Η 11η Σεπτεμβρίου υπό εξέταση: Τεχνικά στοιχεία, αντιφάσεις και εναλλακτικές ερμηνείες




Καταρρεύσεις, φυσικά ευρήματα, μαρτυρίες και επιχειρησιακά ερωτήματα γύρω από τους Δίδυμους Πύργους, το WTC 7 και το Πεντάγωνο


Η 11η Σεπτεμβρίου 2001 αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και πλέον αμφιλεγόμενα γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας. Οι επιθέσεις στη Νέα Υόρκη και στην Ουάσιγκτον δεν προκάλεσαν μόνο μια πρωτοφανή καταστροφή, αλλά δημιούργησαν και ένα τεράστιο πεδίο ερωτημάτων σχετικά με τις συνθήκες, τα τεχνικά χαρακτηριστικά και την ακριβή αλληλουχία των γεγονότων εκείνης της ημέρας.

Στα προηγούμενα μέρη της σειράς εξετάστηκε το ιστορικό και διεθνές πλαίσιο μέσα στο οποίο σημειώθηκαν οι επιθέσεις, καθώς και το βασικό χρονολόγιο των γεγονότων. Στο παρόν άρθρο η προσέγγιση είναι διαφορετική: η ανάλυση επικεντρώνεται στα τεχνικά στοιχεία, τα φυσικά ευρήματα, τις μαρτυρίες, τις επιχειρησιακές αντιφάσεις και τα σημεία της επίσημης αφήγησης που εξακολουθούν να προκαλούν αμφισβήτηση.

Ιδιαίτερη θέση κατέχουν η κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων, η κατάρρευση του World Trade Center 7, τα χαρακτηριστικά των ζημιών στο Πεντάγωνο, η Πτήση 77, οι πτητικές ικανότητες του Χάνι Χαντζούρ, οι αναφορές αυτοπτών και διασωστών, καθώς και ο ρόλος των στρατιωτικών ασκήσεων και της αμερικανικής αεράμυνας.

Σκοπός δεν είναι η απλή επανάληψη των επίσημων πορισμάτων, αλλά η εξέταση των στοιχείων που έχουν οδηγήσει ερευνητές και ανεξάρτητους αναλυτές να διατυπώσουν εναλλακτικές ερμηνείες, μεταξύ των οποίων και η υπόθεση ελεγχόμενης κατεδάφισης σε σχέση με τις καταρρεύσεις των κτιρίων. Παράλληλα, εξετάζονται οι αντιφάσεις, οι ασυνέπειες και τα σημεία όπου η επίσημη ανασύνθεση δεν φαίνεται να απαντά πλήρως σε όλα τα διαθέσιμα δεδομένα.

Το ζήτημα δεν είναι να θεωρηθεί κάθε αμφιλεγόμενο στοιχείο αυτομάτως αποδεικτικό μιας συγκεκριμένης εκδοχής. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι κατά πόσο η συνολική εικόνα των τεχνικών ευρημάτων, των μαρτυριών και των επιχειρησιακών δεδομένων επιτρέπει να θεωρηθεί η επίσημη αφήγηση πλήρης και οριστική.

Η παρούσα μελέτη, επομένως, δεν επιχειρεί να εξετάσει τις γεωπολιτικές συνέπειες που ακολούθησαν την 11η Σεπτεμβρίου. Εστιάζει αποκλειστικά στο ίδιο το γεγονός, στα στοιχεία που το περιβάλλουν και στα ερωτήματα που εξακολουθούν να παραμένουν ανοιχτά, περισσότερο από δύο δεκαετίες αργότερα.


Η κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων: τεχνικά ερωτήματα και εναλλακτικές ερμηνείες

Η κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό και οπτικά αναγνωρίσιμο στοιχείο των γεγονότων της 11ης Σεπτεμβρίου. Οι εικόνες των δύο κτιρίων να καταρρέουν μέσα σε σύννεφα σκόνης και συντριμμιών αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία διαμορφώθηκε μεγάλο μέρος της επίσημης τεχνικής αφήγησης. Ωστόσο, ακριβώς η μορφή της κατάρρευσης, η ταχύτητά της και ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκε εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης.

Η βασική εναλλακτική προσέγγιση δεν περιορίζεται στο ερώτημα αν οι προσκρούσεις των αεροσκαφών και οι πυρκαγιές προκάλεσαν σοβαρές ζημιές. Αυτό θεωρείται δεδομένο. Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν οι συγκεκριμένες ζημιές και οι θερμικές συνθήκες ήταν επαρκείς για να εξηγήσουν τον τρόπο, την ταχύτητα και την έκταση της συνολικής κατάρρευσης.

1.1 Η θερμοκρασία της φωτιάς και η συμπεριφορά του χάλυβα

Ένα από τα πρώτα τεχνικά ερωτήματα αφορά τη διαφορά μεταξύ της θερμοκρασίας καύσης της αεροπορικής κηροζίνης και της θερμοκρασίας στην οποία λιώνει ο δομικός χάλυβας.

Η κηροζίνη μπορεί να προκαλέσει εξαιρετικά έντονες πυρκαγιές, όμως η θερμοκρασία τήξης του χάλυβα βρίσκεται σε πολύ υψηλότερο επίπεδο. Επομένως, η συζήτηση δεν αφορά μόνο το εάν ο χάλυβας έλιωσε, αλλά εάν οι φωτιές μπορούσαν να μειώσουν την αντοχή του σε τέτοιο βαθμό ώστε να οδηγήσουν σε μια σχεδόν ολοκληρωτική και ταχύτατη κατάρρευση των κτιρίων.

Οι επικριτές της επίσημης εκδοχής υποστηρίζουν ότι η απλή αναφορά σε υψηλές θερμοκρασίες δεν απαντά στο σύνολο του προβλήματος. Ο χάλυβας μπορεί να χάσει σημαντικό μέρος της αντοχής του όταν θερμαίνεται, όμως παραμένει το ερώτημα πώς αυτή η απώλεια αντοχής μετατράπηκε σε μια κατάρρευση που εξελίχθηκε σε ολόκληρη την κατακόρυφη δομή.

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι τα κτίρια διέθεταν διαφορετικά δομικά στοιχεία, κεντρικούς πυρήνες, περιμετρικές κολόνες και πολλαπλά επίπεδα ορόφων. Η εναλλακτική ανάλυση εξετάζει κατά πόσο η αστοχία ορισμένων τμημάτων θα μπορούσε πράγματι να οδηγήσει στην πλήρη απώλεια της δομικής ακεραιότητας ολόκληρου του κτιρίου.

1.2 Η μορφή και η ταχύτητα της κατάρρευσης

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία αμφισβήτησης είναι η μορφή της κατάρρευσης. Οι Δίδυμοι Πύργοι δεν κατέρρευσαν απλώς τοπικά στο σημείο της πρόσκρουσης. Η κατάρρευση εξελίχθηκε προς τα κάτω, με μεγάλη ταχύτητα, προκαλώντας την καταστροφή σχεδόν ολόκληρου του κτιριακού όγκου.

Οι εναλλακτικοί ερευνητές θέτουν το ερώτημα κατά πόσο μια τέτοια εξέλιξη θα έπρεπε να παρουσιάζει μεγαλύτερη ασυμμετρία, δεδομένου ότι οι ζημιές, οι φωτιές και η καταπόνηση δεν ήταν ομοιόμορφες σε ολόκληρη τη δομή.

Η σχεδόν κατακόρυφη πορεία της κατάρρευσης, η εκτεταμένη κονιορτοποίηση υλικών και η εκτίναξη δομικών στοιχείων έχουν χρησιμοποιηθεί ως επιχειρήματα από όσους υποστηρίζουν ότι η εικόνα δεν εξηγείται πλήρως μόνο από τις πυρκαγιές και τη βαρύτητα.

Το βασικό ερώτημα είναι:

Εάν η κατάρρευση ξεκίνησε από συγκεκριμένη τοπική δομική αστοχία, με ποιον μηχανισμό μετατράπηκε σε τόσο γρήγορη και εκτεταμένη καταστροφή ολόκληρου του κτιρίου;

1.3 Οι αναφορές για εκρήξεις και διαδοχικούς κρότους

Πολλοί πυροσβέστες, διασώστες, εργαζόμενοι και αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν ότι άκουσαν δυνατούς κρότους ή εκρήξεις πριν και κατά τη διάρκεια των καταρρεύσεων.

Οι μαρτυρίες αυτές δεν είναι όλες ίδιες ούτε περιγράφουν απαραίτητα το ίδιο φαινόμενο. Ωστόσο, η συχνότητα με την οποία εμφανίζονται αναφορές για διαδοχικούς κρότους έχει αποτελέσει σημαντικό στοιχείο στην εναλλακτική βιβλιογραφία.

Οι υποστηρικτές της θεωρίας ελεγχόμενης κατεδάφισης θεωρούν ότι τέτοιες αναφορές θα μπορούσαν να συνδέονται με χρήση εκρηκτικών ή άλλων μηχανισμών προετοιμασίας της κατάρρευσης. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται σε περιγραφές για:

  • εκρήξεις σε χαμηλότερους ορόφους,
  • διαδοχικούς κρότους πριν από την κύρια κατάρρευση,
  • εκτίναξη υλικών προς τα έξω,
  • φαινόμενα που θυμίζουν ταυτόχρονη αστοχία πολλών δομικών σημείων.

Το γεγονός ότι μια μαρτυρία δεν αποτελεί από μόνη της τεχνική απόδειξη δεν σημαίνει ότι πρέπει να αγνοείται. Σε μια σοβαρή ιστορική έρευνα, οι μαρτυρίες εξετάζονται συγκριτικά με το οπτικό υλικό, τα τεχνικά δεδομένα και τη συνολική αλληλουχία των γεγονότων.

1.4 Η υπόθεση της ελεγχόμενης κατεδάφισης

Η θεωρία της ελεγχόμενης κατεδάφισης αποτελεί μία από τις πιο αμφιλεγόμενες αλλά και πιο επίμονες εναλλακτικές ερμηνείες της 11ης Σεπτεμβρίου.

Οι υποστηρικτές της θεωρούν ότι ορισμένα χαρακτηριστικά των καταρρεύσεων παρουσιάζουν ομοιότητες με κατεδαφίσεις στις οποίες χρησιμοποιούνται εκρηκτικά για την ταυτόχρονη ή διαδοχική εξουδετέρωση κρίσιμων δομικών στοιχείων. Μεταξύ των επιχειρημάτων που προβάλλονται περιλαμβάνονται:

  • η ταχύτητα της κατάρρευσης,
  • η σχετικά κατακόρυφη πορεία,
  • η εκτεταμένη διάλυση του σκυροδέματος,
  • η εκτίναξη υλικών σε μεγάλη απόσταση,
  • οι αναφορές για εκρήξεις,
  • και η συνολική εικόνα της καταστροφής.

Η εναλλακτική αυτή ερμηνεία δεν περιορίζεται στους δύο πύργους. Συνδέεται κυρίως με το WTC 7, όπου η απουσία άμεσης πρόσκρουσης αεροσκάφους και η μορφή της κατάρρευσης ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο τη συζήτηση περί ελεγχόμενης κατεδάφισης.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν η εικόνα που καταγράφηκε μπορεί να εξηγηθεί πλήρως από μια αλληλουχία φυσικών δομικών αστοχιών ή εάν απαιτείται η εξέταση ενός πρόσθετου μηχανισμού.

1.5 Το ζήτημα της προγενέστερης προετοιμασίας

Ένα ακόμη πεδίο αμφισβήτησης αφορά τις εργασίες συντήρησης, τις αλλαγές στα συστήματα ασφαλείας και τις δραστηριότητες που πραγματοποιήθηκαν στα κτίρια πριν από την 11η Σεπτεμβρίου.

Στην εναλλακτική βιβλιογραφία έχουν διατυπωθεί ισχυρισμοί ότι ορισμένες εργασίες ή περιορισμοί πρόσβασης θα μπορούσαν να είχαν δημιουργήσει συνθήκες κατάλληλες για προετοιμασία εκρηκτικών μηχανισμών. Οι ισχυρισμοί αυτοί χρειάζονται ξεχωριστή τεκμηρίωση και δεν πρέπει να συγχέονται με αποδεδειγμένα γεγονότα.

Ωστόσο, από ερευνητική άποψη, το ερώτημα παραμένει:

Υπήρχαν πριν από την επίθεση ασυνήθιστες δραστηριότητες, τεχνικές παρεμβάσεις ή αλλαγές ασφαλείας που αξίζουν λεπτομερέστερη εξέταση σε σχέση με τη μεταγενέστερη μορφή των καταρρεύσεων;


Συμπέρασμα του πρώτου μέρους.

Η κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων αποτελεί το πρώτο μεγάλο τεχνικό ζήτημα της υπόθεσης. Οι προσκρούσεις και οι πυρκαγιές προκάλεσαν αναμφίβολα σοβαρές ζημιές, όμως παραμένουν ερωτήματα σχετικά με το εάν εξηγούν πλήρως:

  • την ταχύτητα της κατάρρευσης,
  • την κατακόρυφη εξέλιξή της,
  • την εκτεταμένη κονιορτοποίηση,
  • τις αναφορές για εκρήξεις,
  • και την τελική εικόνα της καταστροφής.

Η υπόθεση της ελεγχόμενης κατεδάφισης δεν μπορεί να απορριφθεί απλώς ως «θεωρία συνωμοσίας» χωρίς εξέταση των τεχνικών επιχειρημάτων που τη στηρίζουν. Το ζήτημα απαιτεί σύγκριση των διαθέσιμων στοιχείων και όχι προκαταβολική αποδοχή οποιασδήποτε επίσημης ή εναλλακτικής αφήγησης.


Το World Trade Center 7: Η κατάρρευση που παραμένει στο επίκεντρο των ερωτημάτων

2.1 Ένα τρίτο κτίριο που κατέρρευσε χωρίς άμεση πρόσκρουση αεροσκάφους

Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 δεν κατέρρευσαν μόνο οι δύο Δίδυμοι Πύργοι. Στις 17:20 περίπου το απόγευμα, κατέρρευσε και το World Trade Center 7, ένα κτίριο 47 ορόφων, το οποίο βρισκόταν βόρεια των Δίδυμων Πύργων.

Το WTC 7 δεν επλήγη από αεροσκάφος. Οι ζημιές του προήλθαν κυρίως από συντρίμμια που εκτοξεύθηκαν από την κατάρρευση του Βόρειου Πύργου, καθώς και από πυρκαγιές που εκδηλώθηκαν σε αρκετούς ορόφους.

Η κατάρρευσή του παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τρεις βασικούς λόγους:

  • δεν υπήρξε άμεση πρόσκρουση αεροσκάφους,
  • η κατάρρευση ξεκίνησε αρκετές ώρες μετά την πτώση των Δίδυμων Πύργων,
  • η μορφή της έμοιαζε, σε αρκετά σημεία, με κλασική κατάρρευση μέσω ελεγχόμενης κατεδάφισης.

Το γεγονός αυτό κατέστησε το WTC 7 ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα στοιχεία ολόκληρης της υπόθεσης.


2.2 Η εικόνα της κατάρρευσης

Τα διαθέσιμα βίντεο δείχνουν ότι το κτίριο άρχισε να υποχωρεί από την εσωτερική του δομή. Ακολούθησε η πτώση της οροφής και στη συνέχεια ολόκληρου του εξωτερικού περιβλήματος.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κατάρρευσης ήταν:

  • η σχετικά συμμετρική υποχώρηση του κτιρίου,
  • η αρχική κατακόρυφη πτώση,
  • η απουσία μεγάλης πλευρικής ανατροπής,
  • η γρήγορη απώλεια της συνολικής δομικής ακεραιότητας,
  • η εικόνα ότι το εσωτερικό του κτιρίου είχε ήδη υποχωρήσει πριν καταρρεύσουν οι εξωτερικές όψεις.

Για όσους υποστηρίζουν την εναλλακτική ερμηνεία, αυτά τα χαρακτηριστικά δεν θυμίζουν απλώς μια τυχαία κατάρρευση λόγω φωτιάς, αλλά παραπέμπουν σε διαδικασία κατά την οποία κρίσιμα δομικά στοιχεία εξουδετερώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα.

Η κεντρική ερώτηση είναι η εξής:

Πώς μπορεί ένα ψηλό, χαλύβδινο κτίριο να καταρρεύσει σχεδόν κατακόρυφα και με τόσο ομοιόμορφο τρόπο, χωρίς να έχει προηγηθεί πρόσκρουση αεροσκάφους;


2.3 Το ζήτημα της ελεύθερης πτώσης

Ένα από τα πιο σημαντικά τεχνικά ζητήματα αφορά το αρχικό στάδιο της καθόδου της εξωτερικής πρόσοψης.

Η ανάλυση της κατάρρευσης ανέδειξε ένα χρονικό διάστημα κατά το οποίο η εξωτερική όψη του κτιρίου κατέβαινε με επιτάχυνση αντίστοιχη με εκείνη ενός σώματος σε ελεύθερη πτώση. Αυτό σημαίνει ότι, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, η πρόσοψη φαινόταν να αντιμετωπίζει ελάχιστη ή μηδενική αντίσταση από τη δομή που βρισκόταν από κάτω της.

Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι ένα κτίριο που καταρρέει λόγω προοδευτικής δομικής αστοχίας θα έπρεπε κανονικά να συναντά αντίσταση από τους κάτω ορόφους, τα υποστυλώματα και τις συνδέσεις του.

Η εναλλακτική τεχνική ερμηνεία υποστηρίζει ότι η παρατηρούμενη ελεύθερη πτώση προϋποθέτει την ταυτόχρονη απώλεια της στήριξης σε μεγάλο τμήμα της δομής. Με άλλα λόγια, το ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί κατέρρευσε το κτίριο, αλλά:

Πώς εξουδετερώθηκε τόσο γρήγορα η αντίσταση της εσωτερικής του δομής;

Η επίσημη τεχνική εξήγηση αποδίδει την κατάρρευση σε αλυσιδωτή αστοχία κρίσιμων δομικών στοιχείων, όμως η ερμηνεία αυτή εξακολουθεί να αμφισβητείται από μηχανικούς και ανεξάρτητους ερευνητές.


2.4 Η απουσία χαρακτηριστικής «προοδευτικής» κατάρρευσης

Σε μια συνηθισμένη κατάρρευση λόγω φωτιάς ή τοπικής δομικής βλάβης, θα αναμενόταν μια περισσότερο ανομοιόμορφη εξέλιξη:

  • τοπική παραμόρφωση,
  • κλίση του κτιρίου,
  • σταδιακή υποχώρηση συγκεκριμένων τμημάτων,
  • ασύμμετρη καταστροφή,
  • εμφανής αντίσταση από τα χαμηλότερα επίπεδα.

Στο WTC 7, αντίθετα, η συνολική εικόνα εμφανίζει μια ιδιαίτερα καθαρή και σχεδόν ομοιόμορφη κατακόρυφη πτώση. Η οροφή υποχωρεί και το κτίριο χάνει τη στήριξή του σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Αυτό αποτελεί βασικό επιχείρημα εκείνων που θεωρούν ότι η κατάρρευση δεν εξηγείται επαρκώς μόνο από τις πυρκαγιές.

Δεν υποστηρίζεται απλώς ότι «το κτίριο έπεσε». Το κρίσιμο ζήτημα είναι ο τρόπος με τον οποίο έπεσε.


2.5 Η υπόθεση της ελεγχόμενης κατεδάφισης

Το WTC 7 αποτελεί ίσως το ισχυρότερο σημείο αναφοράς για την υπόθεση της ελεγχόμενης κατεδάφισης.

Οι υποστηρικτές αυτής της ερμηνείας επισημαίνουν:

  • την κατακόρυφη και συμμετρική πτώση,
  • την απουσία αεροσκάφους,
  • την ταχεία απώλεια στήριξης,
  • την περίοδο ελεύθερης πτώσης,
  • την εικόνα εσωτερικής κατάρρευσης πριν από την εξωτερική,
  • τις αναφορές για εκρήξεις ή ασυνήθιστους κρότους στην ευρύτερη περιοχή,
  • το γεγονός ότι η κατάρρευση θύμισε διαδικασία κατεδάφισης με αφαίρεση κρίσιμων υποστυλωμάτων.

Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η πιθανότητα χρήσης εκρηκτικών ή άλλου μηχανισμού προετοιμασμένης δομικής αστοχίας δεν μπορεί να απορρίπτεται απλώς ως «θεωρία συνωμοσίας». Αποτελεί τεχνική υπόθεση που θα έπρεπε να εξεταστεί με βάση:

  • τα υλικά κατάλοιπα,
  • τα δείγματα χάλυβα,
  • τα ηχητικά δεδομένα,
  • τα βίντεο,
  • τα σχέδια του κτιρίου,
  • τις μαρτυρίες εργαζομένων και διασωστών,
  • την ακριβή αλληλουχία της κατάρρευσης.

Η απουσία πλήρους και ανεξάρτητης εξέτασης όλων αυτών των στοιχείων τροφοδοτεί τη δυσπιστία.


2.6 Το ζήτημα των πυρκαγιών

Η βασική επίσημη ερμηνεία αποδίδει την κατάρρευση του WTC 7 σε εκτεταμένες πυρκαγιές, οι οποίες προκλήθηκαν από τα συντρίμμια των Δίδυμων Πύργων και παρέμειναν για ώρες χωρίς αποτελεσματική κατάσβεση.

Ωστόσο, οι επικριτές αυτής της εξήγησης θέτουν ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα:

  1. Γιατί άλλα χαλύβδινα κτίρια υπέστησαν σοβαρές πυρκαγιές χωρίς να καταρρεύσουν με αντίστοιχο τρόπο;
  2. Γιατί η κατάρρευση ήταν τόσο συμμετρική;
  3. Πώς εξηγείται το στάδιο της ελεύθερης πτώσης;
  4. Γιατί δεν παρατηρήθηκε εμφανής εξωτερική παραμόρφωση πριν από την πλήρη κατάρρευση;
  5. Πώς μεταδόθηκε τόσο γρήγορα η αστοχία σε ολόκληρο το κτίριο;

Η φωτιά μπορεί να αποδυναμώσει τον χάλυβα και να προκαλέσει σοβαρές παραμορφώσεις. Το ερώτημα όμως παραμένει αν μπορεί να εξηγήσει από μόνη της μια τόσο ταχεία, συμμετρική και σχεδόν κατακόρυφη κατάρρευση.


2.7 Το WTC 7 ως κεντρικό τεχνικό ερώτημα

Το WTC 7 δεν αποτελεί απλώς μια παράπλευρη λεπτομέρεια της 11ης Σεπτεμβρίου. Είναι ένα ξεχωριστό περιστατικό που απαιτεί αυτοτελή τεχνική εξέταση.

Σε αντίθεση με τους Δίδυμους Πύργους:

  • δεν χτυπήθηκε από αεροσκάφος,
  • δεν υπέστη την ίδια μορφή άμεσης καταστροφής,
  • δεν κατέρρευσε αμέσως μετά την έναρξη των πυρκαγιών,
  • παρουσίασε μια ιδιαίτερα καθαρή και κατακόρυφη μορφή αστοχίας.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το WTC 7 έχει εξελιχθεί σε σύμβολο των ερωτημάτων γύρω από την επίσημη αφήγηση.

Η σημασία του δεν βρίσκεται μόνο στο ίδιο το κτίριο, αλλά στο γεγονός ότι προσφέρει ένα ξεχωριστό παράδειγμα όπου η μορφή της κατάρρευσης φαίνεται να απαιτεί εξήγηση πέρα από μια γενική αναφορά σε φωτιά και δομική βλάβη.


Συμπέρασμα του δεύτερου μέρους.

Η κατάρρευση του World Trade Center 7 αποτελεί ένα από τα πιο δύσκολα τεχνικά ζητήματα της 11ης Σεπτεμβρίου. Η απουσία άμεσης πρόσκρουσης αεροσκάφους, η συμμετρική κατακόρυφη πτώση, η περίοδος ελεύθερης πτώσης και η ταχεία απώλεια της δομικής στήριξης δημιουργούν ερωτήματα που δεν μπορούν να παρακαμφθούν με γενικές αναφορές στις πυρκαγιές.

Η υπόθεση της ελεγχόμενης κατεδάφισης δεν αποδεικνύεται αυτομάτως από την εικόνα της κατάρρευσης, όμως αποτελεί τεχνική ερμηνεία που παραμένει στο επίκεντρο της συζήτησης. Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσο η επίσημη εξήγηση μπορεί να ερμηνεύσει πλήρως όλα τα παρατηρούμενα χαρακτηριστικά.

Το WTC 7, επομένως, παραμένει ένα από τα σημαντικότερα σημεία όπου η επίσημη αφήγηση συναντά σοβαρές τεχνικές αμφισβητήσεις.


 

Το Πεντάγωνο και η Πτήση 77: Το μέγεθος της πρόσκρουσης, τα βίντεο και τα επιχειρησιακά ερωτήματα

3.1 Η επίσημη εκδοχή και το πρόβλημα της τεκμηρίωσης

Σύμφωνα με την επίσημη αφήγηση, στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 η πτήση American Airlines 77, ένα Boeing 757, καταλήφθηκε και οδηγήθηκε προς την Ουάσινγκτον. Το αεροσκάφος φέρεται να πραγματοποίησε έναν μεγάλο κυκλικό ελιγμό, κατέβηκε σε χαμηλό ύψος και προσέκρουσε στη δυτική πλευρά του Πενταγώνου περίπου στις 09:37.

Ωστόσο, η υπόθεση του Πενταγώνου παρουσιάζει μια σειρά από ζητήματα που δεν μπορούν να εξεταστούν μόνο μέσα από την επίσημη περιγραφή. Τα βασικότερα αφορούν:

  • το μέγεθος και τη μορφή του αρχικού ανοίγματος,
  • την απουσία καθαρής εικόνας μεγάλου επιβατικού αεροσκάφους στα πρώτα διαθέσιμα πλάνα,
  • τη μορφή των συντριμμιών,
  • τον τελικό ελιγμό,
  • τις ικανότητες του φερόμενου χειριστή,
  • τα χρονολόγια αντίδρασης της αεράμυνας,
  • και το βίντεο ασφαλείας στο οποίο αρκετοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι δεν διακρίνεται καθαρά Boeing 757, αλλά ένα μικρό, ταχύτατο αντικείμενο.

Η ουσία του ζητήματος δεν είναι αν υπάρχει κάποια εικόνα που μπορεί να ερμηνευθεί με διαφορετικούς τρόπους. Είναι αν το σύνολο των διαθέσιμων στοιχείων συμφωνεί πραγματικά με την επίσημη εκδοχή.


3.2 Το μικρό μέγεθος του αρχικού ανοίγματος

Ένα από τα πρώτα και πιο επίμονα ερωτήματα αφορά το μέγεθος της τρύπας που εμφανίστηκε στη δυτική πρόσοψη του Πενταγώνου.

Οι επικριτές της επίσημης εκδοχής υποστηρίζουν ότι το αρχικό άνοιγμα που φαίνεται σε αρκετές φωτογραφίες ήταν πολύ μικρό σε σχέση με τις διαστάσεις ενός Boeing 757, το οποίο είχε:

  • μήκος περίπου 47 μέτρα,
  • άνοιγμα πτερύγων περίπου 38 μέτρα,
  • μεγάλο κάθετο σταθερό,
  • δύο μεγάλους κινητήρες,
  • και σημαντική μάζα καυσίμων και μεταλλικής κατασκευής.

Σε ορισμένες εικόνες, η εξωτερική ζημιά φαίνεται να περιορίζεται σε ένα σχετικά στενό τμήμα της πρόσοψης. Δεν διακρίνεται εύκολα ένα άνοιγμα που να αντιστοιχεί στο συνολικό πλάτος των πτερύγων ενός μεγάλου επιβατικού αεροσκάφους.

Το επιχείρημα αυτό έγινε ιδιαίτερα γνωστό μέσα από ανεξάρτητες έρευνες και έργα όπως το The Frightening Fraud του Thierry Meyssan, αλλά και μέσα από μεταγενέστερες τεχνικές αναλύσεις που εξέτασαν τη γεωμετρία της πρόσοψης και τη διαφορά ανάμεσα στο αρχικό άνοιγμα και στη συνολική εσωτερική διαδρομή καταστροφής.

Η βασική ερώτηση είναι:

Πώς ένα αεροσκάφος με άνοιγμα πτερύγων σχεδόν 38 μέτρων προκάλεσε αρχικά ένα άνοιγμα που, σε ορισμένες φωτογραφικές αποτυπώσεις, φαίνεται πολύ μικρότερο;

Η απάντηση ότι το αεροσκάφος «διαλύθηκε κατά την πρόσκρουση» δεν λύνει αυτομάτως το πρόβλημα. Αντίθετα, απαιτείται λεπτομερής εξήγηση για το πώς μεταφέρθηκε η ενέργεια της πρόσκρουσης, πώς καταστράφηκαν τα πτερύγια και οι κινητήρες και γιατί η εξωτερική πρόσοψη δεν παρουσιάζει εξαρχής το αναμενόμενο αποτύπωμα.

Πρέπει, βέβαια, να διακρίνεται το αρχικό εξωτερικό άνοιγμα από τη συνολική εσωτερική ζώνη ζημιών. Ακόμη και ορισμένες ανεξάρτητες τεχνικές μελέτες που υποστηρίζουν την πρόσκρουση αεροσκάφους επισημαίνουν ότι η εξωτερική όψη δεν αποτυπώνει ολόκληρη τη διαδρομή της καταστροφής. Το γεγονός αυτό όμως δεν εξαλείφει το ερώτημα, αλλά το μεταφέρει στη γεωμετρία και στη μηχανική της πρόσκρουσης.


3.3 Η διαφορά ανάμεσα στο εξωτερικό άνοιγμα και στην εσωτερική καταστροφή

Οι υποστηρικτές της επίσημης εκδοχής υποστηρίζουν ότι η εικόνα ενός «μικρού ανοίγματος» προκύπτει επειδή εξετάζεται μόνο η εξωτερική πρόσοψη και όχι η συνολική διαδρομή του αεροσκάφους μέσα στο κτίριο.

Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, το Boeing 757:

  • διέλυσε τμήματα της εξωτερικής πρόσοψης,
  • εισήλθε στο εσωτερικό,
  • προκάλεσε διαδοχικές καταστροφές σε υποστυλώματα και τοίχους,
  • και άφησε μια ευρύτερη ζώνη ζημιών σε εσωτερικούς δακτυλίους του Πενταγώνου.

Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές θεωρούν ότι η εξήγηση αυτή δεν απαντά πλήρως σε ορισμένες ασυνέπειες:

  • γιατί δεν αποτυπώθηκαν καθαρά τα πτερύγια,
  • γιατί δεν εμφανίζονται μεγάλα αναγνωρίσιμα τμήματα της ατράκτου,
  • γιατί η εξωτερική ζημιά φαίνεται σε ορισμένα σημεία περισσότερο συγκεντρωμένη από όσο θα αναμενόταν,
  • και γιατί η συνολική εικόνα δεν προσφέρει μια άμεσα αναγνωρίσιμη «υπογραφή» πρόσκρουσης μεγάλου επιβατικού αεροσκάφους.

Έτσι, το ζήτημα δεν πρέπει να παρουσιάζεται απλουστευτικά ως «η τρύπα ήταν μικρή, άρα δεν υπήρχε αεροπλάνο». Το πραγματικό ερώτημα είναι πιο σύνθετο:

Η συνολική κατανομή των εξωτερικών και εσωτερικών ζημιών αντιστοιχεί πράγματι σε Boeing 757 ή απαιτεί διαφορετικό μοντέλο πρόσκρουσης;


3.4 Το βίντεο ασφαλείας και το αντικείμενο που μοιάζει με πύραυλο

Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα στοιχεία είναι το σύντομο βίντεο από κάμερα ασφαλείας του Πενταγώνου.

Στο συγκεκριμένο πλάνο εμφανίζεται ένα μικρό, λευκό και εξαιρετικά ταχύ αντικείμενο, το οποίο κινείται προς το κτίριο και αμέσως μετά ακολουθεί έκρηξη. Λόγω της χαμηλής ανάλυσης και της πολύ μικρής διάρκειας, δεν διακρίνονται καθαρά:

  • το σχήμα της ατράκτου,
  • τα πτερύγια,
  • η ουρά,
  • οι κινητήρες,
  • ή άλλα χαρακτηριστικά που θα επέτρεπαν ασφαλή αναγνώριση ενός Boeing 757.

Για αρκετούς ανεξάρτητους ερευνητές, το αντικείμενο φαίνεται περισσότερο σαν:

  • πύραυλος,
  • μικρό στρατιωτικό αεροσκάφος,
  • τηλεκατευθυνόμενο ή μη επανδρωμένο όχημα,
  • ή άλλο ταχύτατο ιπτάμενο αντικείμενο,

παρά σαν μεγάλο επιβατικό αεροσκάφος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το βίντεο αποδεικνύει αυτομάτως πως χρησιμοποιήθηκε πύραυλος. Σημαίνει όμως ότι το διαθέσιμο οπτικό υλικό δεν προσφέρει την καθαρή επιβεβαίωση που θα περίμενε κανείς για ένα περιστατικό στο οποίο υποτίθεται ότι προσέκρουσε ένα Boeing 757.

Το γεγονός ότι το βίντεο είναι τόσο σύντομο και χαμηλής ανάλυσης επιτρέπει πολλαπλές ερμηνείες. Οι υποστηρικτές της επίσημης εκδοχής θεωρούν ότι πρόκειται για το αεροσκάφος, το οποίο λόγω γωνίας, ταχύτητας και ανάλυσης δεν αποτυπώνεται καθαρά. Άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι το αντικείμενο είναι υπερβολικά μικρό και συμπαγές για να ταυτιστεί με επιβατικό αεροπλάνο.

Υπάρχουν επίσης διαδικτυακά βίντεο που κυκλοφορούν ως «νέα πλάνα πυραύλου», αλλά ορισμένα από αυτά έχουν αποδειχθεί επεξεργασμένα ή άσχετα πλάνα. Αυτό δεν ακυρώνει το αυθεντικό ζήτημα του βίντεο ασφαλείας, αλλά επιβάλλει διάκριση ανάμεσα στο αυθεντικό υλικό και στις μεταγενέστερες διαδικτυακές παραποιήσεις.

Η ουσιαστική ερώτηση είναι:

Γιατί δεν υπάρχει ένα καθαρό, συνεχές και αδιαμφισβήτητο βίντεο που να δείχνει την πρόσκρουση ενός Boeing 757 στο Πεντάγωνο;


3.5 Η απουσία καθαρής οπτικής επιβεβαίωσης

Το Πεντάγωνο και η γύρω περιοχή διέθεταν πολλές κάμερες ασφαλείας. Παρ’ όλα αυτά, το κοινό δεν έλαβε ένα καθαρό και ολοκληρωμένο οπτικό υλικό της πρόσκρουσης.

Το διαθέσιμο υλικό χαρακτηρίζεται από:

  • πολύ μικρή διάρκεια,
  • χαμηλή ανάλυση,
  • μεγάλη απόσταση,
  • περιορισμένο οπτικό πεδίο,
  • και απουσία καθαρής εικόνας του αεροσκάφους πριν από την πρόσκρουση.

Η δημοσιοποίηση υλικού έγινε σταδιακά και σε περιορισμένη μορφή. Το γεγονός αυτό δημιούργησε εύλογες απορίες σχετικά με:

  • πόσες κάμερες κατέγραψαν το γεγονός,
  • ποιο υλικό κατασχέθηκε,
  • ποιο υλικό εξετάστηκε,
  • ποιο υλικό παραμένει μη δημοσιοποιημένο,
  • και για ποιο λόγο δεν παρουσιάστηκε μια πλήρης αλληλουχία εικόνων.

Σε μια υπόθεση τέτοιας σημασίας, η απουσία καθαρής εικόνας δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη συγκάλυψης. Ωστόσο, αυξάνει την ανάγκη για ανεξάρτητη τεχνική εξέταση και όχι για απλή επίκληση της επίσημης αφήγησης.


3.6 Τα φυσικά ευρήματα και η μορφή των συντριμμιών

Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα αφορά τα φυσικά ευρήματα στο σημείο της πρόσκρουσης.

Οι επικριτές της επίσημης εκδοχής έχουν θέσει ερωτήματα για:

  • την περιορισμένη παρουσία μεγάλων τμημάτων της ατράκτου,
  • την απουσία εύκολα αναγνωρίσιμων τμημάτων των πτερύγων,
  • τους κινητήρες,
  • το σύστημα προσγείωσης,
  • την κατανομή των μεταλλικών θραυσμάτων,
  • και τη σχέση ανάμεσα στα εξωτερικά και εσωτερικά ίχνη καταστροφής.

Η επίσημη απάντηση είναι ότι η ταχύτητα πρόσκρουσης, η κατασκευή του κτιρίου, η φωτιά και η διάλυση του αεροσκάφους μπορούν να εξηγήσουν την περιορισμένη παρουσία μεγάλων τμημάτων.

Οι ερευνητές της εναλλακτικής προσέγγισης, αντίθετα, θεωρούν ότι η εικόνα δεν είναι συμβατή με την αναμενόμενη συμπεριφορά ενός μεγάλου Boeing 757 και ζητούν:

  • πλήρη κατάλογο όλων των συντριμμιών,
  • φωτογραφική τεκμηρίωση πριν από την απομάκρυνση,
  • ανεξάρτητη εξέταση των υλικών,
  • και σαφή αντιστοίχιση των ευρημάτων με συγκεκριμένα τμήματα του αεροσκάφους.

Η ύπαρξη θραυσμάτων που αποδίδονται σε αεροσκάφος δεν λύνει από μόνη της όλα τα προβλήματα. Το ερώτημα είναι αν τα ευρήματα είναι επαρκή, πλήρη και συμβατά με τη συγκεκριμένη επίσημη περιγραφή.


3.7 Οι στύλοι φωτισμού και η πορεία χαμηλής πτήσης

Κατά μήκος της πορείας προς το Πεντάγωνο αναφέρθηκε ότι ορισμένοι στύλοι φωτισμού χτυπήθηκαν και αποκόπηκαν.

Το στοιχείο αυτό χρησιμοποιείται από τους υποστηρικτές της πρόσκρουσης αεροσκάφους ως ένδειξη ότι ένα μεγάλο αεροπλάνο πετούσε σε πολύ χαμηλό ύψος και ακολούθησε πορεία προς το κτίριο.

Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές ζητούν ακριβέστερη ανάλυση:

  • της ακριβούς θέσης των στύλων,
  • της κατεύθυνσης των ζημιών,
  • του ύψους στο οποίο φέρεται να πετούσε το αεροσκάφος,
  • της γωνίας πρόσκρουσης,
  • και της συμβατότητας της πορείας με το διαθέσιμο βίντεο.

Το ζήτημα έχει σημασία διότι οι στύλοι μπορούν να λειτουργήσουν ως έμμεσοι δείκτες του πλάτους και του ύψους της πορείας. Αν η πορεία ήταν πράγματι εκείνη που περιγράφεται, θα έπρεπε να μπορεί να ανακατασκευαστεί με ακρίβεια από τα υλικά ίχνη.


3.8 Οι πτητικές ικανότητες του Χάνι Χαντζούρ

Ο Χάνι Χαντζούρ παρουσιάζεται ως ο άνθρωπος που χειριζόταν την πτήση 77. Το ζήτημα δεν είναι απλώς αν είχε προηγούμενη αεροπορική εκπαίδευση, αλλά αν μπορούσε να εκτελέσει τον συγκεκριμένο τελικό ελιγμό με ένα μεγάλο επιβατικό αεροσκάφος.

Ο ελιγμός απαιτούσε:

  • μεγάλη αλλαγή πορείας,
  • απότομη κάθοδο,
  • διατήρηση υψηλής ταχύτητας,
  • πτήση σε χαμηλό ύψος,
  • ακριβή προσέγγιση,
  • και πρόσκρουση σε συγκεκριμένο τμήμα του Πενταγώνου.

Οι επικριτές θεωρούν ότι οι ικανότητες που του αποδίδονται δεν εξηγούν επαρκώς την ακρίβεια και τη δυσκολία του ελιγμού.

Το ερώτημα είναι πρακτικό:

Μπορούσε ένας χειριστής με το συγκεκριμένο επίπεδο εκπαίδευσης και εμπειρίας να πραγματοποιήσει αυτόν τον ελιγμό υπό πραγματικές συνθήκες, χωρίς προηγμένη εξάσκηση σε προσομοιωτή ή ειδική καθοδήγηση;

Η απάντηση απαιτεί τεχνική σύγκριση με τα χαρακτηριστικά του Boeing 757 και όχι γενικές δηλώσεις περί «δυνατότητας οποιουδήποτε να στρίψει ένα αεροπλάνο».


3.9 Ο τελικός ελιγμός και η γεωμετρία της πρόσκρουσης

Η τελική πορεία της πτήσης 77 περιγράφεται ως ένας μεγάλος κυκλικός ελιγμός γύρω από το Πεντάγωνο, πριν από την τελική χαμηλή προσέγγιση.

Η πορεία αυτή έχει προκαλέσει ερωτήματα επειδή:

  • ήταν εξαιρετικά απαιτητική,
  • πραγματοποιήθηκε σε χαμηλό ύψος,
  • απαιτούσε έλεγχο μεγάλου αεροσκάφους,
  • κατέληξε σε πολύ συγκεκριμένο σημείο,
  • και δεν συνοδεύεται από πλήρη δημόσια καταγραφή ραντάρ και βίντεο.

Η γεωμετρία της πρόσκρουσης πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με:

  • την πορεία των στύλων φωτισμού,
  • τη γωνία εισόδου,
  • το ύψος πτήσης,
  • τη θέση των εξωτερικών ζημιών,
  • την εσωτερική διαδρομή καταστροφής,
  • και το βίντεο ασφαλείας.

Αν τα στοιχεία αυτά δεν συμφωνούν μεταξύ τους, τότε η επίσημη εκδοχή χρειάζεται επανεξέταση σε επίπεδο ανακατασκευής και όχι απλώς επανάληψης.


3.10 Οι μαρτυρίες αυτοπτών και πρώτων διασωστών

Υπάρχουν μαρτυρίες ανθρώπων που βρίσκονταν στην περιοχή και περιέγραψαν:

  • ένα αντικείμενο που κινούνταν ασυνήθιστα γρήγορα,
  • εκρήξεις ή διαδοχικούς κρότους,
  • μεταλλικά θραύσματα,
  • έντονη χημική οσμή,
  • και εικόνες που δεν ταίριαζαν, κατά την αντίληψή τους, με ένα συνηθισμένο αεροπορικό δυστύχημα.

Ορισμένες μαρτυρίες αναφέρουν οσμή που παρομοιάστηκε με κορδίτη ή άλλη εκρηκτική ουσία. Τέτοιες αναφορές δεν πρέπει να μετατρέπονται αυτόματα σε βεβαιότητα για χρήση εκρηκτικών, αλλά ούτε και να αγνοούνται.

Η σωστή μεθοδολογία είναι να εξεταστούν:

  • η χρονική στιγμή κάθε μαρτυρίας,
  • η θέση του μάρτυρα,
  • η απόσταση από το σημείο,
  • η ακριβής διατύπωση,
  • η συμφωνία ή διαφωνία με άλλες μαρτυρίες,
  • και η συμβατότητα με τα φωτογραφικά και υλικά δεδομένα.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι όλες οι μαρτυρίες οδηγούν υποχρεωτικά σε μία εναλλακτική εκδοχή. Το πρόβλημα είναι ότι ένα μέρος τους δεν εντάσσεται εύκολα στην απλοποιημένη εικόνα που παρουσιάστηκε στο κοινό.


3.11 Τα χρονολόγια της αεράμυνας και η επιχειρησιακή αντίδραση

Η υπόθεση του Πενταγώνου συνδέεται άμεσα με το ζήτημα της αεράμυνας των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τα ερωτήματα αφορούν:

  • πότε χάθηκε η επικοινωνία με την πτήση,
  • πότε έγινε αντιληπτή η αλλαγή πορείας,
  • πότε ενημερώθηκαν οι στρατιωτικές αρχές,
  • πότε απογειώθηκαν μαχητικά,
  • ποιες εντολές δόθηκαν,
  • και γιατί ένα αεροσκάφος έφτασε στην Ουάσινγκτον χωρίς να αναχαιτιστεί.

Οι αρχικές περιγραφές των γεγονότων παρουσίαζαν διαφορές στους χρόνους και στις αλληλουχίες. Οι αντιφάσεις αυτές αφορούν όχι μόνο γραφειοκρατικές καθυστερήσεις, αλλά τη λειτουργία ολόκληρου του συστήματος FAA–NORAD–στρατιωτικής διοίκησης.

Ακόμη και αν δεν υποθέσει κανείς προσχεδιασμένη ενέργεια, η εικόνα δείχνει σοβαρή επιχειρησιακή αποτυχία, σύγχυση και έλλειψη ενιαίας πληροφόρησης. Αν όμως συνδυαστεί με τα υπόλοιπα ερωτήματα, η ανάγκη για ανεξάρτητη διερεύνηση γίνεται ακόμη πιο έντονη.


3.12 Το ζήτημα του βίντεο και η ερμηνεία «πυραύλου»

Η θεωρία ότι στο Πεντάγωνο χρησιμοποιήθηκε πύραυλος βασίζεται κυρίως σε έναν συνδυασμό στοιχείων:

  • στο μικρό και συμπαγές αντικείμενο του βίντεο,
  • στην απουσία καθαρής εικόνας μεγάλου αεροσκάφους,
  • στο αρχικό μέγεθος του ανοίγματος,
  • στην περιορισμένη παρουσία αναγνωρίσιμων συντριμμιών,
  • και στη μορφή της πρόσκρουσης.

Ωστόσο, πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα σε τρεις διαφορετικές θέσεις:

  1. Το βίντεο δεν αποδεικνύει καθαρά ότι πρόκειται για Boeing 757.
  2. Το αντικείμενο μπορεί να ερμηνευθεί από ορισμένους ως πύραυλος ή άλλο μικρό ιπτάμενο μέσο.
  3. Δεν υπάρχει επαρκές δημόσιο υλικό που να αποδεικνύει οριστικά ότι ήταν πύραυλος.

Η τρίτη θέση δεν ακυρώνει τις δύο πρώτες. Απλώς σημαίνει ότι το βίντεο παραμένει αμφισβητούμενο τεκμήριο και όχι τελεσίδικη απόδειξη.

Η σοβαρή έρευνα δεν πρέπει να ξεκινά από το συμπέρασμα «ήταν σίγουρα πύραυλος», αλλά από το ερώτημα:

Γιατί το μοναδικό ευρέως διαθέσιμο βίντεο δεν παρουσιάζει με σαφήνεια τα χαρακτηριστικά του αεροσκάφους που υποτίθεται ότι προσέκρουσε στο κτίριο;


Συμπέρασμα του τρίτου μέρους

Η υπόθεση του Πενταγώνου και της Πτήσης 77 περιλαμβάνει περισσότερα ερωτήματα από όσα αφήνει να εννοηθούν η απλή επίσημη αφήγηση.

Το μικρό μέγεθος του αρχικού ανοίγματος, η αναντιστοιχία ανάμεσα στην εξωτερική ζημιά και στις διαστάσεις ενός Boeing 757, η περιορισμένη παρουσία αναγνωρίσιμων συντριμμιών, ο απαιτητικός τελικός ελιγμός, οι αμφισβητήσεις γύρω από τις ικανότητες του φερόμενου χειριστή, οι αντιφάσεις στα χρονολόγια της αεράμυνας και κυρίως το σύντομο βίντεο με το αντικείμενο που μοιάζει περισσότερο με μικρό, ταχύτατο μέσο παρά με μεγάλο επιβατικό αεροσκάφος, συνθέτουν ένα ιδιαίτερα προβληματικό σύνολο.

Το βίντεο δεν αρκεί από μόνο του για να αποδείξει χρήση πυραύλου. Παράλληλα, όμως, δεν παρέχει την καθαρή επιβεβαίωση της επίσημης εκδοχής που θα απαιτούσε ένα τόσο κρίσιμο γεγονός.

Το ίδιο ισχύει και για το μέγεθος της τρύπας. Δεν αρκεί να ειπωθεί ότι «η τρύπα ήταν μικρή» ούτε ότι «το αεροσκάφος διαλύθηκε». Απαιτείται πλήρης μηχανική ανακατασκευή της πρόσκρουσης, με βάση τη γεωμετρία, τα υλικά ίχνη, τα συντρίμμια, τις κάμερες, τα ραντάρ και τις μαρτυρίες.

Μέχρι να παρουσιαστεί μια πλήρης, ανεξάρτητη και πειστική τεχνική εξήγηση, το Πεντάγωνο παραμένει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία της 11ης Σεπτεμβρίου. Δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα «θεωριών συνωμοσίας», αλλά για ζήτημα τεκμηρίωσης, φυσικών στοιχείων και αξιοπιστίας της επίσημης ανακατασκευής των γεγονότων.


Οι αεροπειρατές, οι υπηρεσίες ασφαλείας και τα κενά στην επίσημη ανακατασκευή

Η επίσημη αφήγηση δεν αφορά μόνο τις ίδιες τις επιθέσεις, αλλά και την ταυτοποίηση των 19 αεροπειρατών, την προετοιμασία τους, τις μετακινήσεις τους και τις πιθανές επαφές τους με υπηρεσίες ασφαλείας.

Όταν εξετάζονται τα στοιχεία σε βάθος, προκύπτουν ερωτήματα για τις ταυτότητες, τα ταξιδιωτικά έγγραφα, τις προειδοποιήσεις πριν από την 11η Σεπτεμβρίου, τις αεροπορικές σχολές, τις οικονομικές διαδρομές και τον βαθμό στον οποίο οι αμερικανικές υπηρεσίες γνώριζαν ήδη μέρος του δικτύου.

4.1 Η ταυτοποίηση των αεροπειρατών

Μετά τις επιθέσεις δημοσιεύθηκε κατάλογος 19 προσώπων που παρουσιάστηκαν ως οι αεροπειρατές. Από τις πρώτες ημέρες, όμως, εμφανίστηκαν περιπτώσεις ανθρώπων με ίδια ή παρόμοια ονόματα που δήλωσαν ότι ζούσαν κανονικά εκτός Ηνωμένων Πολιτειών.

Αυτό δημιούργησε ερωτήματα σχετικά με:

  • τη διαδικασία ταυτοποίησης,
  • τη χρήση διαβατηρίων,
  • τις βάσεις δεδομένων των υπηρεσιών,
  • και την πιθανότητα σύγχυσης μεταξύ συνωνύμων.

Το βασικό ερώτημα είναι:

Με ποια ακριβώς στοιχεία επιβεβαιώθηκε ανεξάρτητα η ταυτότητα όλων των 19 προσώπων;

4.2 Τα διαβατήρια και τα ταξιδιωτικά έγγραφα

Ιδιαίτερη αμφισβήτηση προκάλεσε το γεγονός ότι ορισμένα διαβατήρια φέρεται να βρέθηκαν σε σχετικά καλή κατάσταση, παρά τις ακραίες συνθήκες καταστροφής.

Οι επικριτές ζητούν να διευκρινιστεί:

  • πού βρέθηκε κάθε έγγραφο,
  • ποιος το παρέδωσε,
  • πότε καταγράφηκε,
  • ποιος το εξέτασε,
  • και αν τεκμηριώθηκε πλήρως η αλυσίδα φύλαξής του.

Σε μια υπόθεση που βασίζεται στην ταυτοποίηση συγκεκριμένων προσώπων, τα έγγραφα αυτά αποτελούν κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία.

4.3 Οι προειδοποιήσεις πριν από τις επιθέσεις

Πριν από την 11η Σεπτεμβρίου υπήρχαν πληροφορίες για σχέδια μεγάλης τρομοκρατικής επίθεσης, ύποπτα πρόσωπα στις Ηνωμένες Πολιτείες και ενδιαφέρον τρομοκρατών για αεροπορική εκπαίδευση.

Το ερώτημα είναι γιατί οι πληροφορίες αυτές δεν συνδυάστηκαν αποτελεσματικά.

Οι πιθανές εξηγήσεις περιλαμβάνουν:

  • γραφειοκρατικό κατακερματισμό,
  • ανταγωνισμό μεταξύ υπηρεσιών,
  • ελλιπή ανταλλαγή πληροφοριών,
  • υποτίμηση της απειλής,
  • ή σκόπιμη παρεμπόδιση της διερεύνησης.

Η διάκριση ανάμεσα σε τραγική αποτυχία και σκόπιμη παράλειψη απαιτεί πλήρη εξέταση των εγγράφων.

4.4 Η παρουσία υπόπτων στις Ηνωμένες Πολιτείες

Ορισμένοι από τους φερόμενους αεροπειρατές είχαν παραμείνει για μεγάλο διάστημα στις ΗΠΑ και είχαν επαφές με:

  • αεροπορικές σχολές,
  • καταλύματα,
  • ενοικιάσεις οχημάτων,
  • τραπεζικές συναλλαγές,
  • και άλλα πρόσωπα που είχαν ήδη εμφανιστεί σε φακέλους ασφαλείας.

Το ερώτημα είναι:

Πώς μπόρεσε ένα τόσο μεγάλο δίκτυο να κινηθεί επί μήνες χωρίς να αναγνωριστεί ως ενιαία επιχειρησιακή ομάδα;

4.5 Πιθανές σχέσεις με υπηρεσίες πληροφοριών

Σε διάφορες έρευνες έχουν αναφερθεί πιθανές επαφές ορισμένων προσώπων με ξένες ή αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, καθώς και σχέσεις με άτομα που ενδέχεται να παρείχαν οικονομική ή υλικοτεχνική υποστήριξη.

Οι αναφορές αυτές δεν αποδεικνύουν αυτομάτως κρατική συμμετοχή. Ωστόσο, δικαιολογούν την εξέταση του ερωτήματος:

Υπήρχαν πρόσωπα που γνώριζαν τη δράση μελών του δικτύου και δεν την αποκάλυψαν ή δεν την απέτρεψαν;

4.6 Οι αεροπορικές σχολές και η προετοιμασία

Οι φερόμενοι αεροπειρατές είχαν έρθει σε επαφή με αεροπορικές σχολές στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε ορισμένες περιπτώσεις αναφέρθηκε ότι ενδιαφέρονταν περισσότερο για την απογείωση και την πλοήγηση παρά για την προσγείωση ή ότι ζητούσαν εκπαίδευση σε μεγαλύτερα αεροσκάφη.

Το ζήτημα δεν είναι αν μπορούσαν να μάθουν βασικό χειρισμό, αλλά αν η εκπαίδευσή τους επαρκούσε για τους ιδιαίτερα απαιτητικούς ελιγμούς που τους αποδόθηκαν, ειδικά στην περίπτωση της Πτήσης 77.

4.7 Οι οικονομικές διαδρομές

Η επιχείρηση απαιτούσε εισιτήρια, διαμονές, μετακινήσεις, τραπεζικούς λογαριασμούς και εμβάσματα. Ένα τέτοιο δίκτυο θα έπρεπε να αφήσει οικονομικά ίχνη.

Χρειάζεται να εξεταστεί αν υπήρχαν:

  • άγνωστοι χρηματοδότες,
  • ενδιάμεσοι λογαριασμοί,
  • εταιρείες-βιτρίνες,
  • ή πρόσωπα που παρείχαν διευκολύνσεις χωρίς να εμφανίζονται στην επίσημη αφήγηση.

4.8 Τα κενά της επίσημης ανακατασκευής

Η επίσημη εκδοχή παρουσιάζει μια γραμμική ακολουθία: σχεδιασμός, είσοδος στις ΗΠΑ, εκπαίδευση, χρηματοδότηση, αεροπειρατεία και επιθέσεις.

Μια πλήρης επιχειρησιακή ανακατασκευή θα έπρεπε όμως να απαντά:

  • ποιος έδινε τις εντολές,
  • ποιος χρηματοδοτούσε κάθε στάδιο,
  • ποιος παρείχε καταλύματα και υποστήριξη,
  • ποιος γνώριζε τις κινήσεις,
  • ποιος τους παρακολουθούσε,
  • ποιος απέτυχε να ενεργήσει,
  • και ποια στοιχεία παραμένουν απόρρητα.

Συμπέρασμα του τέταρτου μέρους

Η ταυτοποίηση των αεροπειρατών και η ανακατασκευή του δικτύου τους παρουσιάζουν σημαντικά ερωτήματα σχετικά με τα διαβατήρια, τις προειδοποιήσεις, τις αεροπορικές σχολές, τις οικονομικές διαδρομές και τις πιθανές επαφές με υπηρεσίες πληροφοριών.

Το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο «ποιοι ήταν οι αεροπειρατές», αλλά:

Ποιος γνώριζε, ποιος παρακολουθούσε, ποιος διευκόλυνε, ποιος απέτυχε και ποια στοιχεία δεν δόθηκαν ποτέ πλήρως στη δημοσιότητα;

Μέχρι να απαντηθούν αυτά τα ζητήματα με πλήρη τεκμηρίωση, η επίσημη ανακατασκευή παραμένει ελλιπής σε κρίσιμα σημεία.


Οι στρατιωτικές ασκήσεις, η αεράμυνα και τα επιχειρησιακά κενά της 11ης Σεπτεμβρίου

5.1 Η εικόνα μιας χώρας που διέθετε ισχυρότατο αμυντικό μηχανισμό

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν ένα από τα πιο εξελιγμένα συστήματα αεράμυνας στον κόσμο. Ο εναέριος χώρος της χώρας παρακολουθούνταν συνεχώς από ραντάρ, πολιτικές υπηρεσίες αεροπορίας, στρατιωτικές μονάδες και κέντρα διοίκησης.

Το γεγονός ότι τέσσερα αεροσκάφη κατελήφθησαν σχεδόν ταυτόχρονα και χρησιμοποιήθηκαν ως όπλα εναντίον στόχων στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών δημιουργεί ένα από τα σημαντικότερα επιχειρησιακά ερωτήματα της υπόθεσης.

Δεν πρόκειται απλώς για το εάν κάποια υπηρεσία «απέτυχε». Το ζήτημα είναι πώς κατέστη δυνατόν ένα τόσο σύνθετο περιστατικό να εξελιχθεί επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς αποτελεσματική στρατιωτική αναχαίτιση.

Η επίσημη ανακατασκευή παρουσιάζει μια αλληλουχία καθυστερήσεων, λανθασμένων εκτιμήσεων, συγχύσεων και προβλημάτων επικοινωνίας. Ωστόσο, για πολλούς ερευνητές, η συνολική εικόνα δεν εξηγεί επαρκώς γιατί ένας ολόκληρος αμυντικός μηχανισμός φάνηκε να λειτουργεί με τόσο αργό και αποσυντονισμένο τρόπο.


5.2 Οι αντιφατικές πληροφορίες για τους χρόνους αναχαίτισης

Ένα από τα βασικά σημεία διαφωνίας αφορά τους χρόνους κατά τους οποίους οι στρατιωτικές αρχές ενημερώθηκαν για τις αεροπειρατείες και τους χρόνους κατά τους οποίους θα μπορούσαν να απογειωθούν μαχητικά αεροσκάφη.

Οι αναφορές για το πότε ενημερώθηκε η NORAD, πότε ειδοποιήθηκαν οι μονάδες αναχαίτισης και πότε δόθηκαν εντολές απογείωσης μεταβλήθηκαν σημαντικά με την πάροδο του χρόνου.

Σε διαφορετικές εκδοχές εμφανίζονται:

  • διαφορετικές ώρες ενημέρωσης,
  • διαφορετικές εκτιμήσεις για την πορεία των αεροσκαφών,
  • διαφορετικές πληροφορίες για το αν υπήρχαν διαθέσιμα μαχητικά,
  • διαφορετικές εξηγήσεις για την απουσία αναχαίτισης,
  • αντικρουόμενες αναφορές σχετικά με τις εντολές που δόθηκαν.

Οι αντιφάσεις αυτές δεν αφορούν δευτερεύουσες λεπτομέρειες. Αφορούν το βασικό επιχειρησιακό ερώτημα: ποιος γνώριζε τι, πότε το γνώριζε και ποια ενέργεια ακολούθησε.

Σε μια στρατιωτική επιχείρηση, η χρονική αλληλουχία είναι κρίσιμη. Μια διαφορά λίγων λεπτών μπορεί να αλλάξει πλήρως το αποτέλεσμα. Όταν όμως οι διαφορές στις επίσημες περιγραφές εκτείνονται σε μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, η αξιοπιστία της ανακατασκευής επηρεάζεται σοβαρά.


5.3 Η άσκηση Vigilant Guardian

Ιδιαίτερη θέση στις εναλλακτικές έρευνες κατέχει η στρατιωτική άσκηση Vigilant Guardian, η οποία πραγματοποιούνταν την ίδια περίοδο.

Οι ασκήσεις αυτού του τύπου είχαν ως αντικείμενο την αντιμετώπιση εναέριων απειλών, αεροπειρατειών και άλλων έκτακτων περιστατικών. Το γεγονός ότι μια πραγματική επίθεση εξελισσόταν ταυτόχρονα με στρατιωτικές ασκήσεις έχει προκαλέσει έντονα ερωτήματα.

Το κρίσιμο σημείο δεν είναι απλώς ότι «υπήρχε άσκηση». Στρατιωτικές ασκήσεις πραγματοποιούνται συχνά και αποτελούν φυσιολογικό μέρος της επιχειρησιακής προετοιμασίας. Το ερώτημα είναι εάν:

  1. υπήρχαν παράλληλα εικονικά ίχνη αεροσκαφών στα συστήματα ραντάρ,
  2. οι χειριστές αντιμετώπισαν πραγματικά και εικονικά σενάρια ταυτόχρονα,
  3. προκλήθηκε σύγχυση στη διοίκηση,
  4. καθυστέρησε η αναγνώριση των πραγματικών απειλών,
  5. άλλαξαν οι διαδικασίες αντίδρασης λόγω της άσκησης.

Σε ορισμένες εναλλακτικές αναλύσεις υποστηρίζεται ότι η άσκηση μπορούσε να δημιουργήσει ένα περιβάλλον επιχειρησιακής σύγχυσης, μέσα στο οποίο τα πραγματικά αεροσκάφη δεν αντιμετωπίστηκαν αμέσως ως πραγματική επίθεση.

Αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει σχεδιασμένη συγκάλυψη ή εσκεμμένη διευκόλυνση. Αποτελεί όμως σημαντικό επιχειρησιακό ζήτημα που απαιτεί πλήρη και διαφανή εξήγηση.


5.4 Η ταυτόχρονη παρουσία πολλών σεναρίων

Ένα από τα πιο παράξενα χαρακτηριστικά της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν ότι οι στρατιωτικές και πολιτικές αρχές φάνηκαν να αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα πολλαπλές και διαφορετικές απειλές.

Οι πληροφορίες που μεταδίδονταν περιλάμβαναν:

  • αεροπειρατείες,
  • άγνωστα αεροσκάφη,
  • πιθανές επιθέσεις σε κυβερνητικούς στόχους,
  • αναφορές για επιπλέον αεροσκάφη,
  • εικονικά ίχνη που σχετίζονταν με ασκήσεις,
  • συγκεχυμένες πληροφορίες για την πορεία των αεροπλάνων.

Αυτή η εικόνα μπορεί να ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα πραγματικού χάους. Ωστόσο, παραμένει ερώτημα κατά πόσο το χάος ήταν αυθόρμητο ή εάν υπήρχαν συνθήκες που το ενίσχυσαν.

Σε μια χώρα με τόσο προηγμένη τεχνολογία παρακολούθησης, η απώλεια σαφούς εικόνας για την πορεία τεσσάρων αεροσκαφών αποτελεί εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα. Ιδίως όταν τα αεροσκάφη πετούσαν μέσα στον εναέριο χώρο των Ηνωμένων Πολιτειών και κατευθύνονταν προς κρίσιμους στόχους.


5.5 Η απουσία αποτελεσματικής αναχαίτισης

Το γεγονός ότι κανένα από τα τέσσερα αεροσκάφη δεν αναχαιτίστηκε πριν από την πρόσκρουσή του είναι ένα από τα σημαντικότερα επιχειρησιακά ερωτήματα.

Η συζήτηση δεν περιορίζεται στο εάν τα μαχητικά μπορούσαν θεωρητικά να φτάσουν εγκαίρως. Αφορά επίσης:

  • την ετοιμότητα των μονάδων,
  • την κατάσταση των αεροσκαφών,
  • τις εντολές που είχαν δοθεί,
  • την ακριβή θέση των μαχητικών,
  • την επικοινωνία μεταξύ FAA και NORAD,
  • την εξουσιοδότηση χρήσης βίας,
  • την αλυσίδα διοίκησης,
  • την καθυστέρηση αναγνώρισης της απειλής.

Η επίσημη εκδοχή αποδίδει την αποτυχία σε συνδυασμό καθυστερήσεων, λανθασμένων πληροφοριών και ανεπαρκούς συντονισμού. Οι εναλλακτικοί ερευνητές θεωρούν ότι αυτή η εξήγηση δεν επαρκεί, επειδή το σύνολο των περιστατικών φαίνεται υπερβολικά ασυνήθιστο.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν επρόκειτο για:

  • πρωτοφανή επιχειρησιακή αποτυχία,
  • συστημική ανεπάρκεια,
  • λανθασμένη διαχείριση κρίσης,
  • ή συνδυασμό παραγόντων που δεν έχουν παρουσιαστεί πλήρως.

5.6 Οι αναφορές για επιπλέον αεροσκάφη

Κατά τη διάρκεια των γεγονότων καταγράφηκαν αναφορές για επιπλέον ύποπτα αεροσκάφη, ορισμένα από τα οποία αργότερα δεν επιβεβαιώθηκαν ως πραγματικές απειλές.

Αυτό δημιουργεί δύο διαφορετικές πιθανότητες.

Η πρώτη είναι ότι οι αναφορές προέκυψαν φυσιολογικά μέσα στη σύγχυση μιας πρωτοφανούς επίθεσης. Σε μια κατάσταση όπου μεταδίδονται συνεχώς πληροφορίες, λάθη και εσφαλμένες ταυτοποιήσεις είναι αναμενόμενα.

Η δεύτερη είναι ότι υπήρχε ένα ευρύτερο επιχειρησιακό περιβάλλον στο οποίο οι πραγματικές απειλές αναμειγνύονταν με εικονικά ή λανθασμένα ίχνη, δυσκολεύοντας την αντίδραση των αρχών.

Για να αξιολογηθεί το ζήτημα, απαιτείται πλήρης πρόσβαση στα πρωτογενή δεδομένα:

  • καταγραφές ραντάρ,
  • αρχεία επικοινωνιών,
  • εντολές διοίκησης,
  • ημερολόγια επιχειρήσεων,
  • δεδομένα των στρατιωτικών ασκήσεων,
  • καταγραφές FAA,
  • και ακριβή χρονολόγια των στρατιωτικών μονάδων.

Χωρίς αυτά, η δημόσια συζήτηση παραμένει βασισμένη σε αποσπασματικές και συχνά αντιφατικές πληροφορίες.


5.7 Το ζήτημα της αλυσίδας διοίκησης

Ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα αφορά το ποιος είχε την τελική αρμοδιότητα να διατάξει την αναχαίτιση ή την κατάρριψη ενός πολιτικού αεροσκάφους.

Σε μια κρίση τέτοιου μεγέθους, η αλυσίδα διοίκησης πρέπει να είναι σαφής. Εάν οι εντολές περνούν από πολλά επίπεδα, κάθε καθυστέρηση μπορεί να αποβεί καθοριστική.

Οι ερευνητές έχουν επισημάνει ότι η δημόσια παρουσίαση των εντολών εκείνης της ημέρας δεν είναι πάντοτε συνεπής. Υπάρχουν ερωτήματα σχετικά με:

  • το ποιος έδωσε τις εντολές,
  • το πότε εκδόθηκαν,
  • το πότε έφτασαν στις μονάδες,
  • το αν υπήρχε σαφής εξουσιοδότηση,
  • το εάν οι πιλότοι γνώριζαν ότι είχαν δικαίωμα χρήσης βίας,
  • και το εάν οι μεταγενέστερες αφηγήσεις τροποποιήθηκαν για να εξηγηθεί η αποτυχία.

Η ακριβής ανασύνθεση αυτής της αλυσίδας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε σοβαρή αξιολόγηση των γεγονότων.


5.8 Το επιχειρησιακό παράδοξο

Η 11η Σεπτεμβρίου παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο επιχειρησιακό παράδοξο.

Από τη μία πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν:

  • τεράστιους πόρους,
  • προηγμένα ραντάρ,
  • στρατιωτική αεροπορία,
  • δίκτυα επικοινωνιών,
  • υπηρεσίες πληροφοριών,
  • διαδικασίες αντιμετώπισης αεροπειρατειών,
  • και πολυετή εμπειρία στην προστασία του εναέριου χώρου.

Από την άλλη πλευρά, εκείνη την ημέρα παρατηρήθηκε μια αλληλουχία αποτυχιών σε σχεδόν κάθε κρίσιμο επίπεδο:

  • καθυστερημένη αναγνώριση,
  • λανθασμένες πληροφορίες,
  • προβλήματα επικοινωνίας,
  • σύγχυση για τις πορείες των αεροσκαφών,
  • ασυνέπεια στα χρονολόγια,
  • απουσία αναχαίτισης,
  • και μεταγενέστερες διορθώσεις στις επίσημες αναφορές.

Το παράδοξο αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του συγκεκριμένο σενάριο. Δείχνει όμως ότι η επιχειρησιακή διάσταση της 11ης Σεπτεμβρίου δεν έχει εξαντληθεί από την απλή επίκληση του «χάους» και της «ανθρώπινης αποτυχίας».


Συμπέρασμα του Κεφαλαίου 5

Η αντίδραση της αμερικανικής αεράμυνας αποτελεί ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα τμήματα της υπόθεσης.

Οι στρατιωτικές ασκήσεις, οι αντιφατικές πληροφορίες, οι διαφορετικές εκδοχές για τους χρόνους ενημέρωσης και η απουσία αποτελεσματικής αναχαίτισης συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί πολύ βαθύτερη εξέταση.

Η εναλλακτική έρευνα δεν χρειάζεται να στηριχθεί σε αυθαίρετους ισχυρισμούς για να αναδείξει το πρόβλημα. Αρκεί να θέσει τα βασικά ερωτήματα:

  • Ποιος γνώριζε τι και πότε;
  • Γιατί οι πληροφορίες άλλαξαν με την πάροδο του χρόνου;
  • Ποιος ήταν ο πραγματικός ρόλος των στρατιωτικών ασκήσεων;
  • Γιατί δεν υπήρξε αποτελεσματική αναχαίτιση;
  • Ποια ήταν η ακριβής αλυσίδα διοίκησης;
  • Γιατί τα επίσημα χρονολόγια παρουσιάζουν τόσο σημαντικές αποκλίσεις;

Όσο αυτά τα ερωτήματα παραμένουν χωρίς πλήρη, συνεπή και τεκμηριωμένη απάντηση, η επιχειρησιακή πλευρά της 11ης Σεπτεμβρίου θα εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα βασικά πεδία αμφισβήτησης της επίσημης ανακατασκευής.


Τα οικονομικά ίχνη, οι χρηματοδοτικές διαδρομές και τα ερωτήματα γύρω από την προετοιμασία

6.1 Η οικονομική διάσταση της επιχείρησης

Μια επιχείρηση τέτοιας κλίμακας απαιτούσε ταξίδια, διαμονές, εκπαίδευση, ενοικιάσεις οχημάτων, επικοινωνίες, τραπεζικές συναλλαγές και συντονισμό μεταξύ πολλών προσώπων.

Το οικονομικό σκέλος της 11ης Σεπτεμβρίου έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή μπορεί να αποκαλύψει:

  • ποιοι χρηματοδότησαν τους αεροπειρατές,
  • ποιοι γνώριζαν τις κινήσεις τους,
  • ποιοι παρείχαν υλικοτεχνική υποστήριξη,
  • εάν υπήρχαν ενδιάμεσοι χρηματοδότες,
  • εάν χρησιμοποιήθηκαν κρατικοί ή παρακρατικοί μηχανισμοί,
  • και κατά πόσο η επίσημη έρευνα παρουσίασε ολόκληρη την οικονομική αλυσίδα.

Η οικονομική ανάλυση δεν αφορά μόνο τα ποσά. Αφορά κυρίως τα δίκτυα μέσα από τα οποία κινήθηκαν τα χρήματα.


6.2 Οι τραπεζικές μεταφορές και οι μικρές συναλλαγές

Σύμφωνα με τις διαθέσιμες έρευνες, οι αεροπειρατές χρησιμοποίησαν σχετικά μικρά ποσά για:

  • αεροπορικά εισιτήρια,
  • δίδακτρα σε σχολές πτήσης,
  • ενοικιάσεις διαμερισμάτων,
  • αυτοκίνητα,
  • ξενοδοχεία,
  • τηλεφωνικές υπηρεσίες,
  • και καθημερινά έξοδα.

Το γεγονός ότι οι συναλλαγές ήταν συχνά μικρές δεν σημαίνει ότι ήταν ασήμαντες. Αντίθετα, τέτοιου είδους συναλλαγές μπορούν να αποκαλύψουν τη γεωγραφική μετακίνηση και τις επαφές των εμπλεκομένων.

Τα ερωτήματα αφορούν κυρίως:

  • την προέλευση των χρημάτων,
  • τους λογαριασμούς που χρησιμοποιήθηκαν,
  • τις καταθέσεις τρίτων,
  • τις αναλήψεις μετρητών,
  • τις μεταφορές μεταξύ διαφορετικών προσώπων,
  • και τη σχέση των χρηματοδοτών με κρατικούς ή ιδιωτικούς φορείς.

Η πλήρης χαρτογράφηση αυτών των διαδρομών θα μπορούσε να δείξει εάν επρόκειτο για ένα απολύτως αυτόνομο δίκτυο ή για μια επιχείρηση που στηρίχθηκε σε ευρύτερες υποδομές.


6.3 Ο ρόλος τρίτων προσώπων

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα είναι ότι οι αεροπειρατές δεν φαίνεται να κινήθηκαν πάντοτε μόνοι τους.

Σε διάφορες περιπτώσεις εμφανίζονται:

  • άτομα που τους φιλοξένησαν,
  • πρόσωπα που τους βοήθησαν να αποκτήσουν έγγραφα,
  • επαφές με σχολές πτήσης,
  • ενδιάμεσοι που διευκόλυναν ενοικιάσεις,
  • και άνθρωποι που γνώριζαν μέρος των δραστηριοτήτων τους.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αυτά τα πρόσωπα ήταν:

  1. απλοί συνεργοί χωρίς πλήρη γνώση,
  2. μέλη οργανωμένου δικτύου,
  3. πράκτορες ή πληροφοριοδότες,
  4. ή άτομα που χρησιμοποιήθηκαν χωρίς να γνωρίζουν τον τελικό σκοπό.

Η ύπαρξη επαφών με υπηρεσίες ασφαλείας ή κρατικούς μηχανισμούς δεν πρέπει να μετατρέπεται αυτόματα σε απόδειξη συνωμοσίας. Ωστόσο, όταν συγκεκριμένα πρόσωπα εμφανίζονται επανειλημμένα σε κρίσιμα σημεία της προετοιμασίας, η παρουσία τους απαιτεί λεπτομερή εξέταση.


6.4 Οι σχέσεις με ξένες υπηρεσίες και κρατικούς μηχανισμούς

Η οικονομική και επιχειρησιακή έρευνα έχει οδηγήσει πολλούς ερευνητές να εξετάσουν πιθανές σχέσεις με ξένες υπηρεσίες πληροφοριών ή κρατικούς μηχανισμούς της Μέσης Ανατολής.

Οι σχετικές αναφορές αφορούν κυρίως:

  • πιθανή υποστήριξη σε επίπεδο χρηματοδότησης,
  • διευκολύνσεις μετακίνησης,
  • παροχή εγγράφων,
  • επαφές με πρόσωπα που συνδέονταν με υπηρεσίες πληροφοριών,
  • και πιθανή γνώση της παρουσίας ορισμένων αεροπειρατών στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το ζήτημα χρειάζεται προσεκτική διάκριση. Άλλο είναι η ύπαρξη επαφών ή υποστήριξης σε επιμέρους επίπεδα και άλλο η απόδειξη ότι μια συγκεκριμένη κυβέρνηση σχεδίασε ή διέταξε την επίθεση.

Η σοβαρή έρευνα πρέπει να εξετάζει:

  • ποια στοιχεία είναι τεκμηριωμένα,
  • ποια προέρχονται από μαρτυρίες,
  • ποια βασίζονται σε έγγραφα,
  • ποια αποτελούν εκτιμήσεις,
  • και ποια παραμένουν απλές υποθέσεις.

Η αποσιώπηση τέτοιων ερωτημάτων είναι προβληματική. Εξίσου προβληματική είναι όμως και η μετατροπή κάθε ύποπτης επαφής σε τελεσίδικη απόδειξη.


6.5 Η εκπαίδευση στις σχολές πτήσης

Η παρουσία ορισμένων αεροπειρατών σε αμερικανικές σχολές πτήσης αποτελεί βασικό κομμάτι της προετοιμασίας.

Οι σχολές πτήσης μπορούσαν να προσφέρουν:

  • βασική εκπαίδευση,
  • εξοικείωση με όργανα,
  • γνώση διαδικασιών,
  • πρόσβαση σε προσομοιωτές,
  • και κατανόηση της λειτουργίας μεγάλων αεροσκαφών.

Ωστόσο, παραμένει ερώτημα κατά πόσο η εκπαίδευση που έλαβαν ήταν επαρκής για τους ελιγμούς που αποδίδονται σε ορισμένους από αυτούς.

Ιδιαίτερα στην περίπτωση του Χάνι Χαντζούρ, έχουν διατυπωθεί ερωτήματα σχετικά με:

  • το επίπεδο των πτητικών του ικανοτήτων,
  • την ικανότητά του να χειριστεί μεγάλο επιβατικό αεροσκάφος,
  • την ακρίβεια του τελικού ελιγμού,
  • και τη διαφορά ανάμεσα στην εκπαίδευση που φέρεται να είχε λάβει και στην πτήση που τελικά πραγματοποιήθηκε.

Η διαφορά ανάμεσα στη θεωρητική γνώση και στην πραγματική επιχειρησιακή ικανότητα είναι κρίσιμη. Ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει βασικές αρχές πτήσης χωρίς να μπορεί να εκτελέσει έναν εξαιρετικά απαιτητικό ελιγμό σε πραγματικές συνθήκες.


6.6 Τα έγγραφα, οι ταυτότητες και οι διαβαθμίσεις

Η υπόθεση περιλαμβάνει επίσης ερωτήματα γύρω από την ταυτοποίηση των αεροπειρατών και τη χρήση ταξιδιωτικών εγγράφων.

Οι ερευνητές έχουν εξετάσει:

  • τη γνησιότητα ορισμένων εγγράφων,
  • τις διαφορετικές ταυτότητες που εμφανίζονται σε αρχεία,
  • τις μεταβολές στα ονόματα,
  • τις θεωρούμενες κλοπές ή πλαστογραφήσεις,
  • και το πώς κατέστη δυνατή η είσοδος και παραμονή συγκεκριμένων προσώπων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ορισμένα έγγραφα εμφανίστηκαν ως σημαντικά στοιχεία ταυτοποίησης, ενώ άλλα σημεία της υπόθεσης παρέμειναν ασαφή ή αντιφατικά.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ύπαρξη πλαστών εγγράφων. Το πρόβλημα είναι η αξιοπιστία ολόκληρης της διαδικασίας ταυτοποίησης και η βεβαιότητα με την οποία αποδόθηκαν συγκεκριμένες πράξεις σε συγκεκριμένα άτομα.


6.7 Η απουσία πλήρους οικονομικής εικόνας

Παρά την έκταση των ερευνών, η οικονομική εικόνα της επιχείρησης δεν έχει παρουσιαστεί πάντοτε με τρόπο που να επιτρέπει στον ανεξάρτητο ερευνητή να ανασυνθέσει ολόκληρη την αλυσίδα.

Παραμένουν ερωτήματα σχετικά με:

  • τις αρχικές πηγές χρηματοδότησης,
  • τους ενδιάμεσους λογαριασμούς,
  • τη συμμετοχή τρίτων,
  • τις πιθανές κρατικές διευκολύνσεις,
  • τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ διαφορετικών προσώπων,
  • και το εάν υπήρχαν παράλληλα δίκτυα υποστήριξης.

Σε μια επιχείρηση που απαιτούσε συντονισμό σε πολλές πολιτείες και χώρες, η πλήρης οικονομική διαδρομή θα έπρεπε να αποτελεί ένα από τα πιο διαφανή τμήματα της έρευνας.

Όσο περισσότερο παραμένουν κενά σε αυτό το επίπεδο, τόσο περισσότερο ενισχύεται η ανάγκη για ανεξάρτητη εξέταση των στοιχείων.


6.8 Το οικονομικό ίχνος ως εργαλείο ανασύνθεσης

Η οικονομική έρευνα μπορεί να λειτουργήσει ως ανεξάρτητος τρόπος ανασύνθεσης των γεγονότων.

Ακόμη και αν αγνοηθούν προσωρινά οι πολιτικές δηλώσεις και οι μεταγενέστερες αφηγήσεις, οι χρηματοδοτικές κινήσεις μπορούν να δείξουν:

  • ποιοι συναντήθηκαν,
  • πού ταξίδεψαν,
  • ποιος πλήρωσε τι,
  • ποιοι παρείχαν στέγαση,
  • ποιοι είχαν πρόσβαση σε κρίσιμες υποδομές,
  • και ποια πρόσωπα εμφανίζονται επανειλημμένα στο δίκτυο.

Αυτό καθιστά την οικονομική διάσταση ιδιαίτερα σημαντική. Τα χρήματα αφήνουν ίχνη, ακόμη και όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να εξαφανίσουν τα ίχνη τους. Η ανθρωπότητα έχει καταφέρει να στείλει ανθρώπους στο διάστημα, αλλά εξακολουθεί να αφήνει αποδείξεις σε αποδείξεις τραπεζικών συναλλαγών.


Συμπέρασμα του έκτου μέρους

Η οικονομική προετοιμασία της 11ης Σεπτεμβρίου αποτελεί κρίσιμο πεδίο για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οργανώθηκε η επιχείρηση.

Τα βασικά ερωτήματα αφορούν:

  • την προέλευση των χρημάτων,
  • τις διαδρομές χρηματοδότησης,
  • τον ρόλο τρίτων προσώπων,
  • τις πιθανές σχέσεις με υπηρεσίες πληροφοριών,
  • την εκπαίδευση στις σχολές πτήσης,
  • τη χρήση εγγράφων και ταυτοτήτων,
  • και την πληρότητα της επίσημης οικονομικής ανακατασκευής.

Η ύπαρξη οικονομικών συναλλαγών δεν αποδεικνύει από μόνη της ένα συγκεκριμένο σενάριο. Όμως η ελλιπής παρουσίαση των χρηματοδοτικών δικτύων αφήνει ένα σημαντικό κενό στην κατανόηση της υπόθεσης.

Μια πλήρης έρευνα θα έπρεπε να παρουσιάζει όχι μόνο ποιοι ήταν οι αεροπειρατές, αλλά και ποιοι τους διευκόλυναν, ποιοι τους χρηματοδότησαν, ποιοι γνώριζαν τις κινήσεις τους και ποιοι ενδεχομένως επωφελήθηκαν από την επιχείρηση.


Οι υπηρεσίες πληροφοριών, οι προειδοποιήσεις και τα κενά πρόληψης

7.1 Η αποτυχία πρόληψης πριν από την επίθεση

Η 11η Σεπτεμβρίου δεν ήταν ένα γεγονός που εμφανίστηκε χωρίς καμία προηγούμενη ένδειξη. Πριν από την επίθεση υπήρχαν πληροφορίες για σχέδια της Αλ Κάιντα, για πιθανές αεροπειρατείες, για δραστηριότητες ύποπτων προσώπων και για την πιθανότητα επιθέσεων μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το βασικό ερώτημα είναι γιατί αυτές οι πληροφορίες δεν μετατράπηκαν σε αποτελεσματική πρόληψη.

Η ύπαρξη προειδοποιήσεων δεν σημαίνει αυτομάτως ότι οι υπηρεσίες γνώριζαν το ακριβές σχέδιο. Ωστόσο, όταν συγκεντρώνονται πολλές ενδείξεις από διαφορετικές πηγές, η αδυναμία σύνδεσής τους δημιουργεί σοβαρό ζήτημα λειτουργίας των υπηρεσιών πληροφοριών.

Η αποτυχία μπορεί να οφειλόταν σε:

  • έλλειψη συντονισμού,
  • ανταγωνισμό μεταξύ υπηρεσιών,
  • γραφειοκρατικά εμπόδια,
  • ανεπαρκή αξιολόγηση πληροφοριών,
  • πολιτικές προτεραιότητες,
  • ή εσκεμμένη υποβάθμιση συγκεκριμένων προειδοποιήσεων.

Το τελευταίο αποτελεί υπόθεση που χρειάζεται τεκμηρίωση. Τα προηγούμενα, όμως, αποτελούν πραγματικά και επαναλαμβανόμενα προβλήματα που εμφανίζονται στην ανασύνθεση της περιόδου πριν από τις επιθέσεις.


7.2 Οι προειδοποιήσεις για πιθανές αεροπειρατείες

Πριν από τον Σεπτέμβριο του 2001 υπήρχαν πληροφορίες ότι η Αλ Κάιντα ενδέχεται να χρησιμοποιήσει αεροσκάφη ως όπλα.

Οι προειδοποιήσεις αυτές δεν φαίνεται να αντιμετωπίστηκαν με ενιαίο τρόπο. Άλλες θεωρήθηκαν γενικές, άλλες αφορούσαν πιθανές επιθέσεις στο εξωτερικό και άλλες δεν μεταβιβάστηκαν εγκαίρως στους αρμόδιους φορείς.

Το πρόβλημα ήταν ότι οι υπηρεσίες αντιμετώπιζαν τις απειλές μέσα από επιμέρους φακέλους. Μια πληροφορία αφορούσε έναν ύποπτο, άλλη ένα ταξίδι, άλλη μια σχολή πτήσης και άλλη μια πιθανή αεροπειρατεία. Όταν όμως οι πληροφορίες αυτές εξεταστούν συνολικά, δημιουργούν διαφορετική εικόνα.

Το ερώτημα είναι εάν υπήρξε πραγματική αδυναμία σύνθεσης των πληροφοριών ή εάν ορισμένα στοιχεία δεν αξιοποιήθηκαν για λόγους που δεν έχουν αποσαφηνιστεί.


7.3 Το ζήτημα των ύποπτων προσώπων που ήταν ήδη γνωστά

Ορισμένοι από τους μελλοντικούς αεροπειρατές είχαν εμφανιστεί σε αρχεία υπηρεσιών ασφαλείας ή είχαν συνδεθεί με πρόσωπα που βρίσκονταν υπό παρακολούθηση.

Σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρχαν ενδείξεις για:

  • ταξίδια σε χώρες ενδιαφέροντος,
  • επαφές με γνωστά δίκτυα,
  • παρουσία σε συναντήσεις,
  • χρήση διαφορετικών ταυτοτήτων,
  • ή διαμονή σε σημεία που είχαν ήδη προκαλέσει υποψίες.

Το ερώτημα δεν είναι αν κάθε υπηρεσία γνώριζε ότι τα συγκεκριμένα άτομα θα συμμετείχαν σε επίθεση. Το ερώτημα είναι γιατί δεν υπήρξε αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των υπηρεσιών που διέθεταν διαφορετικά κομμάτια του ίδιου παζλ.

Η διάσπαση των πληροφοριών μεταξύ CIA, FBI, υπηρεσιών μετανάστευσης και αεροπορικών αρχών αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που πρέπει να εξεταστούν.


7.4 Η αδυναμία σύνδεσης των στοιχείων

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά προβλήματα ήταν η αδυναμία σύνδεσης φαινομενικά ασύνδετων περιστατικών.

Για παράδειγμα:

  • ύποπτες μετακινήσεις,
  • εκπαίδευση σε σχολές πτήσης,
  • ασυνήθιστες οικονομικές συναλλαγές,
  • επαφές με πρόσωπα υπό παρακολούθηση,
  • είσοδος στη χώρα,
  • και πληροφορίες για πιθανές αεροπορικές επιθέσεις.

Κάθε στοιχείο ξεχωριστά μπορούσε να θεωρηθεί ανεπαρκές. Όλα μαζί, όμως, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προειδοποιητικό σήμα.

Η αποτυχία σύνθεσης πληροφοριών αποτελεί συχνό πρόβλημα στους μηχανισμούς ασφαλείας. Στην περίπτωση της 11ης Σεπτεμβρίου, όμως, το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό και η έκταση των συνεπειών καθιστά την εξήγηση της απλής γραφειοκρατικής ανεπάρκειας ανεπαρκή χωρίς λεπτομερή ανάλυση.


7.5 Η σχέση CIA και FBI

Οι σχέσεις μεταξύ των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών και εσωτερικής ασφάλειας χαρακτηρίζονταν από θεσμικούς περιορισμούς, ανταγωνισμό και δυσκολίες ανταλλαγής δεδομένων.

Η CIA επικεντρωνόταν κυρίως σε εξωτερικές απειλές και διεθνή δίκτυα, ενώ το FBI είχε την κύρια ευθύνη για εσωτερικές έρευνες. Αυτή η διάκριση δημιούργησε προβλήματα όταν οι ύποπτοι μετακινούνταν από το διεθνές στο αμερικανικό περιβάλλον.

Το κρίσιμο ζήτημα ήταν εάν πληροφορίες που υπήρχαν σε μία υπηρεσία μεταφέρθηκαν εγκαίρως στην άλλη.

Η ύπαρξη θεσμικών εμποδίων εξηγεί μέρος της αποτυχίας. Δεν εξηγεί όμως πλήρως γιατί συγκεκριμένες πληροφορίες δεν αξιοποιήθηκαν, ακόμη και όταν υπήρχαν ενδείξεις ότι ορισμένα πρόσωπα βρίσκονταν ήδη στις Ηνωμένες Πολιτείες.


7.6 Οι προειδοποιήσεις του καλοκαιριού του 2001

Κατά τους μήνες πριν από τις επιθέσεις, υπήρξε αύξηση των προειδοποιήσεων για επικείμενη δράση της Αλ Κάιντα.

Οι πληροφορίες περιέγραφαν πιθανότητα μεγάλης επίθεσης, χωρίς πάντοτε να προσδιορίζουν:

  • τον ακριβή στόχο,
  • την ημερομηνία,
  • το μέσο επίθεσης,
  • ή τα συγκεκριμένα πρόσωπα.

Αυτό χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως επιχείρημα ότι οι προειδοποιήσεις ήταν πολύ γενικές για να οδηγήσουν σε συγκεκριμένα μέτρα.

Ωστόσο, μια σοβαρή υπηρεσία πληροφοριών δεν αξιολογεί τις απειλές μόνο με βάση το αν περιλαμβάνουν πλήρες επιχειρησιακό σχέδιο. Όταν υπάρχουν πολλαπλές ενδείξεις για μεγάλη επίθεση, θα έπρεπε να αυξάνονται τα μέτρα ασφαλείας και η επιτήρηση.

Το ερώτημα είναι γιατί η αυξημένη απειλή δεν οδήγησε σε αντίστοιχη αλλαγή επιχειρησιακής ετοιμότητας.


7.7 Το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης

Ακόμη και αν απορριφθεί οποιοδήποτε σενάριο εσκεμμένης διευκόλυνσης, παραμένει το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης.

Οι πολιτικές ηγεσίες είχαν την ευθύνη:

  • να αξιολογούν τις προειδοποιήσεις,
  • να καθορίζουν προτεραιότητες,
  • να εξασφαλίζουν συντονισμό,
  • να επιβλέπουν τις υπηρεσίες,
  • και να αντιδρούν σε αυξημένες ενδείξεις κινδύνου.

Η επίκληση αποκλειστικά σε υπηρεσιακά λάθη δεν απαλλάσσει την πολιτική ηγεσία από την ανάγκη εξήγησης.

Εάν υπήρχαν προειδοποιήσεις και δεν αξιοποιήθηκαν, τότε τίθεται ζήτημα:

  • αμέλειας,
  • λανθασμένης στρατηγικής εκτίμησης,
  • εσφαλμένων προτεραιοτήτων,
  • ή πολιτικής επιλογής να μην αντιμετωπιστεί η απειλή ως άμεση.

Η διάκριση ανάμεσα στην ανικανότητα και στη σκόπιμη αδράνεια είναι δύσκολη, αλλά ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται πλήρης διαφάνεια.


7.8 Οι υπηρεσίες πληροφοριών μετά την επίθεση

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, οι αμερικανικές υπηρεσίες προχώρησαν σε σημαντικές θεσμικές αλλαγές:

  • ενισχύθηκε η ανταλλαγή πληροφοριών,
  • δημιουργήθηκαν νέοι μηχανισμοί συντονισμού,
  • αυξήθηκαν οι αρμοδιότητες ασφαλείας,
  • και αναδιοργανώθηκε η δομή αντιμετώπισης τρομοκρατικών απειλών.

Οι αλλαγές αυτές δείχνουν ότι τα προβλήματα πριν από την επίθεση ήταν πραγματικά και βαθιά.

Ωστόσο, η μεταγενέστερη αναδιοργάνωση δεν απαντά από μόνη της στο ερώτημα εάν η αποτυχία ήταν απλώς θεσμική ή εάν υπήρχαν επιπλέον παράγοντες που δεν δημοσιοποιήθηκαν.

Η θεσμική μεταρρύθμιση αποδεικνύει την ύπαρξη προβλημάτων. Δεν αποδεικνύει όμως την αιτία τους.


Συμπέρασμα του Κεφαλαίου 7

Η 11η Σεπτεμβρίου δεν μπορεί να εξεταστεί μόνο ως επιχειρησιακή αποτυχία της ημέρας της επίθεσης. Πρέπει να εξεταστεί και ως αποτυχία πρόληψης κατά τους μήνες και τα χρόνια που προηγήθηκαν.

Οι προειδοποιήσεις, οι ύποπτες μετακινήσεις, οι πληροφορίες για αεροπειρατείες, οι γνωστές επαφές ορισμένων προσώπων και η αδυναμία συνεργασίας μεταξύ υπηρεσιών δημιουργούν μια εικόνα σημαντικών κενών.

Τα βασικά ερωτήματα παραμένουν:

  • Πόσα στοιχεία υπήρχαν πριν από την επίθεση;
  • Ποιοι τα γνώριζαν;
  • Γιατί δεν συνδέθηκαν;
  • Ποιοι υποβάθμισαν τον κίνδυνο;
  • Ποιος είχε την πολιτική και υπηρεσιακή ευθύνη;
  • Και γιατί η πλήρης εικόνα δεν παρουσιάστηκε εξαρχής με σαφήνεια;

Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι απαραίτητη, διότι χωρίς την κατανόηση της προγενέστερης αποτυχίας πρόληψης, η επίσημη ανακατασκευή της 11ης Σεπτεμβρίου παραμένει ελλιπής.


Οι μαρτυρίες των αυτοπτών, οι εκρήξεις και τα φυσικά ίχνη

8.1 Η σημασία των μαρτυριών

Οι μαρτυρίες ανθρώπων που βρίσκονταν στους χώρους των επιθέσεων αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά, αλλά και πιο αμφιλεγόμενα στοιχεία της υπόθεσης.

Οι αυτόπτες μάρτυρες, οι πυροσβέστες, οι αστυνομικοί, οι εργαζόμενοι και οι διασώστες περιέγραψαν γεγονότα που δεν περιορίζονταν πάντοτε στην εικόνα ενός αεροσκάφους που προσκρούει σε ένα κτίριο.

Αναφέρθηκαν:

  • δυνατές εκρήξεις,
  • διαδοχικοί κρότοι,
  • δονήσεις,
  • λάμψεις,
  • μυρωδιές καυσίμων ή χημικών,
  • εκτινάξεις ανθρώπων και αντικειμένων,
  • και καταστροφές που φάνηκαν να εξελίσσονται σε περισσότερα από ένα στάδια.

Οι μαρτυρίες αυτές δεν μπορούν όλες να θεωρηθούν αυτομάτως ακριβείς. Σε μια καταστροφή τέτοιου μεγέθους, ο φόβος, ο θόρυβος, η σύγχυση και η χρονική απόσταση μπορούν να επηρεάσουν την ανθρώπινη μνήμη.

Ωστόσο, η συστηματική απόρριψη όλων των μαρτυριών που δεν ταιριάζουν με την επίσημη αφήγηση είναι εξίσου προβληματική. Ιδίως όταν παρόμοιες περιγραφές προέρχονται από διαφορετικά και ανεξάρτητα μεταξύ τους πρόσωπα.


8.2 Οι αναφορές για εκρήξεις στους Δίδυμους Πύργους

Πολλοί άνθρωποι που βρίσκονταν μέσα ή κοντά στους Δίδυμους Πύργους περιέγραψαν εκρήξεις πριν, κατά τη διάρκεια ή λίγο πριν από την τελική κατάρρευση.

Οι αναφορές περιλαμβάνουν:

  • εκρήξεις σε χαμηλότερους ορόφους,
  • κρότους που ακούστηκαν πριν από την κύρια κατάρρευση,
  • δονήσεις που δεν συνδέονταν άμεσα με την αρχική πρόσκρουση,
  • και περιγραφές για «σειρά εκρήξεων» αντί για έναν ενιαίο ήχο.

Σε ορισμένες μαρτυρίες χρησιμοποιούνται όροι όπως «βόμβα», «έκρηξη», «κρότος» ή «εκτινάχθηκα από το ωστικό κύμα».

Το ζήτημα είναι εάν αυτές οι περιγραφές αφορούν:

  1. την πρόσκρουση των αεροσκαφών,
  2. την ανάφλεξη καυσίμων,
  3. την κατάρρευση δομικών στοιχείων,
  4. εκρήξεις μετασχηματιστών ή άλλου εξοπλισμού,
  5. ή ανεξάρτητες εκρηκτικές ενέργειες.

Η επίσημη εξήγηση αποδίδει μεγάλο μέρος αυτών των ήχων σε δομικές αστοχίες και δευτερογενή φαινόμενα. Οι εναλλακτικοί ερευνητές θεωρούν ότι ο αριθμός και η ομοιότητα των μαρτυριών δικαιολογούν περαιτέρω τεχνική διερεύνηση.


8.3 Οι πυροσβέστες και οι διασώστες

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι μαρτυρίες επαγγελματιών που είχαν εκπαιδευτεί να αναγνωρίζουν εκρήξεις, δομικές αστοχίες και επικίνδυνες συνθήκες.

Πυροσβέστες και διασώστες ανέφεραν ότι άκουσαν:

  • δυνατούς κρότους,
  • εκρήξεις σε διαδοχική σειρά,
  • ήχους από διαφορετικά σημεία των κτιρίων,
  • και φαινόμενα που δεν έμοιαζαν με μια απλή προοδευτική κατάρρευση.

Ορισμένοι περιέγραψαν την αίσθηση ότι το κτίριο «εξερράγη» ή ότι οι εκρήξεις προηγήθηκαν της κατάρρευσης.

Αυτές οι μαρτυρίες δεν αποτελούν από μόνες τους τεχνική απόδειξη χρήσης εκρηκτικών. Έχουν όμως ιδιαίτερη αξία, επειδή προέρχονται από ανθρώπους που βρίσκονταν στο σημείο και είχαν άμεση αντίληψη των γεγονότων.

Η αξιολόγησή τους πρέπει να γίνει με βάση:

  • το ακριβές σημείο όπου βρισκόταν κάθε μάρτυρας,
  • τον χρόνο της παρατήρησης,
  • την απόσταση από την έκρηξη ή την κατάρρευση,
  • τη δυνατότητα ακουστικής παραμόρφωσης,
  • και τη συμφωνία ή διαφωνία με άλλες ανεξάρτητες μαρτυρίες.

8.4 Το ζήτημα της μυρωδιάς και των χημικών καταλοίπων

Σε ορισμένες μαρτυρίες αναφέρονται ασυνήθιστες οσμές, όπως:

  • μυρωδιά καυσίμων,
  • καμένου μετάλλου,
  • χημικών,
  • ή ουσιών που κάποιοι μάρτυρες συνέδεσαν με εκρηκτικά.

Η αναφορά σε οσμή δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής ταυτοποίηση χημικής ουσίας. Σε ένα περιβάλλον όπου καίγονταν καύσιμα αεροσκαφών, πλαστικά, καλώδια, μονωτικά υλικά, έπιπλα και δομικά υλικά, υπήρχαν πολλές πιθανές πηγές ασυνήθιστων οσμών.

Ωστόσο, το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν συνδυάζεται με:

  • αναφορές για εκρήξεις,
  • μεταλλικά κατάλοιπα,
  • ασυνήθιστη μορφή καταστροφής,
  • και μαρτυρίες από διαφορετικά σημεία.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι εάν πραγματοποιήθηκε έγκαιρη, πλήρης και ανεξάρτητη χημική ανάλυση όλων των διαθέσιμων δειγμάτων. Χωρίς τέτοια ανάλυση, οι σχετικές αναφορές παραμένουν ενδείξεις και όχι οριστικά συμπεράσματα.


8.5 Τα μεταλλικά κατάλοιπα και η μορφή της καταστροφής

Οι εναλλακτικές έρευνες έχουν δώσει ιδιαίτερη προσοχή στη μορφή των μεταλλικών καταλοίπων που βρέθηκαν μετά τις καταρρεύσεις.

Εξετάζονται ζητήματα όπως:

  • η παρουσία μεταλλικών σφαιριδίων,
  • η ασυνήθιστη παραμόρφωση χάλυβα,
  • η διάλυση ορισμένων δομικών στοιχείων,
  • η παρουσία υλικών που φαίνεται να είχαν υποστεί εξαιρετικά υψηλές θερμικές ή χημικές διεργασίες,
  • και η κατανομή των καταλοίπων σε μεγάλη απόσταση από τα κτίρια.

Ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι συγκεκριμένα κατάλοιπα συνάδουν με χρήση θερμιτικών ή άλλων εμπρηστικών υλικών. Άλλοι θεωρούν ότι μπορούν να εξηγηθούν από τις θερμοκρασίες, τις πιέσεις και τις χημικές αντιδράσεις που προκλήθηκαν από την κατάρρευση και τις πυρκαγιές.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι μεγάλο μέρος των υλικών απομακρύνθηκε και ανακυκλώθηκε πολύ γρήγορα. Αυτό περιόρισε τη δυνατότητα πλήρους ανεξάρτητης εξέτασης.

Η απομάκρυνση των χαλύβδινων στοιχείων πριν ολοκληρωθεί μια ολοκληρωμένη εγκληματολογική διερεύνηση αποτελεί από μόνη της σοβαρό ζήτημα για κάθε υπόθεση μεγάλης δομικής καταστροφής.


8.6 Το ζήτημα της θερμιτικής αντίδρασης

Ορισμένοι ερευνητές έχουν προτείνει ότι στα συντρίμμια υπήρχαν ενδείξεις χρήσης θερμιτικών υλικών ή νανοθερμιτικών συνθέσεων.

Η θερμιτική αντίδραση μπορεί να παράγει εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες και να προκαλέσει τήξη ή έντονη οξείδωση μετάλλων. Οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας αναφέρονται σε:

  • μικροσκοπικά σωματίδια,
  • κόκκινα ή γκρι στρώματα υλικού,
  • μεταλλικά κατάλοιπα,
  • και χημικές αναλύσεις δειγμάτων σκόνης.

Το θέμα παραμένει αντικείμενο έντονης επιστημονικής διαφωνίας. Οι σχετικές αναλύσεις πρέπει να εξετάζονται με βάση:

  • τη μεθοδολογία δειγματοληψίας,
  • την αλυσίδα φύλαξης των δειγμάτων,
  • την ανεξαρτησία των εργαστηρίων,
  • την επαναληψιμότητα των αποτελεσμάτων,
  • και την πιθανότητα εναλλακτικών χημικών εξηγήσεων.

Δεν είναι επιστημονικά ορθό να θεωρηθεί κάθε ασυνήθιστο σωματίδιο ως απόδειξη εκρηκτικού μηχανισμού. Εξίσου μη ορθό είναι να απορρίπτονται συνολικά οι χημικές ενδείξεις χωρίς πλήρη αξιολόγηση.


8.7 Η ταχύτητα απομάκρυνσης των συντριμμιών

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα αφορά την ταχύτητα με την οποία απομακρύνθηκαν τα συντρίμμια από το Ground Zero.

Σε μια συνηθισμένη μεγάλη καταστροφή, τα δομικά υλικά αποτελούν κρίσιμα στοιχεία για:

  • την ανάλυση της αιτίας,
  • την ανασύνθεση της κατάρρευσης,
  • τον εντοπισμό μηχανισμών αστοχίας,
  • και την πιθανή ανακάλυψη εκρηκτικών ή άλλων τεχνικών ενδείξεων.

Στην περίπτωση του World Trade Center, μεγάλο μέρος του χάλυβα απομακρύνθηκε γρήγορα και οδηγήθηκε προς ανακύκλωση.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να περιοριστεί η δυνατότητα:

  • λεπτομερούς μεταλλουργικής εξέτασης,
  • διατήρησης κρίσιμων δομικών συνδέσεων,
  • μελέτης των σημείων θραύσης,
  • και ανεξάρτητης αναπαράστασης της κατάρρευσης.

Για τους εναλλακτικούς ερευνητές, η διαδικασία αυτή αποτελεί σοβαρό πρόβλημα διαφάνειας. Ακόμη και αν η απομάκρυνση έγινε για λόγους ασφάλειας ή επιχειρησιακής ανάγκης, η απώλεια των στοιχείων δυσκολεύει την οριστική επίλυση των τεχνικών ερωτημάτων.


8.8 Οι μαρτυρίες ως κομμάτι του συνολικού παζλ

Καμία μεμονωμένη μαρτυρία δεν αρκεί για να αποδείξει ένα συγκεκριμένο σενάριο. Όταν όμως πολλές μαρτυρίες παρουσιάζουν παρόμοια χαρακτηριστικά, αποκτούν μεγαλύτερη ερευνητική αξία.

Οι αναφορές για:

  • εκρήξεις,
  • διαδοχικούς κρότους,
  • δονήσεις,
  • λάμψεις,
  • ασυνήθιστες οσμές,
  • και καταστροφή σε πολλαπλά στάδια,

δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ούτε ως τελεσίδικη απόδειξη ούτε ως άχρηστες υποκειμενικές εντυπώσεις.

Πρέπει να ενταχθούν σε μια συνολική τεχνική ανάλυση μαζί με:

  • τα βίντεο,
  • τα σεισμολογικά δεδομένα,
  • τη μορφή της κατάρρευσης,
  • τα μεταλλικά κατάλοιπα,
  • τις φωτογραφίες,
  • τα χρονολόγια,
  • και τις καταγραφές των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης.

Μόνο έτσι μπορεί να αξιολογηθεί εάν οι μαρτυρίες αποτελούν τυχαία προϊόντα της σύγχυσης ή εάν δείχνουν ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που δεν εξηγείται επαρκώς από την επίσημη αφήγηση.


Συμπέρασμα του όγδοου κεφαλαίου

Οι μαρτυρίες αυτοπτών, πυροσβεστών και διασωστών, σε συνδυασμό με τα φυσικά κατάλοιπα, αποτελούν σημαντικό τμήμα της έρευνας για την 11η Σεπτεμβρίου.

Οι αναφορές για εκρήξεις, διαδοχικούς κρότους, ασυνήθιστες οσμές και ιδιαίτερες μορφές μεταλλικής καταστροφής δεν μπορούν να αγνοηθούν. Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να μετατρέπονται χωρίς τεχνική επιβεβαίωση σε απόλυτες αποδείξεις.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι μεγάλο μέρος των φυσικών στοιχείων απομακρύνθηκε γρήγορα, ενώ πολλές μαρτυρίες δεν εξετάστηκαν με ενιαίο και διαφανή τρόπο.

Έτσι, παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ερωτήματα:

  • Τι ακριβώς άκουσαν οι μάρτυρες;
  • Υπήρχαν εκρήξεις ανεξάρτητες από τις προσκρούσεις;
  • Ποια ήταν η χημική σύσταση των καταλοίπων;
  • Γιατί απομακρύνθηκε τόσο γρήγορα ο χάλυβας;
  • Πόσα στοιχεία χάθηκαν πριν ολοκληρωθεί η έρευνα;
  • Και κατά πόσο η επίσημη τεχνική εξήγηση καλύπτει το σύνολο των διαθέσιμων ενδείξεων;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά παραμένει καθοριστική για την αξιολόγηση των εναλλακτικών ερμηνειών της 11ης Σεπτεμβρίου.


Τα μέσα ενημέρωσης, η διαμόρφωση της αφήγησης και ο έλεγχος της δημόσιας συζήτησης

9.1 Η πρώτη εικόνα των γεγονότων

Η 11η Σεπτεμβρίου μεταδόθηκε σε πραγματικό χρόνο σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι τηλεοπτικές εικόνες των προσκρούσεων, των πυρκαγιών και των καταρρεύσεων δημιούργησαν αμέσως μια ισχυρή και σχεδόν ενιαία αφήγηση.

Η κοινή γνώμη πληροφορήθηκε τα γεγονότα μέσα από:

  • ζωντανές τηλεοπτικές μεταδόσεις,
  • δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων,
  • ανακοινώσεις υπηρεσιών ασφαλείας,
  • δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις,
  • και εικόνες που επαναλαμβάνονταν συνεχώς.

Η ταχύτητα της ενημέρωσης είχε ως αποτέλεσμα να διαμορφωθεί η βασική ερμηνεία πριν ακόμη ολοκληρωθεί οποιαδήποτε τεχνική ή εγκληματολογική έρευνα.

Από τις πρώτες ώρες, η επίθεση παρουσιάστηκε ως ενέργεια ισλαμιστικής τρομοκρατικής οργάνωσης, με συγκεκριμένους δράστες και συγκεκριμένο επιχειρησιακό σενάριο. Η εναλλακτική εξέταση των τεχνικών στοιχείων δεν αποτέλεσε προτεραιότητα.


9.2 Η δύναμη της επαναλαμβανόμενης εικόνας

Οι τηλεοπτικές εικόνες των Δίδυμων Πύργων έγιναν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα οπτικά σύμβολα της σύγχρονης ιστορίας.

Η συνεχής επανάληψη:

  • της πρόσκρουσης των αεροσκαφών,
  • της έκρηξης,
  • της κατάρρευσης,
  • και των εικόνων του καπνού,

λειτούργησε όχι μόνο ως ενημέρωση αλλά και ως μηχανισμός εδραίωσης μιας συγκεκριμένης ερμηνείας.

Η εικόνα είναι ισχυρότερη από την ανάλυση. Ο θεατής βλέπει ένα αεροσκάφος να προσκρούει σε έναν πύργο και φυσιολογικά συνδέει την πρόσκρουση με την τελική κατάρρευση. Ωστόσο, η τεχνική διερεύνηση απαιτεί να εξεταστούν ξεχωριστά:

  • η πρόσκρουση,
  • η φωτιά,
  • η απώλεια δομικής αντοχής,
  • η έναρξη της κατάρρευσης,
  • η ταχύτητα,
  • και ο μηχανισμός πλήρους καταστροφής.

Η τηλεοπτική εικόνα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη μηχανική ανάλυση.


9.3 Η πρόωρη υιοθέτηση του επίσημου σεναρίου

Πριν ολοκληρωθούν οι έρευνες, μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης υιοθέτησε την κυβερνητική ερμηνεία ως βασικό πλαίσιο.

Η αφήγηση περιλάμβανε:

  • την Αλ Κάιντα ως οργανωτή,
  • τους αεροπειρατές ως αποκλειστικούς δράστες,
  • τις προσκρούσεις ως μοναδική αιτία των καταστροφών,
  • και την αεράμυνα ως θύμα αιφνιδιασμού και σύγχυσης.

Όποιος αμφισβητούσε επιμέρους στοιχεία συχνά αντιμετωπιζόταν όχι ως ερευνητής αλλά ως φορέας «θεωριών συνωμοσίας».

Έτσι δημιουργήθηκε μια επικοινωνιακή συνθήκη όπου η ερώτηση θεωρούνταν ύποπτη πριν εξεταστεί το περιεχόμενό της.


9.4 Η χρήση του όρου «θεωρία συνωμοσίας»

Ο όρος «θεωρία συνωμοσίας» χρησιμοποιήθηκε ευρέως για να περιγράψει διαφορετικές και συχνά ασύνδετες μεταξύ τους απόψεις.

Ωστόσο, πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα σε:

  1. αυθαίρετους ισχυρισμούς χωρίς στοιχεία,
  2. τεχνικές αμφισβητήσεις,
  3. ερωτήματα για αντιφάσεις σε χρονολόγια,
  4. ανεξάρτητες αναλύσεις φυσικών ευρημάτων,
  5. και πλήρεις υποθέσεις περί οργανωμένης συγκάλυψης.

Δεν είναι λογικά ορθό να απορρίπτεται ένα τεχνικό ερώτημα μόνο επειδή κάποιος το χαρακτηρίζει «συνωμοσιολογικό».

Η επιστημονική και δημοσιογραφική έρευνα πρέπει να αξιολογεί:

  • το στοιχείο,
  • τη μεθοδολογία,
  • την πηγή,
  • τη δυνατότητα επαλήθευσης,
  • και τη συνοχή του επιχειρήματος.

Η ετικέτα δεν αποτελεί απάντηση.


9.5 Η περιορισμένη παρουσίαση εναλλακτικών τεχνικών απόψεων

Οι εναλλακτικές τεχνικές αναλύσεις για τους Δίδυμους Πύργους, το WTC 7 και το Πεντάγωνο δεν έλαβαν ανάλογη προβολή με την επίσημη αφήγηση.

Ιδιαίτερα περιορισμένη ήταν η συζήτηση γύρω από:

  • την κατακόρυφη μορφή ορισμένων καταρρεύσεων,
  • το WTC 7,
  • τις αναφορές για εκρήξεις,
  • τα μεταλλικά κατάλοιπα,
  • την απομάκρυνση του χάλυβα,
  • τις διαφορές στα χρονολόγια,
  • και τις αντιφάσεις στις μαρτυρίες.

Ακόμη και όταν παρουσιάζονταν εναλλακτικές απόψεις, συχνά εμφανίζονταν σε μορφή σύντομης αντιπαράθεσης, χωρίς αρκετό χρόνο για τεχνική ανάλυση.

Το αποτέλεσμα ήταν η δημόσια συζήτηση να περιοριστεί σε ένα δίπολο: «επίσημη εκδοχή» εναντίον «παράλογης συνωμοσιολογίας». Η πραγματική τεχνική συζήτηση απαιτεί πολύ περισσότερες αποχρώσεις.


9.6 Η πολιτική λειτουργία της αφήγησης

Η διαμόρφωση της δημόσιας αφήγησης δεν είχε μόνο ενημερωτικό χαρακτήρα. Είχε και πολιτική λειτουργία.

Η επίθεση παρουσιάστηκε ως:

  • πράξη εξωτερικού εχθρού,
  • επίθεση κατά του αμερικανικού έθνους,
  • απόλυτη σύγκρουση μεταξύ «πολιτισμένου κόσμου» και τρομοκρατίας,
  • και γεγονός που απαιτούσε άμεση στρατιωτική και πολιτική απάντηση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αμφισβήτηση της επίσημης ανακατασκευής μπορούσε να παρουσιαστεί ως υπονόμευση της εθνικής ενότητας ή ως έλλειψη σεβασμού προς τα θύματα.

Όμως ο σεβασμός προς τα θύματα δεν απαιτεί σιωπή. Αντίθετα, απαιτεί την όσο το δυνατόν πληρέστερη αναζήτηση της αλήθειας.


9.7 Η διαχείριση των εικόνων και των βίντεο

Σημαντικό ζήτημα αποτελεί και η πρόσβαση σε πρωτογενές οπτικό υλικό.

Υπήρχαν:

  • βίντεο ασφαλείας,
  • τηλεοπτικές καταγραφές,
  • ερασιτεχνικά βίντεο,
  • φωτογραφίες από διαφορετικές γωνίες,
  • και καταγραφές από υπηρεσίες ασφαλείας.

Ωστόσο, δεν δημοσιοποιήθηκε εξαρχής όλο το διαθέσιμο υλικό. Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσαν τα βίντεο από το Πεντάγωνο, όπου η περιορισμένη καθαρότητα των εικόνων άφησε περιθώριο για διαφορετικές ερμηνείες.

Η πλήρης δημοσιοποίηση όλων των πρωτογενών βίντεο θα μπορούσε να μειώσει τις αμφιβολίες. Η περιορισμένη πρόσβαση, αντίθετα, ενίσχυσε την καχυποψία.

Σε κάθε μεγάλη εγκληματολογική υπόθεση, η διαφάνεια των οπτικών στοιχείων είναι θεμελιώδης. Όταν το υλικό παραμένει περιορισμένο, η δημόσια συζήτηση γεμίζει αναπόφευκτα με υποθέσεις.


9.8 Η ανάγκη ανεξάρτητης δημοσιογραφικής έρευνας

Η δημοσιογραφία δεν πρέπει να λειτουργεί ως απλός αναμεταδότης κυβερνητικών ανακοινώσεων.

Ο ρόλος της είναι να:

  • ελέγχει τις επίσημες εκδοχές,
  • συγκρίνει διαφορετικές πηγές,
  • εντοπίζει αντιφάσεις,
  • εξετάζει φυσικά στοιχεία,
  • αναζητά ανεξάρτητους μάρτυρες,
  • και απαιτεί πρόσβαση σε πρωτογενή δεδομένα.

Στην περίπτωση της 11ης Σεπτεμβρίου, πολλές από τις πιο σημαντικές πληροφορίες προέκυψαν μέσα από ανεξάρτητες έρευνες, δικαστικά έγγραφα, τεχνικές μελέτες και μαρτυρίες που δεν είχαν λάβει κεντρική δημοσιότητα.

Η ύπαρξη εναλλακτικών ερευνών δεν σημαίνει ότι κάθε συμπέρασμά τους είναι σωστό. Σημαίνει όμως ότι η επίσημη αφήγηση δεν πρέπει να θεωρείται απρόσβλητη από έλεγχο.


Συμπέρασμα του ένατου κεφαλαίου

Η δημόσια εικόνα της 11ης Σεπτεμβρίου διαμορφώθηκε πολύ γρήγορα, πριν ολοκληρωθούν οι τεχνικές, εγκληματολογικές και επιχειρησιακές έρευνες.

Η συνεχής επανάληψη των ίδιων εικόνων και η πρόωρη υιοθέτηση ενός ενιαίου σεναρίου περιόρισαν τον χώρο για ανεξάρτητη εξέταση. Ο χαρακτηρισμός διαφορετικών ερωτημάτων ως «θεωριών συνωμοσίας» συχνά αντικατέστησε την ουσιαστική απάντηση.

Η πραγματική έρευνα απαιτεί:

  • πρόσβαση σε πρωτογενή στοιχεία,
  • πλήρη δημοσιοποίηση βίντεο και εγγράφων,
  • ανεξάρτητη τεχνική αξιολόγηση,
  • σύγκριση αντικρουόμενων μαρτυριών,
  • και διαχωρισμό ανάμεσα σε γεγονότα, υποθέσεις και συμπεράσματα.

Η αμφισβήτηση δεν αποτελεί προσβολή προς τα θύματα. Αντίθετα, η ανοιχτή εξέταση όλων των στοιχείων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για μια πραγματικά αξιόπιστη ιστορική ανακατασκευή.


Συνολική αξιολόγηση των τεχνικών και επιχειρησιακών αντιφάσεων

10.1 Η ανάγκη συνολικής και όχι αποσπασματικής εξέτασης

Η 11η Σεπτεμβρίου δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποκλειστικά μέσα από μία εικόνα, μία επίσημη έκθεση ή ένα μεμονωμένο τεχνικό συμπέρασμα. Το ζήτημα απαιτεί συνδυαστική εξέταση διαφορετικών κατηγοριών στοιχείων: της συμπεριφοράς των κτιρίων, των φυσικών καταλοίπων, των μαρτυριών, των βίντεο, των πτητικών δεδομένων, των χρονολογίων της αεράμυνας, των υπηρεσιακών προειδοποιήσεων και της αλυσίδας λήψης αποφάσεων.

Η αποσπασματική αντιμετώπιση οδηγεί συχνά σε δύο αντίθετα σφάλματα. Από τη μία πλευρά, ένα τεχνικό εύρημα μπορεί να απομονωθεί και να παρουσιαστεί ως απόλυτη απόδειξη μιας εναλλακτικής θεωρίας. Από την άλλη, ένα δύσκολο ή αντιφατικό στοιχείο μπορεί να απορριφθεί χωρίς ουσιαστική εξέταση, απλώς επειδή δεν ταιριάζει με την επίσημη ανακατασκευή.

Η ορθή μεθοδολογία απαιτεί να διαχωρίζονται τέσσερα επίπεδα:

  • Επιβεβαιωμένα γεγονότα, όπως η πρόσκρουση των αεροσκαφών στους Δίδυμους Πύργους, η κατάρρευση του WTC 7 και η καταστροφή τμήματος του Πενταγώνου.
  • Μαρτυρίες, οι οποίες καταγράφουν εμπειρίες αυτοπτών, πυροσβεστών, αστυνομικών, διασωστών και εργαζομένων.
  • Τεχνικά επιχειρήματα, τα οποία βασίζονται σε ανάλυση της δομικής συμπεριφοράς, της θερμότητας, της ταχύτητας κατάρρευσης και των φυσικών ιχνών.
  • Ερμηνευτικές υποθέσεις, όπως η χρήση εκρηκτικών, θερμιτικών υλικών, επιπλέον επιχειρησιακών μηχανισμών ή διαφορετικού τύπου επίθεσης στο Πεντάγωνο.

Η διάκριση αυτή δεν αποδυναμώνει την κριτική έρευνα. Αντίθετα, την καθιστά πιο σοβαρή. Μία εναλλακτική ερμηνεία αποκτά αξία όχι όταν παρουσιάζεται με βεβαιότητα, αλλά όταν μπορεί να εξηγήσει περισσότερα δεδομένα με λιγότερες αντιφάσεις από την επίσημη εκδοχή.


10.2 Οι Δίδυμοι Πύργοι και το ζήτημα του μηχανισμού κατάρρευσης

Στους Δίδυμους Πύργους υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που είναι αδιαμφισβήτητα: τα αεροσκάφη προκάλεσαν εκτεταμένες δομικές ζημιές, ακολούθησαν μεγάλες πυρκαγιές και τελικά τα κτίρια κατέρρευσαν. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν αφορά μόνο το αν υπήρξαν ζημιές ή φωτιά. Αφορά τον ακριβή μηχανισμό με τον οποίο οι ζημιές αυτές μετατράπηκαν σε σχεδόν ολοκληρωτική και εξαιρετικά ταχεία κατάρρευση.

Η επίσημη ερμηνεία βασίζεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων:

  • απώλεια ή εξασθένηση κρίσιμων δομικών στοιχείων,
  • αποκόλληση της πυροπροστασίας,
  • παρατεταμένη θέρμανση του χάλυβα,
  • παραμόρφωση των ορόφων,
  • μεταφορά φορτίων σε γειτονικά στοιχεία,
  • έναρξη προοδευτικής κατάρρευσης.

Το ερώτημα που παραμένει είναι κατά πόσο αυτό το μοντέλο εξηγεί επαρκώς όλα τα χαρακτηριστικά της πραγματικής εικόνας. Ιδιαίτερη σημασία έχουν η μορφή της καθόδου, η μεγάλη ποσότητα υλικού που εκτοξεύθηκε πλευρικά, η εικόνα της σχεδόν συνολικής αποσύνθεσης των ορόφων και η εντυπωσιακή ταχύτητα με την οποία εξελίχθηκε το φαινόμενο.

Οι υποστηρικτές της επίσημης εκδοχής υποστηρίζουν ότι η προοδευτική κατάρρευση μπορεί να δημιουργήσει εξαιρετικά δυναμικά φαινόμενα, χωρίς να απαιτείται χρήση εκρηκτικών. Οι επικριτές απαντούν ότι ορισμένα χαρακτηριστικά, όπως η σχετικά ομοιόμορφη καθοδική πορεία και η μεγάλη διάλυση της δομής, μοιάζουν περισσότερο με μηχανισμό ελεγχόμενης αποδόμησης παρά με μία απλή αλυσιδωτή κατάρρευση.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η ύπαρξη πυρκαγιάς και δομικής βλάβης δεν απαντά από μόνη της σε όλα τα ερωτήματα. Η φωτιά εξηγεί την εξασθένηση υλικών, αλλά όχι αυτομάτως κάθε χαρακτηριστικό της τελικής κατάρρευσης. Αντίστοιχα, η εικόνα της κατάρρευσης μπορεί να δημιουργεί εύλογες υποψίες, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει την παρουσία εκρηκτικών.


10.3 Το WTC 7 ως ξεχωριστό τεχνικό πρόβλημα

Το WTC 7 αποτελεί ξεχωριστή κατηγορία, επειδή δεν επλήγη από άμεση πρόσκρουση αεροσκάφους και παρ’ όλα αυτά κατέρρευσε ολοκληρωτικά το απόγευμα της ίδιας ημέρας.

Η επίσημη τεχνική ερμηνεία αποδίδει την κατάρρευση σε συνδυασμό πυρκαγιών, θερμικής διαστολής, αστοχίας κρίσιμου υποστυλώματος και προοδευτικής απώλειας στήριξης. Η ερμηνεία αυτή επιχειρεί να εξηγήσει γιατί μία φαινομενικά περιορισμένη εξωτερική καταστροφή οδήγησε σε συνολική αστοχία.

Ωστόσο, το WTC 7 παρουσιάζει χαρακτηριστικά που παραμένουν ιδιαίτερα δύσκολα για τη δημόσια κατανόηση:

  • η κατάρρευση άρχισε σχετικά απότομα,
  • το κτίριο κατέβηκε σχεδόν κατακόρυφα,
  • υπήρξε εμφανής φάση καθόδου με πολύ μικρή αντίσταση,
  • η εξωτερική εικόνα δεν έδειχνε την ίδια κλίμακα καταστροφής που θα ανέμενε κανείς από μία πλήρη κατάρρευση,
  • η συμμετρία της τελικής καθόδου ενίσχυσε τις συγκρίσεις με ελεγχόμενη κατεδάφιση.

Η αναφορά στην ελεύθερη πτώση είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η διαπίστωση ότι τμήμα της καθόδου έγινε με επιτάχυνση αντίστοιχη της βαρύτητας σημαίνει ότι, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, η δομή προσέφερε ελάχιστη αντίσταση. Αυτό δεν αποδεικνύει αυτομάτως χρήση εκρηκτικών, αλλά απαιτεί πειστική εξήγηση για το πώς αφαιρέθηκε ή παρακάμφθηκε η δομική αντίσταση σε τόσο σύντομο διάστημα.

Το WTC 7 επομένως δεν είναι απλώς ένα ακόμη στοιχείο της υπόθεσης. Είναι το σημείο όπου η συζήτηση μεταφέρεται από τη γενική επίδραση φωτιάς και πρόσκρουσης σε ένα καθαρά δομικό και μηχανικό πρόβλημα. Η επίσημη εξήγηση μπορεί να είναι συνεκτική σε επίπεδο μοντέλου, αλλά η αποδοχή της εξαρτάται από το αν εξηγεί πλήρως την πραγματική συμπεριφορά του κτιρίου.


10.4 Το Πεντάγωνο και η Πτήση 77

Το Πεντάγωνο παρουσιάζει διαφορετικού τύπου αντιφάσεις. Εδώ το κεντρικό ζήτημα δεν είναι κυρίως η κατάρρευση ενός ψηλού κτιρίου, αλλά η σχέση ανάμεσα:

  • στο μέγεθος του αεροσκάφους,
  • στη γεωμετρία της πρόσκρουσης,
  • στην εξωτερική εικόνα της ζημιάς,
  • στα διαθέσιμα βίντεο,
  • στα φυσικά ευρήματα,
  • στην πορεία χαμηλής πτήσης,
  • και στις ικανότητες του φερόμενου χειριστή.

Η επίσημη εκδοχή αναφέρει ότι ένα Boeing 757 προσέκρουσε στο Πεντάγωνο. Οι επικριτές της υποστηρίζουν ότι η αρχική εικόνα του ανοίγματος, η περιορισμένη καθαρότητα των βίντεο, η μορφή ορισμένων συντριμμιών και η δυσκολία του τελικού ελιγμού δημιουργούν ερωτήματα σχετικά με το αν η επίσημη περιγραφή αποτυπώνει πλήρως όσα συνέβησαν.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η διάκριση ανάμεσα στο εξωτερικό άνοιγμα και στην εσωτερική καταστροφή. Η απουσία ενός εύκολα αναγνωρίσιμου περιγράμματος αεροσκάφους στην εξωτερική όψη δεν αρκεί για να αποκλείσει την πρόσκρουση, καθώς ένα μεγάλο επιβατικό αεροσκάφος μπορεί να διαλυθεί σε μεγάλο βαθμό κατά την επαφή με βαριά οχυρωμένη κατασκευή. Παρ’ όλα αυτά, η μορφή της ζημιάς και η περιορισμένη δημόσια διαθεσιμότητα πρωτογενών δεδομένων δικαιολογούν την απαίτηση για πληρέστερη τεκμηρίωση.

Το ίδιο ισχύει για τα βίντεο ασφαλείας. Η εικόνα δεν παρέχει καθαρή, συνεχόμενη και αναμφισβήτητη οπτική αναπαράσταση του αεροσκάφους. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι δεν υπήρχε αεροσκάφος, αλλά δημιουργεί ένα κενό τεκμηρίωσης που δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως ασήμαντο.


10.5 Οι μαρτυρίες και τα φυσικά ευρήματα

Οι μαρτυρίες για εκρήξεις, διαδοχικούς κρότους, λάμψεις, ασυνήθιστες οσμές ή μεταλλικά κατάλοιπα αποτελούν σημαντικό μέρος της έρευνας. Δεν μπορούν να αγνοηθούν επειδή δεν ταιριάζουν με την επίσημη αφήγηση. Ταυτόχρονα, δεν μπορούν να μετατραπούν αυτόματα σε τεχνική απόδειξη χρήσης εκρηκτικών.

Μία έκρηξη μπορεί να προέρχεται από:

  • μετασχηματιστές,
  • λέβητες,
  • δεξαμενές καυσίμων,
  • εκρήξεις αερίου,
  • πίεση σε κλειστούς χώρους,
  • θραύση δομικών στοιχείων,
  • ή άλλες δευτερογενείς διεργασίες.

Το ζήτημα δεν είναι επομένως αν ακούστηκαν κρότοι. Το ζήτημα είναι πόσοι ήταν, πότε σημειώθηκαν, σε ποια σημεία, με ποια ένταση και αν συνδέονται χρονικά με την έναρξη της κατάρρευσης.

Αντίστοιχα, η ανίχνευση συγκεκριμένων χημικών ή μεταλλικών καταλοίπων πρέπει να εξετάζεται με αυστηρά εργαστηριακά κριτήρια. Η παρουσία ενός υλικού μπορεί να έχει περισσότερες από μία εξηγήσεις. Για να στηριχθεί μία ερμηνεία περί θερμιτικής αντίδρασης ή εκρηκτικών, απαιτείται σαφής αλυσίδα τεκμηρίων: σύνθεση, ποσότητα, κατανομή, θερμικά ίχνη, μηχανισμός δράσης και συμβατότητα με τον χρόνο και τη μορφή της καταστροφής.

Οι μαρτυρίες, επομένως, δεν είναι ούτε άχρηστες ούτε απόλυτες. Αποτελούν ενδείξεις που αποκτούν μεγαλύτερη αξία όταν συγκλίνουν με ανεξάρτητα φυσικά δεδομένα.


10.6 Η αεράμυνα και τα επιχειρησιακά κενά

Το επιχειρησιακό σκέλος παρουσιάζει διαφορετικό είδος προβλήματος. Ακόμη και αν κάποιος αποδεχθεί πλήρως την επίσημη περιγραφή των επιθέσεων, παραμένει το ερώτημα γιατί ένας από τους ισχυρότερους αμυντικούς μηχανισμούς στον κόσμο δεν κατάφερε να αντιδράσει αποτελεσματικά σε τέσσερις ταυτόχρονες αεροπειρατείες.

Τα βασικά ερωτήματα αφορούν:

  • την καθυστέρηση αναγνώρισης των αεροσκαφών,
  • τις αντιφατικές αναφορές για τους χρόνους ενημέρωσης,
  • την επικοινωνία μεταξύ FAA και NORAD,
  • την επίδραση των στρατιωτικών ασκήσεων,
  • τη σύγχυση ως προς το αν επρόκειτο για πραγματικό ή εικονικό σενάριο,
  • την αλυσίδα εντολών,
  • και την απουσία έγκαιρης αναχαίτισης.

Η ύπαρξη ασκήσεων την ίδια ημέρα δεν αποδεικνύει από μόνη της συνωμοτική συμμετοχή. Ωστόσο, όταν ασκήσεις, εικονικά σενάρια, πραγματικά ίχνη αεροσκαφών και αντιφατικές εντολές συνυπάρχουν, δημιουργείται ένα επιχειρησιακό περιβάλλον που απαιτεί πλήρη και διαφανή ανακατασκευή.

Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι η ασυνέπεια των χρονολογίων. Όταν διαφορετικές επίσημες πηγές παρουσιάζουν διαφορετικές ώρες για την ενημέρωση, την απογείωση μαχητικών ή τη λήψη αποφάσεων, η εμπιστοσύνη στην τελική αφήγηση μειώνεται. Σε μία υπόθεση όπου τα λεπτά έχουν κρίσιμη σημασία, οι χρονικές αποκλίσεις δεν είναι δευτερεύουσες λεπτομέρειες.


10.7 Οι υπηρεσίες πληροφοριών και η αποτυχία πρόληψης

Το γεγονός ότι αρκετοί από τους μελλοντικούς αεροπειρατές είχαν εμφανιστεί σε προηγούμενες αναφορές, ταξιδιωτικές καταγραφές ή υπηρεσιακές πληροφορίες εγείρει ένα διαφορετικό ερώτημα: όχι ποιος γνώριζε ολόκληρο το σχέδιο, αλλά γιατί οι διαθέσιμες ενδείξεις δεν συνδέθηκαν εγκαίρως.

Η αποτυχία μπορεί να εξηγείται από:

  • ανταγωνισμό μεταξύ υπηρεσιών,
  • γραφειοκρατικά εμπόδια,
  • ελλιπή ανταλλαγή πληροφοριών,
  • λανθασμένη αξιολόγηση απειλών,
  • υπερβολική προσήλωση σε παραδοσιακά σενάρια,
  • ή πολιτικές και διοικητικές δυσλειτουργίες.

Ωστόσο, η επαναλαμβανόμενη παρουσία ύποπτων προσώπων σε διαφορετικά πληροφοριακά συστήματα δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το αν επρόκειτο μόνο για αδυναμία συντονισμού ή για βαθύτερη θεσμική αποτυχία.

Εδώ πρέπει να αποφεύγεται μία εύκολη αλλά λογικά αδύναμη μετάβαση: το ότι μία υπηρεσία είχε πληροφορίες δεν σημαίνει αυτομάτως ότι γνώριζε το πλήρες σχέδιο ή ότι συμμετείχε σε αυτό. Από την άλλη πλευρά, η επίκληση της «ανικανότητας» δεν αρκεί ως εξήγηση όταν τα προειδοποιητικά σημάδια ήταν πολλαπλά και προέρχονταν από διαφορετικές πηγές.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η επίσημη ανακατασκευή εξηγεί επαρκώς πώς τόσα διαφορετικά στοιχεία παρέμειναν ασύνδετα μέχρι την ημέρα της επίθεσης.


10.8 Η αξία και τα όρια των εναλλακτικών ερμηνειών

Οι εναλλακτικές ερμηνείες δεν αποτελούν ενιαίο σώμα. Περιλαμβάνουν διαφορετικές προσεγγίσεις:

  • την υπόθεση ελεγχόμενης κατεδάφισης,
  • την υπόθεση χρήσης θερμιτικών υλικών,
  • την άποψη ότι υπήρξαν επιπλέον επιχειρησιακοί παράγοντες,
  • την αμφισβήτηση της επίσημης περιγραφής στο Πεντάγωνο,
  • την υπόθεση συγκάλυψης ή περιορισμού της πληροφόρησης,
  • και την άποψη ότι υπήρξε τουλάχιστον γνώση ή ανοχή από τμήματα κρατικών μηχανισμών.

Οι θεωρίες αυτές δεν έχουν όλες την ίδια ισχύ. Ορισμένες στηρίζονται σε συγκεκριμένες τεχνικές παρατηρήσεις, ενώ άλλες βασίζονται κυρίως σε συσχετισμούς, κίνητρα ή ελλείψεις πληροφόρησης.

Μία σοβαρή εναλλακτική ερμηνεία πρέπει να απαντά σε τρία βασικά ζητήματα:

  1. Ποιο συγκεκριμένο στοιχείο εξηγεί καλύτερα από την επίσημη εκδοχή;
  2. Ποια νέα υπόθεση εισάγει και πόσα επιπλέον δεδομένα απαιτεί;
  3. Μπορεί να ελεγχθεί με ανεξάρτητα, φυσικά ή αρχειακά στοιχεία;

Η ελεγχόμενη κατεδάφιση, για παράδειγμα, επιχειρεί να εξηγήσει τη μορφή ορισμένων καταρρεύσεων, αλλά απαιτεί να αποδειχθεί η ύπαρξη υλικών, προετοιμασίας, πρόσβασης και χρόνου εγκατάστασης. Η υπόθεση πυραύλου στο Πεντάγωνο επιχειρεί να εξηγήσει τη μορφή της πρόσκρουσης και των βίντεο, αλλά πρέπει να απαντήσει στο σύνολο των φυσικών ευρημάτων και των μαρτυριών. Η υπόθεση κρατικής συμμετοχής πρέπει να εξηγήσει όχι μόνο τα κίνητρα, αλλά και τον αριθμό των ανθρώπων, των υπηρεσιών και των διαδικασιών που θα απαιτούνταν για να διατηρηθεί μία τέτοια επιχείρηση μυστική.

Επομένως, η κριτική προς την επίσημη εκδοχή είναι αναγκαία, αλλά η εναλλακτική εκδοχή πρέπει επίσης να υποβάλλεται σε αυστηρό έλεγχο. Η αμφισβήτηση δεν γίνεται επιστημονική απλώς επειδή αντιτίθεται στην κυρίαρχη αφήγηση.


10.9 Τι μπορεί να θεωρηθεί τεκμηριωμένο και τι παραμένει υπόθεση

Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, ορισμένα συμπεράσματα μπορούν να θεωρηθούν σχετικά σταθερά:

  • Οι επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν μέσω αεροπειρατειών και πρόσκρουσης αεροσκαφών στη Νέα Υόρκη και στο Πεντάγωνο.
  • Οι Δίδυμοι Πύργοι υπέστησαν εκτεταμένες δομικές ζημιές και πυρκαγιές πριν από την κατάρρευσή τους.
  • Το WTC 7 κατέρρευσε χωρίς άμεση πρόσκρουση αεροσκάφους.
  • Υπήρξαν σοβαρές αποτυχίες στον συντονισμό των υπηρεσιών αεράμυνας και πληροφοριών.
  • Υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια πριν από την επίθεση.
  • Η δημόσια τεκμηρίωση δεν περιλαμβάνει όλα τα πρωτογενή δεδομένα στον βαθμό που θα απαιτούσε μία τόσο σημαντική ιστορική υπόθεση.

Αντίθετα, παραμένουν σε επίπεδο υπόθεσης ή έντονης διαμάχης:

  • η χρήση εκρηκτικών στους Δίδυμους Πύργους ή στο WTC 7,
  • η χρήση θερμιτικών υλικών,
  • η παρουσία πρόσθετων αεροσκαφών ή άλλων μέσων στο Πεντάγωνο,
  • η άμεση συμμετοχή κρατικών υπηρεσιών στην εκτέλεση,
  • η γνώση συγκεκριμένων προσώπων για το πλήρες σχέδιο,
  • και η ύπαρξη οργανωμένης επιχείρησης συγκάλυψης πέρα από τη θεσμική αποτυχία και την πολιτική διαχείριση.

Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη. Η ύπαρξη σοβαρών αντιφάσεων δεν σημαίνει ότι κάθε εναλλακτική υπόθεση έχει αποδειχθεί. Σημαίνει, όμως, ότι η επίσημη αφήγηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πλήρης και αδιαμφισβήτητη εξήγηση όλων των διαθέσιμων δεδομένων.


Συμπέρασμα του δέκατου  κεφαλαίου

Η συνολική αξιολόγηση των τεχνικών και επιχειρησιακών στοιχείων παρουσιάζει μία εικόνα πολύ πιο σύνθετη από την απλή αφήγηση μιας τρομοκρατικής επίθεσης που αναλύθηκε και εξηγήθηκε πλήρως από τις επίσημες έρευνες.

Οι Δίδυμοι Πύργοι εγείρουν ερωτήματα για τον ακριβή μηχανισμό κατάρρευσης. Το WTC 7 παραμένει ιδιαίτερα προβληματικό λόγω της μορφής, της συμμετρίας και της φάσης ελάχιστης δομικής αντίστασης. Το Πεντάγωνο παρουσιάζει κενά στην οπτική και φυσική τεκμηρίωση. Οι μαρτυρίες και τα φυσικά κατάλοιπα απαιτούν συστηματικότερη αξιολόγηση. Η αεράμυνα και οι υπηρεσίες πληροφοριών εμφάνισαν αποτυχίες που δεν εξηγούνται πλήρως από μία απλή αλληλουχία τυχαίων λαθών.

Αυτό δεν επιβάλλει αυτομάτως μία συγκεκριμένη εναλλακτική θεωρία. Επιβάλλει, όμως, την αναγνώριση ότι υπάρχουν ουσιαστικά αναπάντητα ερωτήματα. Η ιστορική και τεχνική έρευνα δεν ολοκληρώνεται όταν μία επιτροπή διατυπώνει ένα επίσημο πόρισμα. Ολοκληρώνεται όταν το πόρισμα μπορεί να εξηγήσει με συνέπεια τα φυσικά δεδομένα, τις μαρτυρίες, τα χρονολόγια, τις αντιφάσεις και τις εναλλακτικές ερμηνείες.

Στην περίπτωση της 11ης Σεπτεμβρίου, αυτή η απαίτηση δεν έχει ικανοποιηθεί πλήρως. Και ακριβώς γι’ αυτό η υπόθεση εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο τεχνικής, δημοσιογραφικής και ιστορικής αμφισβήτησης.


Οι βασικές εναλλακτικές ερμηνείες: επιχειρήματα, δυνατότητες και όρια

11.1 Γιατί υπάρχουν περισσότερες από μία εναλλακτικές ερμηνείες

Η αμφισβήτηση της επίσημης αφήγησης για την 11η Σεπτεμβρίου δεν αποτελεί ενιαίο και ομοιογενές ρεύμα. Περιλαμβάνει διαφορετικές σχολές σκέψης, οι οποίες ξεκινούν από διαφορετικά δεδομένα και καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα.

Ορισμένοι ερευνητές αμφισβητούν κυρίως τον μηχανισμό κατάρρευσης των κτιρίων. Άλλοι επικεντρώνονται στο Πεντάγωνο και στην Πτήση 77. Άλλοι εξετάζουν τις αποτυχίες της αεράμυνας, τις προειδοποιήσεις των υπηρεσιών πληροφοριών ή τις οικονομικές και επιχειρησιακές διαδρομές των αεροπειρατών.

Υπάρχουν επίσης πιο συνολικές θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες η επίθεση δεν ήταν απλώς μία επιχείρηση της Αλ Κάιντα, αλλά περιλάμβανε γνώση, ανοχή, διευκόλυνση ή ενεργό συμμετοχή τμημάτων κρατικών μηχανισμών.

Η αξιολόγηση αυτών των ερμηνειών πρέπει να γίνεται με διαφορετικά κριτήρια. Δεν είναι όλες εξίσου ισχυρές, ούτε βασίζονται στον ίδιο τύπο τεκμηρίων. Άλλη βαρύτητα έχει ένα επαναλαμβανόμενο τεχνικό εύρημα και άλλη μία υπόθεση που στηρίζεται αποκλειστικά σε κίνητρα ή πολιτικές σκοπιμότητες.


11.2 Η υπόθεση της ελεγχόμενης κατεδάφισης

Η θεωρία της ελεγχόμενης κατεδάφισης αποτελεί μία από τις πιο γνωστές εναλλακτικές ερμηνείες. Σύμφωνα με αυτήν, τουλάχιστον ορισμένα από τα κτίρια του World Trade Center δεν κατέρρευσαν αποκλειστικά λόγω πρόσκρουσης και πυρκαγιάς, αλλά είχαν προηγουμένως προετοιμαστεί με εκρηκτικά ή άλλους μηχανισμούς αποδόμησης.

Τα βασικά επιχειρήματα που προβάλλονται είναι:

  • η σχετικά κατακόρυφη πορεία των καταρρεύσεων,
  • η ταχύτητα της καθόδου,
  • η εικόνα διαδοχικών εκρήξεων ή εκτινάξεων υλικού,
  • η μεγάλη διάλυση της δομής,
  • η ομοιότητα ορισμένων χαρακτηριστικών με ελεγχόμενες κατεδαφίσεις,
  • και η δυσκολία εξήγησης ορισμένων φάσεων της κατάρρευσης μόνο με τη θερμική εξασθένηση.

Η θεωρία αυτή εμφανίζεται πιο έντονα στην περίπτωση του WTC 7, όπου δεν υπήρξε άμεση πρόσκρουση αεροσκάφους και η κατάρρευση παρουσιάζει μεγαλύτερη συμμετρία.

Το βασικό πλεονέκτημα της υπόθεσης είναι ότι επιχειρεί να εξηγήσει ορισμένα χαρακτηριστικά της εικόνας κατάρρευσης με έναν μηχανισμό που είναι γνωστός στη μηχανική κατεδαφίσεων. Το βασικό της πρόβλημα είναι η ανάγκη να αποδειχθεί πώς θα μπορούσε να εγκατασταθεί και να ενεργοποιηθεί ένας τέτοιος μηχανισμός σε ενεργά και πολυσύχναστα κτίρια χωρίς να γίνει αντιληπτός.

Επιπλέον, μία πλήρης ελεγχόμενη κατεδάφιση θα απαιτούσε σημαντική προετοιμασία, πρόσβαση σε κρίσιμα υποστυλώματα, τοποθέτηση υλικών, καλωδιώσεις ή άλλους μηχανισμούς, καθώς και επιχειρησιακό συντονισμό. Η απουσία δημοσίως αποδεκτών και αδιαμφισβήτητων στοιχείων για αυτή τη διαδικασία αποτελεί σοβαρό κενό της θεωρίας.

Παρά ταύτα, οι υποστηρικτές της θεωρίας υποστηρίζουν ότι το ερώτημα δεν πρέπει να είναι μόνο «πού βρίσκονται τα εκρηκτικά», αλλά και αν η επίσημη εξήγηση μπορεί να αναπαράγει με ακρίβεια τα χαρακτηριστικά της κατάρρευσης χωρίς να εισάγει αντίστοιχες παραδοχές.


11.3 Η υπόθεση της θερμιτικής αντίδρασης

Μία πιο εξειδικευμένη εκδοχή της θεωρίας κατεδάφισης υποστηρίζει ότι χρησιμοποιήθηκαν θερμιτικά ή νανοθερμιτικά υλικά, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες και να επηρεάσουν μεταλλικά στοιχεία.

Οι υποστηρικτές αυτής της ερμηνείας επικαλούνται:

  • ορισμένα μεταλλικά κατάλοιπα,
  • υλικά που φέρονται να παρουσίασαν ασυνήθιστη θερμική συμπεριφορά,
  • μικροσκοπικά σωματίδια,
  • αναφορές για λιωμένο μέταλλο,
  • και εργαστηριακές αναλύσεις που ερμηνεύθηκαν ως ενδείξεις παρουσίας ενεργών θερμιτικών συστατικών.

Ωστόσο, η ερμηνεία αυτή απαιτεί ιδιαίτερα αυστηρή επιστημονική αξιολόγηση. Η ανίχνευση συγκεκριμένων στοιχείων, όπως αλουμίνιο, σίδηρος ή οξείδια, δεν αρκεί από μόνη της για να αποδειχθεί ότι χρησιμοποιήθηκε θερμιτικό υλικό. Τα ίδια στοιχεία μπορούν να προκύψουν από οικοδομικά υλικά, βαφές, μονωτικά, βιομηχανικά προϊόντα ή διαδικασίες καύσης.

Για να σταθεί μία τέτοια υπόθεση, θα έπρεπε να υπάρχει πλήρης και ανεξάρτητα επαναλήψιμη ανάλυση της χημικής σύστασης, της κατανομής των καταλοίπων, της θερμικής τους συμπεριφοράς και της σύνδεσής τους με συγκεκριμένο μηχανισμό καταστροφής.

Η θερμιτική θεωρία είναι επομένως σημαντική ως αντικείμενο έρευνας, αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστικά αποδεδειγμένη μόνο από την ύπαρξη ασυνήθιστων μεταλλικών ή χημικών καταλοίπων.


11.4 Η υπόθεση διαφορετικού τύπου επίθεσης στο Πεντάγωνο

Μία άλλη κατηγορία εναλλακτικών ερμηνειών υποστηρίζει ότι στο Πεντάγωνο δεν προσέκρουσε Boeing 757 με τον τρόπο που περιγράφεται επίσημα, αλλά κάποιο άλλο εναέριο μέσο, όπως πύραυλος, στρατιωτικό αεροσκάφος ή μη επανδρωμένο σύστημα.

Τα επιχειρήματα που προβάλλονται συνήθως αφορούν:

  • το μέγεθος και τη μορφή του αρχικού ανοίγματος,
  • την εικόνα των ζημιών,
  • την περιορισμένη καθαρότητα των βίντεο,
  • την απουσία καθαρού περιγράμματος μεγάλου επιβατικού αεροσκάφους,
  • την πορεία χαμηλής πτήσης,
  • και τη δυσκολία του τελικού ελιγμού.

Η υπόθεση αυτή έχει το πλεονέκτημα ότι προσπαθεί να εξηγήσει ορισμένες οπτικές και γεωμετρικές ασυνέπειες. Παράλληλα, όμως, αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες. Θα έπρεπε να εξηγηθεί η παρουσία των επιβατών, τα δεδομένα της Πτήσης 77, τα συντρίμμια, οι μαρτυρίες, τα στοιχεία DNA και η συνολική αλληλουχία των γεγονότων.

Επομένως, η αμφισβήτηση της εικόνας του Πενταγώνου είναι θεμιτή ως αίτημα πληρέστερης τεκμηρίωσης. Η μετάβαση, όμως, από το «η επίσημη εικόνα δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένη» στο «σίγουρα χρησιμοποιήθηκε πύραυλος» αποτελεί λογικό άλμα που δεν στηρίζεται από μόνο του στα διαθέσιμα στοιχεία.


11.5 Η υπόθεση κρατικής γνώσης, ανοχής ή συμμετοχής

Οι πιο συνολικές θεωρίες υποστηρίζουν ότι τμήματα του αμερικανικού κρατικού μηχανισμού γνώριζαν, ανέχθηκαν ή διευκόλυναν την επίθεση. Οι εκδοχές ποικίλλουν σημαντικά.

Σε μία πιο περιορισμένη εκδοχή, υποστηρίζεται ότι υπήρχαν υπηρεσίες ή αξιωματούχοι που είχαν προειδοποιητικές πληροφορίες αλλά δεν έδρασαν. Σε μία πιο προχωρημένη εκδοχή, γίνεται λόγος για σκόπιμη αδράνεια ή ελεγχόμενη αποτυχία. Σε ακόμη πιο ακραίες εκδοχές, υποστηρίζεται άμεση συμμετοχή στην εκτέλεση των επιθέσεων.

Το ισχυρότερο στοιχείο αυτής της κατηγορίας είναι η ύπαρξη προειδοποιήσεων, γνωστών υπόπτων, υπηρεσιακών πληροφοριών και επαναλαμβανόμενων αποτυχιών συντονισμού. Το πρόβλημα είναι ότι η γνώση ενός κινδύνου δεν ταυτίζεται με τη γνώση του ακριβούς σχεδίου, ενώ η αποτυχία δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με πρόθεση.

Για να αποδειχθεί ενεργή κρατική συμμετοχή θα απαιτούνταν πολύ πιο συγκεκριμένα στοιχεία:

  • άμεσες εντολές,
  • έγγραφα,
  • οικονομικές διαδρομές,
  • επικοινωνίες,
  • μαρτυρίες εμπλεκομένων,
  • επιχειρησιακά ίχνη,
  • ή φυσικά δεδομένα που δεν μπορούν να εξηγηθούν διαφορετικά.

Χωρίς τέτοια στοιχεία, η θεωρία κρατικής συμμετοχής παραμένει υπόθεση που βασίζεται κυρίως στη συσσώρευση αντιφάσεων και στην εκτίμηση κινήτρων. Αυτό δεν την καθιστά αυτομάτως αδύνατη, αλλά σημαίνει ότι δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως τεκμηριωμένο γεγονός.


11.6 Η υπόθεση της συγκάλυψης

Μία πιο μετριοπαθής και ίσως πιο εύκολα υποστηρίξιμη εναλλακτική ερμηνεία είναι ότι, ανεξάρτητα από το ποιος σχεδίασε και εκτέλεσε τις επιθέσεις, ακολούθησε εκτεταμένη θεσμική διαχείριση, περιορισμός πληροφοριών και συγκάλυψη αποτυχιών.

Η συγκάλυψη δεν χρειάζεται απαραίτητα να σημαίνει ότι το κράτος οργάνωσε την επίθεση. Θα μπορούσε να αφορά:

  • την απόκρυψη υπηρεσιακών λαθών,
  • την προστασία ανώτερων αξιωματούχων,
  • την αποφυγή πολιτικών ευθυνών,
  • την περιορισμένη δημοσιοποίηση βίντεο και εγγράφων,
  • την αφαίρεση ή γρήγορη απομάκρυνση υλικών,
  • και την προσαρμογή της δημόσιας αφήγησης σε ένα συνεκτικό πολιτικό και επιχειρησιακό πλαίσιο.

Η εκδοχή αυτή απαιτεί μικρότερο αριθμό παραδοχών από τη θεωρία πλήρους κρατικής οργάνωσης. Δεν εξηγεί απαραίτητα τον μηχανισμό των καταρρεύσεων, αλλά μπορεί να εξηγήσει γιατί ορισμένα ερωτήματα δεν διερευνήθηκαν σε βάθος ή γιατί κρίσιμα δεδομένα δεν έγιναν εύκολα διαθέσιμα.

Το αν υπήρξε συγκάλυψη με τη στενή έννοια ή απλώς θεσμική αυτοπροστασία είναι ένα ξεχωριστό ζήτημα. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, το αποτέλεσμα για τη δημόσια εμπιστοσύνη είναι παρόμοιο: η αίσθηση ότι η έρευνα δεν είχε πλήρη ανεξαρτησία.


11.7 Η θεωρία της «ελεγχόμενης αποτυχίας»

Μία ενδιάμεση ερμηνεία υποστηρίζει ότι η επίθεση πραγματοποιήθηκε από εξωτερικούς δράστες, αλλά η αντίδραση των αμερικανικών μηχανισμών ήταν σκόπιμα περιορισμένη ή καθυστερημένη.

Η θεωρία αυτή προσπαθεί να συνδυάσει:

  • τις προειδοποιήσεις των υπηρεσιών,
  • τις ασκήσεις αεράμυνας,
  • τις αντιφατικές εντολές,
  • τις καθυστερήσεις αναχαίτισης,
  • και την πολιτική αξιοποίηση του γεγονότος μετά την επίθεση.

Το πρόβλημα είναι ότι απαιτεί να αποδειχθεί πρόθεση και όχι απλώς δυσλειτουργία. Η διαφορά ανάμεσα σε μία καταστροφική γραφειοκρατική αποτυχία και μία σκόπιμη αδράνεια είναι τεράστια. Δεν μπορεί να καλυφθεί μόνο από το γεγονός ότι τα αποτελέσματα ήταν εξαιρετικά βολικά για ορισμένους πολιτικούς και στρατηγικούς παράγοντες.

Η θεωρία αυτή έχει ενδιαφέρον ως ερευνητικό σενάριο, αλλά χρειάζεται άμεση τεκμηρίωση της πρόθεσης, διαφορετικά κινδυνεύει να στηρίζεται αποκλειστικά στην εκ των υστέρων ανάγνωση των γεγονότων.


11.8 Η σημασία των διαφορετικών επιπέδων αμφισβήτησης

Η κριτική έρευνα γίνεται πιο αξιόπιστη όταν δεν αντιμετωπίζει όλες τις εναλλακτικές θεωρίες ως ένα ενιαίο πακέτο.

Μπορεί κάποιος να θεωρεί ότι:

  • η επίσημη εξήγηση του WTC 7 είναι ανεπαρκής,
  • η αεράμυνα απέτυχε σοβαρά,
  • υπήρξε συγκάλυψη υπηρεσιακών λαθών,
  • και ταυτόχρονα να μην αποδέχεται ότι το Πεντάγωνο χτυπήθηκε από πύραυλο ή ότι υπήρξε πλήρης κρατική οργάνωση.

Αντίστοιχα, κάποιος μπορεί να αμφισβητεί ορισμένα τεχνικά στοιχεία χωρίς να αμφισβητεί την ταυτότητα των αεροπειρατών ή την ύπαρξη της Αλ Κάιντα.

Η σοβαρή έρευνα δεν απαιτεί να αποδεχθεί κανείς μία συνολική θεωρία. Επιτρέπει την αποδοχή ορισμένων ερωτημάτων, την απόρριψη άλλων και την αναστολή κρίσης για όσα δεν διαθέτουν επαρκή τεκμηρίωση.


11.9 Ποια εναλλακτική ερμηνεία εμφανίζει τη μεγαλύτερη αντοχή;

Με βάση τη φύση των διαθέσιμων στοιχείων, οι εναλλακτικές ερμηνείες δεν εμφανίζουν όλες την ίδια αντοχή.

Η πιο ισχυρή κατηγορία αμφισβήτησης αφορά:

  • τα τεχνικά χαρακτηριστικά του WTC 7,
  • τις αντιφάσεις στα χρονολόγια της αεράμυνας,
  • την αποτυχία σύνδεσης των προειδοποιήσεων των υπηρεσιών,
  • την περιορισμένη δημοσιοποίηση πρωτογενών στοιχείων,
  • και τη διαδικασία με την οποία διαμορφώθηκε η επίσημη αφήγηση.

Πιο αδύναμες, επειδή απαιτούν περισσότερες επιπλέον παραδοχές, είναι οι θεωρίες που υποστηρίζουν ότι:

  • δεν υπήρχαν επιβατικά αεροσκάφη στους Δίδυμους Πύργους,
  • το Πεντάγωνο χτυπήθηκε οπωσδήποτε από πύραυλο,
  • όλοι οι αεροπειρατές ήταν ανύπαρκτα πρόσωπα,
  • ή ολόκληρη η επίθεση οργανώθηκε αποκλειστικά από κρατικές υπηρεσίες χωρίς συμμετοχή της Αλ Κάιντα.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Το γεγονός ότι η επίσημη εκδοχή παρουσιάζει κενά δεν σημαίνει ότι η πιο ακραία εναλλακτική θεωρία είναι αυτομάτως σωστή. Η ισχύς μιας υπόθεσης εξαρτάται από την ικανότητά της να εξηγεί το σύνολο των δεδομένων και όχι μόνο τα σημεία που την ευνοούν.


Συμπέρασμα του ενδέκατου κεφαλαίου

Οι εναλλακτικές ερμηνείες για την 11η Σεπτεμβρίου δεν μπορούν να απορριφθούν συλλήβδην ως «θεωρίες συνωμοσίας», ούτε όμως μπορούν να γίνουν όλες αποδεκτές χωρίς διαβάθμιση και έλεγχο.

Ορισμένες στηρίζονται σε πραγματικά τεχνικά και επιχειρησιακά ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά. Άλλες προχωρούν σε συμπεράσματα τα οποία απαιτούν πολύ περισσότερα στοιχεία από όσα έχουν παρουσιαστεί δημόσια. Η πιο σοβαρή στάση είναι να εξετάζονται ξεχωριστά, με σαφή διάκριση ανάμεσα σε γεγονός, ένδειξη, τεχνικό επιχείρημα και υπόθεση.

Η ουσία της κριτικής δεν είναι η άκριτη αποδοχή μιας εναλλακτικής αφήγησης. Είναι η απαίτηση να μην αντιμετωπίζεται η επίσημη αφήγηση ως τελική αλήθεια μόνο και μόνο επειδή έχει θεσμική προέλευση.

Η 11η Σεπτεμβρίου παραμένει υπόθεση όπου ορισμένα βασικά γεγονότα είναι σαφή, αλλά αρκετοί κρίσιμοι μηχανισμοί, επιχειρησιακές αποφάσεις και τεχνικές λεπτομέρειες εξακολουθούν να περιβάλλονται από αντιφάσεις. Αυτές οι αντιφάσεις δικαιολογούν τη συνέχιση της έρευνας, όχι την αντικατάσταση μιας ανεπαρκούς εξήγησης με μία εξίσου ανεπαρκώς τεκμηριωμένη βεβαιότητα.


Τελικό συμπέρασμα: Τι γνωρίζουμε, τι παραμένει ασαφές και ποια ερωτήματα εξακολουθούν να είναι ανοιχτά

12.1 Η διαφορά ανάμεσα στην επίσημη αφήγηση και στην πλήρη εξήγηση

Η επίσημη αφήγηση για την 11η Σεπτεμβρίου έχει διαμορφώσει ένα συνεκτικό βασικό σενάριο: τρομοκρατική επιχείρηση της Αλ Κάιντα, αεροπειρατείες, πρόσκρουση αεροσκαφών, καταστροφές στα κτίρια, αποτυχία των υπηρεσιών ασφαλείας και μετέπειτα έρευνες.

Το γεγονός ότι το βασικό αυτό σενάριο εξηγεί τη γενική αλληλουχία των γεγονότων δεν σημαίνει ότι απαντά σε κάθε επιμέρους τεχνικό, επιχειρησιακό ή πληροφοριακό ερώτημα. Μία αφήγηση μπορεί να είναι γενικά συνεκτική και ταυτόχρονα να παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες σε κρίσιμες λεπτομέρειες.

Η πραγματική ιστορική έρευνα δεν πρέπει να περιορίζεται στο ερώτημα «ποιο ήταν το γενικό σενάριο;». Πρέπει να εξετάζει επίσης:

  • πώς ακριβώς κατέρρευσαν τα κτίρια,
  • γιατί το WTC 7 παρουσίασε τη συγκεκριμένη συμπεριφορά,
  • τι συνέβη στο Πεντάγωνο,
  • γιατί η αεράμυνα δεν αντέδρασε αποτελεσματικά,
  • γιατί οι υπηρεσίες δεν αξιοποίησαν τις προειδοποιήσεις,
  • ποια στοιχεία αποκρύφθηκαν ή δεν δημοσιοποιήθηκαν,
  • και αν η επίσημη έρευνα εξέτασε επαρκώς όλες τις εναλλακτικές εκδοχές.

Η ύπαρξη ενός βασικού σεναρίου δεν καταργεί την ανάγκη να εξηγούνται τα επιμέρους δεδομένα.


12.2 Τι μπορεί να θεωρηθεί σχετικά βέβαιο

Παρά τις διαφωνίες, υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που δεν αμφισβητούνται σοβαρά:

  1. Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 πραγματοποιήθηκαν συντονισμένες αεροπειρατείες.
  2. Αεροσκάφη προσέκρουσαν στους Δίδυμους Πύργους.
  3. Οι προσκρούσεις προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές και πυρκαγιές.
  4. Οι Δίδυμοι Πύργοι κατέρρευσαν μέσα σε λίγες ώρες.
  5. Το WTC 7 κατέρρευσε αργότερα την ίδια ημέρα χωρίς άμεση πρόσκρουση αεροσκάφους.
  6. Το Πεντάγωνο υπέστη καταστροφική επίθεση.
  7. Η αμερικανική αεράμυνα και οι υπηρεσίες πληροφοριών απέτυχαν να αποτρέψουν την επίθεση.
  8. Υπήρχαν προειδοποιητικές πληροφορίες πριν από την 11η Σεπτεμβρίου.
  9. Η δημόσια παρουσίαση των στοιχείων δεν υπήρξε πλήρης σε όλα τα επίπεδα.
  10. Πολλά πρωτογενή δεδομένα παραμένουν δύσκολα προσβάσιμα ή δεν έχουν παρουσιαστεί με τρόπο που να επιτρέπει ανεξάρτητο έλεγχο.

Αυτά τα σημεία αποτελούν τη σταθερή βάση πάνω στην οποία πρέπει να στηριχθεί κάθε περαιτέρω έρευνα.


12.3 Τι παραμένει τεχνικά ασαφές

Τα σημαντικότερα τεχνικά ερωτήματα αφορούν τον ακριβή μηχανισμό των καταρρεύσεων.

Στους Δίδυμους Πύργους εξακολουθεί να υπάρχει διαφωνία σχετικά με το κατά πόσο η επίσημη εξήγηση εξηγεί πλήρως:

  • την ταχύτητα της κατάρρευσης,
  • την κατακόρυφη πορεία,
  • τη διάλυση της δομής,
  • την εκτίναξη υλικών,
  • και την εικόνα ορισμένων φάσεων της κατάρρευσης.

Στο WTC 7 το ερώτημα είναι ακόμη πιο έντονο, καθώς το κτίριο δεν επλήγη από αεροσκάφος. Η επίσημη εξήγηση βασίζεται σε έναν σύνθετο μηχανισμό θερμικής διαστολής, δομικής αστοχίας και προοδευτικής κατάρρευσης. Ωστόσο, η μορφή της καθόδου, η φάση ελάχιστης αντίστασης και η συμμετρία της κατάρρευσης εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο τεχνικής διαμάχης.

Το ζήτημα δεν είναι αν είναι θεωρητικά δυνατό να καταρρεύσει ένα κτίριο από φωτιά. Είναι αν ο συγκεκριμένος μηχανισμός εξηγεί επαρκώς όλα τα χαρακτηριστικά που καταγράφηκαν στην πραγματικότητα.


12.4 Τι παραμένει ασαφές στο Πεντάγωνο

Στην περίπτωση του Πενταγώνου, η βασική αμφισβήτηση αφορά την ποιότητα και την πληρότητα της οπτικής τεκμηρίωσης.

Παραμένουν ερωτήματα σχετικά με:

  • την καθαρότητα των βίντεο,
  • τη μορφή του αρχικού ανοίγματος,
  • την κατανομή των συντριμμιών,
  • την πορεία του αεροσκάφους,
  • τον τελικό ελιγμό,
  • και το κατά πόσο όλα τα διαθέσιμα στοιχεία παρουσιάστηκαν δημόσια.

Η απουσία ενός καθαρού βίντεο δεν αποδεικνύει διαφορετικό τύπο επίθεσης. Παράλληλα, όμως, η απουσία πλήρους και συνεχούς οπτικής τεκμηρίωσης σε ένα τόσο κρίσιμο περιστατικό αποτελεί πραγματικό ερευνητικό κενό.

Η σωστή απάντηση δεν είναι η αυτόματη αποδοχή της θεωρίας του πυραύλου, αλλά ούτε και η άκριτη απόρριψη κάθε ερωτήματος ως «παραπληροφόρησης». Το ζήτημα απαιτεί δημοσιοποίηση όλων των διαθέσιμων βίντεο, των τεχνικών αναλύσεων, των δεδομένων πτήσης και των πλήρων καταγραφών των ευρημάτων.


12.5 Η αποτυχία των υπηρεσιών δεν μπορεί να υποβαθμίζεται

Ένα από τα πιο σταθερά συμπεράσματα της υπόθεσης είναι ότι υπήρξε σοβαρή αποτυχία πρόληψης και αντίδρασης.

Η αποτυχία αυτή αφορούσε πολλαπλά επίπεδα:

  • τις υπηρεσίες πληροφοριών,
  • την ανταλλαγή δεδομένων,
  • την αξιολόγηση της απειλής,
  • την αεροπορική ασφάλεια,
  • την επικοινωνία μεταξύ FAA και NORAD,
  • την αλυσίδα διοίκησης,
  • και την πολιτική εποπτεία.

Το να αποδίδεται το σύνολο αυτών των γεγονότων απλώς σε «γραφειοκρατικά λάθη» είναι ανεπαρκές. Μπορεί να υπήρξαν πραγματικές δυσλειτουργίες, αλλά η κλίμακα και η ταυτόχρονη εμφάνισή τους απαιτούν πολύ βαθύτερη ανάλυση.

Ακόμη και αν απορριφθούν όλες οι θεωρίες περί ενεργού κρατικής συμμετοχής, παραμένει το ερώτημα της θεσμικής ευθύνης. Ποιοι γνώριζαν; Ποιοι ενημερώθηκαν; Ποιοι δεν ενήργησαν; Ποιοι έδωσαν λανθασμένες εντολές; Και ποιοι απέφυγαν να αναλάβουν ευθύνη μετά την επίθεση;

Αυτά είναι ιστορικά και διοικητικά ερωτήματα, όχι απλώς στοιχεία «συνωμοσιολογίας».


12.6 Η σημασία των μη δημοσιοποιημένων στοιχείων

Η αξιοπιστία μίας έρευνας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δυνατότητα ανεξάρτητου ελέγχου των πρωτογενών δεδομένων.

Στην περίπτωση της 11ης Σεπτεμβρίου, ζητήματα προκύπτουν από:

  • την περιορισμένη δημοσιοποίηση ορισμένων βίντεο,
  • την απομάκρυνση και ανακύκλωση χάλυβα,
  • τη μη πλήρη πρόσβαση σε υπηρεσιακές επικοινωνίες,
  • τις διαβαθμισμένες πληροφορίες,
  • τις αντιφατικές αναφορές μαρτύρων,
  • και την άνιση παρουσίαση τεχνικών πορισμάτων.

Η γρήγορη απομάκρυνση των συντριμμιών μπορεί να εξηγείται από λόγους ασφάλειας, υγιεινής και επιχειρησιακής ανάγκης. Παρ’ όλα αυτά, από ερευνητική άποψη περιόρισε τη δυνατότητα μεταγενέστερης ανεξάρτητης εξέτασης.

Σε μία υπόθεση τέτοιας ιστορικής σημασίας, η διατήρηση και πλήρης δημοσιοποίηση των φυσικών και αρχειακών στοιχείων θα έπρεπε να αποτελεί βασική προτεραιότητα. Όσο περισσότερα κρίσιμα δεδομένα παραμένουν μη προσβάσιμα, τόσο περισσότερο χώρο αποκτούν οι αμφιβολίες και οι εναλλακτικές ερμηνείες.


12.7 Τι δεν μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα

Η σοβαρή κριτική προσέγγιση πρέπει να αναγνωρίζει και τα όριά της.

Δεν μπορεί να υποστηριχθεί με απόλυτη βεβαιότητα, με βάση μόνο τα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία, ότι:

  • χρησιμοποιήθηκαν εκρηκτικά σε όλα τα κτίρια,
  • το WTC 7 κατεδαφίστηκε οπωσδήποτε ελεγχόμενα,
  • στο Πεντάγωνο χρησιμοποιήθηκε σίγουρα πύραυλος,
  • κανένα από τα αεροσκάφη δεν ήταν πραγματικό,
  • όλοι οι αεροπειρατές ήταν κατασκευασμένα πρόσωπα,
  • ή ότι ολόκληρη η επίθεση οργανώθηκε από κρατικές υπηρεσίες.

Τέτοιες απόλυτες διατυπώσεις ξεπερνούν τα διαθέσιμα δεδομένα και αποδυναμώνουν την αξιοπιστία της έρευνας. Η ισχυρή κριτική δεν χρειάζεται να καταλήξει σε βεβαιότητες που δεν μπορεί να αποδείξει.

Αρκεί να αναδείξει ότι:

  • υπάρχουν σημαντικές τεχνικές αντιφάσεις,
  • υπάρχουν σοβαρά επιχειρησιακά κενά,
  • υπάρχουν ανεπαρκώς εξηγημένα φυσικά ευρήματα,
  • υπάρχουν περιορισμοί στη δημοσιοποίηση στοιχείων,
  • και υπάρχουν εναλλακτικές ερμηνείες που αξίζουν ανεξάρτητη εξέταση.

12.8 Το πραγματικό ανοιχτό ερώτημα

Το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι απαραίτητα «ποια θεωρία είναι σωστή;». Είναι αν η επίσημη έρευνα κατάφερε να παρουσιάσει μία πλήρη, συνεπή και επαληθεύσιμη ανακατασκευή όλων των βασικών γεγονότων.

Μία πλήρης ανακατασκευή θα έπρεπε να εξηγεί ταυτόχρονα:

  • τον μηχανισμό κατάρρευσης των Δίδυμων Πύργων,
  • την κατάρρευση του WTC 7,
  • τη μορφή της καταστροφής στο Πεντάγωνο,
  • τα χρονολόγια της αεράμυνας,
  • τις προειδοποιήσεις των υπηρεσιών,
  • τις οικονομικές διαδρομές,
  • τις μαρτυρίες για εκρήξεις,
  • τα φυσικά κατάλοιπα,
  • και την περιορισμένη πρόσβαση σε ορισμένα πρωτογενή στοιχεία.

Όταν μία εξήγηση απαντά μόνο σε μέρος αυτών των ζητημάτων, δεν μπορεί να θεωρείται πλήρης. Μπορεί να αποτελεί χρήσιμο πλαίσιο, αλλά όχι τελική και αδιαμφισβήτητη λύση.


12.9 Η ανάγκη για νέα, ανεξάρτητη έρευνα

Μία πραγματικά ανεξάρτητη έρευνα θα έπρεπε να περιλαμβάνει:

  • πλήρη δημοσιοποίηση όλων των διαθέσιμων βίντεο,
  • ανεξάρτητη επανεξέταση των χρονολογίων,
  • νέα τεχνική μελέτη των καταρρεύσεων,
  • επανεξέταση των φυσικών καταλοίπων,
  • άνοιγμα των υπηρεσιακών αρχείων,
  • πλήρη καταγραφή των επικοινωνιών FAA και NORAD,
  • εξέταση των οικονομικών διαδρομών,
  • και αξιολόγηση των μαρτυριών με σύγχρονες μεθόδους.

Η νέα έρευνα δεν θα έπρεπε να ξεκινά με προαποφασισμένο συμπέρασμα. Ούτε θα έπρεπε να θεωρεί εκ των προτέρων ότι η επίσημη εκδοχή είναι αληθής ή ότι κάποια εναλλακτική θεωρία είναι δεδομένα σωστή.

Ο στόχος θα έπρεπε να είναι η ανασύνθεση των γεγονότων με βάση πρωτογενή στοιχεία, επαναλήψιμες μεθόδους και δυνατότητα ανεξάρτητου ελέγχου.


12.10 Τελική αποτίμηση

Η 11η Σεπτεμβρίου αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά και ταυτόχρονα πιο αμφιλεγόμενα γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας. Το βασικό περίγραμμα των επιθέσεων είναι γνωστό. Ωστόσο, η πλήρης τεχνική και επιχειρησιακή ανακατασκευή παραμένει αντικείμενο σοβαρής διαμάχης.

Οι Δίδυμοι Πύργοι, το WTC 7, το Πεντάγωνο, οι αεροπορικές αναχαιτίσεις, οι προειδοποιήσεις των υπηρεσιών, οι μαρτυρίες και η διαχείριση των φυσικών στοιχείων συνθέτουν ένα σύνολο ερωτημάτων που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με γενικές απαντήσεις ή με την απλή επίκληση του επίσημου πορίσματος.

Το συμπέρασμα δεν είναι ότι κάθε εναλλακτική θεωρία έχει αποδειχθεί. Το συμπέρασμα είναι ότι η επίσημη αφήγηση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απρόσβλητη από κριτική. Η ύπαρξη πραγματικών αντιφάσεων, τεχνικών δυσκολιών και επιχειρησιακών κενών δικαιολογεί τη συνέχιση της έρευνας.

Η ιστορική αλήθεια δεν προστατεύεται με την απαγόρευση των ερωτήσεων. Προστατεύεται με την πλήρη δημοσιοποίηση των στοιχείων, την ανεξάρτητη αξιολόγηση και την ειλικρινή αναγνώριση όσων δεν έχουν ακόμη εξηγηθεί.

Η 11η Σεπτεμβρίου δεν χρειάζεται ούτε τυφλή αποδοχή ούτε άκριτη απόρριψη. Χρειάζεται μία έρευνα αρκετά σοβαρή ώστε να αντέχει στις δύσκολες ερωτήσεις και αρκετά ανεξάρτητη ώστε να μην φοβάται τις απαντήσεις.


Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών