Η Κατατετμημένη Heartland και η υπέρβαση της αγγλοσαξονικής γεωπολιτικής.
Μετα-Αγγλοσαξονική Γεωπολιτική
Στην εποχή της μετάβασης προς έναν πολυπολικό κόσμο, επανέρχεται στο κέντρο της γεωπολιτικής συζήτησης μία από τις θεμελιώδεις έννοιες της κλασικής Γεωπολιτικής: η Heartland, η Καρδιογαία.
Από τον Mackinder και τον Spykman έως τη γερμανική γεωπολιτική παράδοση και τις μεταγενέστερες αμερικανικές στρατηγικές αναγνώσεις, η γεωπολιτική σκέψη ασχολήθηκε επανειλημμένα με την αντιπαράθεση ανάμεσα στην ηπειρωτική και τη θαλάσσια ισχύ. Δεν πρόκειται για έναν απόλυτο νόμο της Ιστορίας, αλλά για ένα από τα σημαντικότερα θεωρητικά σχήματα μέσω των οποίων επιχειρήθηκε να ερμηνευθεί η παγκόσμια κατανομή ισχύος.
Στο σχήμα αυτό, η Heartland αντιπροσωπεύει τον ηπειρωτικό πυρήνα της Ευρασίας, ενώ απέναντί της αναπτύσσεται η Θαλάσσια Ισχύς, η οποία ιστορικά συνδέθηκε αρχικά με τη Βρετανική Αυτοκρατορία και αργότερα με την παγκόσμια στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η λογική της Θαλάσσιας Ισχύος στηρίζεται στον έλεγχο των θαλάσσιων οδών και των παράκτιων ζωνών της Ευρασίας, περιορίζοντας τη δυνατότητα μιας μεγάλης ηπειρωτικής δύναμης να αποκτήσει ανεμπόδιστη πρόσβαση στις θάλασσες και να μετατρέψει το γεωγραφικό της βάθος σε παγκόσμια ισχύ.
Ο Mackinder συμπύκνωσε τη θεωρία του στο γνωστό γεωπολιτικό σχήμα: όποιος κυριαρχεί στην Ανατολική Ευρώπη μπορεί να κυριαρχήσει στη Heartland· όποιος κυριαρχεί στη Heartland μπορεί να κυριαρχήσει στην Παγκόσμια Νήσο· και όποιος κυριαρχεί στην Παγκόσμια Νήσο αποκτά τη δυνατότητα παγκόσμιας κυριαρχίας.
Ο Spykman μετέφερε αργότερα το κέντρο βάρους προς τη Rimland, την τεράστια παράκτια ζώνη που περιβάλλει τον ευρασιατικό πυρήνα. Στη δική του αντίληψη, ο έλεγχος της Rimland αποτελούσε το κλειδί για την ισορροπία ισχύος στην Ευρασία και, μέσω αυτής, για την παγκόσμια ισορροπία.
Μέσα από αυτή την οπτική, η γεωπολιτική ιστορία μπορεί να διαβαστεί ως μια διαρκής αλληλεπίδραση μεταξύ χερσαίας και θαλάσσιας ισχύος, μεταξύ του ηπειρωτικού πυρήνα και των δυνάμεων που επιχειρούν να ελέγξουν τις προσβάσεις και την περιφέρειά του.
Αυτό ακριβώς το κλασικό μοντέλο καλείται σήμερα να προσαρμοστεί σε μια διαφορετική πραγματικότητα: σε έναν κόσμο όπου ούτε η Heartland ούτε η Rimland μπορούν πλέον να ερμηνευθούν μέσα από έναν μοναδικό πόλο ισχύος.
Ο Διπολικός Κόσμος του Ψυχρού Πολέμου
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η γεωπολιτική αντιπαράθεση μπορούσε σε μεγάλο βαθμό να ερμηνευθεί μέσα από αυτό το κλασικό σχήμα. Η Σοβιετική Ένωση κατείχε το μεγαλύτερο μέρος του ευρασιατικού ηπειρωτικού πυρήνα, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες οικοδόμησαν ένα εκτεταμένο σύστημα συμμαχιών γύρω από την περιφέρειά του.
Η διάλυση της ΕΣΣΔ στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ανέτρεψε αυτή την ισορροπία. Η Ρωσία έχασε σημαντικό μέρος της γεωπολιτικής επιρροής που διέθετε η Σοβιετική Ένωση και το διεθνές σύστημα εισήλθε σε εκείνο που χαρακτηρίστηκε ως «μονοπολική στιγμή».
Η υποχώρηση της Heartland δεν εκφράστηκε μόνο εξωτερικά, μέσω της επέκτασης της δυτικής επιρροής στον μετασοβιετικό χώρο. Στην ευρασιατική ανάγνωση της περιόδου, εκφράστηκε και στο εσωτερικό της ίδιας της Ρωσίας, μέσα από την ανάδειξη πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων που επιδίωκαν τη βαθύτερη ενσωμάτωσή της στη δυτική μεταψυχροπολεμική τάξη.
Αυτό ακριβώς το εσωτερικό δίκτυο πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής επιρροής περιγράφεται από την ευρασιατική σχολή με τον όρο «Πέμπτη Φάλαγγα». Υπό αυτή την οπτική, η κρίση της ρωσικής Heartland κατά τη δεκαετία του 1990 δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα εξωτερικής γεωπολιτικής υποχώρησης, αλλά και εσωτερικής αποδυνάμωσης της δυνατότητας του ρωσικού κράτους να λειτουργεί ως αυτόνομος πόλος ισχύος.
Μέσα σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκε και η περίφημη θέση του Francis Fukuyama περί του «Τέλους της Ιστορίας»: η αντίληψη ότι η μεγάλη ιδεολογική αντιπαράθεση είχε ουσιαστικά ολοκληρωθεί και ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία αποτελούσε τον τελικό ορίζοντα της πολιτικής εξέλιξης.
Η εξέλιξη των επόμενων δεκαετιών δεν επιβεβαίωσε μια τόσο γραμμική πορεία.
Η άνοδος του Vladimir Putin σηματοδότησε σταδιακά διαφορετική κατεύθυνση για τη Ρωσία. Η ενίσχυση της κεντρικής κρατικής εξουσίας, η ανάκτηση μεγαλύτερου ελέγχου επί στρατηγικών τομέων και η επαναφορά της έννοιας της κρατικής κυριαρχίας περιόρισαν την επιρροή εκείνων των δυνάμεων που η ευρασιατική σχολή εντάσσει στην έννοια της «Πέμπτης Φάλαγγας».
Παράλληλα, η Ρωσία επανήλθε ως σημαντικός γεωπολιτικός δρών, η Κίνα αναδείχθηκε σε παγκόσμια οικονομική και στρατηγική δύναμη, ενώ νέοι περιφερειακοί πόλοι άρχισαν να διεκδικούν μεγαλύτερα περιθώρια στρατηγικής αυτονομίας.
Η μεταψυχροπολεμική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών δεν εξαφανίστηκε. Εκείνο που μεταβλήθηκε ήταν η δυνατότητα ενός και μόνο κέντρου ισχύος να διαμορφώνει χωρίς σοβαρά αντίβαρα το σύνολο του διεθνούς συστήματος.
Έτσι, εκείνο που στις αρχές του 21ου αιώνα μπορούσε ακόμη να περιγραφεί ως υπό διαμόρφωση πολυπολικότητα, σήμερα αποτελεί πολύ πιο ορατή τάση του διεθνούς συστήματος.
Η μονοπολική περίοδος δεν αποδείχθηκε λοιπόν το τελικό στάδιο της παγκόσμιας ιστορίας. Αποδείχθηκε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδος ανάμεσα στην κατάρρευση της σοβιετικής ισχύος και στην επανεμφάνιση πολλαπλών κέντρων δύναμης.
Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται το βασικό θεωρητικό πρόβλημα: εάν ο κόσμος γίνεται πολυπολικός, μπορεί η ίδια η Heartland να εξακολουθήσει να νοείται ως μία και αδιαίρετη;
Ο Πολυπολικός Κόσμος, οι Αντιφάσεις και ο Ρόλος της Ελλάδας
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη αντίφαση της κλασικής γεωπολιτικής όταν επιχειρούμε να την εφαρμόσουμε στον πολυπολικό κόσμο.
Εάν υπάρχει μόνο μία Θαλάσσια Δύναμη και απέναντί της μόνο μία Heartland, τότε εξακολουθούμε ουσιαστικά να περιγράφουμε ένα διπολικό γεωπολιτικό σύστημα. Η πραγματική πολυπολικότητα προϋποθέτει περισσότερα ανεξάρτητα κέντρα ισχύος, με διαφορετικές πολιτισμικές, οικονομικές και στρατηγικές βάσεις.
Η Ρωσία μπορεί να αποτελεί τον ιστορικό πυρήνα της ευρασιατικής Heartland, αλλά δεν μπορεί να αποτελεί τον μοναδικό χερσαίο πόλο ενός πολυπολικού κόσμου. Από εδώ προκύπτει η έννοια της κατατετμημένης Heartland: η δυνατότητα ύπαρξης περισσότερων ηπειρωτικών ή ηπειρωτικά προσανατολισμένων κέντρων ισχύος, τα οποία διατηρούν τη δική τους αυτονομία χωρίς να αποτελούν αναγκαστικά τμήματα ενός ενιαίου πολιτικού μπλοκ.
Η παλαιότερη γερμανική γεωπολιτική σκέψη είχε ήδη επιχειρήσει να αντιληφθεί την Κεντρική Ευρώπη ως ιδιαίτερο ηπειρωτικό χώρο. Σήμερα το ενδιαφέρον αυτής της συζήτησης δεν βρίσκεται στην αναβίωση των πολιτικών σχεδίων του Μεσοπολέμου, αλλά στο ερώτημα εάν μπορεί να υπάρξει ένας αυτόνομος ευρωπαϊκός ηπειρωτικός πόλος μέσα σε ένα πολυπολικό σύστημα.
Μέσα σε αυτή τη θεωρητική προβληματική εντάσσεται και η ιδέα μιας ιδιαίτερης ευρωπαϊκής Heartland, καθώς και ενός πιθανού γεωπολιτικού άξονα Λευκωσία–Αθήνα–Βελιγράδι–Μόσχα. Δεν πρόκειται για υφιστάμενη πολιτική ή στρατιωτική συμμαχία, αλλά για ένα θεωρητικό γεωπολιτικό σχήμα που εξετάζει τη δυνατότητα στενότερης σύνδεσης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης με τον ευρασιατικό χώρο, χωρίς την κατάργηση της αυτονομίας των επιμέρους κρατών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η θέση της Ελλάδας.
Η Ελλάδα βρίσκεται γεωγραφικά στην ευρωπαϊκή Rimland, σε έναν χώρο όπου συναντώνται η Ανατολική Μεσόγειος, τα Βαλκάνια, οι προσβάσεις προς τη Μαύρη Θάλασσα και οι θαλάσσιες οδοί προς τη Μέση Ανατολή.
Η ιστορική σημασία αυτής της θέσης εμφανίστηκε ήδη στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Μακεδονικό Μέτωπο αποτέλεσε σημαντικό επιχειρησιακό χώρο για την Αντάντ. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα Βαλκάνια και η Ανατολική Μεσόγειος παρέμειναν κρίσιμα για τον έλεγχο των θαλάσσιων και χερσαίων προσβάσεων προς την ευρωπαϊκή ήπειρο.
Η Ελλάδα, ως χώρα της παράκτιας ζώνης, ακολούθησε ιστορικά επιλογές υψηλής στρατηγικής που τη συνέδεσαν με τις κυρίαρχες θαλάσσιες δυνάμεις στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους. Η γεωγραφική της θέση, άλλωστε, καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολη τη μακροχρόνια ουδετερότητα σε συγκρούσεις τέτοιας κλίμακας.
Ο ίδιος ο Mackinder είχε εξετάσει τη σημασία του ελληνικού χώρου μέσα από τη σχέση χερσαίας και θαλάσσιας ισχύος, εντάσσοντάς τον στη μεγαλύτερη γεωπολιτική αντιπαράθεση για τις προσβάσεις προς την Παγκόσμια Νήσο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η γεωγραφία καθορίζει αυτομάτως την πολιτική επιλογή της Ελλάδας. Σημαίνει όμως ότι η θέση της στο όριο μεταξύ ηπειρωτικού και θαλάσσιου χώρου της προσδίδει διαχρονική γεωστρατηγική σημασία.
Εάν, επομένως, η διεθνής τάξη εξελίσσεται προς ένα σύστημα πολλαπλών πόλων, το ελληνικό ζήτημα αποκτά νέα διάσταση. Το ερώτημα δεν είναι απλώς αν η Ελλάδα ανήκει γεωγραφικά στη Rimland, αλλά ποιο βαθμό στρατηγικής αυτονομίας μπορεί να αποκτήσει μια χώρα της Rimland όταν γύρω της αναπτύσσονται περισσότερα του ενός κέντρα ισχύος.
Και ακριβώς εδώ η θεωρία της κατατετμημένης Heartland παύει να αποτελεί μόνο μια αφηρημένη γεωπολιτική κατασκευή και αρχίζει να αποκτά άμεσο ενδιαφέρον για τη θέση της Ελλάδας μέσα στον αναδυόμενο πολυπολικό κόσμο.
Η Κινεζική Heartland και οι Προεκτάσεις της στον Ισλαμικό Κόσμο
Η περίπτωση της Κίνας αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα για την κλασική θεωρία της Heartland. Γεωγραφικά, μεγάλο μέρος της κινεζικής ισχύος αναπτύσσεται στη Rimland της Ανατολικής Ασίας. Ταυτόχρονα όμως η Κίνα διαθέτει τεράστιο ηπειρωτικό βάθος, ελέγχει έναν ενιαίο χερσαίο χώρο που εκτείνεται βαθιά στην Κεντρική Ασία και έχει αναπτύξει χερσαίες οικονομικές και στρατηγικές συνδέσεις προς το εσωτερικό της Ευρασίας.
Επομένως, η Κίνα δύσκολα μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως δύναμη της Rimland.
Εάν χρησιμοποιήσουμε την έννοια της κατατετμημένης Heartland, μπορούμε να αντιληφθούμε την Κίνα ως έναν ιδιαίτερο και αυτόνομο ευρασιατικό πόλο, χωρίς να αφαιρούμε από τη Ρωσία τον ιστορικό χαρακτήρα της ως κεντρικού πυρήνα της κλασικής Heartland.
Εδώ όμως εμφανίζεται ένα κρίσιμο ζήτημα. Μια κινεζική Heartland δεν μπορεί να αποτελεί απλώς προέκταση της ρωσικής. Και αντίστροφα, η ανάδειξη της Κίνας σε αυτόνομο ηπειρωτικό πόλο δεν συνεπάγεται ότι η Ρωσία υποτάσσεται σε μια κινεζική γεωπολιτική αρχιτεκτονική.
Η πολυπολικότητα αποκτά νόημα ακριβώς επειδή επιτρέπει την ύπαρξη περισσότερων ανεξάρτητων κέντρων ισχύος.
Η σημερινή σχέση Ρωσίας και Κίνας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον μέσα από αυτό το πρίσμα. Οι δύο χώρες έχουν ενισχύσει τον στρατηγικό συντονισμό τους και δηλώνουν επίσημα ότι επιδιώκουν την ανάπτυξη ενός πολυπολικού διεθνούς συστήματος. Το 2026 συνέχισαν να εμβαθύνουν αυτή τη συνεργασία, τόσο διμερώς όσο και μέσα από οργανισμούς όπως ο SCO και οι BRICS. (ΥΠΕΞ Κίνας)
Αυτό όμως δεν καταργεί την αυτονομία τους. Ρωσία και Κίνα παραμένουν δύο διαφορετικοί πόλοι, με διαφορετική γεωγραφία, οικονομία, ιστορική εμπειρία και στρατηγικά συμφέροντα.
Και εδώ ακριβώς η έννοια της κατατετμημένης Heartland αποκτά μεγαλύτερη χρησιμότητα από ένα απλό σχήμα «Ρωσία εναντίον Δύσης».
Το ίδιο ερώτημα επεκτείνεται στον Ισλαμικό Κόσμο. Ο τεράστιος χώρος από την Τουρκία και το Ιράν έως την Κεντρική Ασία και το Πακιστάν περιλαμβάνει διαφορετικούς πολιτισμούς, κράτη και ιστορικές αυτοκρατορικές παραδόσεις. Δεν αποτελεί ενιαίο γεωπολιτικό πόλο. Θα μπορούσε όμως, μέσα στη θεωρία της κατατετμημένης Heartland, να περιλαμβάνει περισσότερα αυτόνομα κέντρα ισχύος που αλληλεπιδρούν με τη Ρωσία, την Κίνα και την Ινδία.
Η ίδια λογική μπορεί να επεκταθεί ακόμη περισσότερο. Η Ινδία, η Λατινική Αμερική και η Αφρική δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζονται ως περιφέρειες καταδικασμένες να ενταχθούν σε έναν από δύο αντίπαλους συνασπισμούς.
Η διεύρυνση των BRICS και η αυξανόμενη παρουσία του λεγόμενου Global South στη διεθνή πολιτική δείχνουν τουλάχιστον την αναζήτηση μεγαλύτερων περιθωρίων αυτονομίας από διαφορετικά κράτη. Στη σύνοδο των BRICS του Σεπτεμβρίου 2026 συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, Κίνα, Ρωσία, Ινδία, Ιράν, Νότια Αφρική, Αίγυπτος, Ινδονησία, Αιθιοπία και ΗΑΕ. (ΥΠΕΞ Κίνας)
Η πολυπολικότητα, επομένως, δεν απαιτεί μία νέα υπερδύναμη που θα αντικαταστήσει την προηγούμενη. Απαιτεί περισσότερα κέντρα ικανά να διατηρούν στρατηγική αυτονομία.
Make America Great Again ή το Αμερικανικό Heartland
Εάν δεχθούμε τη λογική μιας κατατετμημένης Heartland, τότε προκύπτει ένα φαινομενικά παράδοξο ερώτημα: μπορούν και οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες να αποκτήσουν χαρακτηριστικά Heartland;
Η κλασική Γεωπολιτική αντιμετώπισε τον αγγλοσαξονικό κόσμο πρωτίστως ως φορέα της Θαλάσσιας Ισχύος. Η αμερικανική παγκόσμια παρουσία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ενίσχυσε αυτή την εικόνα μέσω ενός τεράστιου δικτύου συμμαχιών, στρατιωτικών βάσεων, θαλάσσιων οδών και οικονομικών θεσμών.
Η εμφάνιση του Donald Trump και του συνθήματος Make America Great Again επέτρεψε όμως μια διαφορετική θεωρητική ανάγνωση.
Το MAGA έθεσε στο κέντρο την αμερικανική κυριαρχία, την παραγωγική βάση, τα σύνορα, την ενέργεια και την προτεραιότητα του εθνικού συμφέροντος. Στη δεύτερη προεδρία Trump, το America First εξακολουθεί να αποτελεί δηλωμένη κεντρική αρχή της αμερικανικής στρατηγικής. (The White House)
Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να μιλήσουμε θεωρητικά για την εμφάνιση μιας αμερικανικής Heartland: μιας Αμερικής που αντιλαμβάνεται πρωτίστως τον εαυτό της ως κυρίαρχο εθνικό και ηπειρωτικό χώρο και όχι αποκλειστικά ως διαχειριστή μιας παγκόσμιας φιλελεύθερης τάξης.
Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή δεν είναι ούτε ολοκληρωμένη ούτε μονοσήμαντη.
Η σημερινή αμερικανική πολιτική συνδυάζει το America First με τη διατήρηση και, σε ορισμένα πεδία, την ενίσχυση της εξωτερικής αμερικανικής ισχύος. Η κυβέρνηση Trump εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το NATO, τη στρατιωτική ισχύ, τις κυρώσεις, την ενεργειακή ισχύ και τις διεθνείς οικονομικές πιέσεις ως εργαλεία αμερικανικής στρατηγικής. (The White House)
Επομένως, το MAGA δεν αποδεικνύει ακόμη τη μετάβαση από τη Θαλάσσια Αμερική στην αμερικανική Heartland.
Αποκαλύπτει όμως μια πραγματική εσωτερική αντίφαση: ανάμεσα στην Αμερική ως παγκόσμια δύναμη που επιδιώκει να διατηρήσει την εξωτερική της πρωτοκαθεδρία και στην Αμερική ως κυρίαρχο εθνικό κράτος που απαιτεί οι διεθνείς δεσμεύσεις του να υπηρετούν άμεσα το δικό του συμφέρον.
Σε έναν πραγματικά πολυπολικό κόσμο, αυτή η αντίφαση μπορεί να αποκτήσει καθοριστική σημασία.
Οδεύοντας προς έναν Νέο Γεωπολιτικό Κόσμο
Η έννοια της κατατετμημένης Heartland αποτελεί τελικά την κεντρική θεωρητική πρόταση αυτής της προσέγγισης.
Ο πολυπολικός κόσμος δεν μπορεί να οικοδομηθεί αντικαθιστώντας απλώς μία ηγεμονία με μία άλλη. Εάν η αμερικανική μονοπολικότητα αντικατασταθεί από μια κινεζική, ρωσική ή οποιαδήποτε άλλη μονοπολικότητα, τότε δεν έχουμε αλλάξει το γεωπολιτικό μοντέλο. Έχουμε αλλάξει μόνο τον κυρίαρχο.
Η πραγματική πολυπολικότητα προϋποθέτει περισσότερα αυτόνομα κέντρα ισχύος: ρωσικό, κινεζικό, ινδικό, ισλαμικό, ευρωπαϊκό, αμερικανικό και ενδεχομένως στο μέλλον αφρικανικό και λατινοαμερικανικό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλοι αυτοί οι χώροι αποτελούν ήδη συγκροτημένους ή ισοδύναμους πόλους.
Η Heartland παύει έτσι να είναι αποκλειστικά ένας γεωγραφικός χώρος στο κέντρο της Ευρασίας και μετατρέπεται σε ευρύτερη θεωρητική έννοια: χώρος κυριαρχίας, στρατηγικής αυτονομίας και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας.
Σε αυτή τη νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική, η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε ένα ιδιαίτερο ερώτημα.
Η γεωγραφία της δεν της επιτρέπει να αποσυρθεί από τις μεγάλες γεωπολιτικές μεταβολές. Βρίσκεται ανάμεσα στην Ευρώπη, τα Βαλκάνια, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα και τη Μέση Ανατολή.
Το πραγματικό ζήτημα επομένως δεν είναι εάν η Ελλάδα μπορεί να ξεφύγει από τη γεωπολιτική.
Είναι εάν θα διαθέτει αρκετή στρατηγική αυτονομία ώστε να συμμετέχει στη διαμόρφωση του περιβάλλοντός της ή εάν θα περιορίζεται στην προσαρμογή στις αποφάσεις ισχυρότερων κέντρων.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη σημασία της κατατετμημένης Heartland: όχι στην αντικατάσταση μιας αυτοκρατορικής γεωγραφίας από μια άλλη, αλλά στην αναζήτηση ενός διεθνούς συστήματος όπου περισσότεροι πολιτισμοί και περισσότερα κράτη μπορούν να διεκδικούν κυριαρχία, επιλογές και στρατηγική αυτονομία.
Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών






