικτές επιλογές απέναντι τόσο στη Δύση όσο και στις ανερχόμενες ευρασιατικές δυνάμεις.

Για τη στρατηγική σκέψη, αυτή η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ισχύς δεν μετριέται μόνο από τον αριθμό των στρατευμάτων ή των οπλικών συστημάτων, αλλά και από την ικανότητα δημιουργίας δικτύων συνεργασίας που παραμένουν λειτουργικά ακόμη και όταν οι διεθνείς ισορροπίες μεταβάλλονται.

Εάν οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σαφής. Η περιοχή δεν αναζητά απλώς νέες συμμαχίες. Αναζητά ένα διαφορετικό μοντέλο ασφάλειας, στο οποίο η συνεργασία δεν θα βασίζεται αποκλειστικά στις εγγυήσεις μιας εξωπεριφερειακής δύναμης, αλλά και στις ίδιες τις ισορροπίες που οικοδομούν τα κράτη της Μέσης Ανατολής και της Ευρασίας.

Σε αυτή τη διαδικασία, το Πακιστάν φαίνεται να αναλαμβάνει έναν ρόλο που υπερβαίνει κατά πολύ εκείνον ενός παραδοσιακού περιφερειακού παίκτη. Εμφανίζεται ολοένα περισσότερο ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον αραβικό κόσμο, το Ιράν, την Κίνα και τη Ρωσία, λειτουργώντας ως γέφυρα σε ένα νέο γεωπολιτικό πλέγμα που βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση.


Το Πακιστάν ως ο νέος στρατηγικός μεσολαβητής

«Η πραγματική ισχύς ενός κράτους δεν βρίσκεται μόνο στα όπλα του, αλλά στην ικανότητά του να γίνεται αναντικατάστατος κόμβος των σχέσεων των άλλων.»
Γιεβγκένι Πριμακόφ

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που προκύπτουν από τις τελευταίες πληροφορίες δεν αφορά ούτε στρατιωτικές επιχειρήσεις ούτε οικονομικές κυρώσεις. Αφορά τη σταδιακή μεταβολή του ίδιου του Πακιστάν σε κεντρικό διαμεσολαβητή της νέας ευρασιατικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.

Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από πηγές με άμεση γνώση των σχετικών επαφών, χωρίς όμως να μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα, η κυβέρνηση του Πακιστάν δεν λειτουργεί πλέον απλώς ως ουδέτερος συνομιλητής ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη. Αντίθετα, φαίνεται να εξελίσσεται στον βασικό διπλωματικό κόμβο μέσω του οποίου επιχειρείται να οικοδομηθεί ένα νέο περιφερειακό σύστημα συνεργασίας.

Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι η Ουάσιγκτον, παρά την προηγούμενη υποβάθμιση των σχέσεών της με το Ισλαμαμπάντ, συνεχίζει να επιδιώκει τη χρήση του Πακιστάν ως διαύλου επικοινωνίας προς την Τεχεράνη. Ωστόσο, η ιρανική πλευρά φέρεται να ξεκαθάρισε ότι δεν προτίθεται να συζητήσει νέα πλαίσια διαπραγμάτευσης, αλλά θεωρεί ως μοναδική βάση επανέναρξης του διαλόγου το ήδη υπογεγραμμένο Μνημόνιο Κατανόησης (MOU) των δεκατεσσάρων σημείων που είχε συμφωνηθεί μέσω Ισλαμαμπάντ.

Εάν οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε το Πακιστάν αποκτά έναν ρόλο πολύ ευρύτερο από εκείνον μιας απλής περιφερειακής δύναμης. Μετατρέπεται στον μοναδικό αποδεκτό διαμεσολαβητή ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, γεγονός που του προσδίδει στρατηγική βαρύτητα δυσανάλογη προς το μέχρι σήμερα διπλωματικό του αποτύπωμα.

Η εξέλιξη αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι για δεκαετίες το Ισλαμαμπάντ θεωρούνταν χώρα στενά συνδεδεμένη με τις αμερικανικές στρατηγικές επιδιώξεις στην περιοχή. Σήμερα, όμως, φαίνεται να ακολουθεί μια περισσότερο αυτόνομη πορεία, διατηρώντας παράλληλα στενή συνεργασία με την Κίνα, αναπτύσσοντας τις σχέσεις του με τη Ρωσία και ενισχύοντας την επικοινωνία του με το Ιράν.

Δεν πρόκειται απλώς για αλλαγή διπλωματικών ισορροπιών. Πρόκειται για ένδειξη ότι οι περιφερειακές δυνάμεις επιχειρούν να διαχειριστούν οι ίδιες τις κρίσεις της περιοχής τους, χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από τους παραδοσιακούς μεσολαβητές της Δύσης.

Ακριβώς αυτή είναι μία από τις βασικές ενδείξεις της μετάβασης προς ένα περισσότερο πολυπολικό διεθνές σύστημα. Η επιρροή δεν ασκείται πλέον μόνο από εκείνον που διαθέτει τη μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ, αλλά και από εκείνον που ελέγχει τους διαύλους επικοινωνίας, τις εμπορικές αρτηρίες και τις δυνατότητες πολιτικής διαμεσολάβησης.

Στη σημερινή συγκυρία, το Πακιστάν φαίνεται να επιχειρεί να καταστεί ακριβώς αυτό: όχι απλώς ένας ακόμη περιφερειακός παίκτης, αλλά ο γεωπολιτικός σύνδεσμος που ενώνει την Κίνα, το Ιράν, τον αραβικό κόσμο και, ταυτόχρονα, διατηρεί ανοιχτό έναν από τους τελευταίους διαύλους επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον.

Εάν αυτή η στρατηγική αποδώσει, τότε η σημασία του Ισλαμαμπάντ δεν θα μετριέται μόνο από τη δική του ισχύ, αλλά από τον ρόλο του ως αναντικατάστατου κόμβου στη νέα ευρασιατική ισορροπία. Σε μια εποχή όπου οι συμμαχίες επαναπροσδιορίζονται, η δυνατότητα να συνδέεις αντίπαλους κόσμους μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερη ακόμη και από τη στρατιωτική υπεροχή.


Η οικονομική ολοκλήρωση ως γεωπολιτικό όπλο

«Όποιος ελέγχει τους δρόμους του εμπορίου, διαμορφώνει και την πολιτική των εθνών.»
Ζαν Μπατίστ Κολμπέρ

Πίσω από τις διπλωματικές επαφές και τις συζητήσεις γύρω από το Σύμφωνο της Μέκκας φαίνεται να εξελίσσεται μια δεύτερη, ίσως ακόμη σημαντικότερη διαδικασία: η οικοδόμηση ενός ενιαίου οικονομικού χώρου που θα συνδέει την Κίνα, το Πακιστάν, το Ιράν και σταδιακά τη Μέση Ανατολή μέσω κοινών υποδομών, εμπορικών διαδρόμων και εναλλακτικών χρηματοπιστωτικών μηχανισμών.

Σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές που διαθέτουν γνώση των σχετικών διαβουλεύσεων, χωρίς όμως να μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα, κατά τη διάρκεια των συνομιλιών στην Τεχεράνη εξετάζεται η προοπτική δεκαπλασιασμού του διμερούς εμπορίου μεταξύ Πακιστάν και Ιράν μέσα στα επόμενα τρία χρόνια. Οι ίδιες πληροφορίες κάνουν λόγο για στόχο συναλλαγών που θα μπορούσε να προσεγγίσει τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η συγκεκριμένη εκτίμηση πρέπει να αντιμετωπίζεται με προσοχή. Δεν είναι ακόμη σαφές αν το ποσό αυτό αναφέρεται σε υφιστάμενο όγκο εμπορίου ή σε μελλοντικό στρατηγικό στόχο. Ακριβώς γι' αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί επιβεβαιωμένο οικονομικό δεδομένο. Εκείνο όμως που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, στις συνομιλίες συμμετέχουν ήδη υψηλόβαθμοι εκπρόσωποι των υπουργείων Εξωτερικών, Εμπορίου και Οικονομίας των δύο χωρών, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι σχεδιασμοί δεν περιορίζονται σε θεωρητικές συζητήσεις αλλά αποκτούν διοικητικό και τεχνικό περιεχόμενο.

Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα του τρόπου πραγματοποίησης αυτών των συναλλαγών. Σύμφωνα με τις ίδιες ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, οι δύο πλευρές εξετάζουν τη σημαντική διεύρυνση των εμπορικών διακανονισμών εκτός του αμερικανικού δολαρίου, αξιοποιώντας εθνικά νομίσματα και εναλλακτικά χρηματοπιστωτικά δίκτυα με την υποστήριξη της Κίνας και της Ρωσίας.

Εάν οι σχεδιασμοί αυτοί προχωρήσουν, δεν θα πρόκειται απλώς για ακόμη μία εμπορική συμφωνία. Θα αποτελέσουν μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας αποδολαριοποίησης, η οποία τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται ολοένα συχνότερα στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των κρατών της Ευρασίας και των BRICS.

Η στρατηγική σημασία αυτής της εξέλιξης υπερβαίνει τα όρια των τεσσάρων χωρών. Για δεκαετίες, η παγκόσμια οικονομική επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών στηρίχθηκε όχι μόνο στη στρατιωτική τους ισχύ αλλά και στον κεντρικό ρόλο του δολαρίου στις διεθνείς συναλλαγές. Κάθε νέα περιφερειακή οικονομική αρχιτεκτονική που επιδιώκει να λειτουργήσει έξω από αυτό το πλαίσιο μειώνει σταδιακά την αποτελεσματικότητα των παραδοσιακών μηχανισμών οικονομικής πίεσης.

Από αυτή την οπτική, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν το εμπόριο Πακιστάν και Ιράν θα φθάσει πράγματι τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν βρισκόμαστε μπροστά στη συγχώνευση δύο μέχρι πρότινος ξεχωριστών γεωοικονομικών αξόνων: του κινεζοπακιστανικού διαδρόμου και του κινεζοϊρανικού διαδρόμου. Εάν αυτή η ενοποίηση ολοκληρωθεί, τότε θα δημιουργηθεί ένας συνεχής οικονομικός άξονας που θα εκτείνεται από την Ανατολική Ασία έως τον Περσικό Κόλπο, μεταβάλλοντας ουσιαστικά τον γεωοικονομικό χάρτη της Ευρασίας.

Ίσως λοιπόν η σημαντικότερη αλλαγή να μην αφορά τους αριθμούς, αλλά τη δομή. Όταν οι εμπορικοί διάδρομοι, οι ενεργειακές ροές, τα λιμάνια και τα συστήματα πληρωμών αρχίζουν να λειτουργούν ως ενιαίο δίκτυο, τότε η γεωπολιτική ισχύς παύει να εξαρτάται αποκλειστικά από τα κράτη και μεταφέρεται στις ίδιες τις υποδομές που τα συνδέουν. Αυτή είναι η λογική πάνω στην οποία φαίνεται να οικοδομείται η νέα ευρασιατική πραγματικότητα.

Η Υεμένη ως το πραγματικό σημείο ανάφλεξης

«Η σοφία του στρατηγού δεν φαίνεται όταν κερδίζει μάχες, αλλά όταν αντιλαμβάνεται ποιο πεδίο θα καθορίσει ολόκληρο τον πόλεμο.»
Σουν Τσου

Ενώ το μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς προσοχής παραμένει στραμμένο στο Ιράν και στις εξελίξεις γύρω από το πυρηνικό του πρόγραμμα, οι πληροφορίες που προκύπτουν από τις τελευταίες διπλωματικές επαφές υποδεικνύουν ότι ένα διαφορετικό μέτωπο ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστικό για την ασφάλεια ολόκληρης της περιοχής: η Υεμένη.

Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από πηγές με γνώση των σχετικών συνομιλιών, χωρίς όμως να μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα, το ζήτημα της Υεμένης περιλαμβάνεται στην ατζέντα των επαφών του Πακιστανού Αρχιστρατήγου Ασίμ Μουνίρ στην Τεχεράνη. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά αφορά κυρίως τους τρόπους αποτροπής μιας ευρύτερης περιφερειακής κλιμάκωσης.

Στο πλαίσιο αυτό διατυπώνεται η εκτίμηση ότι μια ενδεχόμενη μεγάλης κλίμακας επίθεση εναντίον κρίσιμων υποδομών των Χούθι, όπως τα λιμάνια της Χοντέιντα ή εγκαταστάσεις στην περιοχή της Σαναά, θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικά ισχυρότερη αντίδραση από όσες έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα.

Η συγκεκριμένη εκτίμηση παραμένει ανάλυση και όχι επιβεβαιωμένο επιχειρησιακό σχέδιο. Ωστόσο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή μεταφέρει το επίκεντρο της προσοχής από το ίδιο το Ιράν προς τις ενεργειακές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας.

Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, σε περίπτωση σοβαρής στρατιωτικής κλιμάκωσης οι πιθανότεροι στόχοι αντιποίνων θα μπορούσαν να είναι ο αγωγός East-West Pipeline, καθώς και τα μεγάλα διυλιστήρια του Jizan και του Yanbu, εγκαταστάσεις που διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στις σαουδαραβικές ενεργειακές εξαγωγές.

Η σημασία αυτών των εκτιμήσεων υπερβαίνει κατά πολύ την ίδια τη σύγκρουση στην Υεμένη. Η διεθνής αγορά πετρελαίου παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη σε κάθε απειλή κατά κρίσιμων ενεργειακών εγκαταστάσεων του Περσικού Κόλπου. Ακόμη και περιορισμένες επιθέσεις μπορούν να προκαλέσουν δυσανάλογες οικονομικές συνέπειες, επηρεάζοντας τις τιμές της ενέργειας, τις ασφαλιστικές καλύψεις της ναυτιλίας και τη συνολική σταθερότητα των διεθνών αγορών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μία ακόμη εκτίμηση που μεταφέρεται από τις ίδιες πηγές. Σύμφωνα με αυτήν, ο στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ δεν μεταβαίνει στην Τεχεράνη μόνο για να παρουσιάσει προτάσεις, αλλά και για να ακούσει τις ιρανικές εκτιμήσεις σχετικά με τη διαχείριση της κρίσης στην Υεμένη, προκειμένου στη συνέχεια να τις μεταφέρει στο Ριάντ. Εφόσον αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, θα πρόκειται για μια ιδιαίτερα ασυνήθιστη διπλωματική διαδικασία, όπου το Πακιστάν λειτουργεί ως γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο περιφερειακές δυνάμεις με μακρά ιστορία ανταγωνισμού.

Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει μια βαθύτερη μεταβολή στη γεωπολιτική της Μέσης Ανατολής. Η διαχείριση των κρίσεων φαίνεται να μεταφέρεται σταδιακά από τις εξωπεριφερειακές δυνάμεις προς τους ίδιους τους περιφερειακούς δρώντες, οι οποίοι αναλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στη διαμόρφωση των ισορροπιών ασφαλείας.

Εάν αυτή η τάση συνεχιστεί, τότε η Υεμένη ενδέχεται να εξελιχθεί όχι μόνο σε πεδίο στρατιωτικής αντιπαράθεσης, αλλά και στο πρώτο μεγάλο τεστ της νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής που επιχειρεί να διαμορφωθεί ανάμεσα στο Ιράν, το Πακιστάν, τη Σαουδική Αραβία και τις υπόλοιπες δυνάμεις της ευρύτερης Ευρασίας.


Η συγχώνευση των ευρασιατικών αξόνων

«Το κράτος που ενώνει τους δρόμους του εμπορίου ενώνει και τα κέντρα της ισχύος.»
Ζμπίγκνιεβ Μπρεζίνσκι  

Πέρα από τις επιμέρους πληροφορίες για τη Συμφωνία της Μέκκας, τις διπλωματικές επαφές και τις οικονομικές συνεργασίες, διακρίνεται μια βαθύτερη στρατηγική μεταβολή που ίσως αποτελεί και το σημαντικότερο συμπέρασμα των τελευταίων εξελίξεων. Δεν πρόκειται πλέον για μεμονωμένες διμερείς σχέσεις, αλλά για τη σταδιακή συγχώνευση διαφορετικών γεωπολιτικών αξόνων σε έναν ενιαίο ευρασιατικό χώρο συνεργασίας.

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, η συνεργασία της Κίνας με το Πακιστάν και εκείνη με το Ιράν εξελίσσονταν ως δύο παράλληλες αλλά διακριτές στρατηγικές. Από τη μία πλευρά βρισκόταν ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας-Πακιστάν (CPEC), με επίκεντρο το λιμάνι του Γκουαντάρ και τη σύνδεσή του με τη δυτική Κίνα. Από την άλλη, η μακροχρόνια στρατηγική συμφωνία Πεκίνου-Τεχεράνης, η οποία εστίαζε κυρίως στην ενέργεια, τις επενδύσεις και τις υποδομές.

Σύμφωνα όμως με τις πληροφορίες που προέρχονται από τις πρόσφατες συνομιλίες, χωρίς να έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, οι δύο αυτοί άξονες φαίνεται πλέον να παύουν να λειτουργούν ως ξεχωριστά σχέδια και να μετατρέπονται σταδιακά σε έναν ενιαίο γεωοικονομικό διάδρομο που εκτείνεται από την Κίνα, μέσω Πακιστάν, προς το Ιράν και στη συνέχεια προς τη Μέση Ανατολή και την ευρύτερη Ευρασία.

Η εξέλιξη αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία διότι μεταβάλλει τη γεωγραφία της ισχύος. Ένα δίκτυο που συνδυάζει χερσαίους εμπορικούς διαδρόμους, λιμένες, ενεργειακές υποδομές, σιδηροδρομικές συνδέσεις και εναλλακτικά χρηματοπιστωτικά συστήματα είναι πολύ δυσκολότερο να απομονωθεί ή να πιεστεί μέσω των παραδοσιακών εργαλείων οικονομικών κυρώσεων.

Στο πλαίσιο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η εκτίμηση ότι οι κινεζικές στρατηγικές απέναντι στο Πακιστάν και στο Ιράν δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως δύο ανεξάρτητες πολιτικές, αλλά ως στοιχεία ενός ενιαίου σχεδιασμού. Η εκτίμηση αυτή αποτελεί ανάλυση και όχι επιβεβαιωμένο γεγονός. Ωστόσο, εξηγεί με συνέπεια γιατί οι τελευταίες εξελίξεις εμφανίζουν τόσο έντονο βαθμό συντονισμού μεταξύ Πεκίνου, Ισλαμαμπάντ και Τεχεράνης.

Εάν αυτή η διαδικασία ολοκληρωθεί, τότε το διακύβευμα υπερβαίνει κατά πολύ τις σχέσεις των τεσσάρων εμπλεκόμενων κρατών. Θα πρόκειται για τη δημιουργία ενός συνεχούς γεωπολιτικού χώρου που θα συνδέει τον Ειρηνικό Ωκεανό με τον Περσικό Κόλπο και, μέσω της Κασπίας και της Ρωσίας, με την ευρωπαϊκή και κεντροασιατική ενδοχώρα.

Από αυτή την οπτική, ο πραγματικός αντίπαλος της Ουάσιγκτον δεν είναι απαραίτητα μία συγκεκριμένη χώρα. Είναι η ίδια η διαδικασία ολοκλήρωσης αυτών των δικτύων. Όσο περισσότερο οι υποδομές, οι οικονομίες και οι μηχανισμοί ασφαλείας των κρατών της Ευρασίας συνδέονται μεταξύ τους, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αντιμετωπιστούν μεμονωμένα μέσω στρατιωτικής ή οικονομικής πίεσης.

Ίσως, λοιπόν, το σημαντικότερο στοιχείο των τελευταίων εξελίξεων να μην είναι η ίδια η πρόσκληση προς το Ιράν ούτε ακόμη και το περιεχόμενο της Συμφωνίας της Μέκκας. Εκείνο που αποκτά στρατηγική σημασία είναι η σταδιακή μετατροπή ενός συνόλου διμερών συνεργασιών σε ένα συνεκτικό ευρασιατικό σύστημα, όπου οι εμπορικοί διάδρομοι, οι ενεργειακές ροές, οι αμυντικές συνεννοήσεις και οι οικονομικές δομές λειτουργούν πλέον ως αλληλένδετα στοιχεία μιας κοινής γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής.


Μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα διαμορφώνεται

«Όταν αλλάζουν οι δρόμοι του εμπορίου, αλλάζει και η γεωγραφία της ισχύος.»
Χάλφορντ Μακίντερ

Οι πληροφορίες που εξετάσαμε σε αυτό το άρθρο δεν έχουν όλες το ίδιο επίπεδο επιβεβαίωσης. Αρκετές προέρχονται από πηγές που διαθέτουν άμεση γνώση των εξελίξεων, χωρίς όμως να μπορούν να επαληθευτούν ανεξάρτητα. Για τον λόγο αυτό πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα επιφύλαξη. Ωστόσο, ακόμη και όταν απομονώσει κανείς τις ανεπιβεβαίωτες αναφορές, η συνολική εικόνα που διαμορφώνεται παρουσιάζει αξιοσημείωτη συνοχή.

Το Πακιστάν φαίνεται να αναβαθμίζει τον ρόλο του από περιφερειακή δύναμη σε στρατηγικό διαμεσολαβητή. Η Κίνα συνεχίζει να επεκτείνει την οικονομική και γεωπολιτική της παρουσία μέσω των χερσαίων διαδρόμων της Ευρασίας. Το Ιράν επιδιώκει να μετατρέψει την αντοχή του στις κυρώσεις σε μόνιμο στοιχείο της περιφερειακής ισορροπίας, ενώ νέοι μηχανισμοί συνεργασίας εμφανίζονται πέρα από τα παραδοσιακά δυτικά πλαίσια ασφαλείας και χρηματοδότησης.

Η ενδεχόμενη πρόσκληση του Ιράν στη Συμμαχία της Μέκκας, ανεξάρτητα από το αν τελικά οδηγήσει σε ένταξη, αποκτά σημασία ακριβώς επειδή αποκαλύπτει μια διαφορετική λογική περιφερειακής οργάνωσης. Οι πρωτοβουλίες δεν φαίνεται πλέον να προέρχονται αποκλειστικά από τις μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις, αλλά ολοένα περισσότερο από τα ίδια τα κράτη της περιοχής, τα οποία επιχειρούν να διαμορφώσουν τους δικούς τους μηχανισμούς ασφάλειας, οικονομικής συνεργασίας και πολιτικού συντονισμού.

Εξίσου σημαντική είναι η διαπίστωση ότι το πραγματικό πεδίο ανταγωνισμού μετατοπίζεται. Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται πλέον σε στρατιωτικές ισορροπίες ή σε διπλωματικές δηλώσεις. Επεκτείνεται στους εμπορικούς διαδρόμους, στα λιμάνια, στα ενεργειακά δίκτυα, στα συστήματα πληρωμών και στις υποδομές που συνδέουν την Ευρασία. Εκεί θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων, η ανθεκτικότητα των οικονομιών και η δυνατότητα των κρατών να ασκούν ανεξάρτητη πολιτική.

Η ιστορία έχει δείξει ότι οι μεγάλες γεωπολιτικές μεταβολές σπάνια ανακοινώνονται με μία μόνο θεαματική στιγμή. Συνήθως αποκαλύπτονται μέσα από μια αλληλουχία γεγονότων, τα οποία αρχικά μοιάζουν ασύνδετα αλλά, όταν ιδωθούν συνολικά, αποκαλύπτουν ότι το διεθνές σύστημα έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει.

Ίσως, λοιπόν, η σημαντικότερη εξέλιξη να μην είναι αν το Ιράν θα ενταχθεί τελικά στη Συμμαχία της Μέκκας ούτε αν όλες οι πληροφορίες που παρουσιάστηκαν θα επιβεβαιωθούν στο σύνολό τους. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν παρακολουθούμε τη σταδιακή οικοδόμηση ενός νέου ευρασιατικού πλέγματος συνεργασίας, όπου η ασφάλεια, η οικονομία και η διπλωματία οργανώνονται ολοένα περισσότερο έξω από τις δομές που κυριάρχησαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Εάν αυτή η διαδικασία συνεχιστεί, τότε οι ιστορικοί του μέλλοντος ίσως δεν θυμούνται τη δεκαετία αυτή ως μια περίοδο ακόμη μιας περιφερειακής κρίσης στη Μέση Ανατολή. Ίσως τη θυμούνται ως την περίοδο κατά την οποία άρχισε να διαμορφώνεται μια διαφορετική παγκόσμια ισορροπία, στην οποία η Ευρασία έπαψε να αποτελεί απλώς γεωγραφικό χώρο και μετατράπηκε σε αυτόνομο στρατηγικό κέντρο ισχύος, ικανό να επηρεάζει τις παγκόσμιες εξελίξεις με τους δικούς του όρους.


Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών

Η Γεωπολιτική Πίσω από τη Σιωπή

 







Όταν η πίεση δεν ασκείται πλέον μόνο στα κράτη, αλλά και στους διαδρόμους που τα συνδέουν.

«Το σημαντικότερο στον πόλεμο δεν είναι πάντοτε αυτό που φαίνεται, αλλά αυτό που παραμένει αόρατο μέχρι να αλλάξει την ιστορία.»

Καρλ φον Κλαούζεβιτς

Στη γεωπολιτική, οι σημαντικότερες εξελίξεις σπάνια ανακοινώνονται επίσημα. Πριν αποτυπωθούν σε κυβερνητικές ανακοινώσεις ή σε διεθνείς συνόδους, εμφανίζονται ως αθόρυβες μεταβολές στις διπλωματικές επαφές, στις οικονομικές ροές και στις αποφάσεις που λαμβάνονται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Εκεί, όπου οι κυβερνήσεις δεν διατυπώνουν δημόσιες θέσεις αλλά δοκιμάζουν τα όρια των αντιπάλων τους.

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στο παρόν άρθρο προέρχονται από διαφορετικά επίπεδα αξιοπιστίας. Ορισμένες βασίζονται σε δημόσια διαθέσιμα και επαληθεύσιμα στοιχεία. Άλλες στηρίζονται σε πληροφορίες από πρόσωπα με άμεση γνώση των σχετικών διεργασιών, οι οποίες όμως δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα. Για τον λόγο αυτό γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στα επιβεβαιωμένα δεδομένα, στις εξελισσόμενες ενδείξεις και στις αποκλειστικές πληροφορίες που εξακολουθούν να απαιτούν επιβεβαίωση.

Παρά την αναγκαία αυτή επιφύλαξη, η συνολική εικόνα που αρχίζει να διαμορφώνεται παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι χερσαίοι διάδρομοι που συνδέουν το Ιράν με το Πακιστάν φαίνεται να αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία, η Κίνα εμφανίζεται διατεθειμένη να ενισχύσει οικονομικά κρίσιμους περιφερειακούς εταίρους και οι παραδοσιακοί μοχλοί οικονομικής πίεσης της Δύσης δοκιμάζονται σε ένα ολοένα πιο πολυπολικό περιβάλλον.

Ταυτόχρονα, στο παρασκήνιο κυκλοφορούν πληροφορίες που, εφόσον κάποτε επιβεβαιωθούν, ενδέχεται να ανατρέψουν τον τρόπο με τον οποίο θα ερμηνευθούν τα γεγονότα αυτής της περιόδου. Ανάμεσά τους βρίσκεται και μία ιδιαίτερα σοβαρή αναφορά, σύμφωνα με την οποία φέρεται να πραγματοποιήθηκε ανεπίσημη προσέγγιση προς ανώτατο Ιρανό αξιωματούχο με αντικείμενο ένα ενδεχόμενο σενάριο πολιτικής ανατροπής στο Ιράν. Η πληροφορία αυτή παραμένει μέχρι στιγμής μονοπηγική, δεν έχει επιβεβαιωθεί από καμία ανεξάρτητη πηγή και αντιμετωπίζεται στο παρόν άρθρο αποκλειστικά ως ανεπιβεβαίωτη αναφορά. Ωστόσο, η ενδεχόμενη επιβεβαίωσή της θα αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές αποκαλύψεις των τελευταίων ετών, καθώς θα αποκάλυπτε ότι η αντιπαράθεση είχε προχωρήσει πολύ πέρα από τις κυρώσεις και τη διπλωματική πίεση.

Αυτός είναι και ο λόγος που η ανάλυση που ακολουθεί δεν περιορίζεται στην παράθεση ειδήσεων. Στόχος της είναι να εξετάσει πώς συνδέονται μεταξύ τους οι νέες πληροφορίες, ποια στοιχεία μπορούν ήδη να θεωρηθούν τεκμηριωμένα, ποια απαιτούν επιβεβαίωση και, κυρίως, τι σημαίνουν όλα αυτά για τη συνολική αναδιαμόρφωση της ισορροπίας ισχύος στην Ευρασία.

Γιατί πολλές φορές η ιστορία δεν αλλάζει τη στιγμή που αποκαλύπτεται μια πληροφορία. Αλλά τη στιγμή που οι εξελίξεις αποδεικνύουν ότι εκείνη η πληροφορία ήταν αληθινή.


Το Πακιστάν αλλάζει την εξίσωση

«Όποιος ελέγχει τις γραμμές επικοινωνίας και ανεφοδιασμού, καθορίζει την αντοχή μιας δύναμης στον χρόνο.»

Χάλφορντ Μακίντερ

Αν οι πληροφορίες που κυκλοφορούν τις τελευταίες ημέρες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε ίσως βρισκόμαστε μπροστά σε μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές μετατοπίσεις των τελευταίων ετών. Όχι επειδή ανακοινώθηκε κάποια νέα στρατιωτική συμμαχία, αλλά επειδή φαίνεται να αμφισβητείται στην πράξη ένας από τους βασικότερους μοχλούς πίεσης που διέθεταν οι Ηνωμένες Πολιτείες απέναντι στο Ιράν και στο Πακιστάν.

Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από προνομιακές πηγές και δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, η κυβέρνηση του Πακιστάν έχει λάβει πλέον οριστική απόφαση να διατηρήσει ανοικτούς και τους έξι χερσαίους διαδρόμους που συνδέουν τη χώρα με το Ιράν. Παράλληλα, ανοικτό φέρεται να παραμένει και το λιμάνι του Γκουαντάρ (Gwadar), το οποίο αποτελεί κομβικό σημείο του κινεζικού προγράμματος Belt and Road και έναν από τους σημαντικότερους γεωοικονομικούς κόμβους της Ευρασίας.

Εάν οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιωθούν, η σημασία τους υπερβαίνει κατά πολύ τη διμερή σχέση Ιράν και Πακιστάν. Οι συγκεκριμένοι διάδρομοι αποτελούν κρίσιμες οδούς μέσω των οποίων μπορούν να συνεχιστούν εμπορικές ροές, μεταφορές αγαθών και οικονομικές συναλλαγές, περιορίζοντας σημαντικά την αποτελεσματικότητα μιας στρατηγικής που βασίζεται αποκλειστικά στον οικονομικό αποκλεισμό.

Οι ίδιες πηγές υποστηρίζουν ότι η Ουάσιγκτον είχε ζητήσει από το Ισλαμαμπάντ να διακόψει τη λειτουργία αυτών των διαδρόμων, θεωρώντας ότι αποτελούν βασική οικονομική «βαλβίδα» για την Τεχεράνη. Ωστόσο, σύμφωνα πάντα με τις ίδιες ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, η πακιστανική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία απέρριψε το αίτημα και επέλεξε να διατηρήσει αμετάβλητη την πολιτική της.

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναφορές σύμφωνα με τις οποίες η απόφαση αυτή δεν ελήφθη μονομερώς. Πληροφορίες που δεν μπορούν να διασταυρωθούν ανεξάρτητα κάνουν λόγο για σειρά επαφών υψηλού επιπέδου μεταξύ Τεχεράνης και Ισλαμαμπάντ, στις οποίες φέρονται να συμμετείχαν ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί, ο πρόεδρος της ιρανικής Βουλής Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, καθώς και ανώτατοι πολιτικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι του Πακιστάν. Εφόσον οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, υποδηλώνουν ότι η συνεργασία δεν περιορίζεται πλέον σε περιστασιακές επαφές, αλλά αποκτά χαρακτηριστικά στρατηγικού συντονισμού.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν εξεταστεί υπό το πρίσμα της ευρύτερης ευρασιατικής ολοκλήρωσης. Η Κίνα επενδύει εδώ και χρόνια στον Οικονομικό Διάδρομο Κίνας-Πακιστάν (CPEC), ο οποίος συνδέει τη δυτική Κίνα με τον Ινδικό Ωκεανό μέσω του Γκουαντάρ. Εάν ο διάδρομος αυτός αρχίσει να λειτουργεί ταυτόχρονα και ως βασική αρτηρία οικονομικής διασύνδεσης με το Ιράν, τότε δημιουργείται μια χερσαία αρχιτεκτονική μεταφορών που καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο να επηρεαστεί από παραδοσιακές μορφές ναυτικού αποκλεισμού.

Δεν πρόκειται απλώς για μία νέα εμπορική διαδρομή. Πρόκειται για τη σταδιακή διαμόρφωση ενός εναλλακτικού γεωοικονομικού χώρου, μέσα στον οποίο κράτη της Ευρασίας επιχειρούν να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τις δυτικές θαλάσσιες αρτηρίες, το δολάριο και τους παραδοσιακούς μηχανισμούς οικονομικής πίεσης.

Εάν αυτή η διαδικασία βρίσκεται πράγματι σε εξέλιξη, τότε η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν παύει να αφορά αποκλειστικά το πυρηνικό πρόγραμμα ή τις κυρώσεις. Μετατρέπεται σε δοκιμασία για το κατά πόσο η νέα ευρασιατική διασύνδεση μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματική εναλλακτική απέναντι στη μονοπολική οικονομική αρχιτεκτονική που κυριάρχησε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η πίεση δεν φαίνεται να ασκείται μόνο πάνω στο Ιράν. Δοκιμάζεται πλέον και η συνοχή ενός ευρύτερου δικτύου κρατών που επιχειρούν να αποδείξουν ότι η οικονομική και γεωπολιτική τους ανθεκτικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την αποδοχή των δυτικών όρων. Εάν αυτή η υπόθεση επιβεβαιωθεί από τις εξελίξεις των επόμενων εβδομάδων, τότε δεν θα πρόκειται για μια ακόμη περιφερειακή κρίση, αλλά για ακόμη ένα βήμα στη σταδιακή αναδιαμόρφωση της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος.


Το χαρτί των 10 δισεκατομμυρίων και η κινεζική απάντηση

«Η ισχύς δεν μετριέται μόνο από τους στρατούς, αλλά και από την ικανότητα να στερείς από τον αντίπαλο τα μέσα πίεσης που διαθέτει.»

Νίκολας Σπάικμαν

Για δεκαετίες, η σημαντικότερη μορφή αμερικανικής επιρροής δεν ήταν αποκλειστικά η στρατιωτική υπεροχή. Ήταν η δυνατότητα ελέγχου του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η πρόσβαση στο δολάριο, οι διεθνείς πιστώσεις και οι μηχανισμοί χρηματοδότησης αποτέλεσαν εργαλεία που επέτρεπαν στην Ουάσιγκτον να ασκεί πίεση πολύ πέρα από τα όρια της στρατιωτικής ισχύος.

Στην περίπτωση του Πακιστάν, το σημαντικότερο τέτοιο εργαλείο φαίνεται πως ήταν το πρόγραμμα χρηματοδότησης ύψους περίπου 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων που συνδέεται με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Για πολλά χρόνια, η οικονομική ανάγκη του Ισλαμαμπάντ περιόριζε σημαντικά τα περιθώρια ανεξάρτητης στρατηγικής του πολιτικής.

Σύμφωνα όμως με πληροφορίες που προέρχονται από προνομιακές πηγές και δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, αυτή η εξίσωση ενδέχεται να αλλάζει.

Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο αναπληρωτής πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών του Πακιστάν, Ισάκ Νταρ, είχε πρόσφατα συνάντηση με τον Κινέζο υπουργό Εξωτερικών Ουάνγκ Γι, κατά την οποία φέρεται να συμφωνήθηκε πως, εάν η Ουάσιγκτον επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει το πρόγραμμα του ΔΝΤ ως μέσο πίεσης προς το Πακιστάν, το Πεκίνο είναι διατεθειμένο να καλύψει το αντίστοιχο χρηματοδοτικό κενό.

Η πληροφορία αυτή δεν έχει μέχρι στιγμής επιβεβαιωθεί από δημόσιες πηγές και πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη επιφύλαξη. Εάν όμως αποδειχθεί ακριβής, οι συνέπειές της θα είναι πολύ ευρύτερες από μία ακόμη διμερή οικονομική συμφωνία.

Για πρώτη φορά, η Κίνα θα εμφανιζόταν όχι απλώς ως εμπορικός εταίρος ή επενδυτής, αλλά ως δύναμη ικανή να αντικαταστήσει στην πράξη έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς επιρροής της δυτικής χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής. Δεν θα επρόκειτο μόνο για οικονομική βοήθεια προς το Πακιστάν. Θα αποτελούσε έμπρακτη αμφισβήτηση της δυνατότητας των δυτικών χρηματοπιστωτικών θεσμών να επιβάλλουν πολιτικές επιλογές μέσω της οικονομικής εξάρτησης.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν εξεταστεί στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής συνεργασίας Πεκίνου και Ισλαμαμπάντ. Η Κίνα έχει ήδη επενδύσει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια στον Οικονομικό Διάδρομο Κίνας-Πακιστάν (CPEC), θεωρώντας τον βασικό τμήμα της Πρωτοβουλίας «Ζώνη και Δρόμος». Μια ενδεχόμενη οικονομική στήριξη προς το Πακιστάν δεν θα αποτελούσε λοιπόν αποσπασματική παρέμβαση, αλλά λογική συνέχεια μιας στρατηγικής που εφαρμόζεται εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.

Ακόμη και έτσι, αρκετοί αναλυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί. Υποστηρίζουν ότι η αντικατάσταση της χρηματοδότησης του ΔΝΤ δεν είναι απλή υπόθεση και ότι μια τέτοια επιλογή θα προκαλούσε ισχυρές αντιδράσεις από την Ουάσιγκτον, πιθανώς μέσω νέων κυρώσεων ή οικονομικών περιορισμών. Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο το κατά πόσο η Κίνα διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να στηρίξει το Πακιστάν, αλλά και το κατά πόσο είναι διατεθειμένη να αναλάβει το γεωπολιτικό κόστος μιας τόσο ανοικτής αντιπαράθεσης.

Ακριβώς εδώ εντοπίζεται το βαθύτερο στρατηγικό ενδιαφέρον. Η πραγματική σημασία αυτών των πληροφοριών δεν βρίσκεται μόνο στο αν θα δοθούν ή όχι τα συγκεκριμένα χρήματα. Βρίσκεται στο ότι για πρώτη φορά εμφανίζεται, έστω και σε επίπεδο ανεπιβεβαίωτων πληροφοριών, η δυνατότητα δημιουργίας ενός παράλληλου μηχανισμού οικονομικής στήριξης έξω από τα παραδοσιακά δυτικά χρηματοπιστωτικά κέντρα.

Εάν μια χώρα μπορεί να απορρίψει την πίεση του ΔΝΤ επειδή διαθέτει εναλλακτική χρηματοδότηση από άλλη μεγάλη δύναμη, τότε μεταβάλλεται σταδιακά η ίδια η φύση της διεθνούς οικονομικής ισχύος. Η εξάρτηση αντικαθίσταται από την επιλογή και η μονομερής πίεση χάνει μέρος της αποτελεσματικότητάς της.

Για δεκαετίες, η οικονομική εξάρτηση υπήρξε ένας από τους βασικούς πυλώνες της μονοπολικής τάξης. Εάν όμως η Κίνα αρχίσει να λειτουργεί ως πραγματικός χρηματοδότης κρατών που επιλέγουν διαφορετική γεωπολιτική πορεία, τότε ίσως βρισκόμαστε μπροστά όχι απλώς σε μια οικονομική εξέλιξη, αλλά στη γέννηση μιας νέας μορφής παγκόσμιας ισορροπίας.


Οι διάδρομοι που δεν μπορούν να αποκλειστούν

«Η γεωγραφία είναι ο πιο σταθερός παράγοντας της στρατηγικής. Οι αυτοκρατορίες αλλάζουν, οι χάρτες παραμένουν.»

Χάλφορντ Μακίντερ

Ένα από τα βασικά αξιώματα της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στο Ιράν υπήρξε διαχρονικά η αντίληψη ότι η οικονομική πίεση μπορεί να γίνει αποτελεσματική μόνο όταν συνοδεύεται από γεωγραφικό περιορισμό. Οι κυρώσεις αποκτούν πραγματική ισχύ όταν περιορίζονται οι δυνατότητες εμπορίου, μεταφοράς ενέργειας και πρόσβασης στις διεθνείς αγορές.

Σύμφωνα όμως με την ανάλυση που παρουσιάζεται από τις πηγές του παρόντος πληροφοριακού υλικού, η γεωγραφία της Ευρασίας λειτουργεί πλέον υπέρ της Τεχεράνης και όχι υπέρ όσων επιχειρούν να την απομονώσουν.

Το πρώτο στοιχείο αφορά τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, πολλές κινεζικές επιχειρήσεις που συναλλάσσονται με το Ιράν πραγματοποιούν ήδη τις πληρωμές τους εκτός του δολαριακού συστήματος. Παράλληλα, αναφέρεται ότι το Πεκίνο αντιμετωπίζει ολοένα πιο επιθετικά τις δευτερογενείς αμερικανικές κυρώσεις, θεωρώντας ότι οι κινεζικές εταιρείες υπάγονται αποκλειστικά στην κινεζική νομοθεσία και όχι σε μονομερείς εξωεδαφικές αποφάσεις άλλων κρατών. Η πληροφορία αυτή αντανακλά μια ευρύτερη τάση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, αν και οι επιμέρους ισχυρισμοί δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα.

Εξίσου σημαντικός εμφανίζεται ο διάδρομος της Κασπίας Θάλασσας. Σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσιάζεται, οι θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ Ρωσίας και Ιράν μέσω της Κασπίας δημιουργούν έναν εμπορικό χώρο στον οποίο η δυτική ναυτική ισχύς διαθέτει περιορισμένες δυνατότητες παρέμβασης. Η συγκεκριμένη εκτίμηση δεν αποτελεί επιβεβαιωμένο γεγονός, αλλά στρατηγική αξιολόγηση που βασίζεται στα γεωγραφικά χαρακτηριστικά της περιοχής.

Ανάλογη σημασία αποδίδεται και στη σιδηροδρομική σύνδεση Κίνας και Ιράν μέσω Τουρκμενιστάν και Κεντρικής Ασίας, έργο που εντάσσεται στη συνολική κινεζική πρωτοβουλία Belt and Road. Σύμφωνα με την ανάλυση των ίδιων πηγών, η συγκεκριμένη υποδομή δεν αποτελεί απλώς έναν εμπορικό άξονα, αλλά στρατηγικό περιουσιακό στοιχείο της Κίνας, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε προσπάθεια παρεμπόδισής της χωρίς ευρύτερες συνέπειες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες μέρος του εμπορίου μεταξύ Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Ιράν ενδέχεται να ανακατευθυνθεί μέσω του Πακιστάν. Οι σχετικές αναφορές δεν έχουν επιβεβαιωθεί δημόσια και απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή. Εφόσον όμως επαληθευθούν, θα υποδηλώνουν ότι ακόμη και κράτη τα οποία εμφανίζονται να υιοθετούν περιοριστικά μέτρα αναζητούν στην πράξη εναλλακτικές οδούς για τη συνέχιση των οικονομικών συναλλαγών.

Η εικόνα που προκύπτει είναι χαρακτηριστική μιας ευρύτερης γεωπολιτικής μεταβολής. Η πίεση δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών, όπως συνέβαινε επί δεκαετίες. Η Ευρασία αναπτύσσει σταδιακά ένα πυκνό δίκτυο χερσαίων διαδρομών, σιδηροδρόμων, αγωγών και εμπορικών αξόνων, το οποίο περιορίζει τη δυνατότητα οποιασδήποτε δύναμης να απομονώσει πλήρως έναν αντίπαλο.

Αυτό ακριβώς αποτελεί ίσως τη βαθύτερη στρατηγική αλλαγή της εποχής μας. Η γεωγραφία, την οποία επί δεκαετίες η παγκοσμιοποίηση φαινόταν να υποβαθμίζει, επιστρέφει στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής. Οι χερσαίοι διάδρομοι της Ευρασίας μετατρέπονται σταδιακά σε εναλλακτική αρχιτεκτονική ισχύος, μέσα στην οποία η οικονομική ανθεκτικότητα εξαρτάται λιγότερο από τις θαλάσσιες οδούς και περισσότερο από τη δυνατότητα σύνδεσης των μεγάλων ηπειρωτικών κέντρων.

Εάν αυτή η διαδικασία συνεχιστεί, τότε η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν θα καταγραφεί ίσως στο μέλλον όχι μόνο ως μία ακόμη κρίση της Μέσης Ανατολής, αλλά ως μία από τις πρώτες μεγάλες δοκιμασίες του νέου ευρασιατικού γεωοικονομικού χώρου που διαμορφώνεται σταδιακά έξω από την παραδοσιακή μονοπολική αρχιτεκτονική.


Το παράθυρο μέχρι τον Νοέμβριο

«Η στρατηγική δεν κρίνεται από τη δύναμη του πρώτου πλήγματος, αλλά από την ικανότητα να επιβιώσεις μέχρι να αλλάξουν οι πολιτικοί συσχετισμοί.»

Αλεξάντρ Σβέτσιν

Σχεδόν όλες οι πληροφορίες που έχουν έρθει στο φως συγκλίνουν σε ένα κοινό στοιχείο, ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφορές τους. Η Τεχεράνη φαίνεται να μην επιδιώκει μια άμεση αναμέτρηση, αλλά μια αναμέτρηση φθοράς.

Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από προνομιακές πηγές και δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, η εκτίμηση της ιρανικής ηγεσίας είναι ότι η χώρα μπορεί να αντέξει τη μέγιστη οικονομική και πολιτική πίεση τουλάχιστον έως τον Νοέμβριο. Το συγκεκριμένο χρονικό σημείο δεν φαίνεται να επιλέγεται τυχαία. Συνδέεται με τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά το εσωτερικό πολιτικό περιβάλλον στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Εφόσον η εκτίμηση αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, η στρατηγική της Τεχεράνης δεν βασίζεται στην αναζήτηση μιας γρήγορης νίκης. Βασίζεται στην υπόθεση ότι ο χρόνος μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερο όπλο από τη στρατιωτική ισχύ.

Η λογική αυτή δεν είναι καινούργια στη στρατηγική σκέψη. Ο Σβέτσιν υποστήριζε ότι κάθε μεγάλη δύναμη πρέπει να επιλέγει όχι μόνο τον χώρο αλλά και τον χρόνο της αντιπαράθεσης. Μερικές φορές, η αναμονή μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματικότερη από την άμεση σύγκρουση, ιδιαίτερα όταν ο αντίπαλος αντιμετωπίζει εσωτερικές πολιτικές πιέσεις.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τις ίδιες ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, αντίστοιχες εκτιμήσεις φαίνεται να διατυπώνονται και από ρωσικούς κύκλους. Αναφέρεται ότι στη Μόσχα διαμορφώνεται πλέον η αντίληψη πως η Ουάσιγκτον δεν επιδιώκει μια σύντομη αποκλιμάκωση, αλλά μια στρατηγική παρατεταμένης πίεσης, η οποία θα διατηρεί την κρίση ανοικτή για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Αν αυτή η εκτίμηση είναι ορθή, τότε αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονται την κρίση οι χώρες του ευρασιατικού χώρου. Η αντιπαράθεση δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα απομονωμένο ζήτημα μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας περιορισμού της ευρασιατικής ολοκλήρωσης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια ακόμη πληροφορία, η οποία μέχρι στιγμής δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί από καμία δημόσια πηγή. Σύμφωνα με το ίδιο πληροφοριακό δίκτυο, οι δυτικές υπηρεσίες εξακολουθούν να μην διαθέτουν σαφή εικόνα για την τύχη περίπου 400 κιλών εμπλουτισμένου ουρανίου που παρήγαγε το Ιράν πριν από τις τελευταίες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο ισχυρισμός αυτός παραμένει ανεπιβεβαίωτος και πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή. Εφόσον όμως αποδειχθεί ακριβής, θα σημαίνει ότι η αβεβαιότητα γύρω από τις πραγματικές δυνατότητες της Τεχεράνης παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες στρατηγικής αποτροπής.

Ακόμη πιο προσεκτική αξιολόγηση απαιτούν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες, κατά τη διάρκεια ανεπίσημης επαφής μέσω του διαύλου του Ιρακινού Κουρδιστάν, φέρεται να διατυπώθηκε προς τον Ιρανό στρατηγό Αχμάντ Βαχίντι πρόταση που προέβλεπε αμερικανική στήριξη μιας ενδεχόμενης στρατιωτικής αλλαγής εξουσίας στο Ιράν, με άμεση διεθνή αναγνώριση του νέου καθεστώτος. Σύμφωνα πάντα με την ίδια πηγή, η πρόταση απορρίφθηκε κατηγορηματικά και η συνομιλία τερματίστηκε. Η συγκεκριμένη πληροφορία προέρχεται από μία μόνο πηγή, δεν έχει επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα και οφείλει να αξιολογείται αποκλειστικά ως ανεπιβεβαίωτος ισχυρισμός. Ωστόσο, εάν στο μέλλον επιβεβαιωθεί, θα πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες αποκαλύψεις της κρίσης, καθώς θα υποδήλωνε ότι εξετάστηκαν ακόμη και σενάρια αλλαγής καθεστώτος μέσω εσωτερικής στρατιωτικής ανατροπής.

Όλα τα παραπάνω οδηγούν σε ένα κοινό συμπέρασμα. Η παρούσα αντιπαράθεση δεν εξελίσσεται πλέον μόνο στα πεδία των μαχών ή στις αίθουσες της διπλωματίας. Διεξάγεται ταυτόχρονα στον χρόνο, στην οικονομία, στην πολιτική αντοχή και στην ικανότητα κάθε πλευράς να πείσει ότι μπορεί να αντέξει περισσότερο από τον αντίπαλό της.

Σε αυτή τη μορφή σύγκρουσης, η νίκη δεν κατακτάται απαραίτητα από εκείνον που διαθέτει περισσότερα όπλα, αλλά από εκείνον που θα αναγκάσει πρώτος τον αντίπαλο να παραδεχθεί ότι ο χρόνος δεν εργάζεται πλέον υπέρ του.


Οι BRICS και η μετάβαση από την αντίσταση στη θεσμική ισχύ

«Η μεγάλη δύναμη δεν είναι εκείνη που κατακτά περισσότερα εδάφη, αλλά εκείνη που δημιουργεί θεσμούς μέσα στους οποίους οι άλλοι επιλέγουν να συμμετέχουν.»

Γιεβγκένι Πριμακόφ

Μέσα στον θόρυβο των στρατιωτικών εξελίξεων, υπάρχει μια διαδικασία που εξελίσσεται σχεδόν αθόρυβα, αλλά ίσως αποδειχθεί πολύ σημαντικότερη μακροπρόθεσμα. Πρόκειται για τη σταδιακή μετατόπιση του κέντρου βάρους από τη διαχείριση μιας κρίσης στη διαμόρφωση νέων θεσμών ισχύος.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν έρθει στο φως, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις επερχόμενες διμερείς συναντήσεις των BRICS, οι οποίες αναμένεται να πραγματοποιηθούν στο περιθώριο της συνόδου στο Νέο Δελχί. Οι ίδιες πηγές εκτιμούν ότι οι επίσημες κοινές ανακοινώσεις ενδέχεται να έχουν περιορισμένη σημασία, ενώ οι πραγματικές αποφάσεις θα ληφθούν στις κλειστές συναντήσεις μεταξύ των ηγεσιών της Κίνας, της Ρωσίας, του Ιράν και άλλων κρατών της Ευρασίας. Πρόκειται για εκτίμηση και όχι για επιβεβαιωμένο γεγονός.

Η παρατήρηση αυτή αξίζει προσοχής. Στη διπλωματία, πολλές φορές η πραγματική ισορροπία ισχύος δεν αποτυπώνεται στα κοινά ανακοινωθέντα, αλλά στις διμερείς συμφωνίες που υπογράφονται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι BRICS φαίνεται να επιχειρούν να λειτουργήσουν όχι μόνο ως οικονομικό φόρουμ, αλλά ως πλατφόρμα στρατηγικού συντονισμού. Η σταδιακή διεύρυνσή τους, η ενίσχυση των εμπορικών συναλλαγών σε εθνικά νομίσματα, οι νέοι χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί και οι ενεργειακές συνεργασίες δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα διαφορετικό μοντέλο διεθνούς συνεργασίας.

Το Ιράν επιδιώκει να αποτελέσει μέρος αυτής της διαδικασίας. Δεν παρουσιάζει πλέον τον εαυτό του ως κράτος που απλώς αντιστέκεται στις κυρώσεις. Προσπαθεί να εμφανιστεί ως οργανικό τμήμα μιας νέας ευρασιατικής αρχιτεκτονικής, μέσα στην οποία η οικονομική συνεργασία, οι υποδομές και η ασφάλεια αντιμετωπίζονται ως ενιαίο στρατηγικό σύνολο.

Η Κίνα, από την πλευρά της, δεν φαίνεται να περιορίζεται πλέον στον ρόλο του παγκόσμιου εργοστασίου. Μέσω της Πρωτοβουλίας «Ζώνη και Δρόμος», των επενδύσεων σε λιμάνια, σιδηροδρόμους και ενεργειακές υποδομές, επιχειρεί να οικοδομήσει έναν ενιαίο ηπειρωτικό χώρο, όπου οι οικονομικές σχέσεις θα λειτουργούν ανεξάρτητα από τις παραδοσιακές θαλάσσιες οδούς που ελέγχονται από τις δυτικές ναυτικές δυνάμεις.

Η Ρωσία, μετά τις κυρώσεις που της επιβλήθηκαν τα τελευταία χρόνια, έχει επίσης επιταχύνει τη στροφή της προς την Ασία. Η ενίσχυση των εμπορικών και ενεργειακών σχέσεων με την Κίνα, το Ιράν, την Ινδία και τις χώρες της Κεντρικής Ασίας δεν αποτελεί πλέον προσωρινή προσαρμογή, αλλά στρατηγική επιλογή μεγάλης διάρκειας.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι έχει ήδη διαμορφωθεί ένας νέος παγκόσμιος πόλος ισχύος. Υποδηλώνουν όμως ότι δημιουργούνται σταδιακά οι θεσμοί που θα μπορούσαν να τον στηρίξουν. Και στην ιστορία των διεθνών σχέσεων, οι θεσμοί έχουν συχνά μεγαλύτερη διάρκεια από τις ίδιες τις συγκυριακές συμμαχίες.

Όπως είχε επισημάνει ο Γιεβγκένι Πριμακόφ ήδη από τη δεκαετία του 1990, η σταθερότητα του διεθνούς συστήματος δεν μπορεί να βασίζεται στην κυριαρχία ενός μόνο κέντρου ισχύος. Προϋποθέτει την ύπαρξη πολλών ισχυρών πόλων που αλληλεπιδρούν, ισορροπούν ο ένας τον άλλον και περιορίζουν τις μονομερείς επιβολές.

Εάν οι πληροφορίες που εξετάσαμε στα προηγούμενα κεφάλαια αποδειχθούν ακριβείς, τότε ίσως αυτό ακριβώς παρακολουθούμε σήμερα. Όχι απλώς την προσπάθεια του Ιράν να αντέξει την πίεση, αλλά τη σταδιακή συγκρότηση ενός ευρύτερου γεωπολιτικού χώρου που φιλοδοξεί να μετατρέψει την αντίσταση σε μόνιμη θεσμική πραγματικότητα.

Και αν αυτό συμβαίνει, τότε η κρίση της Μέσης Ανατολής παύει να είναι μόνο περιφερειακή υπόθεση. Γίνεται ακόμη ένα κεφάλαιο στη μετάβαση από τη μονοπολική εποχή προς μια νέα, περισσότερο πολυκεντρική διεθνή τάξη, όπου η ισχύς δεν θα ορίζεται αποκλειστικά από την κατοχή στρατιωτικής υπεροχής, αλλά από την ικανότητα δημιουργίας εναλλακτικών θεσμών, δικτύων και κανόνων συνεργασίας.


Στρατηγική αποτίμηση: Τι πραγματικά δοκιμάζεται

«Η ουσία της γεωπολιτικής δεν είναι ποιος κερδίζει τη σημερινή μάχη, αλλά ποιος διαμορφώνει το πεδίο όπου θα δοθούν οι μάχες του αύριο.»

Αλεξάντρ Ντούγκιν

Όταν εξεταστούν συνολικά όλες οι πληροφορίες που παρουσιάστηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια, προκύπτει μια εικόνα αρκετά διαφορετική από εκείνη που κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση.

Η ειδησεογραφία επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στις κυρώσεις, στις στρατιωτικές κινήσεις, στις δηλώσεις κυβερνήσεων και στις καθημερινές εντάσεις. Ωστόσο, πίσω από αυτά φαίνεται να εξελίσσεται μια πολύ βαθύτερη αναμέτρηση. Δεν αφορά μόνο το Ιράν. Αφορά το κατά πόσο μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί το ίδιο το μοντέλο άσκησης ισχύος που διαμόρφωσε η μονοπολική περίοδος μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Οι πληροφορίες που εξετάσαμε, παρά τις επιμέρους αβεβαιότητές τους, συγκλίνουν προς μία κοινή κατεύθυνση.

Οι διπλωματικοί δίαυλοι φαίνεται να περιορίζονται.

Το Πακιστάν εμφανίζεται απρόθυμο να αποδεχθεί αμερικανικές απαιτήσεις για το κλείσιμο των χερσαίων διαδρόμων.

Η Κίνα φέρεται διατεθειμένη να αναλάβει μεγαλύτερο οικονομικό βάρος ώστε να στηρίξει στρατηγικούς εταίρους.

Η Ρωσία επιταχύνει τη μετατόπισή της προς την ευρασιατική ολοκλήρωση.

Οι BRICS αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα.

Το Ιράν δείχνει να επενδύει περισσότερο στην αντοχή παρά στην άμεση αντιπαράθεση.

Καθεμία από αυτές τις εξελίξεις θα μπορούσε από μόνη της να θεωρηθεί περιορισμένης σημασίας. Όταν όμως εξετάζονται ως ενιαίο σύνολο, περιγράφουν μια διαδικασία σταδιακής μετατόπισης του παγκόσμιου κέντρου βάρους.

Αυτό ακριβώς καθιστά την παρούσα κρίση τόσο σημαντική.

Δεν δοκιμάζεται μόνο η αντοχή της Τεχεράνης.

Δοκιμάζεται κατά πόσο η Ευρασία μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικός γεωπολιτικός και γεωοικονομικός χώρος με δικούς της θεσμούς, δικά της δίκτυα μεταφορών, δικούς της χρηματοπιστωτικούς μηχανισμούς και δική της στρατηγική αυτονομία.

Ταυτόχρονα, δοκιμάζεται και η δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να συνεχίσουν να επιβάλλουν πολιτικά αποτελέσματα μέσω εργαλείων που για δεκαετίες θεωρούνταν σχεδόν αδιαμφισβήτητα: οικονομικές κυρώσεις, χρηματοπιστωτική πίεση, έλεγχος των εμπορικών οδών και διπλωματική απομόνωση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αμερικανική ισχύς καταρρέει, ούτε ότι η έκβαση αυτής της διαδικασίας είναι ήδη προδιαγεγραμμένη. Η στρατιωτική, τεχνολογική και οικονομική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών εξακολουθεί να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα του διεθνούς συστήματος.

Σημαίνει όμως ότι για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες εμφανίζονται δομές οι οποίες επιχειρούν να λειτουργήσουν παράλληλα προς το δυτικό σύστημα και όχι μέσα σε αυτό.

Ακριβώς εκεί βρίσκεται και το πραγματικό διακύβευμα.

Οι μεγάλες ιστορικές μεταβάσεις δεν πραγματοποιούνται μέσα σε μία ημέρα ούτε με μία αποφασιστική μάχη. Συντελούνται όταν ένα νέο σύστημα αποκτά σταδιακά την ικανότητα να λειτουργεί χωρίς την έγκριση του προηγούμενου.

Εάν οι πληροφορίες που παρουσιάστηκαν σε αυτή την ανάλυση επιβεβαιωθούν από τις εξελίξεις των επόμενων μηνών, τότε ίσως βρισκόμαστε μπροστά σε μια τέτοια ιστορική στιγμή. Όχι στην κατάρρευση μιας αυτοκρατορίας, αλλά στην αρχή μιας περιόδου όπου η ισχύς παύει να συγκεντρώνεται αποκλειστικά σε ένα κέντρο και αρχίζει να κατανέμεται σε πολλαπλούς πόλους, με όλες τις ευκαιρίες αλλά και τις αστάθειες που συνεπάγεται μια τέτοια μετάβαση.


Η Ευρασία ως στρατηγικό βάθος του Ιράν

«Δεν κυβερνούν την ιστορία όσοι κατέχουν μόνο στρατούς, αλλά όσοι κατανοούν τη γεωγραφία.»

Χάλφορντ Μακίντερ

Υπάρχει μια παλιά αρχή της γεωπολιτικής που συχνά χάνεται μέσα στην καθημερινή ειδησεογραφία: η γεωγραφία δεν αλλάζει. Οι κυβερνήσεις, οι συμμαχίες και τα πολιτικά καθεστώτα μεταβάλλονται, όμως τα βουνά, οι θάλασσες, οι σιδηροδρομικοί άξονες και οι φυσικοί διάδρομοι παραμένουν οι πραγματικοί περιορισμοί αλλά και οι πραγματικές δυνατότητες κάθε μεγάλης δύναμης.

Αυτό ακριβώς φαίνεται να αποτυπώνεται σήμερα στην περίπτωση του Ιράν. Για δεκαετίες, η δυτική στρατηγική βασίστηκε στην παραδοχή ότι ο έλεγχος των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος αρκούσε για να απομονώσει οποιοδήποτε κράτος. Η λογική αυτή λειτούργησε σε πολλές περιπτώσεις. Όμως η Ευρασία του 21ου αιώνα δεν είναι η Ευρασία της δεκαετίας του 1990.

Σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές με γνώση των σχετικών εξελίξεων, το Πακιστάν αποφάσισε να διατηρήσει ανοικτούς και τους έξι χερσαίους διαδρόμους που συνδέουν την επικράτειά του με το Ιράν, ενώ παράλληλα το λιμάνι του Γκουαντάρ (Gwadar) συνεχίζει να λειτουργεί κανονικά ως βασικός κόμβος μεταφορών. Οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα. Ωστόσο, εφόσον ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, μεταβάλλουν σημαντικά τη στρατηγική εικόνα της περιοχής.

Οι διάδρομοι αυτοί δεν αποτελούν απλώς εμπορικές διαδρομές. Συνδέουν το Ιράν με την Κίνα, την Κεντρική Ασία, το Πακιστάν και, μέσω του ευρύτερου ευρασιατικού δικτύου, με ένα ολοένα πυκνότερο σύστημα χερσαίων μεταφορών και εφοδιασμού. Με άλλα λόγια, δημιουργούν εναλλακτικές που μειώνουν την αποτελεσματικότητα ενός αποκλειστικά ναυτικού αποκλεισμού.

Ανάλογη σημασία αποκτά και ο σιδηροδρομικός άξονας που συνδέει την Κίνα με το Ιράν μέσω της Κεντρικής Ασίας. Το δίκτυο αυτό, ενταγμένο στη στρατηγική του Belt and Road Initiative, επιτρέπει τη μεταφορά εμπορευμάτων χωρίς την ανάγκη διέλευσης από θαλάσσιες περιοχές που ελέγχονται παραδοσιακά από τις δυτικές ναυτικές δυνάμεις. Η γεωοικονομική σημασία του Ιράν ως χερσαίας γέφυρας της Ευρασίας ενισχύεται σταδιακά μέσα από αυτές τις υποδομές.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η Κασπία Θάλασσα. Σε αντίθεση με τις μεγάλες διεθνείς θαλάσσιες αρτηρίες, η Κασπία αποτελεί κλειστή γεωγραφική λεκάνη, στην οποία η δυνατότητα άμεσης παρέμβασης εξωπεριφερειακών ναυτικών δυνάμεων είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Για τον λόγο αυτό, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι οι ρωσοϊρανικές μεταφορές μέσω της Κασπίας διαθέτουν πολύ μεγαλύτερη στρατηγική ανθεκτικότητα από τις κλασικές θαλάσσιες εμπορικές οδούς.

Όλες αυτές οι εξελίξεις επαναφέρουν στο προσκήνιο μία από τις θεμελιώδεις θεωρίες της κλασικής γεωπολιτικής. Ο Χάλφορντ Μακίντερ υποστήριζε ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα ότι η Ευρασία αποτελεί τον γεωγραφικό πυρήνα της παγκόσμιας ισχύος, το περίφημο Heartland. Η βασική του θέση ήταν ότι η ανάπτυξη των χερσαίων συγκοινωνιών περιόριζε σταδιακά το ιστορικό πλεονέκτημα των θαλάσσιων αυτοκρατοριών. Έναν αιώνα αργότερα, η ανάπτυξη σιδηροδρόμων, αυτοκινητοδρόμων και ενεργειακών διαδρόμων φαίνεται να επαναφέρει αυτή τη συζήτηση στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ναυτική ισχύς έχει πάψει να είναι καθοριστική. Σημαίνει όμως ότι δεν αποτελεί πλέον το μοναδικό εργαλείο στρατηγικής πίεσης. Όσο περισσότερο η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν και οι υπόλοιποι ευρασιατικοί εταίροι επενδύουν σε χερσαία δίκτυα μεταφορών, τόσο δυσκολότερο γίνεται να επιβληθεί πλήρης οικονομική απομόνωση μέσω του ελέγχου των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας.

Ίσως λοιπόν η μεγαλύτερη μεταβολή να μην αφορά μόνο το Ιράν. Αφορά την ίδια τη γεωγραφία της ισχύος. Για περισσότερο από πέντε αιώνες, η παγκόσμια κυριαρχία οικοδομήθηκε πάνω στον έλεγχο των ωκεανών. Σήμερα, η Ευρασία επιχειρεί να αποδείξει ότι οι σιδηρόδρομοι, οι χερσαίοι διάδρομοι και οι ηπειρωτικές συνδέσεις μπορούν να αποτελέσουν το θεμέλιο μιας διαφορετικής μορφής γεωπολιτικής ισορροπίας. Και αν αυτή η διαδικασία ολοκληρωθεί, τότε η μεγαλύτερη αλλαγή της εποχής μας δεν θα είναι μόνο η άνοδος νέων δυνάμεων, αλλά η επιστροφή της ίδιας της γεωγραφίας ως αποφασιστικού παράγοντα της παγκόσμιας στρατηγικής.


Η πραγματική μάχη δεν διεξάγεται στο πεδίο, αλλά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα

«Το χρήμα είναι όπλο. Όποιος ελέγχει τη ροή του, επηρεάζει την έκβαση των πολέμων χωρίς να ρίξει ούτε μία βολή.»

Ζαν Μοννέ

Για δεκαετίες, η σημαντικότερη μορφή αμερικανικής ισχύος δεν ήταν ούτε τα αεροπλανοφόρα ούτε οι στρατιωτικές βάσεις. Ήταν ο έλεγχος του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το δολάριο, οι διεθνείς τράπεζες, το SWIFT, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και οι μηχανισμοί χρηματοδότησης αποτέλεσαν εργαλεία μέσω των οποίων η Ουάσιγκτον μπορούσε να ασκεί πίεση χωρίς να χρειάζεται στρατιωτική επέμβαση.

Στην παρούσα κρίση, όμως, φαίνεται να διαμορφώνεται ένα διαφορετικό σκηνικό. Σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές με άμεση γνώση των σχετικών επαφών, οι οποίες δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα, το κρίσιμο ζήτημα των περίπου 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων που χρειάζεται το Πακιστάν μέσω του προγράμματος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ενδέχεται να αποκτήσει εναλλακτική λύση.

Οι ίδιες πηγές υποστηρίζουν ότι, σε συνάντηση μεταξύ του Πακιστανού αντιπροέδρου της κυβέρνησης και υπουργού Εξωτερικών Ισάκ Νταρ και του Κινέζου υπουργού Εξωτερικών Ουάνγκ Γι, συζητήθηκε το ενδεχόμενο το Πεκίνο να καλύψει το χρηματοδοτικό κενό εφόσον η Ουάσιγκτον επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει το ΔΝΤ ως μέσο πίεσης προς το Ισλαμαμπάντ. Η πληροφορία αυτή δεν έχει επιβεβαιωθεί από δημόσιες πηγές και πρέπει να αξιολογείται με ιδιαίτερη επιφύλαξη.

Εάν, ωστόσο, επιβεβαιωθεί, η σημασία της υπερβαίνει κατά πολύ το ίδιο το Πακιστάν. Για πρώτη φορά θα εμφανιζόταν μια μεγάλη δύναμη πρόθυμη να υποκαταστήσει στην πράξη έναν από τους βασικότερους μηχανισμούς οικονομικής επιρροής της Δύσης. Δεν θα επρόκειτο απλώς για μια διμερή οικονομική συμφωνία, αλλά για αμφισβήτηση ενός ολόκληρου μοντέλου διεθνούς οικονομικής διακυβέρνησης.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με μια ευρύτερη τάση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια. Οι χώρες των BRICS εντείνουν τις προσπάθειες για μεγαλύτερη χρήση εθνικών νομισμάτων στις μεταξύ τους συναλλαγές, ενώ το Ιράν προωθεί την ιδέα δημιουργίας ανεξάρτητου χρηματοπιστωτικού διαδρόμου και διασύνδεσης των εθνικών συστημάτων πληρωμών, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από το δολάριο και το SWIFT.

Το ερώτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο το αν η Κίνα μπορεί να χρηματοδοτήσει το Πακιστάν. Αφορά το αν διαμορφώνεται σταδιακά μια παράλληλη οικονομική αρχιτεκτονική, ικανή να περιορίσει την αποτελεσματικότητα των δυτικών μηχανισμών οικονομικής πίεσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το δολάριο χάνει άμεσα την κυρίαρχη θέση του. Εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό αποθεματικό νόμισμα και τον κεντρικό άξονα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σημαίνει όμως ότι ολοένα περισσότερα κράτη επενδύουν στη δημιουργία εναλλακτικών επιλογών, ώστε να μειώσουν τη στρατηγική τους εξάρτηση από ένα σύστημα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο πολιτικής πίεσης.

Η ουσία βρίσκεται αλλού. Σε κάθε ιστορική περίοδο, η ισχύς ανήκε σε εκείνον που ήλεγχε το κυρίαρχο οικονομικό δίκτυο. Στον 19ο αιώνα ήταν η βρετανική λίρα και το Λονδίνο. Στον 20ό αιώνα ήταν το δολάριο και η Ουάσιγκτον. Το πραγματικό ερώτημα του 21ου αιώνα είναι αν θα εξακολουθήσει να υπάρχει ένα μόνο οικονομικό κέντρο ή αν θα αναδυθούν πολλαπλά, αλληλοσυνδεόμενα χρηματοπιστωτικά συστήματα.

Εάν οι πληροφορίες για την κινεζική κάλυψη του πακιστανικού χρηματοδοτικού κενού αποδειχθούν ακριβείς, τότε ίσως οι ιστορικοί του μέλλοντος δεν θα θυμούνται αυτή την υπόθεση ως μια ακόμη οικονομική συμφωνία. Ίσως τη θυμούνται ως μία από τις πρώτες στιγμές κατά τις οποίες η οικονομική μονοπολικότητα άρχισε να μετατρέπεται σε πραγματικό χρηματοπιστωτικό πολυπολισμό.


Η κρίση του μονοπολικού συστήματος δεν είναι πλέον θεωρία

«Η παρακμή μιας αυτοκρατορίας αρχίζει όταν οι μηχανισμοί επιβολής της παύουν να παράγουν τα ίδια αποτελέσματα.»

Πολ Κένεντι

Για περισσότερο από τριάντα χρόνια, η διεθνής τάξη στηρίχθηκε στην πεποίθηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν, σχεδόν μόνες τους, να καθορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινούνταν η παγκόσμια πολιτική. Η στρατιωτική υπεροχή, η οικονομική ισχύς, το δολάριο, οι διεθνείς θεσμοί και οι συμμαχίες λειτουργούσαν ως αλληλοσυμπληρούμενα εργαλεία ενός ενιαίου συστήματος επιρροής.

Η αποτελεσματικότητα αυτού του μοντέλου δεν βασιζόταν μόνο στην αμερικανική ισχύ. Βασιζόταν κυρίως στην απουσία εναλλακτικής. Όταν δεν υπάρχει άλλος οικονομικός εταίρος, άλλη πηγή χρηματοδότησης, άλλο σύστημα πληρωμών ή άλλη στρατηγική συμμαχία, η πίεση αποκτά σχεδόν καθολικό χαρακτήρα.

Η εικόνα που διαμορφώνεται σήμερα φαίνεται διαφορετική. Το Ιράν εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ιδιαίτερα σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Το Πακιστάν εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από διεθνείς χρηματοδοτήσεις. Η Ρωσία εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με εκτεταμένες κυρώσεις. Ωστόσο, οι τρεις αυτές χώρες δεν λειτουργούν πλέον απομονωμένα. Εντάσσονται σταδιακά σε ένα ευρύτερο ευρασιατικό δίκτυο οικονομικών, ενεργειακών και στρατηγικών συνεργασιών.

Οι BRICS, ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, οι νέοι διακρατικοί ενεργειακοί διάδρομοι, οι συναλλαγές σε εθνικά νομίσματα και οι κινεζικές επενδύσεις στις υποδομές δεν αποτελούν ακόμη ενιαίο αντίπαλο σύστημα απέναντι στη Δύση. Αποτελούν όμως τα πρώτα δομικά στοιχεία μιας διαφορετικής αρχιτεκτονικής, η οποία περιορίζει σταδιακά την αποτελεσματικότητα της μονοπολικής πίεσης.

Στην περίπτωση της παρούσας κρίσης, αυτό φαίνεται ιδιαίτερα καθαρά. Εάν το Πακιστάν διατηρήσει ανοικτούς τους χερσαίους διαδρόμους προς το Ιράν, εάν η Κίνα προσφέρει οικονομική κάλυψη, εάν η Ρωσία διατηρήσει τις ενεργειακές και μεταφορικές συνδέσεις μέσω της Κασπίας και εάν οι περιφερειακές χώρες συνεχίσουν να αναζητούν εναλλακτικούς μηχανισμούς συνεργασίας, τότε η πολιτική της μέγιστης πίεσης εισέρχεται σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον από εκείνο μέσα στο οποίο σχεδιάστηκε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες χάνουν τον ρόλο τους ως κορυφαία παγκόσμια δύναμη. Παραμένουν η μεγαλύτερη στρατιωτική και οικονομική δύναμη του πλανήτη. Σημαίνει όμως ότι η σχετική ισχύς τους ασκείται πλέον απέναντι σε αντιπάλους που διαθέτουν πολύ περισσότερες επιλογές από όσες είχαν πριν από μία ή δύο δεκαετίες.

Η γεωπολιτική ιστορία δείχνει ότι οι μεγάλες μεταβάσεις δεν συμβαίνουν απότομα. Δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη ημέρα κατά την οποία μια αυτοκρατορία παύει να είναι ισχυρή ή μια νέα δύναμη γίνεται αυτομάτως κυρίαρχη. Υπάρχει, όμως, μια περίοδος κατά την οποία οι παλαιοί μηχανισμοί επιρροής αρχίζουν να λειτουργούν με ολοένα μικρότερη αποτελεσματικότητα, ενώ οι νέοι αποκτούν σταδιακά δυναμική.

Ίσως αυτό να παρακολουθούμε σήμερα. Όχι το τέλος της αμερικανικής ισχύος, όπως συχνά υποστηρίζεται με υπερβολή, αλλά το τέλος της εποχής κατά την οποία η ισχύς αυτή μπορούσε να λειτουργεί χωρίς την ύπαρξη ουσιαστικών γεωπολιτικών αντισταθμισμάτων.

Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη στρατηγική συνέπεια της σημερινής κρίσης. Δεν δοκιμάζεται μόνο η ανθεκτικότητα του Ιράν ή η αποφασιστικότητα της Ουάσιγκτον. Δοκιμάζεται η ίδια η δομή του διεθνούς συστήματος που διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αν το σύστημα αυτό δεν μπορεί πλέον να επιβάλλει τη βούλησή του με τα εργαλεία που μέχρι χθες θεωρούνταν αδιαμφισβήτητα, τότε η μετάβαση προς έναν περισσότερο πολυπολικό κόσμο ίσως να μην αποτελεί πλέον θεωρητική υπόθεση, αλλά ιστορική διαδικασία που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.


Όταν οι αυτοκρατορίες παύουν να καθορίζουν μόνες τους τους κανόνες

«Η ιστορία αλλάζει όχι όταν καταρρέει μια δύναμη, αλλά όταν εμφανίζεται μια άλλη ικανή να την αμφισβητήσει.»

Νικολάι Ντανιλέφσκι

Η κρίση γύρω από το Ιράν δεν μπορεί πλέον να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως μια ακόμη αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη. Οι πληροφορίες που εξετάσαμε, οι δημόσια επιβεβαιωμένες εξελίξεις και οι ανεπιβεβαίωτες αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες αναφορές συνθέτουν μια εικόνα πολύ ευρύτερη από μια περιφερειακή σύγκρουση.

Εάν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες για τη στάση του Πακιστάν, για την κινεζική πρόθεση κάλυψης της χρηματοδότησής του, για τη διατήρηση των ευρασιατικών διαδρόμων ανεφοδιασμού και για την αποτυχία των ανεπίσημων διαύλων επικοινωνίας, τότε θα πρόκειται για πολύ περισσότερα από επιμέρους διπλωματικά επεισόδια. Θα αποτελούν ενδείξεις ότι ένα νέο πλέγμα στρατηγικών σχέσεων έχει ήδη αρχίσει να λειτουργεί παράλληλα προς τη μεταπολεμική δυτική αρχιτεκτονική.

Ακόμη σημαντικότερη είναι ίσως μια άλλη πληροφορία, η οποία παραμένει απολύτως ανεπιβεβαίωτη και για τον λόγο αυτό πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη μέγιστη δυνατή επιφύλαξη. Η αναφορά περί απόπειρας προσέγγισης του στρατηγού Αχμάντ Βαχίντι, με υπόσχεση διεθνούς αναγνώρισης μιας ενδεχόμενης νέας εξουσίας στο Ιράν, εάν πράγματι αποδειχθεί ακριβής στο μέλλον, δεν θα αποτελεί απλώς μια ακόμη μυστική διπλωματική επαφή. Θα φωτίζει έναν τρόπο άσκησης ισχύος που οι μεγάλες δυνάμεις έχουν χρησιμοποιήσει επανειλημμένα κατά τη διάρκεια του 20ού και του 21ου αιώνα, επιδιώκοντας να επηρεάσουν τις εσωτερικές ισορροπίες άλλων κρατών. Σήμερα δεν υπάρχουν δημόσια στοιχεία που να επιβεβαιώνουν έναν τέτοιο ισχυρισμό. Η αξία του έγκειται αποκλειστικά στο ότι καταγράφεται ως πληροφορία, όχι ως αποδεδειγμένο γεγονός.

Ανεξάρτητα όμως από την τύχη αυτής της συγκεκριμένης πληροφορίας, η γενικότερη εικόνα παραμένει αξιοσημείωτη. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η πολιτική των κυρώσεων, της διπλωματικής απομόνωσης και της οικονομικής πίεσης φαίνεται να συναντά ένα ολοένα πιο συνεκτικό σύστημα εναλλακτικών διαδρομών, χρηματοδοτήσεων και στρατηγικών συνεργασιών.

Η ουσία ίσως βρίσκεται αλλού. Οι μεγάλες ιστορικές μεταβάσεις δεν ανακοινώνονται ποτέ επίσημα. Δεν υπάρχει κάποια ημέρα κατά την οποία κάποιος δηλώνει ότι η μονοπολική εποχή τελείωσε ή ότι ο πολυπολικός κόσμος γεννήθηκε. Η μετάβαση αποκαλύπτεται μέσα από μια αλληλουχία γεγονότων που αρχικά μοιάζουν ασύνδετα, αλλά με την πάροδο του χρόνου αποδεικνύονται κομμάτια της ίδιας ιστορικής διαδικασίας.

Ίσως, λοιπόν, αυτό να παρακολουθούμε σήμερα. Όχι την οριστική επικράτηση ενός νέου διεθνούς συστήματος, ούτε την κατάρρευση του παλαιού, αλλά την περίοδο κατά την οποία οι παλιοί κανόνες παύουν να επαρκούν και οι νέοι δεν έχουν ακόμη σταθεροποιηθεί.

Η Μέση Ανατολή βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης. Όμως το πραγματικό διακύβευμα δεν αφορά μόνο την περιοχή. Αφορά την ίδια την κατανομή της παγκόσμιας ισχύος στον 21ο αιώνα. Και αν η ιστορία διδάσκει κάτι, είναι ότι οι μεγαλύτερες αλλαγές δεν ξεκινούν τη στιγμή που πέφτουν οι πρώτοι πύραυλοι. Ξεκινούν τη στιγμή που οι παλαιοί μηχανισμοί παύουν να λειτουργούν και οι νέοι αρχίζουν, σχεδόν αθόρυβα, να παίρνουν τη θέση τους.


Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών