Από το Βουκουρέστι και την ουκρανική κρίση στη σύγκρουση Ατλαντισμού και ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας.
Η Ευρώπη μπροστά σε μια νέα γεωπολιτική διάσπαση
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά γεωπολιτική μεταβολή. Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν ανέδειξε μόνο την αντιπαράθεση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, αλλά αποκάλυψε και τις εσωτερικές αντιθέσεις της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ευρωπαϊκές χώρες δεν αντιμετωπίζουν πλέον με τον ίδιο τρόπο το ζήτημα της Ρωσίας, της αμερικανικής στρατηγικής και της μελλοντικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας της ηπείρου. Η σύγκρουση ανάμεσα σε μια περισσότερο ατλαντική αντίληψη της ευρωπαϊκής ασφάλειας και στην ανάγκη για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία γίνεται ολοένα εντονότερη.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά το οικονομικό της βάρος, εξακολουθεί να διαθέτει περιορισμένη δυνατότητα αυτόνομης στρατηγικής δράσης σε ζητήματα πολέμου και ασφάλειας. Η εξάρτησή της από τις αμερικανικές στρατιωτικές και στρατηγικές δυνατότητες, σε συνδυασμό με την απομάκρυνση από τη Ρωσία και την αναδιάταξη των οικονομικών και ενεργειακών σχέσεων της Ευρώπης, έχει δημιουργήσει ένα νέο περιβάλλον. Σε αυτό το περιβάλλον, το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο ποιος επηρεάζει την Ευρώπη, αλλά και αν η ίδια η Ευρώπη μπορεί να διαμορφώσει αυτόνομα τη θέση της μέσα στη νέα διεθνή ισορροπία ισχύος.
Το ιστορικό μιας αυτοκαταστροφικής πορείας
Η σημερινή κρίση της Ευρώπης δεν αποτελεί απλώς αποτέλεσμα του πολέμου στην Ουκρανία. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς γεωπολιτικής μετατόπισης, κατά την οποία η Ευρώπη απομακρύνθηκε σταδιακά από την αντίληψη του εαυτού της ως αυτόνομου ιστορικού κέντρου και άρχισε να λειτουργεί ολοένα περισσότερο μέσα στο στρατηγικό πλαίσιο του Ατλαντισμού. Το κρίσιμο ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο τι συνέβη στην Ουκρανία, αλλά ποιος καθορίζει τη γεωπολιτική κατεύθυνση της Ευρώπης και ποια θέση της επιφυλάσσει μέσα στη νέα διεθνή τάξη.
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι το 2008 αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σημεία αυτής της μεταβολής. Η προοπτική μελλοντικής ένταξης της Ουκρανίας και της Γεωργίας στη Συμμαχία δεν ήταν απλώς ένα ζήτημα διεύρυνσης ενός στρατιωτικού οργανισμού. Εντασσόταν σε μια ευρύτερη γεωπολιτική κίνηση προς την ανατολική περιφέρεια της Ευρώπης, δηλαδή στον χώρο όπου συναντώνται η ευρωπαϊκή χερσόνησος, η ρωσική ενδοχώρα και η ευρασιατική γεωγραφία.
Από την οπτική της γεωπολιτικής του χώρου, αυτή η μετατόπιση είχε ιδιαίτερη σημασία. Η Ευρώπη βρίσκεται στο δυτικό άκρο της Ευρασίας και ιστορικά μπορεί να λειτουργήσει είτε ως αυτόνομος γεωπολιτικός πόλος είτε ως προέκταση μιας ευρύτερης θαλάσσιας και ατλαντικής στρατηγικής. Η σταδιακή ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής ασφάλειας σε ένα αμερικανικά καθοδηγούμενο πλαίσιο ενίσχυσε τη δεύτερη τάση, περιορίζοντας τον χώρο για μια ανεξάρτητη ευρωπαϊκή στρατηγική απέναντι στη Ρωσία και, ευρύτερα, απέναντι στην Ευρασία.
Το ρήγμα έγινε ακόμη βαθύτερο εξαιτίας της διαφορετικής ιστορικής εμπειρίας των ευρωπαϊκών κρατών. Για τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, η Ρωσία αντιμετωπίζεται μέσα από το ιστορικό πρίσμα της σοβιετικής κυριαρχίας και της αναζήτησης αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας. Για τμήματα της Παλαιάς Ευρώπης, αντίθετα, η Ρωσία αποτελούσε ταυτόχρονα γειτονική μεγάλη δύναμη, ενεργειακό εταίρο και αναπόσπαστο τμήμα της ευρωπαϊκής γεωγραφίας. Οι δύο αυτές αντιλήψεις δεν είναι απλώς διαφορετικές πολιτικές προτιμήσεις. Αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικές γεωπολιτικές αντιλήψεις για το τι είναι η Ευρώπη και πού τελειώνει ο ευρωπαϊκός χώρος.
Έτσι, ο Ατλαντισμός δεν ενίσχυσε μόνο την εξωτερική ασφάλεια της Ευρώπης. Παράλληλα συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός εσωτερικού γεωπολιτικού ρήγματος. Η ανατολική πτέρυγα της ΕΕ απέκτησε αυξημένο πολιτικό βάρος, ενώ η αντίληψη ότι η ασφάλεια της Ευρώπης ταυτίζεται με την αμερικανική στρατιωτική παρουσία έγινε ισχυρότερη. Η Ευρώπη άρχισε έτσι να αντιμετωπίζει τη Ρωσία όχι ως έναν από τους μεγάλους πόλους της ευρασιατικής γεωγραφίας με τον οποίο πρέπει να συνυπάρξει και να διαπραγματευθεί, αλλά όλο και περισσότερο ως αντίπαλο μέσα σε ένα αμερικανικά διαμορφωμένο στρατηγικό δίπολο.
Από εδώ αρχίζει το βαθύτερο πρόβλημα. Η στρατηγική αυτονομία δεν σημαίνει ουδετερότητα ούτε εχθρότητα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σημαίνει ότι η Ευρώπη διαθέτει τη δυνατότητα να καθορίζει μόνη της τα όρια των συμφερόντων της. Όταν όμως οι στρατηγικές επιλογές της εξαρτώνται από έναν εξωτερικό πόλο ισχύος, η Ευρώπη παύει σταδιακά να λειτουργεί ως αυτοτελές γεωπολιτικό κέντρο και μετατρέπεται σε χώρο ανταγωνισμού ευρύτερων δυνάμεων.
Το Βουκουρέστι του 2008, επομένως, δεν πρέπει να ιδωθεί ως ένα μεμονωμένο διπλωματικό επεισόδιο. Αποτελεί έναν από τους κρίκους μιας μακράς διαδικασίας κατά την οποία η Ευρώπη έχασε μέρος της γεωπολιτικής της ελευθερίας. Η ουκρανική κρίση απλώς έκανε αυτή την απώλεια ορατή. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο η σχέση Ευρώπης και Ρωσίας. Είναι αν η Ευρώπη θα παραμείνει προέκταση του Ατλαντικού χώρου ή θα μπορέσει να επανασυγκροτηθεί ως αυτόνομος πολιτισμικός και γεωπολιτικός πόλος μέσα σε έναν πολυπολικό κόσμο.
Το Μινσκ και η δεύτερη παγίδα
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αξιοποίησε την ουκρανική κρίση για να διαμορφώσει μια πραγματικά αυτόνομη στρατηγική ειρήνευσης. Οι Συμφωνίες του Μινσκ, τον Σεπτέμβριο του 2014 και τον Φεβρουάριο του 2015, αποτέλεσαν τη σημαντικότερη προσπάθεια για τη δημιουργία ενός πολιτικού πλαισίου που θα μπορούσε να περιορίσει τη σύγκρουση στο Ντονμπάς και να επιτρέψει μια διαφορετική σχέση ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές. Ωστόσο, η διαδικασία δεν οδήγησε σε μια οριστική πολιτική διευθέτηση.
Το πρόβλημα ήταν βαθύτερο από την ίδια την εφαρμογή ή μη εφαρμογή των συμφωνιών. Η ευρωπαϊκή διπλωματία δεν κατόρθωσε να λειτουργήσει ως αυτόνομος πόλος ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία. Αντί να αντιμετωπίσει την ουκρανική κρίση ως ένα σύνθετο πρόβλημα ασφάλειας, ιστορικής ταυτότητας και γεωπολιτικής ισορροπίας στην καρδιά της Ευρασίας, η ευρωπαϊκή πολιτική ενσωματώθηκε σταδιακά στη λογική της ευρύτερης ατλαντικής αντιπαράθεσης.
Έτσι, το ουκρανικό ζήτημα άρχισε να αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο με όρους απόλυτης αντιπαράθεσης: από τη μία πλευρά η «ευρωπαϊκή» και «δυτική» Ουκρανία, από την άλλη η Ρωσία. Η αντίληψη αυτή άφηνε ελάχιστο χώρο για την αναγνώριση της σύνθετης ιστορικής πραγματικότητας της ίδιας της Ουκρανίας, μιας χώρας που βρίσκεται στο μεταίχμιο διαφορετικών ιστορικών, πολιτισμικών και γεωπολιτικών χώρων.
Από μια πολυπολική οπτική, αυτό ακριβώς είναι το κρίσιμο σημείο. Τα κράτη που βρίσκονται στα όρια διαφορετικών πολιτισμικών και γεωπολιτικών χώρων δεν μπορούν πάντοτε να αντιμετωπίζονται σαν να ανήκουν αποκλειστικά σε έναν από αυτούς. Η προσπάθεια να μετατραπεί η Ουκρανία σε οριστικό προπύργιο ενός γεωπολιτικού πόλου απέναντι σε έναν άλλο είχε ως αποτέλεσμα να περιοριστούν ακόμη περισσότερο οι δυνατότητες συμβιβασμού.
Η Ευρώπη βρέθηκε έτσι μπροστά σε ένα παράδοξο. Ενώ γεωγραφικά βρίσκεται πολύ κοντύτερα στη Ρωσία από ό,τι οι Ηνωμένες Πολιτείες και είναι εκείνη που υφίσταται άμεσα τις οικονομικές, ενεργειακές και στρατηγικές συνέπειες της σύγκρουσης, δεν μπόρεσε να μετατρέψει αυτή τη γεωγραφική εγγύτητα σε αυτόνομη στρατηγική ικανότητα. Η ήπειρος που θα είχε το μεγαλύτερο συμφέρον από μια σταθερή αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Ευρασία παρέμεινε εξαρτημένη από ένα ευρύτερο ατλαντικό πλαίσιο.
Αυτό είναι και το βαθύτερο μάθημα της περιόδου του Μινσκ. Η ειρήνη στην Ευρώπη δεν μπορεί να οικοδομηθεί μόνο με την αλλαγή συνόρων, στρατιωτικές ισορροπίες ή εξωτερικές εγγυήσεις. Απαιτεί μια πολιτική αρχιτεκτονική που να λαμβάνει υπόψη την ιστορία, τη γεωγραφία, τις διαφορετικές ταυτότητες και τα συμφέροντα όλων των μεγάλων πόλων ισχύος της ευρωπαϊκής και ευρασιατικής περιφέρειας.
Η αποτυχία αυτής της προσέγγισης άφησε την Ευρώπη με ακόμη μικρότερο περιθώριο στρατηγικών επιλογών. Και όταν μια ήπειρος χάνει την ικανότητα να διαμορφώνει μόνη της το περιβάλλον ασφαλείας της, η εξωτερική της εξάρτηση δεν παραμένει μόνο στρατιωτική. Μετατρέπεται σταδιακά σε πολιτική, οικονομική και τελικά γεωπολιτική εξάρτηση.
Η διάσπαση της ΕΕ ως αναπόφευκτη προοπτική
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αντιμετωπίζει μόνο μια εξωτερική γεωπολιτική κρίση. Αντιμετωπίζει και ένα βαθύτερο εσωτερικό πρόβλημα: την αδυναμία της να μετατρέψει τις διαφορετικές οικονομικές, πολιτικές και γεωπολιτικές πραγματικότητες των κρατών-μελών σε μια πραγματικά κοινή στρατηγική.
Οι αντιθέσεις αυτές δεν δημιουργήθηκαν με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Υπήρχαν πολύ νωρίτερα και είχαν γίνει ιδιαίτερα εμφανείς κατά την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Η αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης ένωσε οικονομίες με διαφορετική παραγωγική βάση, διαφορετικά επίπεδα ανταγωνιστικότητας και διαφορετικές δημοσιονομικές δυνατότητες κάτω από ένα κοινό νόμισμα, χωρίς να δημιουργήσει ταυτόχρονα ένα αντίστοιχα ενιαίο οικονομικό και πολιτικό σύστημα.
Έτσι, η ευρωπαϊκή ενοποίηση δημιούργησε μια ιδιόμορφη κατάσταση. Τα κράτη μοιράζονται κοινό νόμισμα, κοινή αγορά και κοινά θεσμικά όργανα, αλλά εξακολουθούν να έχουν διαφορετικές οικονομικές ανάγκες και διαφορετικές αντιλήψεις για το πώς πρέπει να ασκείται η πολιτική. Η οικονομική κρίση ανέδειξε αυτή την αντίφαση και δημιούργησε ένα βαθύτερο χάσμα ανάμεσα στον Βορρά και τον Νότο.
Το χάσμα αυτό δεν είναι αποκλειστικά οικονομικό. Συνδέεται και με διαφορετικές πολιτικές κουλτούρες και διαφορετικές αντιλήψεις για την κοινωνία, το κράτος και τον ρόλο της παράδοσης. Σε αρκετές χώρες της Νότιας Ευρώπης παραμένουν ισχυρότερες ορισμένες κοινωνικές και πολιτισμικές αντιλήψεις που συνδέονται με την ιστορική, θρησκευτική και οικογενειακή παράδοση της ηπείρου, ενώ σε τμήματα της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης έχουν επικρατήσει περισσότερο μετανεωτερικές και ατομικιστικές αντιλήψεις.
Δεν πρέπει όμως να μετατρέπουμε αυτή τη διαφορά σε απόλυτο δίπολο. Η Ευρώπη δεν χωρίζεται μηχανικά σε έναν «παραδοσιακό Νότο» και έναν «προοδευτικό Βορρά». Το ουσιαστικό ζήτημα είναι ότι διαφορετικές κοινωνίες έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το ποια πρέπει να είναι η πολιτική και πολιτισμική κατεύθυνση της Ένωσης. Και όταν αυτές οι διαφορές συνδυάζονται με οικονομικές ανισότητες και διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες, η ευρωπαϊκή ενοποίηση γίνεται περισσότερο εύθραυστη.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία πρόσθεσε σε αυτές τις παλαιότερες αντιθέσεις μια νέα και πολύ βαθύτερη διαχωριστική γραμμή. Η Ευρώπη δεν συζητά πλέον μόνο για δημοσιονομική πολιτική, χρέος ή οικονομική αλληλεγγύη. Συζητά για πόλεμο, εξοπλισμούς, κυρώσεις, ενεργειακή ασφάλεια και για το αν η αντιπαράθεση με τη Ρωσία πρέπει να συνεχιστεί μέχρι την επίτευξη μιας συγκεκριμένης στρατηγικής ή να συνοδευτεί από μια παράλληλη προσπάθεια πολιτικής διευθέτησης.
Εδώ εμφανίζεται ένα νέο ευρωπαϊκό ρήγμα. Από τη μία πλευρά βρίσκονται κράτη που θεωρούν τη Ρωσία πρωταρχική και μακροπρόθεσμη απειλή και υποστηρίζουν μια όσο το δυνατόν σκληρότερη ατλαντική στάση. Από την άλλη, υπάρχουν ευρωπαϊκές δυνάμεις που, χωρίς να αμφισβητούν την ανάγκη ευρωπαϊκής ασφάλειας, αντιλαμβάνονται ότι μια μόνιμη αντιπαράθεση με τη Ρωσία έχει τεράστιο οικονομικό και στρατηγικό κόστος για την ίδια την Ευρώπη.
Το νέο αυτό ρήγμα είναι σημαντικότερο από τις παλαιότερες αντιθέσεις, επειδή αγγίζει τον ίδιο τον προσανατολισμό της ηπείρου. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο ποιος θα πληρώσει περισσότερο ή ποιος θα επωφεληθεί περισσότερο από την κοινή οικονομική πολιτική. Είναι ποια Ευρώπη θέλουμε να οικοδομήσουμε και σε ποιο γεωπολιτικό σύστημα θέλουμε να ανήκει.
Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, λόγω ιστορικής εμπειρίας και γεωγραφικής εγγύτητας, έχουν ισχυρό κίνητρο να θεωρούν την αμερικανική στρατιωτική παρουσία απαραίτητη. Για πολλές από αυτές, η στρατηγική σχέση με την Ουάσιγκτον αποτελεί βασικό πυλώνα εθνικής ασφάλειας. Η αντίληψη αυτή είναι απολύτως κατανοητή από τη δική τους γεωπολιτική θέση.
Για τις μεγάλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όμως, το ζήτημα είναι πιο σύνθετο. Η οικονομική τους ισχύς, η βιομηχανική τους βάση και η ενεργειακή τους ασφάλεια επηρεάζονται άμεσα από τη διαμόρφωση των σχέσεων της Ευρώπης με τον ευρύτερο ευρασιατικό χώρο. Η ρήξη με τη Ρωσία δεν έχει επομένως μόνο στρατιωτική διάσταση. Επηρεάζει την ενέργεια, τη βιομηχανία, το εμπόριο, τις μεταφορές και συνολικά τη γεωοικονομική θέση της Ευρώπης.
Έτσι, η Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια θεμελιώδη αντίφαση. Τα κράτη της μπορεί να συμφωνούν ότι χρειάζονται ασφάλεια, αλλά δεν συμφωνούν πάντοτε στο ποια στρατηγική παράγει αυτή την ασφάλεια. Άλλα θεωρούν ότι αυτή επιτυγχάνεται μέσω της μέγιστης ατλαντικής ευθυγράμμισης. Άλλα θεωρούν ότι απαιτείται παράλληλα η δημιουργία μεγαλύτερης ευρωπαϊκής αυτονομίας.
Η διαφορά αυτή δεν σημαίνει ότι η διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι νομοτελειακή. Σημαίνει όμως ότι η θεσμική της συνοχή δεν πρέπει να συγχέεται με στρατηγική ομοιογένεια. Όσο αυξάνεται η απόσταση ανάμεσα στα συμφέροντα των κρατών-μελών, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διαμορφωθεί μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική που να θεωρείται ισότιμα συμφέρουσα από όλους.
Η Ευρώπη βρίσκεται επομένως μπροστά σε μια επιλογή. Είτε θα επιχειρήσει να μετατρέψει τις εσωτερικές της αντιθέσεις σε βάση μιας νέας πολιτικής σύνθεσης και θα διεκδικήσει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, είτε θα συνεχίσει να μεταφέρει τις κρίσιμες αποφάσεις ασφαλείας στο ευρύτερο ατλαντικό πλαίσιο. Στη δεύτερη περίπτωση, η Ένωση μπορεί να παραμείνει θεσμικά ενωμένη, αλλά η εσωτερική της γεωπολιτική διάσταση θα γίνεται ολοένα πιο κατακερματισμένη.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της ευρωπαϊκής κρίσης: η διάσπαση δεν χρειάζεται να αρχίσει με την επίσημη αποχώρηση κρατών ή με τη διάλυση των ευρωπαϊκών θεσμών. Μπορεί να ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, όταν τα κράτη παραμένουν τυπικά ενωμένα αλλά παύουν να αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο τα ζωτικά τους συμφέροντα.
Το κόστος της ρήξης με τη Ρωσία
Η νέα γεωπολιτική διαίρεση της Ευρώπης δεν περιορίζεται στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής. Έχει άμεσες οικονομικές συνέπειες. Οι κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας, η διακοπή ή ο περιορισμός ενεργειακών και εμπορικών σχέσεων και η ανάγκη αύξησης των αμυντικών δαπανών μεταφέρουν ένα σημαντικό μέρος του κόστους της αντιπαράθεσης στις ίδιες τις ευρωπαϊκές οικονομίες.
Το κόστος αυτό, όμως, δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης αντιμετωπίζουν τη σύγκρουση πρωτίστως ως ζήτημα ασφάλειας και θεωρούν ότι το οικονομικό κόστος είναι αποδεκτό εφόσον ενισχύει τη στρατηγική αποτροπή απέναντι στη Ρωσία. Για τμήματα της Δυτικής και Νότιας Ευρώπης, αντίθετα, η κατάσταση είναι διαφορετική. Η ενεργειακή εξάρτηση, η βιομηχανική παραγωγή, το εμπόριο και η ανάγκη διατήρησης της οικονομικής ανταγωνιστικότητας καθιστούν τη μακροχρόνια αντιπαράθεση πολύ πιο σύνθετο ζήτημα.
Έτσι δημιουργείται μια νέα μορφή ευρωπαϊκής ανισορροπίας. Οι χώρες που βρίσκονται γεωγραφικά πιο κοντά στη Ρωσία έχουν ισχυρότερο κίνητρο να επενδύσουν στην ασφάλεια και στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία, ενώ οι μεγαλύτερες οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης καλούνται να διαχειριστούν το κόστος μιας στρατηγικής που επηρεάζει άμεσα τη βιομηχανική και ενεργειακή τους βάση.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέλαβε σημαντικό οικονομικό βάρος για τη στήριξη της Ουκρανίας. Η λογική ήταν ότι η οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη θα ενίσχυε τη θέση του Κιέβου και θα επέτρεπε στην Ευρώπη να διατηρήσει σημαντικό ρόλο στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση. Ωστόσο, εδώ εμφανίζεται ένα κρίσιμο γεωπολιτικό παράδοξο.
Η οικονομική συμμετοχή σε έναν πόλεμο δεν συνεπάγεται αυτομάτως πολιτικό έλεγχο της έκβασής του.
Η Ευρώπη μπορεί να χρηματοδοτεί, να εξοπλίζει και να στηρίζει την Ουκρανία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα είναι εκείνη που θα καθορίσει τους τελικούς όρους μιας μελλοντικής διευθέτησης. Η διαφορά ανάμεσα στην οικονομική ισχύ και στην πολιτική επιρροή γίνεται εδώ ιδιαίτερα εμφανής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει τεράστιους οικονομικούς πόρους, αλλά η ικανότητά της να μετατρέπει αυτούς τους πόρους σε αυτόνομη γεωπολιτική ισχύ παραμένει περιορισμένη.
Το ίδιο ισχύει και για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας. Η Ευρώπη έχει κάθε συμφέρον να συμμετάσχει στη διαδικασία και να διατηρήσει ισχυρή παρουσία στην οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας. Όμως η ανοικοδόμηση προϋποθέτει πρώτα μια πολιτική και στρατηγική διευθέτηση του πολέμου. Και αυτή δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις Βρυξέλλες.
Εδώ επανέρχεται το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής στρατηγικής. Η Ένωση διαθέτει οικονομικό βάρος, αλλά όχι αντίστοιχο επίπεδο στρατηγικής αυτονομίας. Μπορεί να επηρεάσει το κόστος μιας σύγκρουσης, αλλά δυσκολεύεται να καθορίσει μόνη της τους όρους με τους οποίους αυτή θα τερματιστεί.
Αυτό δημιουργεί έναν επικίνδυνο φαύλο κύκλο. Όσο περισσότερο η Ευρώπη επενδύει οικονομικά και πολιτικά στην αντιπαράθεση, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το κόστος μιας υποχώρησης από τη συγκεκριμένη στρατηγική. Και όσο αυξάνεται το κόστος, τόσο δυσκολότερη γίνεται η πολιτική αναζήτηση μιας εναλλακτικής πορείας.
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό και το μέλλον της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί η πραγματική διάσπαση δεν θα αρχίσει απαραίτητα με την αποχώρηση ενός κράτους από την Ένωση. Μπορεί να αρχίσει όταν διαφορετικά κράτη θεωρούν ότι η ίδια κοινή στρατηγική εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ενός αλλά υπονομεύει τα συμφέροντα του άλλου.
Η Ευρώπη πληρώνει, αλλά ποιος αποφασίζει;
Η έκβαση μιας μεγάλης γεωπολιτικής σύγκρουσης καθορίζεται τελικά από εκείνους που διαθέτουν τα μέσα να επιβάλουν κόστος, να αντέξουν τη διάρκεια της αντιπαράθεσης και να διαμορφώσουν τις στρατηγικές επιλογές της επόμενης ημέρας. Η Ευρώπη διαθέτει τεράστιο οικονομικό βάρος, αλλά η στρατιωτική και στρατηγική της εξάρτηση από το ΝΑΤΟ και τις αμερικανικές δυνατότητες περιορίζει την ελευθερία των επιλογών της.
Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη μπορεί να βρεθεί σε μια ιδιαίτερα παράδοξη θέση: να επωμίζεται μεγάλο μέρος του οικονομικού κόστους της σύγκρουσης, να αντιμετωπίζει τις σημαντικότερες ενεργειακές και οικονομικές συνέπειες και ταυτόχρονα να μην διαθέτει αντίστοιχο έλεγχο πάνω στους τελικούς όρους μιας πολιτικής διευθέτησης.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ουάσιγκτον και οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες μπορεί να έχουν κοινά συμφέροντα σε ορισμένα ζητήματα, αλλά δεν έχουν απολύτως ταυτόσημη γεωπολιτική θέση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται γεωγραφικά εκτός της ευρωπαϊκής ηπείρου, ενώ η Ευρώπη βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τη ρωσική γεωγραφία και υφίσταται άμεσα τις συνέπειες κάθε μεγάλης ανατροπής στην ισορροπία της Ανατολικής Ευρώπης.
Αυτή η γεωγραφική διαφορά έχει στρατηγική σημασία. Για την Ουάσιγκτον, η αντιπαράθεση με τη Ρωσία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης παγκόσμιας στρατηγικής ισορροπίας. Για την Ευρώπη, όμως, αφορά άμεσα την ίδια την αρχιτεκτονική ασφαλείας της ηπείρου, την ενεργειακή της θέση, την οικονομική της ανταγωνιστικότητα και τη μελλοντική σχέση της με την ευρασιατική ενδοχώρα.
Γι' αυτό και η ευρωπαϊκή στρατηγική δεν μπορεί να περιορίζεται στην ερώτηση πόση βοήθεια θα δοθεί στην Ουκρανία ή πόσο αυστηρές θα είναι οι κυρώσεις. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποια Ευρώπη θα προκύψει μετά τη σύγκρουση και αν θα έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει η ίδια το νέο περιβάλλον ασφαλείας της.
Εάν η Ευρώπη εξέλθει από την κρίση περισσότερο στρατιωτικά εξαρτημένη, ενεργειακά αναπροσανατολισμένη και οικονομικά επιβαρυμένη, χωρίς να έχει αποκτήσει αντίστοιχη στρατηγική αυτονομία, τότε η κρίση δεν θα έχει ενισχύσει τη γεωπολιτική της ισχύ. Θα έχει ενισχύσει κυρίως την εξάρτησή της από έναν ευρύτερο ατλαντικό μηχανισμό ασφαλείας.
Εδώ βρίσκεται και η βασική διαφορά ανάμεσα στην ισχύ και στον έλεγχο. Η Ευρώπη διαθέτει ισχύ. Διαθέτει πληθυσμό, οικονομία, βιομηχανία, τεχνολογία και τεράστια αγορά. Το ζήτημα είναι αν μπορεί να μετατρέψει αυτά τα στοιχεία σε αυτόνομη στρατηγική ικανότητα. Διότι χωρίς τη δυνατότητα να καθορίζει τις κρίσιμες επιλογές της, η οικονομική ισχύς παραμένει σε μεγάλο βαθμό αδρανής γεωπολιτική δυνατότητα.
Η ουκρανική κρίση επομένως λειτουργεί ως επιταχυντής ενός προβλήματος που προϋπήρχε. Δεν δημιουργεί από μόνη της τη διάσπαση της Ευρώπης. Αναδεικνύει όμως με πολύ μεγαλύτερη ένταση τις διαφορετικές αντιλήψεις για την ασφάλεια, την οικονομία, τη σχέση με τη Ρωσία και τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Και όσο αυτές οι αντιλήψεις αποκλίνουν, τόσο περισσότερο η Ευρωπαϊκή Ένωση θα βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: είτε θα αναζητήσει έναν νέο συμβιβασμό που θα της επιτρέψει να λειτουργήσει ως αυτόνομος γεωπολιτικός πόλος, είτε θα παραμείνει θεσμικά ενωμένη αλλά στρατηγικά εξαρτημένη.
Η δεύτερη επιλογή μπορεί να διατηρήσει την Ένωση λειτουργική για ένα διάστημα. Δεν λύνει όμως το βασικό της πρόβλημα. Γιατί μια Ευρώπη που δεν μπορεί να καθορίσει μόνη της τα όρια της στρατηγικής της αυτονομίας δεν είναι ακόμη ένας πλήρης γεωπολιτικός πόλος. Είναι ένας ισχυρός οικονομικός χώρος μέσα σε ένα ευρύτερο σύστημα ισχύος.
Η Ευρώπη μπροστά σε ένα νέο εσωτερικό ρήγμα
Η αντίθεση ανάμεσα στην Ανατολική και τη Δυτική Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον απλώς μια διαφορά ως προς τη στάση απέναντι στη Ρωσία. Με την παράταση της σύγκρουσης, μετατρέπεται σταδιακά σε διαφορετική αντίληψη για το ίδιο το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι χώρες της ανατολικής πτέρυγας θεωρούν ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια πρέπει να στηρίζεται πρωτίστως στην αποτροπή της Ρωσίας και στη στενή σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τμήματα της Παλαιάς Ευρώπης, χωρίς να αμφισβητούν την ανάγκη άμυνας, έχουν μεγαλύτερο κίνητρο να αναζητήσουν κάποια στιγμή έναν τρόπο επαναπροσδιορισμού των σχέσεων με τη Ρωσία.
Η διαφορά αυτή δημιουργεί μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα μέσα στην Ένωση. Η Ανατολική Ευρώπη αποκτά μεγαλύτερη επιρροή στη χάραξη της πολιτικής ασφαλείας, ακριβώς επειδή η γεωγραφική της θέση και η ιστορική της εμπειρία την ωθούν προς μια σκληρότερη στάση. Την ίδια στιγμή, οι μεγάλες δυτικοευρωπαϊκές οικονομίες καλούνται να αντιμετωπίσουν το κόστος μιας μακροχρόνιας αντιπαράθεσης που επηρεάζει άμεσα την ενέργεια, τη βιομηχανία και την ανταγωνιστικότητά τους.
Έτσι, η παλαιότερη οικονομική διαίρεση Βορρά-Νότου συμπληρώνεται από ένα νέο γεωπολιτικό ρήγμα Ανατολής-Δύσης. Τα δύο αυτά ρήγματα δεν ταυτίζονται απόλυτα, αλλά αλληλοεπιδρούν. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελείται πλέον μόνο από κράτη με διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες. Αποτελείται και από κράτη με διαφορετικές αντιλήψεις για το ποια απειλή αντιμετωπίζει η Ευρώπη και ποια σχέση πρέπει να έχει με τον εξωτερικό κόσμο.
Αυτό καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη τη διαμόρφωση μιας ενιαίας στρατηγικής. Η κοινή ευρωπαϊκή πολιτική μπορεί να επιβιώνει μέσα από συμβιβασμούς, αλλά οι συμβιβασμοί γίνονται δυσκολότεροι όταν αφορούν ζητήματα που κάθε κράτος θεωρεί ζωτικής σημασίας για την εθνική του ασφάλεια.
Η εξέλιξη αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων, όχι πλέον μόνο οικονομικά αλλά και γεωπολιτικά. Ένας πυρήνας κρατών μπορεί να επιδιώκει βαθύτερη ατλαντική και στρατιωτική ενσωμάτωση, ενώ άλλα κράτη θα αναζητούν μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμών και μια πιο αυτόνομη ευρωπαϊκή στρατηγική.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αναπόφευκτη. Σημαίνει όμως ότι η παλιά αντίληψη μιας Ευρώπης που βαδίζει προς ολοένα μεγαλύτερη πολιτική ενοποίηση δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αυτονόητη. Η κρίση αναγκάζει τα κράτη να επανεξετάσουν τι ακριβώς σημαίνει ευρωπαϊκή αλληλεγγύη όταν οι αντιλήψεις τους για την ασφάλεια και τα εθνικά τους συμφέροντα αποκλίνουν.
Το πραγματικό διακύβευμα, επομένως, δεν είναι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διαλυθεί αύριο. Είναι αν θα μπορέσει να παραμείνει πολιτικά συνεκτική χωρίς να αποκτήσει μια κοινή στρατηγική αντίληψη. Γιατί η θεσμική ενότητα μπορεί να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η στρατηγική ενότητα όμως απαιτεί κοινή αντίληψη συμφερόντων, και αυτή είναι ακριβώς που βρίσκεται σήμερα υπό πίεση.
Η Ευρώπη μπροστά στο δίλημμα της στρατηγικής αυτονομίας
Η σημερινή κρίση δεν οδηγεί αναγκαστικά σε μια πιο ενωμένη ή πιο αυτόνομη Ευρώπη. Μπορεί εξίσου να οδηγήσει σε βαθύτερο κατακερματισμό, ακριβώς επειδή τα κράτη-μέλη δεν αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο ούτε την απειλή ούτε τα συμφέροντά τους. Η θεσμική ενότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αρκεί για να δημιουργήσει κοινή γεωπολιτική βούληση.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η Ευρώπη δεν αποτελεί ενιαίο γεωπολιτικό υποκείμενο με την έννοια που αποτελεί ένα κυρίαρχο κράτος. Διαθέτει οικονομική ισχύ, πληθυσμό, βιομηχανική και τεχνολογική βάση, αλλά οι δυνατότητες αυτές κατανέμονται σε διαφορετικά κράτη, με διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες και διαφορετικές ιστορικές αντιλήψεις. Η οικονομική ισχύς, επομένως, δεν μετατρέπεται αυτόματα σε γεωπολιτικό έλεγχο.
Αυτό αποκαλύπτει και τα όρια της περίφημης ευρωπαϊκής «στρατηγικής αυτονομίας». Αυτονομία δεν σημαίνει απλώς να δηλώνει η Ευρώπη ότι θέλει να αποφασίζει μόνη της. Προϋποθέτει πραγματικές δυνατότητες: στρατιωτική ισχύ, ενεργειακή ασφάλεια, βιομηχανική βάση, τεχνολογικές δυνατότητες, ελεγχόμενες γραμμές εφοδιασμού και, κυρίως, πολιτική βούληση να χρησιμοποιήσει αυτά τα μέσα όταν τα συμφέροντά της το απαιτούν.
Σήμερα αυτά τα στοιχεία δεν βρίσκονται συγκεντρωμένα σε ένα ενιαίο ευρωπαϊκό κέντρο ισχύος. Η Ευρώπη εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αμερικανικές στρατιωτικές δυνατότητες και στη δομή του ΝΑΤΟ, ενώ ταυτόχρονα έχει περιορίσει σημαντικά τις οικονομικές και ενεργειακές της διασυνδέσεις με τη Ρωσία. Έτσι, η γεωπολιτική της θέση δεν καθορίζεται μόνο από τις δικές της επιλογές αλλά και από τις σχέσεις ανάμεσα στους μεγαλύτερους πόλους ισχύος γύρω της.
Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να θεωρούμε ότι η Ευρώπη αποτελεί απλώς παθητικό αντικείμενο της αμερικανικής στρατηγικής. Τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν δικά τους συμφέροντα, δικές τους οικονομικές ανάγκες και διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον τους. Η Γαλλία, η Γερμανία, η Πολωνία, η Ιταλία, η Ελλάδα ή τα κράτη της Βαλτικής δεν έχουν ταυτόσημη γεωπολιτική θέση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι επομένως περισσότερο χώρος διαπραγμάτευσης διαφορετικών συμφερόντων παρά ενιαίο γεωπολιτικό στρατόπεδο.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της πολυπολικότητας. Ένας πολυπολικός κόσμος δεν απαιτεί την εμφάνιση μιας νέας ευρωπαϊκής ηγεμονίας. Απαιτεί την ύπαρξη περισσότερων κέντρων που διαθέτουν αρκετή ισχύ ώστε να καθορίζουν τις επιλογές τους, να δημιουργούν εναλλακτικές σχέσεις και να αντιστέκονται στην απόλυτη υπαγωγή τους σε έναν άλλο πόλο.
Η Ευρώπη θα μπορούσε θεωρητικά να εξελιχθεί σε ένα τέτοιο κέντρο. Αυτό όμως δεν αποτελεί πολιτικό δικαίωμα ούτε ιστορική βεβαιότητα. Θα πρέπει να το αποδείξει μέσα από πραγματικές δυνατότητες ισχύος. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η αντίφαση: όσο η ευρωπαϊκή ασφάλεια εξαρτάται από εξωτερικές στρατιωτικές δυνατότητες και όσο τα κράτη της έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για τη γεωπολιτική τους κατεύθυνση, τόσο περιορίζεται η δυνατότητα της Ένωσης να λειτουργήσει ως αυτόνομος πόλος.
Το ενδεχόμενο, επομένως, δεν είναι μόνο η διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχει και ένα διαφορετικό σενάριο: μια Ένωση που παραμένει θεσμικά ενωμένη αλλά αποκτά ολοένα μεγαλύτερες εσωτερικές γεωπολιτικές αποκλίσεις. Ένα τέτοιο σύστημα μπορεί να λειτουργεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά η κοινή του στρατηγική θα γίνεται όλο και δυσκολότερη.
Η πραγματική δοκιμασία δεν είναι αν η Ευρώπη θα διακηρύξει την αυτονομία της. Είναι αν μπορεί να αποκτήσει ελευθερία κινήσεων. Γιατί η ελευθερία κινήσεων προκύπτει από την ισχύ, η ισχύς δημιουργεί επιλογές και οι επιλογές δημιουργούν διαπραγματευτική ικανότητα. Χωρίς αυτή την αλυσίδα, η «στρατηγική αυτονομία» παραμένει πολιτικός όρος χωρίς αντίστοιχο γεωπολιτικό περιεχόμενο.
Και αυτό είναι ίσως το βαθύτερο πρόβλημα που αποκάλυψε η ουκρανική κρίση: η Ευρώπη διαθέτει αρκετή ισχύ ώστε να επηρεάζει το διεθνές σύστημα, αλλά όχι ακόμη αρκετή πολιτική και στρατηγική συνοχή ώστε να το διαμορφώνει ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους μεγάλους πόλους. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο είναι ακριβώς η διαφορά ανάμεσα στην ισχύ και τον έλεγχο.
Η Ευρώπη και η επόμενη ημέρα της σύγκρουσης
Το επόμενο ζήτημα που αναδεικνύεται είναι το κατά πόσο η Ευρώπη θα μπορέσει να έχει ουσιαστικό λόγο στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής τάξης. Η οικονομική της συμμετοχή στην Ουκρανία είναι σημαντική, όμως η οικονομική συμμετοχή δεν εξασφαλίζει από μόνη της θέση στο τραπέζι των μεγάλων στρατηγικών αποφάσεων.
Η ευρωπαϊκή αντίληψη ότι η χρηματοδότηση της Ουκρανίας και η μελλοντική συμμετοχή στην ανοικοδόμησή της θα της εξασφαλίσουν καθοριστικό ρόλο στη μεταπολεμική διευθέτηση στηρίζεται σε μια υπόθεση που δεν είναι δεδομένη: ότι όποιος πληρώνει το μεγαλύτερο μέρος του κόστους θα έχει και τον αντίστοιχο γεωπολιτικό έλεγχο. Η ιστορία των διεθνών συγκρούσεων δείχνει ότι τα πράγματα δεν λειτουργούν τόσο απλά.
Στις μεγάλες γεωπολιτικές αναμετρήσεις, καθοριστικό ρόλο έχουν εκείνοι που διαθέτουν τη στρατιωτική ισχύ, το στρατηγικό βάθος, τη δυνατότητα αντοχής στον χρόνο και τα μέσα να επιβάλουν κόστος στον αντίπαλο. Η Ευρώπη διαθέτει σημαντικό μέρος της οικονομικής και βιομηχανικής ισχύος, αλλά δεν συγκεντρώνει αντίστοιχα όλες τις στρατηγικές δυνατότητες σε ένα ενιαίο κέντρο λήψης αποφάσεων.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα της στρατηγικής εξάρτησης. Εάν οι κρίσιμες αποφάσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνατότητες και τη συνολική στρατηγική του ΝΑΤΟ, τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να έχει ισχυρό λόγο στην οικονομική διάσταση της κρίσης χωρίς να διαθέτει αντίστοιχο έλεγχο στην τελική γεωπολιτική της έκβαση.
Η κατάσταση αυτή γίνεται ακόμη πιο σύνθετη επειδή η διεθνής τάξη δεν περιορίζεται πλέον στην αντιπαράθεση δύο πόλων. Η Ρωσία εξακολουθεί να αποτελεί αυτόνομο κέντρο ισχύος στην ευρασιατική ήπειρο, η Κίνα διαθέτει ολοένα μεγαλύτερη οικονομική και στρατηγική βαρύτητα, ενώ άλλες περιφερειακές δυνάμεις ενισχύουν τη δυνατότητά τους να διαμορφώνουν τις εξελίξεις στις δικές τους γεωγραφικές ζώνες.
Η Ευρώπη, επομένως, δεν αντιμετωπίζει μόνο το δίλημμα «με τη Ρωσία ή με τις Ηνωμένες Πολιτείες». Το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα μπορέσει να λειτουργήσει σε έναν κόσμο όπου υπάρχουν πολλαπλά κέντρα ισχύος και όπου οι σχέσεις μεταξύ τους δεν είναι σταθερές ούτε προβλέψιμες.
Αν η Ευρώπη συνεχίσει να αντιλαμβάνεται τη διεθνή πολιτική αποκλειστικά μέσα από το ατλαντικό πλαίσιο, κινδυνεύει να περιορίσει η ίδια τις επιλογές της. Αντίθετα, μια πραγματικά πολυδιάστατη γεωπολιτική αντίληψη θα απαιτούσε τη δυνατότητα διατήρησης σχέσεων και διαύλων με διαφορετικούς πόλους, ακόμη και όταν υπάρχουν σοβαρές αντιπαραθέσεις μαζί τους.
Αυτό δεν σημαίνει εξίσωση των συμφερόντων ούτε εγκατάλειψη των ευρωπαϊκών θέσεων. Σημαίνει ότι μια δύναμη που θέλει να διατηρεί ελευθερία κινήσεων δεν μπορεί να κλείνει εκ των προτέρων όλες τις εναλλακτικές της.
Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Η επιλογή της δεν είναι ανάμεσα στην «καλή» και την «κακή» πλευρά της ιστορίας, αλλά ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές γεωπολιτικής οργάνωσης. Είτε θα παραμείνει ενσωματωμένη σε ένα ευρύτερο ατλαντικό σύστημα, αποδεχόμενη τους περιορισμούς που αυτό συνεπάγεται, είτε θα προσπαθήσει να αποκτήσει μεγαλύτερο περιθώριο στρατηγικών επιλογών μέσα στην αναδυόμενη πολυπολική τάξη.
Το δεύτερο απαιτεί πολύ περισσότερα από πολιτικές διακηρύξεις. Απαιτεί πραγματική ισχύ, στρατηγικό βάθος, παραγωγική δυνατότητα και πολιτική βούληση. Και ακριβώς επειδή αυτά δεν έχουν ακόμη συγκροτηθεί σε ενιαία ευρωπαϊκή βάση, η κρίση στην Ουκρανία μπορεί να αποδειχθεί όχι η αφετηρία μιας ισχυρότερης Ευρώπης, αλλά ο καταλύτης για την αποκάλυψη των εσωτερικών ορίων της.
Το ευρωπαϊκό στρατηγικό «διαζύγιο»
Η εξέλιξη των τελευταίων ετών έχει καταστήσει σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αντιμετωπίζει πλέον μόνο μια κρίση εξωτερικής πολιτικής. Αντιμετωπίζει μια κρίση στρατηγικής συνοχής. Οι διαφορετικές αντιλήψεις για τη Ρωσία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την άμυνα, την ενέργεια και τη θέση της Ευρώπης μέσα στην Ευρασία δημιουργούν ένα ρήγμα που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με θεσμικές αποφάσεις από τις Βρυξέλλες.
Το ρήγμα αυτό δεν σημαίνει ότι τα ευρωπαϊκά κράτη θα εγκαταλείψουν άμεσα την Ένωση. Η θεσμική και οικονομική αλληλεξάρτηση είναι πολύ ισχυρή. Η διάσπαση όμως μπορεί να πάρει διαφορετική μορφή. Μπορεί να εμφανιστεί ως μια Ευρώπη στην οποία τα κράτη παραμένουν ενωμένα στους θεσμούς, αλλά ακολουθούν διαφορετικές στρατηγικές κατευθύνσεις.
Μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε ουσιαστικά μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων και πολλών γεωπολιτικών αντιλήψεων. Η ανατολική πτέρυγα θα εξακολουθούσε να βλέπει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία ως βασικό πυλώνα ασφαλείας. Οι μεγάλες δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις θα αντιμετώπιζαν παράλληλα την ανάγκη να περιορίσουν το οικονομικό και στρατηγικό κόστος μιας παρατεταμένης αντιπαράθεσης. Και η Νότια Ευρώπη θα είχε να αντιμετωπίσει ένα διαφορετικό σύνολο προκλήσεων στη Μεσόγειο, στη Βόρεια Αφρική και στη Μέση Ανατολή.
Το αποτέλεσμα δεν θα ήταν κατ’ ανάγκη η διάλυση της Ένωσης, αλλά η σταδιακή αποσύνδεση των στρατηγικών συμφερόντων των μελών της. Και αυτή μπορεί να είναι πιο δύσκολη από μια καθαρή θεσμική ρήξη, επειδή δημιουργεί ένα σύστημα όπου όλοι παραμένουν τυπικά μαζί, αλλά δεν αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο ούτε τον αντίπαλο ούτε τον σύμμαχο ούτε τον τελικό στόχο.
Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι μπροστά σε δύο διαφορετικές κατευθύνσεις. Η μία είναι η συνέχιση της βαθύτερης ενσωμάτωσης στον ατλαντικό χώρο, με την παραδοχή ότι η αμερικανική στρατιωτική ισχύς αποτελεί το βασικό θεμέλιο της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η άλλη είναι η προσπάθεια δημιουργίας μεγαλύτερου ευρωπαϊκού περιθωρίου κινήσεων, όχι ως αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά ως αναγνώριση ότι η Ευρώπη έχει δικά της γεωγραφικά και ιστορικά συμφέροντα.
Η δεύτερη επιλογή όμως δεν είναι εύκολη. Για να υπάρξει πραγματική στρατηγική αυτονομία, θα απαιτούνταν σημαντική αύξηση των ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνατοτήτων, ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, ενεργειακή ασφάλεια, τεχνολογική αυτάρκεια και κυρίως πολιτική συμφωνία για το πώς πρέπει να χρησιμοποιηθεί αυτή η ισχύς. Δεν αρκεί η Ευρώπη να διαθέτει πόρους. Πρέπει να μπορεί να τους συγκεντρώνει και να τους μετατρέπει σε συγκεκριμένη στρατηγική δράση.
Εάν αυτό δεν συμβεί, ο ευρωπαϊκός κατακερματισμός θα συνεχιστεί. Όχι απαραίτητα με την αποχώρηση κρατών, αλλά με την εμφάνιση διαφορετικών στρατηγικών πυρήνων μέσα στην ίδια την Ένωση. Κάποιοι θα επιδιώκουν στενότερη ατλαντική σύνδεση, άλλοι μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αυτονομία και άλλοι θα προσπαθούν να διατηρήσουν περισσότερους διαύλους προς τον ευρασιατικό χώρο.
Αυτό είναι το πραγματικό «διαζύγιο» που διαγράφεται στον ορίζοντα. Δεν είναι υποχρεωτικά διαζύγιο θεσμών. Είναι διαζύγιο στρατηγικών αντιλήψεων.
Και εδώ βρίσκεται το βαθύτερο παράδοξο της ευρωπαϊκής πορείας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργήθηκε για να περιορίσει τις ιστορικές αντιθέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Σήμερα, όμως, η ίδια η γεωπολιτική κρίση αναδεικνύει ξανά τις διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες, τις διαφορετικές γεωγραφικές θέσεις και τα διαφορετικά εθνικά συμφέροντα που εξακολουθούν να υπάρχουν κάτω από την επιφάνεια της θεσμικής ενοποίησης.
Η Ευρώπη, επομένως, δεν βρίσκεται μπροστά σε μια απλή επιλογή ανάμεσα στην «ενότητα» και τη «διάλυση». Βρίσκεται μπροστά σε ένα βαθύτερο ερώτημα: μπορούν διαφορετικά ευρωπαϊκά κράτη, με διαφορετικές ιστορικές μνήμες και διαφορετικές γεωπολιτικές ανάγκες, να συγκροτήσουν κοινή στρατηγική χωρίς να απωλέσουν την εθνική τους ελευθερία κινήσεων;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει και τη θέση της Ευρώπης μέσα στην πολυπολική τάξη που διαμορφώνεται. Γιατί στον νέο κόσμο δεν αρκεί να ανήκεις σε έναν μεγάλο θεσμικό οργανισμό. Πρέπει να διαθέτεις τη δυνατότητα να επιλέγεις, να διαπραγματεύεσαι και να δημιουργείς εναλλακτικές. Η συμμαχία μπορεί να αυξάνει την ισχύ. Η εξάρτηση όμως μπορεί να περιορίζει τον έλεγχο.
Και αυτή ακριβώς είναι η αντίφαση που η ευρωπαϊκή κρίση έχει φέρει στην επιφάνεια.
Η Ελλάδα ως θαλάσσιος βραχίονας της Ευρασίας
Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα από τα σημαντικότερα γεωγραφικά σημεία της ευρωπαϊκής και ευρασιατικής ηπείρου. Η θέση της δεν είναι απλώς αυτή ενός κράτους της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος, τα Στενά και η άμεση γειτνίαση με τα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα και τη Μέση Ανατολή τοποθετούν τον ελληνικό χώρο πάνω σε έναν από τους βασικότερους άξονες επικοινωνίας μεταξύ της ευρασιατικής ενδοχώρας και της Μεσογείου.
Η γεωγραφία αυτή εξηγεί και ένα ιστορικό χαρακτηριστικό του ελληνικού χώρου. Από την αρχαιότητα έως το Βυζάντιο, η ελληνική ισχύς δεν στηρίχθηκε στην απομόνωση από την Ανατολή, αλλά στην ικανότητα να συνδέει τον θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου με τους μεγάλους χερσαίους και πολιτισμικούς χώρους που βρίσκονταν ανατολικότερα.
Από τον Μιλτιάδη και την κλασική Αθήνα έως τον Μέγα Αλέξανδρο και αργότερα την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ο ελληνικός χώρος λειτούργησε ως σημείο συνάντησης διαφορετικών γεωγραφικών κόσμων. Η θάλασσα δεν αποτέλεσε φραγμό προς την Ανατολή. Αποτέλεσε το μέσο μέσω του οποίου ο ελληνικός πολιτισμός και η ελληνική πολιτική ισχύς μπορούσαν να κινηθούν προς αυτήν.
Ο Μέγας Αλέξανδρος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαφορετικής αντίληψης. Η ελληνική ισχύς δεν περιορίστηκε στην υπεράσπιση του Αιγαίου ούτε αντιμετώπισε την Ανατολή αποκλειστικά ως αντίπαλο γεωπολιτικό χώρο. Μετακινήθηκε βαθιά μέσα στην Ασία και δημιούργησε έναν ευρύτερο ελληνιστικό κόσμο, στον οποίο η Μεσόγειος, η Εγγύς Ανατολή και μεγάλα τμήματα της Ασίας συνδέθηκαν σε ένα ενιαίο πολιτισμικό και οικονομικό σύστημα.
Αργότερα, η Κωνσταντινούπολη αποτέλεσε την κατεξοχήν έκφραση αυτής της γεωγραφικής λογικής. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν ήταν ούτε αποκλειστικά ευρωπαϊκή ούτε αποκλειστικά ασιατική. Η δύναμή της προερχόταν ακριβώς από τη δυνατότητα να ελέγχει και να συνδέει τους δύο χώρους. Το Αιγαίο, η Μαύρη Θάλασσα, τα Στενά, η Ανατολική Μεσόγειος και οι χερσαίες οδοί προς την Ανατολή αποτελούσαν τμήματα ενός ενιαίου στρατηγικού συστήματος.
Αυτό είναι το ιστορικό υπόβαθρο που πρέπει να επανεξετάσει η σύγχρονη Ελλάδα. Όχι με όρους εδαφικής επέκτασης ή αναβίωσης μιας αυτοκρατορίας, αλλά με όρους γεωπολιτικής λειτουργίας. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει «η δυτική δύναμη που αντιστέκεται στην Ευρασία». Μπορεί να αξιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση ως το σημείο όπου η Ευρασία συναντά τη Μεσόγειο.
Σε αυτή την αντίληψη, η ελληνική ναυτική ισχύς αποκτά διαφορετικό νόημα. Δεν αποτελεί απλώς εργαλείο συμμετοχής στον ατλαντικό θαλάσσιο χώρο. Μπορεί να αποτελέσει το θαλάσσιο εργαλείο μιας ευρύτερης ελληνικής γεωπολιτικής παρουσίας, ικανής να συνδέει τη Μεσόγειο με τα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα και την ευρασιατική ενδοχώρα.
Η Ελλάδα, επομένως, μπορεί να επιδιώξει όχι την απομόνωση από τους μεγάλους πόλους ισχύος, αλλά την αυξημένη χρησιμότητα και διαπραγματευτική της αξία απέναντι σε όλους. Όσο περισσότερες στρατηγικές κατευθύνσεις μπορεί να εξυπηρετήσει, τόσο περισσότερες επιλογές αποκτά. Και όσο περισσότερες επιλογές διαθέτει, τόσο αυξάνεται η ελευθερία κινήσεών της.
Η λογική αυτή μετατρέπει την ελληνική γεωγραφία από ευπάθεια σε πλεονέκτημα. Το Αιγαίο δεν είναι μόνο σύνορο. Είναι θαλάσσιος διάδρομος. Η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι μόνο περιοχή αντιπαράθεσης. Είναι κόμβος μεταξύ τριών ηπείρων. Τα ελληνικά λιμάνια δεν είναι απλώς υποδομές μεταφοράς. Μπορούν να αποτελέσουν σημεία σύνδεσης διαφορετικών εμπορικών, ενεργειακών και στρατηγικών δικτύων.
Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική διαφορά από την κλασική αγγλοσαξονική αντίληψη της θαλάσσιας ισχύος. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει θαλάσσια δύναμη για να ελέγξει τις χερσαίες δυνάμεις της Ευρασίας. Μπορεί να γίνει η θαλάσσια έξοδος της Ευρασίας προς τη Μεσόγειο, διατηρώντας ταυτόχρονα τη δική της αυτονομία.
Αυτό θα απαιτούσε μια διαφορετική αντίληψη για την ελληνική στρατηγική: ισχυρό Πολεμικό Ναυτικό, έλεγχο και προστασία των θαλάσσιων διαδρόμων, ισχυρή παρουσία στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, λιμενικές υποδομές, ενεργειακούς και εμπορικούς κόμβους, αλλά και ενεργή διπλωματική παρουσία στα Βαλκάνια, στη Μαύρη Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο στόχος δεν θα ήταν να υποταχθεί η Ελλάδα σε έναν νέο γεωπολιτικό άξονα. Θα ήταν ακριβώς το αντίθετο: να αποκτήσει τέτοια γεωγραφική, οικονομική και στρατιωτική σημασία ώστε να μπορεί να συνομιλεί με πολλούς πόλους χωρίς να εξαρτάται από έναν μόνο.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιλέξει μεταξύ Δύσης και Ευρασίας ως να επρόκειτο για δύο κλειστά στρατόπεδα. Η ιστορική της γεωγραφία της επιτρέπει να λειτουργήσει ως γέφυρα, κόμβος και θαλάσσιος βραχίονας της ευρασιατικής ηπείρου προς τη Μεσόγειο. Και σε έναν πολυπολικό κόσμο, η αξία μιας χώρας αυξάνεται όταν μπορεί να συνδέει χώρους που οι άλλοι χρειάζονται να συνδέσουν.
Από τη γεωγραφία στη στρατηγική ισχύ
Η γεωγραφική θέση από μόνη της δεν παράγει ισχύ. Παράγει δυνατότητες. Η ισχύς εμφανίζεται όταν ένα κράτος μπορεί να μετατρέψει αυτές τις δυνατότητες σε πραγματικό έλεγχο διαδρόμων, υποδομών, επικοινωνιών και στρατηγικών επιλογών. Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η γεωγραφία του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου πρέπει να αντιμετωπιστεί όχι ως δεδομένο, αλλά ως στρατηγικό κεφάλαιο.
Ο ελληνικός χώρος βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται πολλαπλοί γεωπολιτικοί άξονες. Από τον βορρά, οι βαλκανικοί διάδρομοι συνδέουν την Ελλάδα με την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Προς ανατολάς, το Αιγαίο οδηγεί προς την Ανατολία, τα Στενά και τη Μαύρη Θάλασσα. Προς νότο, η Ανατολική Μεσόγειος συνδέει τον ελληνικό χώρο με την Κύπρο, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Προς δυσμάς, το Ιόνιο ανοίγει την επικοινωνία με την Αδριατική και την ευρύτερη Μεσόγειο.
Αυτό δημιουργεί μια σπάνια γεωγραφική ιδιότητα: η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος μεταξύ διαφορετικών γεωπολιτικών χώρων χωρίς να χρειάζεται να ταυτιστεί πλήρως με κανέναν από αυτούς.
Για να συμβεί όμως αυτό, απαιτείται συγκεκριμένη ελληνική στρατηγική.
Η Ελλάδα ως κέντρο μιας περιφερειακής γεωπολιτικής ζώνης.
Η ελληνική στρατηγική δεν μπορεί να εξαντλείται στην προστασία του εθνικού χώρου. Ένα κράτος που βρίσκεται πάνω σε έναν από τους σημαντικότερους γεωγραφικούς κόμβους της Ευρασίας έχει συμφέρον να διαμορφώνει και το περιβάλλον γύρω από αυτόν. Αυτό δεν σημαίνει εδαφική επέκταση ούτε προσπάθεια αναβίωσης παλαιών αυτοκρατορικών μορφών. Σημαίνει δημιουργία μιας ζώνης πολιτικής, οικονομικής, ενεργειακής και στρατηγικής επιρροής γύρω από τον ελληνικό πυρήνα.
Ο χώρος αυτός έχει μια σαφή γεωγραφική λογική. Βόρεια βρίσκεται η Βαλκανική. Ανατολικά το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος και η Κύπρος. Νοτιοανατολικά η Μέση Ανατολή. Προς βορρά και ανατολή ανοίγει η σύνδεση με τη Μαύρη Θάλασσα και την ευρασιατική ενδοχώρα. Πρόκειται για έναν χώρο στον οποίο η Ελλάδα δεν είναι εξωτερικός παρατηρητής. Βρίσκεται στο κέντρο των θαλάσσιων και χερσαίων επικοινωνιών του.
Η ελληνική στρατηγική θα μπορούσε επομένως να στηριχθεί στη δημιουργία πολλαπλών ομόκεντρων επιπέδων επιρροής.
Ο πρώτος κύκλος είναι ο άμεσος εθνικός χώρος: Αιγαίο, Κρήτη, Θράκη και Ανατολική Μεσόγειος. Εδώ η Ελλάδα χρειάζεται να διαθέτει τη μεγαλύτερη δυνατή αποτρεπτική και επιχειρησιακή ικανότητα. Δεν υπάρχει περιφερειακή στρατηγική χωρίς έλεγχο και προστασία του ίδιου του στρατηγικού πυρήνα.
Ο δεύτερος κύκλος είναι η Κύπρος και η Ανατολική Μεσόγειος. Η Κύπρος δεν αποτελεί απλώς έναν διπλωματικό ή ιστορικό δεσμό με τον ελληνικό χώρο. Αποτελεί κρίσιμο γεωγραφικό σημείο για την πρόσβαση προς τη Μέση Ανατολή και τις θαλάσσιες οδούς της Ανατολικής Μεσογείου. Η ενίσχυση των ελληνικών δυνατοτήτων σε αυτόν τον χώρο αυξάνει το στρατηγικό βάθος της Ελλάδας.
Ο τρίτος κύκλος είναι τα Βαλκάνια. Η Ελλάδα μπορεί να επιδιώξει να καταστεί ο βασικός θαλάσσιος και οικονομικός σύνδεσμος της Βαλκανικής με τη Μεσόγειο. Αυτό απαιτεί υποδομές, σιδηροδρομικές και οδικές συνδέσεις, ενεργειακά δίκτυα, εμπορικές σχέσεις και πολιτική παρουσία. Η επιρροή δεν επιβάλλεται μόνο με στρατιωτική ισχύ. Συχνά δημιουργείται επειδή οι γειτονικές χώρες αποκτούν συμφέρον να χρησιμοποιούν τις ελληνικές υποδομές.
Ο τέταρτος κύκλος αφορά τη Μαύρη Θάλασσα και τις ευρύτερες ευρασιατικές διαδρομές. Εδώ η Ελλάδα δεν μπορεί ούτε χρειάζεται να λειτουργήσει ως στρατιωτική δύναμη της περιοχής. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως νότια θαλάσσια έξοδος εμπορικών και ενεργειακών δικτύων προς τη Μεσόγειο. Η ελληνική ναυτιλία, τα λιμάνια και οι υποδομές μεταφορών μπορούν να προσδώσουν στη χώρα ρόλο που υπερβαίνει κατά πολύ το μέγεθός της.
Αυτή η λογική δημιουργεί ένα διαφορετικό μοντέλο περιφερειακής ισχύος. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ελέγχει πολιτικά όλες τις χώρες γύρω της. Χρειάζεται να γίνει τόσο σημαντικός κόμβος ώστε οι οικονομικές, ενεργειακές και στρατηγικές ροές της περιοχής να μην μπορούν εύκολα να την παρακάμψουν.
Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική διαφορά μεταξύ επιρροής και ηγεμονίας. Η ηγεμονία επιδιώκει να υπαγορεύσει συμπεριφορές. Η γεωπολιτική επιρροή δημιουργεί συνθήκες στις οποίες οι άλλοι υπολογίζουν τα ελληνικά συμφέροντα επειδή αυτά συνδέονται με τις δικές τους ανάγκες.
Μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να στηριχθεί σε ένα πλέγμα σχέσεων με διαφορετικές χώρες και διαφορετικούς γεωπολιτικούς χώρους. Βαλκανικά κράτη, Κύπρος, χώρες της Ανατολικής Μεσογείου και του αραβικού κόσμου, κράτη της Μαύρης Θάλασσας και ευρωπαϊκές οικονομίες θα μπορούσαν να συνδέονται με την Ελλάδα μέσω διαφορετικών δικτύων. Δεν χρειάζεται όλες αυτές οι σχέσεις να έχουν την ίδια μορφή ούτε να αποτελούν ενιαίο πολιτικό μπλοκ.
Αυτό είναι κρίσιμο για την ελληνική στρατηγική. Συνεργασία δεν σημαίνει υποταγή και πολυδιάστατη πολιτική δεν σημαίνει ουδετερότητα. Η Ελλάδα μπορεί να συμμετέχει σε συμμαχίες και ταυτόχρονα να διατηρεί δικά της συμφέροντα, δικά της δίκτυα και δικές της επιλογές.
Με αυτή τη λογική, η Ελλάδα θα μπορούσε να μετατραπεί σε έναν από τους βασικούς κόμβους ενός ευρύτερου συστήματος που θα συνδέει την Ευρώπη, τα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα, την Ανατολική Μεσόγειο και την ευρασιατική ενδοχώρα. Δεν θα αποτελούσε το μοναδικό κέντρο αυτού του συστήματος, αλλά θα ήταν ένα απαραίτητο σημείο σύνδεσης.
Αυτός είναι και ο σύγχρονος τρόπος με τον οποίο μπορεί να επανερμηνευθεί η ιστορική γεωγραφία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Όχι ως πρότυπο εδαφικής επέκτασης, αλλά ως υπενθύμιση ότι ο ελληνικός χώρος απέκτησε ιστορικά μεγάλη ισχύ όταν μπορούσε να συνδέει διαφορετικούς γεωγραφικούς κόσμους.
Η Κωνσταντινούπολη ήταν ισχυρή όχι επειδή βρισκόταν απλώς σε μια συγκεκριμένη θέση στον χάρτη, αλλά επειδή η θέση αυτή της επέτρεπε να επηρεάζει τις επικοινωνίες μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου, Ανατολής και Δύσης. Η σύγχρονη Ελλάδα δεν μπορεί να αναπαράγει αυτό το ιστορικό μοντέλο. Μπορεί όμως να αξιοποιήσει την ίδια γεωγραφική αρχή σε σύγχρονες συνθήκες.
Ο στόχος επομένως δεν είναι η αναβίωση μιας αυτοκρατορίας. Είναι η δημιουργία ενός ελληνικού γεωπολιτικού χώρου επιρροής, βασισμένου στη θάλασσα, στις υποδομές, στο εμπόριο, στην ενέργεια, στην άμυνα, στη διπλωματία και στη γεωγραφία.
Σε έναν πολυπολικό κόσμο, η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει μεγάλη δύναμη με την κλασική έννοια. Χρειάζεται να γίνει δύναμη-κόμβος. Ένα κράτος που, παρά το περιορισμένο μέγεθός του, διαθέτει τέτοια γεωγραφική και στρατηγική χρησιμότητα ώστε οι μεγαλύτερες δυνάμεις να πρέπει να υπολογίζουν τη θέση του.
Αυτό είναι ίσως το πιο ρεαλιστικό ελληνικό μοντέλο ισχύος: όχι να κυριαρχήσει σε ολόκληρη την περιοχή, αλλά να καταστεί ο θαλάσσιος κόμβος που συνδέει την Ευρασία με τη Μεσόγειο και ταυτόχρονα το κράτος που διαθέτει αρκετή ισχύ ώστε να προστατεύει και να αξιοποιεί αυτόν τον ρόλο.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει αυτοκρατορία. Χρειάζεται να γίνει αναντικατάστατη.
Το ελληνικό σχέδιο στρατηγικού βάθους
Τα επτά επίπεδα στρατηγικού βάθους δεν μπορούν να λειτουργούν ως ανεξάρτητες πολιτικές. Πρέπει να ενταχθούν σε ένα ενιαίο εθνικό σχέδιο, με συγκεκριμένες προτεραιότητες, χρονικό ορίζοντα και αλληλουχία. Στόχος δεν είναι να αποκτήσει η Ελλάδα αυτάρκεια σε όλα, κάτι που θα ήταν οικονομικά και γεωπολιτικά μη ρεαλιστικό. Στόχος είναι να αποκτήσει αυτάρκεια στα κρίσιμα σημεία και πολλαπλές επιλογές στα υπόλοιπα.
Το σχέδιο μπορεί να οργανωθεί σε τρεις φάσεις.
Πρώτη φάση: Θεμελίωση της στρατηγικής βάσης.
Στην πρώτη πενταετία προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στους τομείς που δημιουργούν τις προϋποθέσεις για όλους τους υπόλοιπους.
Πρώτον, η Ελλάδα χρειάζεται να προσδιορίσει τις κρίσιμες αμυντικές δυνατότητες στις οποίες δεν μπορεί να εξαρτάται πλήρως από εξωτερικούς προμηθευτές. Πυρομαχικά, ανταλλακτικά, μη επανδρωμένα συστήματα, αισθητήρες, ηλεκτρονικός πόλεμος, επικοινωνίες και συστήματα επιτήρησης πρέπει να αποτελέσουν τον πυρήνα μιας ανανεωμένης αμυντικής βιομηχανικής πολιτικής.
Δεύτερον, πρέπει να δημιουργηθεί ένα ενιαίο πρόγραμμα στρατηγικών υποδομών. Λιμάνια, σιδηρόδρομοι, οδικοί άξονες, ενεργειακά δίκτυα και τηλεπικοινωνίες δεν πρέπει να σχεδιάζονται ως ξεχωριστά έργα. Πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ένα εθνικό δίκτυο που συνδέει τον ελληνικό χώρο με τα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.
Τρίτον, πρέπει να δημιουργηθούν στρατηγικά αποθέματα και εφεδρείες σε ενέργεια, καύσιμα, κρίσιμα υλικά, τρόφιμα, φαρμακευτικά προϊόντα και βασικό αμυντικό εξοπλισμό. Το στρατηγικό βάθος αρχίζει από την ικανότητα μιας χώρας να αντέξει μια παρατεταμένη κρίση χωρίς να παραλύσει.
Δεύτερη φάση: Ενοποίηση της παραγωγικής και γεωπολιτικής ισχύος.
Στη δεύτερη πενταετία, η Ελλάδα πρέπει να περάσει από τη δημιουργία δυνατοτήτων στη σύνδεσή τους.
Η αμυντική βιομηχανία πρέπει να συνδεθεί με την έρευνα και την πανεπιστημιακή γνώση. Η ναυτιλία πρέπει να συνδεθεί περισσότερο με τη ναυπηγική και τη ναυτική τεχνολογία. Τα λιμάνια πρέπει να συνδεθούν με τους σιδηροδρομικούς και οδικούς διαδρόμους. Η ενεργειακή πολιτική πρέπει να συνδεθεί με τη βιομηχανική παραγωγή. Και η τεχνολογία πρέπει να διαπερνά όλα τα παραπάνω.
Έτσι δημιουργείται ένας πολλαπλασιαστής ισχύος.
Ένα ελληνικό σύστημα μη επανδρωμένων αεροναυτικών μέσων, για παράδειγμα, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως αμυντικό πρόγραμμα. Μπορεί να συνδέεται με ελληνικές εταιρείες τεχνολογίας, πανεπιστήμια, ναυτιλιακές εφαρμογές, επιτήρηση θαλάσσιων περιοχών, πολιτική προστασία και ασφάλεια κρίσιμων υποδομών.
Με τον ίδιο τρόπο, ένα λιμάνι δεν πρέπει να αποτελεί απλώς εμπορική εγκατάσταση. Πρέπει να συνδέεται με σιδηρόδρομο, αποθήκευση, ενεργειακές υποδομές, ναυπηγοεπισκευαστική δραστηριότητα και δίκτυα προς τα Βαλκάνια.
Η στρατηγική αξία προκύπτει ακριβώς από αυτή τη σύνδεση.
Τρίτη φάση: Μετατροπή της Ελλάδας σε δύναμη-κόμβο.
Στο τέλος της δεκαετίας, ο στόχος δεν θα πρέπει να είναι απλώς μια ισχυρότερη Ελλάδα στο εσωτερικό της. Θα πρέπει να είναι μια Ελλάδα που έχει αποκτήσει περιφερειακή γεωπολιτική βαρύτητα.
Σε αυτό το στάδιο, τα ελληνικά λιμάνια θα πρέπει να αποτελούν βασικούς κόμβους των βαλκανικών και μεσογειακών εμπορικών δικτύων. Η ελληνική ναυτιλία θα πρέπει να συνδέεται περισσότερο με την εγχώρια τεχνολογική και ναυπηγική βάση. Η ενεργειακή υποδομή θα πρέπει να προσφέρει πολλαπλές επιλογές. Η αμυντική βιομηχανία θα πρέπει να μπορεί να υποστηρίζει κρίσιμες ανάγκες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Και η Ελλάδα θα πρέπει να διαθέτει αρκετό στρατηγικό βάθος ώστε να μην εξαρτάται από μία μόνο εξωτερική δύναμη.
Τότε οι επτά άξονες παύουν να είναι επτά ξεχωριστές πολιτικές.
Η αμυντική βιομηχανία παρέχει στρατηγική αντοχή.
Η ενεργειακή ασφάλεια μειώνει την εξάρτηση.
Η παραγωγική και διατροφική βάση προστατεύει την κοινωνία και την οικονομία σε περίοδο κρίσης.
Η τεχνολογία αυξάνει την ικανότητα επιτήρησης, άμυνας και παραγωγής.
Το ανθρώπινο δυναμικό παρέχει το προσωπικό που χρειάζονται όλοι οι παραπάνω τομείς.
Η ναυτιλία και οι λιμενικές υποδομές μετατρέπουν τη γεωγραφία σε οικονομική και γεωπολιτική ισχύ.
Και η πολιτική συνέχεια εξασφαλίζει ότι το σύστημα δεν καταρρέει με την αλλαγή μιας κυβέρνησης.
Από αυτά μπορεί να προκύψει ένας ενιαίος κύκλος στρατηγικής ισχύος:
Άμυνα → Βιομηχανία → Τεχνολογία → Υποδομές → Ενέργεια → Εμπόριο → Δημοσιονομική ισχύς → Άμυνα.
Όσο ισχυρότερος γίνεται ο κύκλος, τόσο αυξάνεται η δυνατότητα της Ελλάδας να αντέχει εξωτερικές πιέσεις.
Αυτό είναι το σημείο όπου η έννοια της στρατηγικής αυτονομίας αποκτά πραγματικό περιεχόμενο. Δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα θα παράγει τα πάντα μόνη της. Σημαίνει ότι δεν θα υπάρχει ένας κρίσιμος τομέας στον οποίο η διακοπή μιας εξωτερικής σχέσης θα μπορεί να παραλύσει ολόκληρο το ελληνικό σύστημα.
Η ελληνική στρατηγική πρέπει επομένως να επιδιώκει ελεγχόμενη αλληλεξάρτηση. Συνεργασία με πολλούς, εξάρτηση από κανέναν σε κρίσιμα σημεία.
Αυτό σημαίνει επίσης ότι οι διεθνείς συμμαχίες πρέπει να αξιοποιούνται ως πολλαπλασιαστές ισχύος και όχι ως υποκατάστατο της εθνικής ισχύος. Η Ελλάδα μπορεί να ανήκει σε ευρωπαϊκούς και ατλαντικούς θεσμούς και ταυτόχρονα να αναπτύσσει δικές της σχέσεις στα Βαλκάνια, στην Ανατολική Μεσόγειο, στον αραβικό κόσμο και ευρύτερα στην Ευρασία.
Η αρχή είναι απλή: κάθε νέα σχέση πρέπει να προσθέτει μία ακόμη επιλογή στην ελληνική στρατηγική, όχι να αφαιρεί όλες τις υπόλοιπες.
Με αυτόν τον τρόπο, η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει σταδιακά τη γεωγραφία της σε πραγματική στρατηγική ισχύ.
Δεν χρειάζεται να γίνει αυτάρκης σε όλα.
Χρειάζεται να γίνει ανθεκτική στα κρίσιμα, ανταγωνιστική στα στρατηγικά και απαραίτητη στους διαδρόμους που συνδέουν την Ευρασία με τη Μεσόγειο.
Τότε ο θαλάσσιος βραχίονας της Ευρασίας δεν θα αποτελεί απλώς έναν ιστορικό ή γεωπολιτικό συμβολισμό. Θα αποτελεί λειτουργική πραγματικότητα.
Το συγκεκριμένο ελληνικό σχέδιο στρατηγικής αυτονομίας
Η ελληνική στρατηγική δεν μπορεί να περιοριστεί στη διατύπωση γενικών στόχων. Εάν η Ελλάδα θέλει να μετατραπεί από γεωγραφικό πέρασμα σε αυτόνομο γεωπολιτικό κόμβο, χρειάζεται ένα συγκεκριμένο σχέδιο με ορίζοντα δεκαπενταετίας, σαφείς προτεραιότητες και μετρήσιμα αποτελέσματα.
Ο στόχος δεν είναι η πλήρης αυτάρκεια. Αυτό θα ήταν οικονομικά παράλογο και γεωπολιτικά αδύνατο. Ο στόχος είναι διαφορετικός: κρίσιμη αυτάρκεια, πολλαπλές επιλογές και στρατηγικός έλεγχος των υποδομών που καθορίζουν την ελληνική γεωγραφική αξία.
1. Εθνικό Συμβούλιο Στρατηγικού Σχεδιασμού
Πρώτο βήμα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός μόνιμου μηχανισμού στρατηγικού σχεδιασμού που θα υπερβαίνει τον εκλογικό κύκλο.
Ο μηχανισμός αυτός θα συνδέει άμυνα, ενέργεια, βιομηχανία, υποδομές, ναυτιλία, τεχνολογία, δημογραφία και εξωτερική πολιτική. Θα καταρτίζει δεκαπενταετές Εθνικό Σχέδιο Ισχύος και θα επανεξετάζει κάθε τρία χρόνια τους στόχους του.
Έτσι, η Ελλάδα θα αποκτήσει για πρώτη φορά ένα ενιαίο στρατηγικό πλαίσιο αντί για επτά ή οκτώ διαφορετικές πολιτικές που συχνά σχεδιάζονται χωρίς μεταξύ τους σύνδεση.
2. Εθνικός Θαλάσσιος Σχεδιασμός
Η Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπίσει τον θαλάσσιο χώρο της ως ενιαίο στρατηγικό σύστημα.
Αιγαίο, Κρήτη, Ανατολική Μεσόγειος, Ιόνιο και οι θαλάσσιες συνδέσεις προς τη Μαύρη Θάλασσα πρέπει να ενταχθούν σε ένα κοινό σχέδιο που θα συνδέει Πολεμικό Ναυτικό, Ακτοφυλακή, λιμένες, ναυτιλία, ενεργειακές υποδομές και θαλάσσια επιτήρηση.
Ο στόχος είναι διπλός: αποτροπή και ελευθερία θαλάσσιων επικοινωνιών.
Η Ελλάδα πρέπει να μπορεί να γνωρίζει τι συμβαίνει στον θαλάσσιο χώρο της, να προστατεύει τις κρίσιμες υποδομές της και να διατηρεί ανοικτές τις βασικές θαλάσσιες οδούς σε περίοδο κρίσης.
3. Ελληνικό πρόγραμμα ναυτικής ισχύος
Η ναυτική ισχύς πρέπει να αποκτήσει μακροπρόθεσμο σχεδιασμό αντί να εξαρτάται από αποσπασματικές αγορές.
Ο σχεδιασμός πρέπει να περιλαμβάνει:
κύριες μονάδες επιφανείας,
υποβρύχια,
μη επανδρωμένα θαλάσσια και εναέρια συστήματα,
παράκτια επιτήρηση,
αντιαεροπορική και αντιπλοϊκή άμυνα,
ηλεκτρονικό πόλεμο,
δορυφορική και δικτυοκεντρική επιτήρηση,
δυνατότητα συντήρησης και αναπλήρωσης μέσα στην Ελλάδα.
Το κρίσιμο δεν είναι να αποκτήσει η Ελλάδα «το καλύτερο οπλικό σύστημα». Είναι να αποκτήσει ολόκληρο το σύστημα που επιτρέπει στον στόλο να επιχειρεί, να επιβιώνει και να αναπληρώνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα.
4. Ανασυγκρότηση της αμυντικής βιομηχανίας
Η Ελλάδα χρειάζεται εθνικό πρόγραμμα αμυντικής παραγωγής με σαφείς προτεραιότητες.
Πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι όσα μπορούν να παραχθούν σχετικά γρήγορα και έχουν μεγάλη επιχειρησιακή αξία: πυρομαχικά, drones, αντι-drone συστήματα, αισθητήρες, ηλεκτρονικά, συστήματα επικοινωνιών και εξαρτήματα.
Δεύτερη προτεραιότητα πρέπει να είναι η ναυτική τεχνολογία, τα συστήματα διοίκησης και ελέγχου και οι προηγμένες πλατφόρμες.
Τρίτη προτεραιότητα η δημιουργία ελληνικών τεχνολογικών εταιρειών που θα μπορούν να εξάγουν προϊόντα και να συμμετέχουν σε ευρωπαϊκές και διεθνείς αλυσίδες παραγωγής.
Ο στόχος δεν είναι να παράγουμε τα πάντα. Είναι να μην μπορεί ένας εξωτερικός προμηθευτής να διακόψει μονομερώς μια κρίσιμη ελληνική δυνατότητα.
5. Εθνικό δίκτυο στρατηγικών λιμένων
Τα ελληνικά λιμάνια πρέπει να λειτουργήσουν ως ενιαίο δίκτυο.
Ο Πειραιάς πρέπει να αποτελεί τον βασικό κόμβο της κεντρικής Μεσογείου.
Η Θεσσαλονίκη πρέπει να αποτελέσει την κύρια πύλη της Ελλάδας προς τα Βαλκάνια.
Η Αλεξανδρούπολη πρέπει να αναπτυχθεί ως κόμβος Θράκης, Βαλκανίων και Ανατολικής Μεσογείου.
Τα λιμάνια της Κρήτης πρέπει να ενταχθούν στον άξονα Ανατολικής Μεσογείου.
Η Ηγουμενίτσα πρέπει να λειτουργήσει ως δυτικός σύνδεσμος προς την Αδριατική και την Ιταλία.
Το ζητούμενο δεν είναι να ανταγωνίζονται τα λιμάνια μεταξύ τους. Είναι να λειτουργούν ως ένα ελληνικό δίκτυο θαλάσσιας ισχύος.
6. Θεσσαλονίκη–Βαλκάνια: ο βόρειος ελληνικός διάδρομος
Η Ελλάδα πρέπει να δημιουργήσει έναν ολοκληρωμένο διάδρομο από τη Θεσσαλονίκη προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη.
Λιμάνι, σιδηρόδρομος, οδικό δίκτυο, αποθήκες, τελωνεία, ενεργειακές διασυνδέσεις και ψηφιακές υποδομές πρέπει να λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα.
Ο στόχος είναι απλός:
τα εμπορεύματα που φτάνουν στη Μεσόγειο να έχουν λόγο να περνούν από την Ελλάδα για να φτάσουν στα Βαλκάνια και στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα.
Εάν επιτευχθεί αυτό, η ελληνική γεωγραφία μετατρέπεται σε οικονομική επιρροή.
7. Ελλάδα–Κύπρος–Ανατολική Μεσόγειος
Η Ελλάδα χρειάζεται μόνιμο στρατηγικό σχεδιασμό για τον άξονα Ελλάδας–Κύπρου.
Αυτός πρέπει να περιλαμβάνει άμυνα, θαλάσσια επιτήρηση, ενέργεια, υποδομές, τηλεπικοινωνίες, ναυτιλία και πολιτική προστασία.
Η Κύπρος μπορεί να λειτουργήσει ως ανατολικός κρίκος ενός ελληνικού θαλάσσιου δικτύου που εκτείνεται από το Αιγαίο προς την Ανατολική Μεσόγειο.
Η γεωγραφία εδώ δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα απόστασης αλλά ως προέκταση του ελληνικού στρατηγικού βάθους.
8. Ενεργειακός κόμβος με πολλαπλές επιλογές
Η Ελλάδα πρέπει να αποφύγει την αντικατάσταση μιας εξάρτησης από μία άλλη.
Χρειάζεται δίκτυο πολλαπλών ενεργειακών επιλογών: φυσικό αέριο, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, αποθήκευση, ανανεώσιμες πηγές, υποδομές LNG και διασυνδέσεις με Βαλκάνια και Ανατολική Μεσόγειο.
Η αρχή πρέπει να είναι:
καμία μοναδική πηγή, καμία μοναδική διαδρομή, κανένας μοναδικός προμηθευτής.
Έτσι η ενέργεια μετατρέπεται από σημείο ευπάθειας σε εργαλείο διαπραγμάτευσης.
9. Εθνική ναυπηγική και ναυτιλιακή στρατηγική
Η Ελλάδα διαθέτει μια τεράστια διεθνή ναυτιλιακή παρουσία, αλλά η οικονομική αυτή ισχύς πρέπει να συνδεθεί περισσότερο με την εγχώρια παραγωγή.
Ναυπηγεία, επισκευές, ναυτιλιακή τεχνολογία, λογισμικό, αυτοματισμοί, εξοπλισμός πλοίων και θαλάσσια ασφάλεια πρέπει να συγκροτήσουν ένα ελληνικό ναυτιλιακό βιομηχανικό οικοσύστημα.
Έτσι η Ελλάδα δεν θα περιορίζεται στο να διαθέτει πλοιοκτήτες παγκόσμιας κλίμακας. Θα διαθέτει και βιομηχανική βάση γύρω από τη θάλασσα.
10. Τεχνολογικός άξονας
Η Ελλάδα χρειάζεται ειδικό πρόγραμμα για τεχνολογίες διπλής χρήσης.
Τεχνητή νοημοσύνη, drones, δορυφορικά συστήματα, αισθητήρες, κυβερνοάμυνα, κρυπτογραφημένες επικοινωνίες και συστήματα επιτήρησης πρέπει να συνδεθούν με πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, Ένοπλες Δυνάμεις και ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Το κράτος πρέπει να λειτουργήσει ως πρώτος πελάτης και χρηματοδότης έρευνας, δημιουργώντας εγχώρια αγορά για τεχνολογίες που μπορούν στη συνέχεια να εξαχθούν.
11. Ανθρώπινο κεφάλαιο και δημογραφική αντοχή
Καμία στρατηγική δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς ανθρώπους.
Η Ελλάδα χρειάζεται ειδικά προγράμματα για μηχανικούς, τεχνικούς, ναυπηγούς, επιστήμονες, ειδικούς κυβερνοασφάλειας και προσωπικό υψηλής τεχνολογίας.
Παράλληλα, πρέπει να δημιουργήσει συνθήκες ώστε μέρος του ελληνικού επιστημονικού δυναμικού του εξωτερικού να επιστρέψει.
Η δημογραφική πολιτική επομένως δεν είναι μόνο κοινωνική πολιτική. Είναι πολιτική εθνικής ισχύος.
12. Πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική με συγκεκριμένους στόχους
Η εξωτερική πολιτική πρέπει να οργανωθεί γύρω από γεωγραφικούς άξονες:
Βαλκάνια → εμπορικοί και ενεργειακοί διάδρομοι.
Κύπρος–Ανατολική Μεσόγειος → ασφάλεια, ενέργεια και θαλάσσιες υποδομές.
Αραβικός κόσμος → επενδύσεις, ναυτιλία, ενέργεια και λιμάνια.
Μαύρη Θάλασσα → εμπορικές και ναυτιλιακές συνδέσεις.
Ευρώπη → βιομηχανία, χρηματοδότηση και πρόσβαση στην ενιαία αγορά.
Ευρύτερη Ασία → εμπορικές και θαλάσσιες συνδέσεις.
Κάθε άξονας πρέπει να υπηρετεί συγκεκριμένο ελληνικό συμφέρον. Όχι διπλωματία για τη συλλογή φωτογραφιών και χειραψιών, επειδή φαίνεται ότι οι κυβερνήσεις παθαίνουν αλλεργία όταν δεν έχουν μια «στρατηγική συνεργασία» να ανακοινώσουν.
Το χρονοδιάγραμμα
Το σχέδιο μπορεί να οργανωθεί σε τρεις περιόδους.
2027–2030: Θεμελίωση
Αμυντική βιομηχανία, στρατηγικά αποθέματα, λιμενικές και σιδηροδρομικές υποδομές, ενεργειακές εφεδρείες, drones και επιτήρηση, θεσμικός στρατηγικός σχεδιασμός.
2031–2035: Ενοποίηση
Σύνδεση λιμένων με Βαλκάνια, ανάπτυξη ναυπηγικής και τεχνολογίας, ενίσχυση ενεργειακών διασυνδέσεων, ενοποίηση ναυτιλιακής και βιομηχανικής πολιτικής, επέκταση ελληνικών οικονομικών δικτύων στην Ανατολική Μεσόγειο.
2036–2040: Περιφερειακή ισχύς
Σε αυτό το στάδιο η Ελλάδα πρέπει να διαθέτει ισχυρό ναυτικό, λειτουργική αμυντική βιομηχανία, στρατηγικές ενεργειακές εφεδρείες, ανταγωνιστικά λιμάνια, ισχυρό βαλκανικό δίκτυο, τεχνολογική βάση και πολλαπλές διεθνείς σχέσεις.
Τότε μπορεί να αξιολογηθεί εάν πράγματι έχει μετατραπεί σε δύναμη-κόμβο.
Η επιτυχία δεν θα μετρηθεί από τον αριθμό των συμφωνιών που θα έχει υπογράψει η Αθήνα. Θα μετρηθεί από πέντε απλά ερωτήματα:
Μπορεί η Ελλάδα να αντέξει μια παρατεταμένη κρίση;
Μπορεί να προστατεύσει τις θαλάσσιες επικοινωνίες της;
Μπορεί να συνεχίσει να παράγει κρίσιμα αγαθά και αμυντικό υλικό;
Μπορεί να προσφέρει στους γείτονές της εναλλακτικές εμπορικές, ενεργειακές και μεταφορικές διαδρομές;
Και μπορεί να αλλάξει στρατηγικό εταίρο ή κατεύθυνση χωρίς να καταρρεύσει;
Εάν η απάντηση είναι ναι, τότε η Ελλάδα θα έχει αποκτήσει πραγματική στρατηγική αυτονομία.
Όχι επειδή θα έχει γίνει μεγάλη δύναμη.
Αλλά επειδή θα έχει γίνει δύναμη που διαθέτει επιλογές.
Και αυτό είναι το τελικό νόημα της ελληνικής γεωπολιτικής στρατηγικής: να μετατρέψει τη θέση της χώρας από γεωγραφική ιδιότητα σε πολιτική ισχύ, την πολιτική ισχύ σε ελευθερία κινήσεων και την ελευθερία κινήσεων σε πραγματική στρατηγική αυτονομία.
Η Ελλάδα έξω από τα στενά γεωπολιτικά πλαίσια
Η ελληνική στρατηγική αυτονομία δεν μπορεί να οικοδομηθεί με την παραδοχή ότι η χώρα πρέπει να παραμείνει επ' αόριστον ενταγμένη σε ένα συγκεκριμένο υπερεθνικό γεωπολιτικό πλαίσιο. Το ζήτημα δεν είναι να προσαρμοστεί η ελληνική στρατηγική στις υπάρχουσες δομές, αλλά να εξεταστεί ποιο θεσμικό και γεωπολιτικό περιβάλλον επιτρέπει στην Ελλάδα να αξιοποιήσει πληρέστερα τη γεωγραφία της.
Σε αυτή την αντίληψη, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί έναν από τους χώρους μέσα στους οποίους κινείται σήμερα η Ελλάδα, όχι όμως το όριο της ελληνικής γεωπολιτικής.
Η πραγματική στρατηγική επιλογή είναι εάν η Ελλάδα θα παραμείνει δεμένη σε ένα σύστημα στο οποίο μεγάλο μέρος της οικονομικής, ενεργειακής, εμπορικής και εξωτερικής της πολιτικής καθορίζεται μέσα από υπερεθνικούς μηχανισμούς ή εάν θα επιδιώξει ένα διαφορετικό μοντέλο κρατικής αυτονομίας.
Ένα τέτοιο μοντέλο θα απαιτούσε πολύ μεγαλύτερη εθνική παραγωγική βάση, νομισματική και δημοσιονομική δυνατότητα, ενεργειακή ασφάλεια, αμυντική βιομηχανία, έλεγχο κρίσιμων υποδομών και δυνατότητα σύναψης ανεξάρτητων εμπορικών και στρατηγικών σχέσεων.
Δεν θα σήμαινε απομόνωση από την Ευρώπη. Η Ελλάδα παραμένει γεωγραφικά ευρωπαϊκή και πολιτισμικά συνδεδεμένη με την Ευρώπη. Θα σήμαινε όμως ότι η Ευρώπη δεν θα αποτελούσε το μοναδικό πλαίσιο μέσα από το οποίο η Ελλάδα αντιλαμβάνεται τον εαυτό της γεωπολιτικά.
Η ελληνική γεωγραφία είναι πολύ ευρύτερη από τα όρια οποιουδήποτε θεσμικού οργανισμού.
Η Ελλάδα βρίσκεται ταυτόχρονα στα Βαλκάνια, στη Μεσόγειο, στο Αιγαίο, απέναντι από τη Μαύρη Θάλασσα, δίπλα στην Ανατολική Μεσόγειο και στην είσοδο προς τη Μέση Ανατολή. Επομένως, μια ελληνική στρατηγική που περιορίζεται αποκλειστικά στον ευρωπαϊκό χώρο αφήνει αναξιοποίητο μεγάλο μέρος της γεωπολιτικής της δυνατότητας.
Το ζητούμενο δεν είναι να αντικατασταθεί μία εξάρτηση από μια άλλη. Δεν έχει νόημα η έξοδος από ένα πλαίσιο εάν ακολουθηθεί από πλήρη εξάρτηση από κάποιο άλλο.
Η πραγματική αυτονομία απαιτεί πολλαπλούς πόλους σχέσεων.
Έτσι η Ελλάδα δεν θα χρειάζεται να επιλέξει έναν μοναδικό προστάτη ή έναν μοναδικό γεωπολιτικό άξονα.
Θα χρειάζεται να διαθέτει αρκετή δική της ισχύ ώστε να διαπραγματεύεται με όλους.
Και εδώ ακριβώς επιστρέφουμε στο αρχικό μας σχήμα:
Γεωγραφία → παραγωγική ισχύς → στρατιωτική ισχύς → ενεργειακή ασφάλεια → πολλαπλές σχέσεις → ελευθερία κινήσεων → στρατηγική αυτονομία.
Αυτό είναι το νήμα που πρέπει να κρατήσουμε από εδώ και πέρα. Δεν θα ξαναβάλουμε την παραμονή στην ΕΕ ως αξίωμα του σχεδίου. Θα εξετάζουμε τις θεσμικές επιλογές με βάση το εάν αυξάνουν ή περιορίζουν την ελληνική ελευθερία κινήσεων, χωρίς να προδικάζουμε το πολιτικό αποτέλεσμα.
Και το επόμενο μέρος πρέπει πλέον να είναι το συγκεκριμένο μοντέλο ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μετά την απόκτηση αυτής της αυτονομίας, όχι «πώς γίνεται η Ελλάδα πιο αυτόνομη μέσα στην ΕΕ».
Η Ελλάδα απέναντι στους μεγάλους πόλους της Ευρασίας
Μια Ελλάδα που επιδιώκει πραγματική στρατηγική αυτονομία δεν μπορεί να οικοδομήσει την εξωτερική της πολιτική γύρω από την επιλογή ενός μοναδικού προστάτη. Η γεωγραφική της θέση επιβάλλει μια διαφορετική λογική: σχέσεις με πολλαπλούς πόλους ισχύος, με κάθε σχέση να υπηρετεί συγκεκριμένα ελληνικά συμφέροντα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι σχέσεις θα έχουν το ίδιο βάθος. Ούτε ότι η Ελλάδα θα πρέπει να αντιμετωπίζει όλους τους γεωπολιτικούς πόλους ως ισοδύναμους. Σημαίνει ότι δεν θα παραχωρεί σε κανέναν τη δυνατότητα να καθορίζει το σύνολο της ελληνικής στρατηγικής.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική πρέπει επομένως να οργανωθεί γύρω από συγκεκριμένους εθνικούς στόχους και όχι απλώς γύρω από γενικές διακηρύξεις περί «πολυδιάστατης πολιτικής».
Πρώτος στόχος: ο έλεγχος του άμεσου ελληνικού θαλάσσιου χώρου.
Αιγαίο, Κρήτη και Ανατολική Μεσόγειος αποτελούν τον πρώτο και μη διαπραγματεύσιμο γεωπολιτικό κύκλο της Ελλάδας. Προτεραιότητα πρέπει να είναι η διατήρηση της ελευθερίας κινήσεων των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, η προστασία των θαλάσσιων επικοινωνιών και η δυνατότητα επιτήρησης του συνόλου του ελληνικού θαλάσσιου χώρου.
Χωρίς αυτόν τον πυρήνα, οποιαδήποτε ευρύτερη ευρασιατική στρατηγική παραμένει θεωρητική.
Δεύτερος στόχος: η διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου σε ενιαίο στρατηγικό σχεδιασμό.
Η Ελλάδα πρέπει να επιδιώξει μόνιμη πολιτική, αμυντική, ενεργειακή και οικονομική διασύνδεση με την Κύπρο. Στόχος δεν είναι μόνο η πολιτική υποστήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά η δημιουργία ενός συνεκτικού ελληνικού θαλάσσιου άξονα που θα εκτείνεται από το Αιγαίο μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο.
Η Κύπρος μπορεί να αποτελέσει τον ανατολικό κρίκο αυτού του συστήματος και να αυξήσει το στρατηγικό βάθος της Ελλάδας.
Τρίτος στόχος: η ελληνική οικονομική και υποδομική διείσδυση στα Βαλκάνια.
Η Ελλάδα πρέπει να επιδιώξει να καταστεί η βασική θαλάσσια έξοδος της Βαλκανικής προς τη Μεσόγειο.
Αυτό σημαίνει ανάπτυξη των συνδέσεων Θεσσαλονίκης, Καβάλας και Αλεξανδρούπολης με τα βαλκανικά δίκτυα, ενίσχυση των σιδηροδρομικών και οδικών διαδρόμων και δημιουργία ελληνικών logistics hubs.
Ο στόχος είναι συγκεκριμένος: οι βαλκανικές οικονομίες να έχουν οικονομικό και γεωγραφικό συμφέρον να χρησιμοποιούν την Ελλάδα ως πύλη προς τη Μεσόγειο.
Με αυτόν τον τρόπο η ελληνική επιρροή δεν θα στηρίζεται μόνο στη διπλωματία αλλά σε πραγματικές αλληλεξαρτήσεις.
Τέταρτος στόχος: η μετατροπή της Θεσσαλονίκης σε βαλκανική πύλη.
Η Θεσσαλονίκη πρέπει να αποτελέσει τον βασικό βόρειο κόμβο της ελληνικής γεωπολιτικής στρατηγικής.
Ο στόχος δεν είναι απλώς η αύξηση της εμπορικής δραστηριότητας του λιμανιού. Είναι η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος λιμανιού, σιδηροδρόμου, οδικών δικτύων, αποθηκών, ενέργειας και ψηφιακών υποδομών που θα συνδέει τη Μεσόγειο με τη Σερβία, τη Βόρεια Μακεδονία, τη Βουλγαρία και ευρύτερα την Κεντρική Ευρώπη.
Έτσι η Θεσσαλονίκη μπορεί να γίνει ο βόρειος χερσαίος βραχίονας της ελληνικής θαλάσσιας στρατηγικής.
Πέμπτος στόχος: η Αλεξανδρούπολη ως κόμβος Θράκης και Μαύρης Θάλασσας.
Η Αλεξανδρούπολη πρέπει να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο ελληνικό σχέδιο που θα συνδέει το Αιγαίο με τη Θράκη, τα Βαλκάνια και τις εμπορικές οδούς προς τη Μαύρη Θάλασσα.
Η αξία της δεν πρέπει να περιορίζεται στη στρατιωτική χρήση ή σε έναν συγκεκριμένο ενεργειακό ρόλο. Ο στόχος πρέπει να είναι η ανάπτυξη ενός πολυλειτουργικού κόμβου μεταφορών, ενέργειας, εμπορίου και στρατηγικών υποδομών.
Έκτος στόχος: η Ελλάδα ως νότια θαλάσσια έξοδος της Μαύρης Θάλασσας.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αποκτήσει έλεγχο στη Μαύρη Θάλασσα. Χρειάζεται να καταστεί ένας από τους βασικούς διαύλους μέσω των οποίων οι εμπορικές ροές της Μαύρης Θάλασσας μπορούν να φτάνουν στη Μεσόγειο.
Η ελληνική ναυτιλία, τα λιμάνια, τα logistics και οι χερσαίες υποδομές μπορούν να συνδεθούν σε ένα σύστημα που θα δημιουργεί ελληνική γεωοικονομική παρουσία στον άξονα Μαύρη Θάλασσα–Αιγαίο–Μεσόγειος.
Έβδομος στόχος: η δημιουργία ελληνικού ενεργειακού κόμβου.
Η Ελλάδα πρέπει να επιδιώξει να αποτελεί σημείο εισόδου, μεταφοράς, αποθήκευσης και διανομής ενέργειας προς τα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.
Το κρίσιμο όμως είναι η διαφοροποίηση. Η ελληνική ενεργειακή στρατηγική δεν πρέπει να αντικαταστήσει μία μονοδιάστατη εξάρτηση με μία άλλη.
Ο στόχος είναι πολλαπλές πηγές, πολλαπλές διαδρομές και δυνατότητα επιλογής.
Όγδοος στόχος: η ανασύνδεση της ελληνικής ναυτιλίας με την ελληνική παραγωγική βάση.
Η ελληνική ναυτιλία αποτελεί παγκόσμια δύναμη, αλλά η στρατηγική αξία της αυξάνεται όταν συνδέεται με ελληνικά ναυπηγεία, ναυτιλιακή τεχνολογία, επισκευές, εξοπλισμό πλοίων, λογισμικό και υπηρεσίες.
Ο στόχος είναι η Ελλάδα να μην διαθέτει μόνο ελληνικό ναυτιλιακό κεφάλαιο, αλλά ένα ολόκληρο ελληνικό θαλάσσιο βιομηχανικό οικοσύστημα.
Ένατος στόχος: η κρίσιμη αμυντική αυτονομία.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να παράγει κάθε οπλικό σύστημα. Πρέπει όμως να μπορεί να παράγει ή να εξασφαλίζει την αναπλήρωση των κρίσιμων δυνατοτήτων της.
Πυρομαχικά, drones, αντι-drone συστήματα, αισθητήρες, ηλεκτρονικός πόλεμος, επικοινωνίες, ανταλλακτικά και συστήματα επιτήρησης πρέπει να αποτελέσουν τον πυρήνα μιας εθνικής αμυντικής βιομηχανικής βάσης.
Ο στόχος είναι απλός: καμία εξωτερική δύναμη να μην μπορεί να παραλύσει την ελληνική άμυνα διακόπτοντας μία μόνο αλυσίδα εφοδιασμού.
Δέκατος στόχος: ελληνική τεχνολογική κυριαρχία σε κρίσιμους τομείς.
Η Ελλάδα πρέπει να επιλέξει συγκεκριμένους τεχνολογικούς τομείς στους οποίους μπορεί να αποκτήσει πραγματική ικανότητα: μη επανδρωμένα συστήματα, θαλάσσια επιτήρηση, κυβερνοάμυνα, δορυφορικές εφαρμογές, τεχνητή νοημοσύνη, ηλεκτρονικά και ασφαλείς επικοινωνίες.
Δεν χρειάζεται να ανταγωνιστεί τις μεγάλες δυνάμεις σε ολόκληρο το φάσμα της τεχνολογίας. Χρειάζεται να αποκτήσει εξειδικευμένα πλεονεκτήματα σε τεχνολογίες που υπηρετούν τη δική της γεωγραφία και άμυνα.
Ενδέκατος στόχος: οικονομικές σχέσεις με τον αραβικό κόσμο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελλάδα πρέπει να επιδιώξει να γίνει ο φυσικός ευρωπαϊκός και μεσογειακός κόμβος για κεφάλαια, εμπόριο, ενέργεια και θαλάσσιες μεταφορές από τον αραβικό κόσμο.
Οι σχέσεις με Αίγυπτο, χώρες του Κόλπου και άλλες χώρες της Ανατολικής Μεσογείου πρέπει να αποκτήσουν μόνιμο οικονομικό υπόβαθρο και να μην περιορίζονται σε αμυντικές ή διπλωματικές συμφωνίες.
Δωδέκατος στόχος: άνοιγμα των ελληνικών εμπορικών διαύλων προς την Ευρασία.
Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει τη θέση της για να συνδεθεί με τις ευρασιατικές εμπορικές ροές, χωρίς να μετατραπεί σε προέκταση οποιασδήποτε μεγάλης δύναμης.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της έννοιας του «θαλάσσιου βραχίονα της Ευρασίας»: η Ελλάδα δεν χρειάζεται να ελέγχει την ευρασιατική ενδοχώρα. Χρειάζεται να αποτελεί έναν από τους βασικούς θαλάσσιους διαύλους μέσω των οποίων η ενδοχώρα επικοινωνεί με τη Μεσόγειο.
Δέκατος τρίτος στόχος: στρατηγική διαφοροποίηση των προμηθειών και των αγορών.
Η Ελλάδα πρέπει να μειώσει τις κρίσιμες μονοεξαρτήσεις της.
Αυτό αφορά ενέργεια, άμυνα, πρώτες ύλες, τεχνολογία, τρόφιμα, χρηματοδότηση και εμπορικές αγορές.
Ο κανόνας πρέπει να είναι:
μία κρίσιμη ανάγκη → περισσότερες από μία διαθέσιμες επιλογές.
Μόνο έτσι η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική αποκτά πραγματικό περιεχόμενο.
Δέκατος τέταρτος στόχος: η Ελλάδα ως δύναμη-κόμβος και όχι ως δύναμη-δορυφόρος.
Όλοι οι προηγούμενοι στόχοι καταλήγουν εδώ.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει μεγάλη δύναμη με την έννοια της Ρωσίας, της Κίνας ή των Ηνωμένων Πολιτειών. Χρειάζεται να αποκτήσει τέτοια συγκέντρωση γεωγραφικής, οικονομικής, ναυτικής, ενεργειακής και τεχνολογικής ισχύος ώστε να μπορεί να επηρεάζει το περιβάλλον της.
Ο στόχος είναι να μπορεί να πει:
«Αυτή είναι η ελληνική επιλογή και διαθέτουμε τις δυνατότητες για να την υποστηρίξουμε».
Αυτό είναι το σημείο όπου η στρατηγική αυτονομία παύει να είναι ιδεολογικό σύνθημα.
Η Ελλάδα δεν θα έχει στρατηγική αυτονομία επειδή θα αποχωρήσει από έναν οργανισμό ή επειδή θα ενταχθεί σε έναν άλλο. Θα την έχει όταν η αλλαγή ενός εξωτερικού πλαισίου δεν θα μπορεί από μόνη της να παραλύσει το ελληνικό κράτος.
Τότε η συμμετοχή ή μη συμμετοχή σε κάθε διεθνή θεσμό θα αποτελεί στρατηγική επιλογή και όχι υπαρξιακή ανάγκη.
Και τότε ολοκληρώνεται η αρχική μας αλυσίδα:
Γεωγραφία → Ισχύς → Επιλογές → Ελευθερία κινήσεων → Διαπραγματευτική ικανότητα → Στρατηγική αυτονομία.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιλέξει έναν νέο αφέντη.
Χρειάζεται να αποκτήσει τη δυνατότητα να επιλέγει η ίδια.
Από τη γεωπολιτική θέση στη στρατηγική πρωτοβουλία
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αξιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση απλώς ως πλεονέκτημα διέλευσης. Η αξία της βρίσκεται στη δυνατότητα να μετατρέψει τη θέση αυτή σε πραγματική στρατηγική ισχύ. Το Αιγαίο, η Κρήτη, η Ανατολική Μεσόγειος, τα Βαλκάνια και η έξοδος προς τη Μαύρη Θάλασσα συγκροτούν έναν ενιαίο γεωπολιτικό χώρο, μέσα στον οποίο η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως θαλάσσιος κόμβος της Ευρασίας προς τη Μεσόγειο.
Αυτό προϋποθέτει έλεγχο των θαλάσσιων γραμμών, ισχυρή ναυτική παρουσία, λειτουργικά λιμάνια, παραγωγική και αμυντική βάση και δυνατότητα συνεργασίας με διαφορετικούς γεωπολιτικούς πόλους χωρίς αποκλειστική εξάρτηση από κανέναν. Η ελληνική στρατηγική δεν πρέπει επομένως να στηρίζεται στην επιλογή ενός προστάτη, αλλά στη δημιουργία πολλαπλών επιλογών.
Η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει τον θαλάσσιο βραχίονα ενός ευρύτερου ευρασιατικού χώρου χωρίς να μετατραπεί σε εξάρτημα κάποιας μεγάλης δύναμης. Η πραγματική αυτονομία δεν σημαίνει απομόνωση. Σημαίνει την ικανότητα να διατηρείς ανοιχτούς διαφορετικούς δρόμους και να επιλέγεις κάθε φορά εκείνον που εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον.
Αυτό είναι και το ουσιαστικό γεωπολιτικό ζητούμενο: όχι να αποκτήσει η Ελλάδα απλώς περισσότερες σχέσεις, αλλά να αποκτήσει περισσότερες επιλογές. Γιατί τελικά η γεωγραφία δίνει τη δυνατότητα, η ισχύς δημιουργεί τις επιλογές και η στρατηγική αυτονομία κρίνεται από το αν ένα κράτος μπορεί πράγματι να τις χρησιμοποιήσει.
Το γεωπολιτικό συμπέρασμα
Η εξέλιξη της τελευταίας περιόδου δείχνει ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα. Η ουκρανική κρίση δεν δημιούργησε από μόνη της τις ευρωπαϊκές αντιθέσεις, αλλά τις έκανε εμφανείς. Η διαφορετική γεωγραφική θέση των κρατών, οι οικονομικές τους ανάγκες, οι σχέσεις τους με τη Ρωσία και η διαφορετική αντίληψή τους για τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών δημιουργούν ένα ολοένα πιο σύνθετο ευρωπαϊκό περιβάλλον.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να διατηρήσει τη θεσμική της ενότητα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα διαθέτει και ενιαία στρατηγική κατεύθυνση. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Η θεσμική ενότητα δεν ισοδυναμεί με στρατηγική ενότητα και η συμμετοχή σε μια κοινή πολιτική δομή δεν εξαλείφει τις διαφορετικές γεωπολιτικές επιδιώξεις των κρατών.
Παράλληλα, η μεταβολή της διεθνούς ισορροπίας περιορίζει την αποτελεσματικότητα του παλαιού ατλαντικού πλαισίου ως μοναδικού σημείου αναφοράς. Η ανάδυση πολλαπλών κέντρων ισχύος δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο η Ευρώπη καλείται να διαχειριστεί περισσότερες από μία στρατηγικές κατευθύνσεις. Ρωσία, Κίνα, Ηνωμένες Πολιτείες και οι περιφερειακές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής και της Ασίας δεν αποτελούν ένα ενιαίο στρατόπεδο, αλλά διαμορφώνουν από κοινού ένα πολύ πιο σύνθετο σύστημα διεθνών ανταγωνισμών και συνεργασιών.
Σε αυτό το περιβάλλον, το κρίσιμο ζήτημα για την Ελλάδα είναι ακόμη πιο συγκεκριμένο. Η χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τη γεωγραφία της ως απλό σύνορο της Ευρώπης ή ως προκεχωρημένο σημείο ενός ευρύτερου ατλαντικού συστήματος. Η θέση της την καθιστά φυσικό σύνδεσμο ανάμεσα στα Βαλκάνια, τη Μαύρη Θάλασσα, την Ανατολική Μεσόγειο και τον ευρύτερο ευρασιατικό χώρο.
Η ελληνική γεωπολιτική επιλογή μπορεί επομένως να στηριχθεί σε μια διαφορετική λογική: όχι Ελλάδα ανάμεσα σε δύο κόσμους, αλλά Ελλάδα ως σύνδεσμος μεταξύ διαφορετικών κόσμων. Η θάλασσα δεν αποτελεί απλώς το όριο της ελληνικής επικράτειας. Αποτελεί το μέσο μέσω του οποίου η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη στρατηγική ακτίνα.
Αυτό όμως απαιτεί πραγματική ισχύ. Η γεωγραφία από μόνη της δεν αρκεί. Η ναυτική παρουσία, οι υποδομές, η παραγωγική βάση, η ενεργειακή ασφάλεια, η τεχνολογία και η δυνατότητα αυτόνομης δράσης είναι αυτά που μετατρέπουν τη γεωγραφική θέση σε πολιτική ισχύ.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι η Ελλάδα να εγκαταλείψει έναν γεωπολιτικό χώρο για να ενταχθεί σε έναν άλλο. Είναι να μπορεί να συνεργάζεται με διαφορετικές δυνάμεις χωρίς να μετατρέπεται σε εξάρτημα κάποιας από αυτές. Η συνεργασία μπορεί να αυξήσει την ισχύ ενός κράτους, όταν διατηρείται η δυνατότητα επιλογής. Αντίθετα, η μονοδιάστατη εξάρτηση περιορίζει τη διαπραγματευτική του ικανότητα και τελικά τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τη γεωγραφική του θέση.
Η Ελλάδα διαθέτει τη γεωγραφία για να αποτελέσει έναν σημαντικό θαλάσσιο κόμβο της Ευρασίας προς τη Μεσόγειο. Το αν θα μετατρέψει αυτή τη δυνατότητα σε πραγματική γεωπολιτική ισχύ δεν θα κριθεί από τις διακηρύξεις της, αλλά από την ικανότητά της να δημιουργήσει επιλογές, να προστατεύσει τα συμφέροντά της και να αξιοποιήσει τη θέση της μέσα στο νέο σύστημα ισχύος.
Γιατί τελικά, στη νέα πολυπολική πραγματικότητα, το βασικό μέτρο της ισχύος δεν είναι μόνο πόσο ισχυρό είναι ένα κράτος, αλλά πόσες επιλογές διαθέτει όταν έρθει η στιγμή να αποφασίσει.
Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών






