Ιράν, Ορμούζ και τα όρια της δυτικής ισχύος σε έναν πολυπολικό κόσμο.
Η αμερικανική πίεση στο Ιράν απέδωσε. Μέσα σε μία ημέρα από την ενεργοποίηση των νέων αεροπορικών κυρώσεων, ιρανικές πτήσεις προς τη Βαγδάτη, το Μουσκάτ, την Ντόχα, την Τιφλίδα και το Μπακού σταμάτησαν ή ανεστάλησαν. Η Ουάσιγκτον απέδειξε ότι εξακολουθεί να διαθέτει την οικονομική και πολιτική ισχύ για να επηρεάζει τις αποφάσεις κρατών που βρίσκονται μέσα ή κοντά στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Υπήρξε όμως μία κρίσιμη εξαίρεση. Αεροσκάφος της Mahan Air αναχώρησε από την Τεχεράνη, προσγειώθηκε στην Guangzhou μετά την έναρξη των κυρώσεων και επέστρεψε το ίδιο βράδυ στο Ιράν. Το Πεκίνο επανέλαβε την αντίθεσή του στις μονομερείς κυρώσεις, ενώ δεν είχε ανακοινωθεί μέτρο εναντίον κινεζικού αεροδρομίου ή φορέα που συνδέεται με τη συγκεκριμένη γραμμή.
Αυτό το φαινομενικά μικρό περιστατικό αποκαλύπτει ένα πολύ μεγαλύτερο γεωπολιτικό πρόβλημα. Η αμερικανική ισχύς εξακολουθεί να λειτουργεί, αλλά δεν παράγει πλέον παντού το ίδιο αποτέλεσμα.
Η διαφορά είναι θεμελιώδης. Η πολυπολικότητα δεν προϋποθέτει μια αδύναμη Αμερική ούτε την εξαφάνιση της δυτικής ισχύος. Αρχίζει να γίνεται ορατή όταν εμφανίζονται δυνάμεις που διαθέτουν αρκετό οικονομικό, πολιτικό και γεωπολιτικό βάθος ώστε να διατηρούν πραγματικές επιλογές απέναντι στην πίεση της κυρίαρχης δύναμης.
Την ίδια στιγμή, οι επαφές Ουάσιγκτον και Τεχεράνης στη Νέα Υόρκη δείχνουν ότι το άμεσο παζάρι δεν περιορίζεται στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Οι όροι που μετέφερε η ιρανική πλευρά αφορούσαν την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, την αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων και τον τερματισμό των πολεμικών μετώπων. Στο κέντρο βρίσκεται πλέον και το Στενό του Ορμούζ και, μαζί του, η ασφάλεια ενός από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη.
Έτσι, δύο διαφορετικές εξελίξεις συναντώνται στο ίδιο σημείο: η αμερικανική προσπάθεια οικονομικού εξαναγκασμού και η διαπραγμάτευση για την περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Ανάμεσά τους βρίσκεται η Κίνα, όχι ως παθητικός παρατηρητής ούτε ως απλό εξάρτημα της ιρανικής στρατηγικής, αλλά ως δύναμη με δικά της συμφέροντα και δική της δυνατότητα επιλογής.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ισχυρές. Είναι εάν μπορούν ακόμη να μετατρέπουν την ισχύ τους σε καθολική συμμόρφωση.
Και ακριβώς σε αυτό το σημείο γίνεται ορατό το βαθύτερο ρήγμα ανάμεσα στη μονοπολική κληρονομιά και την αναδυόμενη πολυπολική πραγματικότητα.
Η Αμερικανική Πίεση και τα Όρια της Συμμόρφωσης.
Οι νέες αεροπορικές κυρώσεις προσφέρουν ένα καθαρό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί σήμερα η αμερικανική ισχύς. Η απειλή δευτερογενών κυρώσεων δεν στράφηκε μόνο εναντίον των ιρανικών αεροπορικών εταιρειών, αλλά και εναντίον όσων θα συνέχιζαν να τις εξυπηρετούν. Το αποτέλεσμα ήταν άμεσο: μέσα σε ελάχιστο χρόνο, ένα σημαντικό τμήμα του περιφερειακού δικτύου του Ιράν περιορίστηκε.
Αυτό έχει σημασία. Η μετάβαση προς την πολυπολικότητα δεν σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν την ικανότητα οικονομικού εξαναγκασμού. Το δολάριο, οι χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί, οι κυρώσεις και το αμερικανικό σύστημα συμμαχιών εξακολουθούν να δημιουργούν πραγματικό κόστος σε όποιο κράτος επιλέξει να τα αμφισβητήσει.
Το κρίσιμο στοιχείο βρίσκεται αλλού. Η αποτελεσματικότητα της πίεσης δεν υπήρξε καθολική.
Η πτήση της Mahan Air προς την Guangzhou συνέχισε να πραγματοποιείται μετά την έναρξη των νέων μέτρων. Η Κίνα δεν ακολούθησε τη συμπεριφορά των κρατών που περιόρισαν τις ιρανικές αεροπορικές συνδέσεις και επανέλαβε την αντίθεσή της στις μονομερείς κυρώσεις.
Εδώ εμφανίζεται το πραγματικό όριο της αμερικανικής στρατηγικής. Άλλο είναι να επιβάλεις υψηλό κόστος σε μικρότερα ή περισσότερο εξαρτημένα κράτη και διαφορετικό να επιχειρείς το ίδιο απέναντι σε μια δύναμη που διαθέτει το οικονομικό μέγεθος, την πολιτική αυτονομία και τη διεθνή επιρροή της Κίνας.
Η Ουάσιγκτον μπορεί να αυξήσει το κόστος μιας κινεζικής επιλογής. Δεν προκύπτει όμως ότι μπορεί να εξασφαλίσει αυτομάτως την αλλαγή της. Και αυτή ακριβώς η διαφορά χωρίζει την πίεση από τον έλεγχο.
Η πολυπολικότητα αρχίζει εκεί όπου η υπέρτερη δύναμη εξακολουθεί να πιέζει, αλλά ο αντίπαλος διατηρεί περισσότερες από μία πραγματικές επιλογές. Η Guangzhou αποκτά έτσι σημασία πολύ μεγαλύτερη από εκείνη μιας μεμονωμένης αεροπορικής σύνδεσης.
Δεν αποδεικνύει το τέλος της αμερικανικής ισχύος. Αποκαλύπτει το τέλος της αυτονόητης καθολικότητάς της.
Ορμούζ: Η Διαπραγμάτευση Πίσω από την Πίεση
Ενώ η Ουάσιγκτον επιχειρεί να περιορίσει τις επιλογές της Τεχεράνης μέσω κυρώσεων και αποκλεισμού, ένας δεύτερος μηχανισμός λειτουργεί παράλληλα: η διαπραγμάτευση. Οι επαφές στη Νέα Υόρκη δείχνουν ότι πίσω από τη δημόσια πολεμική ρητορική υπάρχει ενεργός δίαυλος μεταξύ των δύο πλευρών.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο περιεχόμενο των ιρανικών όρων. Η Τεχεράνη έθεσε τρία βασικά ζητήματα: τερματισμό του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων και τερματισμό του πολέμου στα περιφερειακά μέτωπα. Κανένα από αυτά δεν αφορά άμεσα το πυρηνικό πρόγραμμα.
Αυτό μετατοπίζει το κέντρο βάρους της συγκεκριμένης διαπραγμάτευσης. Το άμεσο αντικείμενο γίνεται η σχέση ανάμεσα στον αποκλεισμό και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ. Η ιρανική θέση συνδέει ουσιαστικά την ομαλοποίηση της ναυσιπλοΐας με την άρση της πίεσης που ασκείται στην ίδια την Τεχεράνη.
Έχουν εμφανιστεί πληροφορίες για ένα ευρύτερο σχέδιο που θα περιλάμβανε προσωρινή περιφερειακή εκεχειρία, σταδιακό άνοιγμα του Στενού και παράλληλη χαλάρωση του αποκλεισμού. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες αυτές παραμένουν ανεπιβεβαίωτες. Το ίδιο ισχύει για την αναφορά ότι το Ιράν θα μπορούσε να ανοίξει το Ορμούζ μέσα σε επτά ημέρες.
Το βέβαιο πολιτικά είναι ότι οι δύο πλευρές διαφωνούν όχι μόνο για το τι πρέπει να συμβεί, αλλά και για το ποιος πρέπει να κινηθεί πρώτος. Η Τεχεράνη ζητά χαλάρωση της πίεσης ως προϋπόθεση για αποκλιμάκωση. Η Ουάσιγκτον απαιτεί προηγουμένως έμπρακτη ιρανική κίνηση.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της αντιπαράθεσης. Το Ορμούζ δεν λειτουργεί πλέον μόνο ως θαλάσσιος διάδρομος ή ως στρατιωτικό σημείο συμφόρησης. Έχει μετατραπεί σε διαπραγματευτικό κεφάλαιο.
Και αυτό επιτρέπει στο Ιράν, παρά τη σαφή ανισορροπία στρατιωτικής ισχύος απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, να διατηρεί κάτι εξαιρετικά σημαντικό σε κάθε σύγκρουση: τη δυνατότητα να επιβάλλει κόστος και, μέσω αυτού, να παραμένει μέρος της διαπραγμάτευσης.
Η Κίνα δεν Υποχωρεί στην Αμερικανική Πίεση
Η περίπτωση της Guangzhou αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή δεν αποτελεί το μοναδικό σημείο στο οποίο η Κίνα διαφοροποιείται από την αμερικανική στρατηγική πίεσης προς το Ιράν. Το Πεκίνο έχει δηλώσει ότι επιθυμεί την επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ στη βάση μιας διαρκούς εκεχειρίας, χωρίς όμως να έχει αποδεχθεί τις αμερικανικές απαιτήσεις προς την Τεχεράνη.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον διαθέτει πρόσθετα μέσα οικονομικής πίεσης. Ο πρόσφατος νόμος κυρώσεων κατά Ρωσίας και Ιράν επιτρέπει την επιβολή δασμών έως και 100% στους πέντε μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου, μεταξύ των οποίων βρίσκονται η Κίνα και η Ινδία. Μέχρι το χρονικό σημείο των διαθέσιμων πληροφοριών, οι συγκεκριμένοι δασμοί δεν είχαν επιβληθεί.
Παράλληλα, η αμερικανική πλευρά δεν είχε προχωρήσει σε κυρώσεις κατά κινεζικού αεροδρομίου, εταιρείας επίγειας εξυπηρέτησης ή αεροπορικής εταιρείας για τη συνέχιση της αεροπορικής σύνδεσης με το Ιράν. Έτσι δημιουργείται μια εμφανής διαφοροποίηση ανάμεσα στην εφαρμογή των μέτρων στην περιφέρεια και στην αντιμετώπιση της Κίνας.
Οι σχέσεις Ουάσιγκτον και Πεκίνου παραμένουν ταυτόχρονα ανοικτές σε άλλα μέτωπα. Η εμπορική εκεχειρία μεταξύ των δύο πλευρών, η οποία επρόκειτο να λήξει τον Νοέμβριο, παρατάθηκε μέχρι τις 10 Ιανουαρίου, ενώ η κινεζική πλευρά είχε επιδιώξει πολύ μεγαλύτερη χρονική παράταση.
Στο ιρανικό ζήτημα, επομένως, το Πεκίνο βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη θέση. Επιθυμεί την επαναλειτουργία του Ορμούζ, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει χρησιμοποιήσει την επιρροή του για να επιβάλει στην Τεχεράνη τους όρους της Ουάσιγκτον.
Η εικόνα που προκύπτει είναι συγκεκριμένη: η αμερικανική πίεση περιόρισε γρήγορα τις ιρανικές αεροπορικές συνδέσεις σε αρκετές χώρες, αλλά η γραμμή προς την Κίνα παρέμεινε ανοικτή.
Αυτό είναι, προς το παρόν, το πραγματικό όριο που μπορούμε να διαπιστώσουμε. Τα υπόλοιπα θα κριθούν από το εάν η Ουάσιγκτον επιχειρήσει να επεκτείνει τις δευτερογενείς κυρώσεις και στην κινεζική πλευρά και από το πώς θα αντιδράσει τότε το Πεκίνο.
Από το Ορμούζ στο Yanbu: Η Πίεση Μεταφέρεται στην Ερυθρά Θάλασσα
Ενώ οι διαπραγματεύσεις επικεντρώνονται στο Ορμούζ, η ενεργειακή πίεση έχει μεταφερθεί και προς την Ερυθρά Θάλασσα. Η Σαουδική Αραβία είχε αρχίσει τη μερική επαναλειτουργία του East–West Pipeline, ο οποίος μεταφέρει πετρέλαιο προς το Yanbu και προσφέρει εναλλακτική έξοδο προς την Ερυθρά Θάλασσα.
Η σημασία του αγωγού αυξάνεται όσο η διέλευση από το Ορμούζ παραμένει προβληματική. Όμως το Yanbu βρίσκεται πλέον και αυτό υπό πίεση. Η σαουδαραβική πλευρά ανακοίνωσε την αναχαίτιση έξι βαλλιστικών πυραύλων από την Υεμένη με κατεύθυνση το Yanbu και το Taif, ενώ οι Χούθι ανακοίνωσαν παράλληλα επιθέσεις με πυραύλους και drones προς το Jazan.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις πληροφορίες ότι το Πακιστάν είχε ζητήσει από την Τεχεράνη να χρησιμοποιήσει την επιρροή της προς την Ansarallah για τον περιορισμό των επιθέσεων εναντίον σαουδαραβικών στόχων. Ο Πακιστανός υπουργός Εσωτερικών Mohsin Naqvi βρισκόταν στην Τεχεράνη στις 21 και 22 Σεπτεμβρίου και το ζήτημα των επιθέσεων κατά σαουδαραβικών υποδομών βρισκόταν στην ατζέντα.
Ωστόσο, η αναχαίτιση των πυραύλων προς το Yanbu δείχνει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια αποκλιμάκωσης δεν είχε μεταφραστεί σε ορατή παύση των επιθέσεων. Δεν είναι δυνατόν, με τα διαθέσιμα στοιχεία, να προσδιοριστεί εάν υπήρξε συγκεκριμένη ιρανική δέσμευση προς το Πακιστάν ούτε εάν μια τέτοια δέσμευση μεταφέρθηκε στην Ansarallah.
Παράλληλα, οι Χούθι υποστηρίζουν ότι η ναυσιπλοΐα στο Bab el-Mandeb παραμένει ασφαλής για τα πλοία που δεν συνδέονται με τη Σαουδική Αραβία. Η απειλή, επομένως, εμφανίζεται προς το παρόν στοχευμένη και όχι ως γενικό κλείσιμο της θαλάσσιας οδού.
Το αποτέλεσμα είναι ότι δύο κρίσιμοι ενεργειακοί άξονες βρίσκονται ταυτόχρονα υπό πίεση. Στα ανατολικά βρίσκεται το Ορμούζ, όπου η ναυσιπλοΐα αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Στα δυτικά βρίσκεται το Yanbu, η έξοδος του σαουδαραβικού αγωγού προς την Ερυθρά Θάλασσα, ενώ νοτιότερα βρίσκεται το Bab el-Mandeb.
Έτσι, η ενεργειακή κρίση δεν περιορίζεται πλέον σε ένα μόνο θαλάσσιο στενό. Η ασφάλεια της ροής πετρελαίου εξαρτάται ταυτόχρονα από το Ορμούζ, τη σαουδαραβική χερσαία παράκαμψη και την πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα.
Al Udeid και Pickaxe Mountain: Η Στρατιωτική Πίεση Δίπλα στη Διαπραγμάτευση
Την ώρα που ο δίαυλος Ουάσιγκτον–Τεχεράνης παραμένει ανοικτός, η στρατιωτική πίεση δεν έχει υποχωρήσει. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αναφερθεί δημόσια στο Pickaxe Mountain, την οχυρωμένη εγκατάσταση κοντά στη Natanz, δηλώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να χρειαστεί να την πλήξουν.
Η ιρανική απάντηση υπήρξε επίσης σαφής. Το Γενικό Επιτελείο προειδοποίησε ότι είναι έτοιμο να απαντήσει με βαρύτερα και λιγότερο προβλέψιμα πλήγματα σε περίπτωση νέας επίθεσης. Παράλληλα, διατυπώθηκε προειδοποίηση ότι μια νέα επίθεση εναντίον του Ιράν θα μπορούσε να επεκτείνει τον πόλεμο μέχρι τον Ινδικό Ωκεανό.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν οι πληροφορίες γύρω από την αμερικανική βάση Al Udeid στο Κατάρ. Εμπορικές δορυφορικές εικόνες της 21ης Σεπτεμβρίου φέρονται να δείχνουν τουλάχιστον 25 αμερικανικά αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού στην εγκατάσταση, στη μεγαλύτερη αναφερόμενη συγκέντρωση από τον Φεβρουάριο.
Η συγκεκριμένη πληροφορία, όμως, δεν έχει επιβεβαιωθεί επισήμως από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Συνεπώς, δεν μπορεί από μόνη της να παρουσιαστεί ως απόδειξη προετοιμασίας νέας αμερικανικής επίθεσης.
Το ίδιο ισχύει για τις αναφορές περί ιρανικής πρόθεσης να πληγεί προληπτικά το Al Udeid πριν από μια νέα αμερικανική εκστρατεία. Η δημόσια ιρανική θέση που διαθέτουμε είναι διαφορετική: η στρατιωτική απάντηση παρουσιάζεται ως αντίδραση σε νέα επίθεση, όχι ως ανακοινωμένη ανεξάρτητη προληπτική ενέργεια.
Μέσα στο ίδιο χρονικό παράθυρο αναφέρθηκε επίσης νέο πλήγμα εναντίον πλοίου στο Στενό του Ορμούζ. Δεν έχουν όμως εξακριβωθεί το πλοίο, η έκταση των ζημιών ή η πλευρά που πραγματοποίησε την επίθεση.
Η εικόνα, επομένως, παραμένει αντιφατική αλλά συγκεκριμένη: οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται ενώ οι στρατιωτικές απειλές παραμένουν ενεργές. Υπάρχει ανοικτός δίαυλος επικοινωνίας, αλλά ούτε το Pickaxe Mountain έχει εξαφανιστεί από την αμερικανική ρητορική ούτε η Τεχεράνη έχει αποσύρει τις προειδοποιήσεις για ισχυρότερη στρατιωτική απάντηση.
Η Αγορά Δείχνει ότι Συμφωνία δεν Υπάρχει Ακόμη
Η αβεβαιότητα αποτυπώνεται άμεσα στην αγορά πετρελαίου. Το Brent είχε υποχωρήσει κάτω από τα 99 δολάρια, καθώς οι επαφές στη Νέα Υόρκη και η μερική επαναλειτουργία του σαουδαραβικού East–West Pipeline δημιούργησαν προσδοκίες αποκλιμάκωσης.
Η εικόνα αντιστράφηκε γρήγορα. Μετά την ομιλία του Ιρανού προέδρου Masoud Pezeshkian, το Brent έκλεισε στα 103,08 δολάρια, ενώ την επόμενη ημέρα κινήθηκε πάνω από τα 106 δολάρια μετά τις νέες ιρανικές προειδοποιήσεις.
Η μεταβλητότητα αυτή δείχνει πόσο εύθραυστη παραμένει η κατάσταση. Ο δίαυλος Ουάσιγκτον–Τεχεράνης είναι ανοικτός, αλλά δεν υπάρχει ακόμη συμφωνία για τον αποκλεισμό ή την επαναλειτουργία του Ορμούζ.
Το κρίσιμο στοιχείο παραμένει η σειρά των κινήσεων: η Τεχεράνη συνδέει την ομαλοποίηση της ναυσιπλοΐας με την άρση του αποκλεισμού, ενώ από αμερικανικής πλευράς δεν έχει καταγραφεί αποδοχή αυτής της ακολουθίας.
Η αγορά, επομένως, δεν τιμολογεί ειρήνη. Τιμολογεί μια διαπραγμάτευση που παραμένει ανοικτή και μπορεί ακόμη να κινηθεί προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.
Η Πίεση Λειτουργεί, αλλά όχι Παντού
Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών δεν δείχνουν κατάρρευση της αμερικανικής ισχύος. Δείχνουν όμως ότι η δυνατότητα της Ουάσιγκτον να μετατρέπει αυτή την ισχύ σε συμμόρφωση δεν είναι ίδια απέναντι σε όλους.
Οι αεροπορικές κυρώσεις επηρέασαν γρήγορα αρκετές χώρες. Η Κίνα, αντίθετα, διατήρησε την αεροπορική σύνδεση με το Ιράν και επανέλαβε την αντίθεσή της στις μονομερείς κυρώσεις. Παράλληλα, το Πεκίνο ζητά επαναλειτουργία του Ορμούζ μέσω μιας διαρκούς εκεχειρίας, χωρίς να έχει υιοθετήσει τους αμερικανικούς όρους προς την Τεχεράνη.
Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν την πίεση μέσω του ναυτικού αποκλεισμού, των κυρώσεων και της στρατιωτικής παρουσίας, ενώ οι επαφές με το Ιράν συνεχίζονται. Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, δεν έχει εγκαταλείψει τους τρεις όρους που έχει θέσει.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο τα δεδομένα συναντούν την πολυπολικότητα: η πίεση παραμένει ισχυρή, αλλά η συμμόρφωση παύει να είναι καθολική.
Δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε μεγαλύτερο συμπέρασμα από αυτό που επιτρέπουν τα γεγονότα. Προς το παρόν, αυτό είναι αρκετό.
Οι Μεσολαβητές και η Αρχιτεκτονική της Διαπραγμάτευσης
Οι επαφές Ουάσιγκτον και Τεχεράνης στη Νέα Υόρκη δεν πραγματοποιούνται σε διπλωματικό κενό. Το Κατάρ εμφανίζεται να έχει κεντρικό ρόλο στη διαμεσολάβηση, ενώ στις επαφές έχουν εμπλακεί επίσης το Πακιστάν και, σύμφωνα με περιφερειακές πληροφορίες, η Αίγυπτος.
Υπάρχει πάντως διαφορετική περιγραφή για τη μορφή των συνομιλιών. Η αμερικανική πλευρά έχει αναφερθεί σε συνάντηση περίπου τριών ωρών, με τη συμμετοχή των Steve Witkoff και Jared Kushner. Η ιρανική πλευρά επιμένει ότι οι συνομιλίες ήταν έμμεσες, ενώ άλλες πληροφορίες περιγράφουν συνάντηση των δύο αντιπροσωπειών στον ίδιο χώρο. Ο πρωθυπουργός του Κατάρ φέρεται να συμμετείχε στο μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας.
Αυτό που μπορεί να θεωρηθεί ασφαλές είναι ότι υπήρξε οργανωμένος δίαυλος επικοινωνίας, με μεσολαβητές και συγκεκριμένους όρους στο τραπέζι. Αυτό που παραμένει ασαφές είναι εάν πραγματοποιήθηκε πλήρης απευθείας διαπραγμάτευση μεταξύ των δύο πλευρών.
Το Πακιστάν έχει παράλληλα ενεργοποιηθεί και προς την Τεχεράνη για το μέτωπο της Ερυθράς Θάλασσας, καθώς οι επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών υποδομών αποτελούν πρόσθετο εμπόδιο στην αποκλιμάκωση.
Έτσι, η διαπραγμάτευση δεν περιορίζεται πλέον σε έναν απλό άξονα ΗΠΑ–Ιράν. Γύρω της έχει σχηματιστεί ένα δίκτυο περιφερειακών μεσολαβητών, καθώς το Ορμούζ, η Ερυθρά Θάλασσα και η ασφάλεια των κρατών του Κόλπου έχουν συνδεθεί στην ίδια κρίση.
Νέες Στρατιωτικές και Περιφερειακές Μετατοπίσεις
Πέρα από τη διπλωματία, υπάρχουν ενδείξεις για βαθύτερη κινεζική παρουσία στο στρατιωτικό πεδίο. Έχουν καταγραφεί αναφορές για σχεδιαζόμενη αποστολή κινεζικών φορητών πυραυλικών συστημάτων, για πιθανή χρήση κινεζικής κατασκευής πυραύλου στην απώλεια αμερικανικού F-15 τον Απρίλιο και για κινεζικές εταιρείες που κατηγορήθηκαν ότι παρείχαν εικόνες οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν σε πλήγματα εναντίον αμερικανικών δυνάμεων.
Οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί στο σύνολό τους, ενώ το Πεκίνο αρνείται ότι εξοπλίζει οποιαδήποτε πλευρά. Επομένως δεν μπορούν να παρουσιαστούν ως απόδειξη άμεσης κινεζικής στρατιωτικής εμπλοκής.
Την ίδια στιγμή, το Πακιστάν αποκτά μεγαλύτερο περιφερειακό ρόλο. Ο απόστρατος αντιστράτηγος Nauman Mahmood ορίστηκε πρώτος γενικός γραμματέας του νέου αμυντικού σχήματος Σαουδικής Αραβίας–Τουρκίας–Πακιστάν, δίνοντας στο Ισλαμαμπάντ θεσμική θέση στην αρχιτεκτονική ασφαλείας γύρω από το Ριάντ. Αυτό συμβαίνει ενώ το Πακιστάν διατηρεί επαφές με την Τεχεράνη και συμμετέχει στις προσπάθειες αποκλιμάκωσης.
Παράλληλα, η κινεζοπακιστανική στρατιωτική συνεργασία εμφανίζεται και στην αγορά οπλικών συστημάτων. Υπάρχουν πληροφορίες για συνομιλίες της Σομαλίας με το Πακιστάν για την απόκτηση έως 24 μαχητικών JF-17, σε ένα πιθανό πακέτο περίπου 900 εκατομμυρίων δολαρίων. Δεν υπάρχει ακόμη υπογεγραμμένη συμφωνία. Το JF-17 αποτελεί προϊόν κινεζοπακιστανικής ανάπτυξης, γεγονός που προσθέτει μία ακόμη διάσταση στην παρουσία κινεζικής στρατιωτικής τεχνολογίας στην ευρύτερη περιοχή.
Στο ενεργειακό πεδίο, η σημασία του Ορμούζ παραμένει δύσκολο να παρακαμφθεί. Οι ασιατικές εισαγωγές πετρελαίου κατευθύνονταν προς περίπου 24 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τον Σεπτέμβριο, ενώ οι πιέσεις στα αποθέματα diesel και άλλων αποσταγμάτων αυξάνουν την ευαισθησία της αγοράς.
Γι’ αυτό ο σημαντικότερος δείκτης δεν είναι μόνο οι δηλώσεις Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, αλλά οι πραγματικές διελεύσεις πλοίων από το Ορμούζ. Εκεί θα φανεί εάν η διπλωματική κινητικότητα μετατρέπεται πράγματι σε αλλαγή των ενεργειακών ροών.
Η εικόνα είναι πλέον ευρύτερη από μια απλή αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ιράν: κινεζική οικονομική παρουσία, ενδείξεις στρατιωτικής εμπλοκής που παραμένουν υπό επιβεβαίωση, αυξανόμενος πακιστανικός ρόλος και διάδοση κινεζοπακιστανικής στρατιωτικής τεχνολογίας, ενώ το Ορμούζ εξακολουθεί να βρίσκεται στο κέντρο της ενεργειακής εξίσωσης.
Όταν η Ισχύς δεν Σημαίνει Καθολική Συμμόρφωση
Η κρίση γύρω από το Ιράν και το Ορμούζ δεν δείχνει την εξαφάνιση της αμερικανικής ισχύος. Οι κυρώσεις, ο ναυτικός αποκλεισμός και η στρατιωτική παρουσία εξακολουθούν να ασκούν πραγματική πίεση και να επηρεάζουν τις επιλογές κρατών της περιοχής.
Αυτό που αλλάζει είναι ότι η πίεση δεν παράγει παντού το ίδιο αποτέλεσμα. Η στάση της Κίνας αποτελεί το καθαρότερο παράδειγμα. Το Πεκίνο δεν ακολούθησε αυτομάτως την αμερικανική γραμμή, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει την επαναλειτουργία του Ορμούζ και τη διατήρηση των δικών του ενεργειακών συμφερόντων.
Παράλληλα, η ενεργοποίηση του Κατάρ και του Πακιστάν ως μεσολαβητών, η πίεση γύρω από το Yanbu και το Bab el-Mandeb και οι νέες στρατιωτικές μετατοπίσεις δείχνουν μια περιφερειακή σκακιέρα πολύ πιο σύνθετη από μια απλή αντιπαράθεση Ουάσιγκτον–Τεχεράνης.
Το Ορμούζ βρίσκεται στο κέντρο αυτής της αναμέτρησης επειδή συνδέει στρατιωτική πίεση, διπλωματία και παγκόσμιες ενεργειακές ροές.
Η αμερικανική ισχύς παραμένει τεράστια. Εκείνο που δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένο είναι η δυνατότητά της να μετατρέπει αυτή την ισχύ σε καθολική συμμόρφωση.
Και ίσως αυτή να είναι η καθαρότερη ένδειξη της μετάβασης από τη μονοπολική κληρονομιά σε μια πραγματικότητα όπου περισσότερα κράτη διατηρούν δικές τους επιλογές και μεγαλύτερα περιθώρια στρατηγικής αυτονομίας.
Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών






