Ο Περσικός Κόλπος εισέρχεται σε μια νέα γεωπολιτική εποχή. Δεν πρόκειται πλέον απλώς για μια ακόμη κρίση μεταξύ του Ιράν, των Ηνωμένων Πολιτειών και των αραβικών μοναρχιών, ούτε για μια προσωρινή διαταραχή στις παγκόσμιες ενεργειακές ροές. Αυτό που διαμορφώνεται είναι μια βαθύτερη μεταβολή στη στρατηγική αρχιτεκτονική της περιοχής, όπου η θαλάσσια γεωγραφία, οι ενεργειακές υποδομές, τα μη επανδρωμένα συστήματα, οι πυραυλικές τεχνολογίες και οι διπλωματικές ανακατατάξεις συγκλίνουν σε ένα ενιαίο σύστημα πίεσης.
Για δεκαετίες, η αμερικανική παρουσία στον Κόλπο στηριζόταν σε μια θεμελιώδη υπόθεση: ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να εγγυώνται την ελεύθερη διακίνηση ενέργειας, να προστατεύουν τις θαλάσσιες οδούς και να επιβάλλουν το κόστος σε οποιονδήποτε περιφερειακό παράγοντα επιχειρούσε να αμφισβητήσει την κυριαρχία τους. Η ναυτική ισχύς, οι βάσεις, τα αεροπλανοφόρα, οι αεροπορικές υποδομές και το δίκτυο των συμμαχικών μοναρχιών λειτουργούσαν ως ενιαίο πλέγμα αμερικανικής θαλασσοκρατικής επιτήρησης.
Σήμερα, αυτή η υπόθεση δεν έχει απλώς αμφισβητηθεί. Έχει αρχίσει να αποσυντίθεται.
Η κρίσιμη μεταβολή δεν βρίσκεται μόνο στην ικανότητα του Ιράν να πλήξει πλοία, βάσεις ή ενεργειακές εγκαταστάσεις. Βρίσκεται στην ικανότητά του να μετατρέψει ολόκληρο τον χώρο του Κόλπου σε ένα σύνθετο περιβάλλον άρνησης πρόσβασης, όπου ο αντίπαλος μπορεί να διαθέτει ανώτερες πλατφόρμες, αλλά να μην μπορεί να τις χρησιμοποιήσει με ασφάλεια, συνέχεια και πολιτικά αποδεκτό κόστος. Το ζήτημα δεν είναι πλέον ποιος διαθέτει το ισχυρότερο πολεμικό πλοίο ή το ακριβότερο αεροσκάφος. Το ζήτημα είναι ποιος μπορεί να διατηρήσει ενεργή την επιχειρησιακή του αλυσίδα μέσα σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, παραπλάνησης, κινητών εκτοξευτών, drones, ηλεκτρονικού πολέμου και πολλαπλών διαδρομών επίθεσης.
Ο Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ αποτελούν τους δύο γεωγραφικούς λαιμούς αυτής της νέας πραγματικότητας. Ο πρώτος ελέγχει την έξοδο του Περσικού Κόλπου προς τον Ινδικό Ωκεανό. Ο δεύτερος συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και, κατ’ επέκταση, τον ενεργειακό χώρο της Μέσης Ανατολής με τη Μεσόγειο και τις διεθνείς εμπορικές αρτηρίες. Όταν οι δύο αυτές πύλες αντιμετωπίζονται ταυτόχρονα ως χώροι στρατιωτικής, πολιτικής ή ασφαλιστικής αβεβαιότητας, το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μια καθυστέρηση στη ναυσιπλοΐα. Είναι η δημιουργία ενός συστήματος γεωοικονομικής ασφυξίας.
Η ουσία της νέας στρατηγικής είναι ότι δεν απαιτείται πλήρης φυσική καταστροφή των ενεργειακών εγκαταστάσεων. Αρκεί η δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου τα πλοία δεν μπορούν να κινηθούν χωρίς αυξημένο κίνδυνο, όπου οι ασφαλιστές περιορίζουν ή αρνούνται την κάλυψη πολεμικού κινδύνου, όπου οι ναυτιλιακές εταιρείες αναζητούν ακριβότερες διαδρομές και όπου οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να εγγυηθούν ότι μια εμπορική ροή θα παραμείνει απρόσκοπτη. Η γεωοικονομική λειτουργία μπορεί να παραλύσει πολύ πριν από την πλήρη στρατιωτική καταστροφή.
Αυτό είναι το πραγματικό πεδίο μάχης του σύγχρονου Κόλπου: όχι μόνο η θάλασσα, αλλά η αλυσίδα αποφάσεων που επιτρέπει σε έναν στόλο, σε μια ενεργειακή υποδομή και σε ένα εμπορικό δίκτυο να λειτουργούν.
Η περιφερειακή διάσταση καθιστά την κατάσταση ακόμη πιο σύνθετη. Η Υεμένη δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα περιφερειακό μέτωπο που μπορεί να απομονωθεί από τον βασικό ανταγωνισμό. Η Ανσάρ Αλλάχ έχει μετατρέψει τη γεωγραφία της Ερυθράς Θάλασσας σε στρατηγικό εργαλείο, ενώ το Ιράν επιχειρεί να μετατρέψει τη διαχείριση της διέλευσης από τον Ορμούζ από μονομερές δικαίωμα της αμερικανικής ναυτικής ισχύος σε αντικείμενο περιφερειακής διαπραγμάτευσης.
Έτσι, το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο εάν ο Ορμούζ θα ανοίξει, αλλά με ποιους όρους και υπό ποιο καθεστώς ασφάλειας. Η κρίση αφορά πλέον όχι μόνο την πρόσβαση στις θαλάσσιες οδούς, αλλά και το ποιος έχει το δικαίωμα να καθορίζει τους κανόνες της πρόσβασης.
Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται στη γενικότερη μετάβαση προς ένα πολυπολικό σύστημα, όπου η στρατηγική σύγκλιση μεταξύ Ιράν, Ρωσίας, Κίνας και άλλων δυνάμεων δεν χρειάζεται να λάβει τη μορφή μιας ενιαίας επίσημης συμμαχίας για να παράγει αποτελέσματα. Αρκεί η σύγκλιση συμφερόντων, τεχνολογιών, υποδομών και στρατηγικών αντιλήψεων.
Ο Περσικός Κόλπος μετατρέπεται, συνεπώς, σε εργαστήριο μιας νέας μορφής πολέμου και γεωπολιτικής. Εδώ δοκιμάζεται αν μια ναυτική υπερδύναμη μπορεί να συνεχίσει να ελέγχει έναν στρατηγικό χώρο όταν ο αντίπαλος δεν επιδιώκει να την καταστρέψει ολοκληρωτικά, αλλά να περιορίσει την ελευθερία κινήσεών της. Εδώ δοκιμάζεται αν οι ενεργειακές υποδομές έχουν αξία όταν δεν συνοδεύονται από ασφαλείς διαδρομές. Και εδώ δοκιμάζεται αν η παλαιά αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας μπορεί να επιβιώσει σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες δεν καθορίζονται πλέον από έναν μόνο πόλο.
Η νέα πολιορκία του Κόλπου δεν είναι απλώς στρατιωτική. Είναι ταυτόχρονα θαλάσσια, ενεργειακή, τεχνολογική, ασφαλιστική, οικονομική και διπλωματική. Ο Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ αποτελούν τα γεωγραφικά της σημεία συμπύκνωσης. Το Ιράν είναι ο επιχειρησιακός κόμβος, η Υεμένη ο ασύμμετρος πολλαπλασιαστής και η ευρύτερη περιοχή το πεδίο όπου δοκιμάζεται η μετάβαση από την αμερικανική μονοπολική επιτήρηση προς μια πολυπολική πραγματικότητα.
Ο Περσικός Κόλπος ως πυρήνας της αμερικανικής θαλασσοκρατίας
Το ιρανικό μωσαϊκό του πολέμου
Η ιρανική στρατηγική στον Περσικό Κόλπο δεν μπορεί να κατανοηθεί με τα κλασικά μέτρα μιας συμβατικής στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Το Ιράν δεν σχεδίασε την άμυνά του με βάση την υπόθεση ότι θα μπορούσε να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες σε αριθμό πολεμικών πλοίων, αεροσκαφών, αεροπλανοφόρων ή δορυφορικών συστημάτων. Αντίθετα, οικοδόμησε ένα μοντέλο πολέμου που στηρίζεται στη διασπορά, στην αποκέντρωση, στην επιβίωση, στην αλληλοεπικάλυψη και στη δημιουργία πολλαπλών ταυτόχρονων απειλών.
Το μοντέλο αυτό μπορεί να περιγραφεί ως ένα «μωσαϊκό άμυνας και κρούσης». Δεν αποτελεί ένα ενιαίο, συγκεντρωτικό σύστημα, το οποίο αν καταστραφεί ο κεντρικός του κόμβος καταρρέει. Είναι ένα σύνολο από επιμέρους δομές, μονάδες, αισθητήρες, εκτοξευτές, βάσεις, υπόγειες εγκαταστάσεις, ναυτικές ομάδες, μη επανδρωμένα συστήματα και περιφερειακά δίκτυα, τα οποία μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν ακόμη και όταν ένα σημαντικό τμήμα τους υποστεί πλήγμα.
Η λογική αυτή συνδέεται με την εμπειρία του Ιράν από τον πόλεμο με το Ιράκ, αλλά και με τη μεταγενέστερη αντιπαράθεσή του με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Η ιρανική ηγεσία γνωρίζει ότι σε μια άμεση σύγκρουση ο αντίπαλος θα επιχειρήσει να πλήξει πρώτα τις διοικητικές δομές, τα κέντρα επικοινωνιών, τις αεροπορικές βάσεις, τα ραντάρ και τις υποδομές διοίκησης. Για τον λόγο αυτό, η επιβίωση μετά το πρώτο κύμα επίθεσης αποτελεί βασική προϋπόθεση ολόκληρου του σχεδιασμού.
Η ιρανική άμυνα δεν έχει ως μοναδικό σκοπό να αποτρέψει το πρώτο πλήγμα. Έχει σχεδιαστεί ώστε να εξακολουθεί να υπάρχει μετά από αυτό.
Η αποκέντρωση ως στρατηγικό όπλο
Στον πυρήνα του ιρανικού μωσαϊκού βρίσκεται η αποκέντρωση. Οι επιμέρους μονάδες δεν εξαρτώνται πάντοτε από έναν μοναδικό κεντρικό μηχανισμό για να εκτελέσουν την αποστολή τους. Οι κινητοί εκτοξευτές μπορούν να αλλάζουν θέσεις, οι μονάδες drones να λειτουργούν από διαφορετικές τοποθεσίες, ενώ οι παράκτιες συστοιχίες και οι υποδομές επικοινωνίας μπορούν να διασπείρονται ή να χρησιμοποιούν εναλλακτικά κανάλια.
Αυτό δημιουργεί πρόβλημα σε κάθε αντίπαλο που βασίζεται στην έννοια του «αποκεφαλιστικού πλήγματος». Η καταστροφή μιας βάσης ή ενός κέντρου διοίκησης δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι καταστράφηκε η συνολική δυνατότητα κρούσης. Μπορεί να έχει μειώσει προσωρινά μόνο ένα τμήμα του συστήματος.
Η αποκέντρωση έχει και ψυχολογική διάσταση. Ο αντίπαλος δεν γνωρίζει με ακρίβεια πόσοι εκτοξευτές έχουν επιβιώσει, ποιες εγκαταστάσεις εξακολουθούν να λειτουργούν και ποια δίκτυα επικοινωνιών παραμένουν ενεργά. Η αβεβαιότητα αυτή υποχρεώνει την άλλη πλευρά να διατηρεί υψηλό επίπεδο επιφυλακής και να καταναλώνει σημαντικούς πόρους για επιτήρηση και επιβεβαίωση στόχων.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να κρύψει τα πάντα. Αρκεί να κρύψει αρκετά ώστε ο αντίπαλος να μην μπορεί να είναι βέβαιος ότι έχει ολοκληρώσει την καταστροφή του συστήματος.
Η γεωγραφία ως πολλαπλασιαστής ισχύος
Η ιρανική στρατηγική ενισχύεται από τη γεωγραφία. Η νότια ακτογραμμή του Ιράν εκτείνεται κατά μήκος του Περσικού Κόλπου, του Στενού του Ορμούζ και του Κόλπου του Ομάν. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από μικρές αποστάσεις, νησιά, παράκτιες ορεινές ζώνες, στενά περάσματα και πυκνή εμπορική κίνηση.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η τεχνολογική υπεροχή ενός μεγάλου στόλου δεν εξαφανίζεται, αλλά περιορίζεται. Ένα αεροπλανοφόρο μπορεί να διαθέτει τεράστια ισχύ πυρός, όμως η λειτουργία του σε έναν στενό και γεωγραφικά σύνθετο θαλάσσιο χώρο απαιτεί συνεχή προστασία. Η γεωγραφία δεν επιτρέπει στον αντίπαλο να αξιοποιεί πάντοτε την ισχύ του με τον ίδιο τρόπο που θα την αξιοποιούσε σε ανοικτή θάλασσα.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να ελέγχει κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο της θάλασσας. Χρειάζεται να μπορεί να απειλεί τα κρίσιμα σημεία της.
Η σύνθεση διαφορετικών μέσων
Το μωσαϊκό δεν αποτελείται από ένα μόνο όπλο. Η αποτελεσματικότητά του προκύπτει από τη σύνθεση διαφορετικών μέσων, τα οποία λειτουργούν συμπληρωματικά. Στο ίδιο επιχειρησιακό περιβάλλον μπορούν να συνυπάρχουν αντιπλοϊκοί πύραυλοι, πύραυλοι cruise, κινητοί εκτοξευτές, drones, μη επανδρωμένα σκάφη, ταχύπλοα, θαλάσσιες νάρκες, ηλεκτρονικά μέσα παρεμβολής, παράκτια ραντάρ, παραπλανητικοί στόχοι και υποθαλάσσια συστήματα.
Κάθε μέσο έχει διαφορετικό κόστος, διαφορετικό χρόνο αντίδρασης και διαφορετικό τρόπο εντοπισμού. Η αξία του συστήματος δεν βρίσκεται στο κάθε όπλο ξεχωριστά, αλλά στην ταυτόχρονη παρουσία πολλών διαφορετικών απειλών. Ο αντίπαλος δεν αντιμετωπίζει μία ενιαία επίθεση, αλλά ένα σύνολο προβλημάτων που απαιτούν διαφορετικές λύσεις.
Η πολυμορφία αυτή επιτρέπει στο Ιράν να διατηρεί επιχειρησιακή ευελιξία ακόμη και όταν ορισμένα μέσα του εξουδετερώνονται. Το μωσαϊκό δεν στηρίζεται στην επιτυχία ενός συγκεκριμένου όπλου, αλλά στη δυνατότητα πολλών διαφορετικών εργαλείων να παράγουν παρόμοιο στρατηγικό αποτέλεσμα: αβεβαιότητα, καθυστέρηση και περιορισμό της ελευθερίας κινήσεων του αντιπάλου.
Η οικονομία της ασυμμετρίας
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο του ιρανικού μοντέλου είναι η οικονομική ασυμμετρία. Η υποχρέωση ενός ακριβού πολεμικού πλοίου να αλλάξει πορεία, να ενεργοποιήσει τα συστήματα άμυνάς του ή να περιορίσει την αποστολή του μπορεί να επιτευχθεί με μέσα πολύ χαμηλότερου κόστους.
Η στρατηγική δεν απαιτεί κάθε επίθεση να είναι επιτυχής. Αρκεί να δημιουργεί συνεχή κατανάλωση πόρων, αυξημένο επιχειρησιακό άγχος και πολιτική αβεβαιότητα. Η αριθμητική ή τακτική επιτυχία στην αναχαίτιση μιας απειλής δεν ισοδυναμεί πάντοτε με στρατηγική νίκη, εάν το κόστος αντιμετώπισης παραμένει δυσανάλογο.
Η ανθεκτικότητα μετά το πρώτο πλήγμα
Το βασικό πλεονέκτημα του μωσαϊκού είναι ότι δεν εξαρτάται από την ακεραιότητα ενός ενιαίου συστήματος. Η επιβίωση δεν σημαίνει ότι όλες οι μονάδες θα παραμείνουν άθικτες. Σημαίνει ότι αρκετές μονάδες θα εξακολουθήσουν να λειτουργούν ώστε να διατηρηθεί η δυνατότητα ανταπόδοσης.
Για να εξουδετερώσει πλήρως το ιρανικό σύστημα, ο επιτιθέμενος θα πρέπει να εντοπίσει και να πλήξει μεγάλο αριθμό κινητών, κρυφών ή εναλλακτικών κόμβων. Όσο περισσότερο διευρύνεται η επιχείρηση, τόσο αυξάνονται το κόστος, η διάρκεια και η πιθανότητα πολιτικής κλιμάκωσης.
Το Ιράν επομένως δεν αντιμετωπίζει την άμυνα ως ένα τείχος που πρέπει να παραμείνει αδιαπέραστο. Την αντιμετωπίζει ως έναν ζωντανό οργανισμό που πρέπει να επιβιώσει, να ανασυνταχθεί και να συνεχίσει να προκαλεί κόστος.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το ιρανικό μωσαϊκό δεν πρέπει να αξιολογείται μόνο με βάση το πόσους πυραύλους ή drones διαθέτει. Πρέπει να αξιολογείται με βάση το πόσους ανεξάρτητους κόμβους μπορεί να διατηρήσει ενεργούς, πόσο γρήγορα μπορεί να αναπληρώσει απώλειες και πόσο δύσκολο είναι να πιστοποιηθεί ότι έχει εξουδετερωθεί.
Η πραγματική του ισχύς δεν βρίσκεται μόνο στην κρούση. Βρίσκεται στην αβεβαιότητα που επιβάλλει στον αντίπαλο.
Από το A2/AD στην πλήρη άρνηση πρόσβασης
Η έννοια του A2/AD, δηλαδή της «Απαγόρευσης Πρόσβασης και Περιορισμού Περιοχής», χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ικανότητα ενός κράτους να εμποδίσει τον αντίπαλο να εισέλθει σε έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο ή να περιορίσει την ελευθερία δράσης του μέσα σε αυτόν. Στην περίπτωση του Ιράν, όμως, η έννοια αυτή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα απλό σύνολο πυραύλων, παράκτιων συστοιχιών και ναυτικών μέσων.
Το ιρανικό A2/AD αποτελεί ένα σύνθετο επιχειρησιακό περιβάλλον. Δεν αποσκοπεί μόνο στο να απαγορεύσει την είσοδο αμερικανικών δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο. Στοχεύει στο να καταστήσει κάθε αμερικανική δραστηριότητα μέσα στην περιοχή αβέβαιη, ακριβή, αργή και ευάλωτη σε διαδοχικές διαταραχές.
Η διαφορά είναι ουσιαστική. Η απλή απαγόρευση πρόσβασης αφορά την είσοδο. Η πλήρης άρνηση πρόσβασης αφορά ολόκληρη τη λειτουργία του αντιπάλου.
Το A2/AD ως πολυεπίπεδο σύστημα
Η αποτελεσματικότητα του ιρανικού συστήματος δεν προκύπτει από ένα μοναδικό όπλο, αλλά από την αλληλεπίδραση πολλών διαφορετικών στρωμάτων. Η επιτήρηση, η κινητικότητα, η ποικιλία των μέσων, η θαλάσσια ασυμμετρία και ο ηλεκτρονικός πόλεμος λειτουργούν συμπληρωματικά, δημιουργώντας ένα περιβάλλον στο οποίο ο αντίπαλος δυσκολεύεται να αποκτήσει πλήρη και αξιόπιστη εικόνα της περιοχής.
Το πρώτο στρώμα είναι η επιτήρηση. Ραντάρ, παθητικοί αισθητήρες, οπτικά μέσα και δίκτυα αναγνώρισης επιτρέπουν στο Ιράν να παρακολουθεί τη ναυτική δραστηριότητα και να εντοπίζει κρίσιμες κινήσεις. Η επιτήρηση δεν χρειάζεται να είναι συνεχώς τέλεια. Αρκεί να παρέχει επαρκή προειδοποίηση ώστε να ενεργοποιούνται τα υπόλοιπα στρώματα.
Το δεύτερο στοιχείο είναι η κινητικότητα. Η δυνατότητα μετακίνησης και απόκρυψης των μέσων περιορίζει την αξία των προληπτικών πληγμάτων. Η καταστροφή μιας γνωστής εγκατάστασης δεν ισοδυναμεί αναγκαστικά με την εξουδετέρωση της συνολικής απειλής, καθώς η επιχειρησιακή ικανότητα μπορεί να έχει μεταφερθεί ή να συνεχίζει να λειτουργεί από εναλλακτικούς κόμβους.
Το τρίτο στοιχείο είναι η ποικιλία των απειλών. Διαφορετικά όπλα και μέσα μπορούν να εμφανίζονται με διαφορετικούς χρόνους αντίδρασης, διαφορετικά προφίλ και διαφορετικές απαιτήσεις αντιμετώπισης. Ο αντίπαλος δεν αντιμετωπίζει μία ενιαία απειλή, αλλά ένα σύνθετο σύνολο προβλημάτων που απαιτούν διαφορετικές λύσεις.
Το τέταρτο στοιχείο είναι η θαλάσσια ασυμμετρία. Μικρές μονάδες, μη επανδρωμένα σκάφη, νάρκες και παράκτια μέσα μπορούν να λειτουργούν σε περιοχές όπου τα μεγάλα πολεμικά πλοία δυσκολεύονται να αξιοποιήσουν πλήρως την ταχύτητα και την ελευθερία ελιγμών τους. Ακόμη και η απουσία άμεσης επίθεσης δεν εξαλείφει την απειλή. Αντίθετα, επιβάλλει διαρκή επιτήρηση και αυξημένη επιφυλακή.
Το πέμπτο στοιχείο είναι ο ηλεκτρονικός πόλεμος. Η παρεμβολή στις επικοινωνίες, η παραπλάνηση αισθητήρων και η διατάραξη της εικόνας μάχης μπορούν να μειώσουν την αποτελεσματικότητα ακόμη και των τεχνολογικά ανώτερων συστημάτων. Η υπεροχή ενός όπλου έχει περιορισμένη αξία όταν ο χειριστής του δεν διαθέτει αξιόπιστη εικόνα του επιχειρησιακού περιβάλλοντος.
Η σημασία των στενών θαλάσσιων χώρων
Ο Περσικός Κόλπος δεν είναι ανοικτός ωκεανός. Είναι ένας περιορισμένος θαλάσσιος χώρος, όπου η γεωγραφία αυξάνει την αξία των παράκτιων συστημάτων και μειώνει την ελευθερία ελιγμών των μεγάλων πλοίων.
Σε ανοικτή θάλασσα, ένα πολεμικό πλοίο μπορεί να αξιοποιήσει την απόσταση, την ταχύτητα και το βάθος του χώρου. Στον Κόλπο, οι μικρότερες αποστάσεις, τα περιορισμένα περάσματα και η πυκνή ναυτιλιακή κίνηση αυξάνουν την έκθεση και περιορίζουν τις διαθέσιμες επιλογές.
Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Η στρατηγική του σημασία δεν προκύπτει μόνο από τη γεωγραφική του στενότητα, αλλά από το γεγονός ότι αποτελεί υποχρεωτικό πέρασμα για τεράστιο όγκο ενεργειακών ροών. Όταν μια περιοχή διαθέτει περιορισμένες εναλλακτικές διαδρομές, ακόμη και μια σχετικά μικρή στρατιωτική απειλή μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογη γεωοικονομική σημασία.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να καλύψει κάθε σημείο του Ορμούζ με συνεχή πυρά. Χρειάζεται να διατηρεί την ικανότητα να απειλεί το πέρασμα, να προκαλεί αβεβαιότητα και να υποχρεώνει τις ναυτιλιακές εταιρείες και τις κυβερνήσεις να υπολογίζουν διαρκώς τον κίνδυνο.
Η «απαγορευμένη βεβαιότητα»
Το A2/AD δεν λειτουργεί μόνο μέσω της φυσικής καταστροφής. Λειτουργεί κυρίως μέσω της αδυναμίας του αντιπάλου να είναι βέβαιος.
Ένα εμπορικό πλοίο μπορεί θεωρητικά να διέλθει. Όμως δεν γνωρίζει εάν η περιοχή έχει ναρκοθετηθεί, εάν υπάρχουν ενεργά κινητά μέσα, εάν ένα drone είναι αναγνωριστικό ή επιθετικό, εάν μια ηλεκτρονική διαταραχή είναι τυχαία ή προοίμιο επίθεσης, ούτε εάν η στρατιωτική συνοδεία αρκεί για να εξασφαλίσει τη διέλευση.
Παράλληλα, παραμένει η αβεβαιότητα ως προς την ασφαλιστική κάλυψη, την πολιτική αποδοχή της διέλευσης και την πιθανότητα κλιμάκωσης μετά από ένα περιστατικό.
Αυτή η αβεβαιότητα μπορεί να είναι αρκετή για να μεταβληθεί η συμπεριφορά όλων των εμπλεκομένων. Οι ναυτιλιακές εταιρείες καθυστερούν, αλλάζουν πορεία ή απαιτούν υψηλότερα ασφάλιστρα. Οι κυβερνήσεις αυξάνουν τις συνοδείες. Οι στρατιωτικοί σχηματισμοί περιορίζουν την έκθεσή τους. Οι ενεργειακές αγορές ενσωματώνουν το ενδεχόμενο διακοπής.
Η απαγόρευση, επομένως, δεν χρειάζεται να είναι απόλυτη. Αρκεί να είναι αρκετά αξιόπιστη ώστε να επηρεάζει τις αποφάσεις των άλλων.
Η επίθεση στη λειτουργική συνοχή του αμερικανικού στόλου
Ο αμερικανικός στόλος έχει σχεδιαστεί για να λειτουργεί ως ολοκληρωμένο δίκτυο. Τα πλοία, τα αεροσκάφη, οι αισθητήρες, τα κέντρα διοίκησης και τα συστήματα αναχαίτισης συνεργάζονται ώστε να δημιουργούν ενιαία εικόνα μάχης και να επιτρέπουν γρήγορη λήψη αποφάσεων.
Το ιρανικό A2/AD δεν χρειάζεται να καταστρέψει ολόκληρο αυτό το δίκτυο. Αρκεί να προκαλέσει διαδοχικές ρωγμές στη λειτουργία του: καθυστέρηση στην αναγνώριση, αμφιβολία για την ταυτότητα των στόχων, κορεσμό των συστημάτων άμυνας, διατάραξη επικοινωνιών, αλλαγή σχηματισμών, αύξηση αποστάσεων ασφαλείας και περιορισμό της επιχειρησιακής παρουσίας.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ακόμη και ένα σύστημα που παραμένει τεχνικά λειτουργικό μπορεί να χάνει σημαντικό μέρος της επιχειρησιακής του αποτελεσματικότητας.
Η στρατιωτική ισχύς δεν μετριέται μόνο από το τι μπορεί να πλήξει ένα όπλο. Μετριέται και από το αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί στον κατάλληλο χρόνο, από την κατάλληλη θέση και με επαρκή βεβαιότητα.
Από την άρνηση πρόσβασης στον έλεγχο συμπεριφοράς
Το σημαντικότερο στοιχείο του ιρανικού A2/AD είναι ότι δεν περιορίζεται στην άμυνα. Μετατρέπεται σε μηχανισμό ελέγχου συμπεριφοράς.
Εάν ο αντίπαλος γνωρίζει ότι κάθε κίνηση μπορεί να προκαλέσει πυραυλική, μη επανδρωμένη, ηλεκτρονική ή υποθαλάσσια αντίδραση, τότε αρχίζει να τροποποιεί μόνος του τη συμπεριφορά του. Περιορίζει τις περιπολίες, αυξάνει τις αποστάσεις, αποφεύγει συγκεκριμένες περιοχές, καθυστερεί επιχειρήσεις και αναζητά πολιτικές συνεννοήσεις.
Το A2/AD, επομένως, δεν είναι απλώς ένα σύστημα που λέει «μην εισέλθεις». Είναι ένα σύστημα που λέει:
«Μπορείς να εισέλθεις, αλλά δεν θα λειτουργήσεις με τους δικούς σου όρους».
Εδώ βρίσκεται η μετάβαση από την κλασική στρατιωτική αποτροπή σε μια ευρύτερη στρατηγική επιβολής κόστους. Το Ιράν δεν επιδιώκει απαραίτητα να καταστήσει τον Κόλπο απολύτως απροσπέλαστο. Επιδιώκει να αφαιρέσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες το δικαίωμα να θεωρούν την περιοχή αποκλειστικά δικό τους επιχειρησιακό χώρο.
Η θάλασσα μπορεί να παραμένει ανοικτή στον χάρτη, αλλά παύει να είναι μονοπολικά ελεγχόμενη στην πράξη.
Η kill chain ως πραγματικό πεδίο μάχης
Στον σύγχρονο πόλεμο, η καταστροφή ενός στόχου δεν αρχίζει με την εκτόξευση ενός πυραύλου. Αρχίζει πολύ νωρίτερα, από τη στιγμή που ένας αισθητήρας εντοπίζει κάτι, το σύστημα το αναγνωρίζει, το ταξινομεί, το μεταδίδει σε ένα κέντρο διοίκησης και τελικά λαμβάνεται η απόφαση για την προσβολή του.
Αυτή η αλυσίδα είναι γνωστή ως kill chain. Περιλαμβάνει όλα τα στάδια από τον εντοπισμό μέχρι την τελική αξιολόγηση του πλήγματος:
εντοπισμός → αναγνώριση → ταξινόμηση → σταθεροποίηση ίχνους → μετάδοση δεδομένων → απόφαση → επιλογή όπλου → εκτόξευση → καθοδήγηση → τελική αναγνώριση → αξιολόγηση αποτελέσματος.
Η στρατηγική αξία μιας σύγχρονης πολεμικής δύναμης δεν εξαρτάται μόνο από την ποιότητα των πυραύλων ή των αεροσκαφών της. Εξαρτάται από το πόσο γρήγορα, αξιόπιστα και αδιάλειπτα μπορεί να ολοκληρώσει αυτή την αλυσίδα.
Το Ιράν, επομένως, δεν χρειάζεται να καταστρέψει όλα τα όπλα του αντιπάλου. Αρκεί να διασπάσει τη διαδικασία που επιτρέπει σε αυτά τα όπλα να λειτουργήσουν.
Η αλυσίδα είναι ισχυρή όσο και ο πιο αδύναμος κρίκος της
Ένα αμερικανικό πολεμικό πλοίο μπορεί να διαθέτει προηγμένα ραντάρ, ισχυρούς πυραύλους και εξελιγμένα συστήματα διοίκησης. Εάν όμως δεν μπορεί να είναι βέβαιο για το τι εντοπίζει, η αποτελεσματικότητα ολόκληρου του συστήματος μειώνεται.
Ένα ίχνος μπορεί να είναι πραγματικός πύραυλος, παραπλανητικός στόχος, drone αναγνώρισης, εμπορικό σκάφος, τεχνητό ηλεκτρονικό ίχνος ή μέρος μιας επιχείρησης αντιπερισπασμού. Σε ένα πυκνό και σύνθετο περιβάλλον, η ανίχνευση από μόνη της δεν αρκεί. Απαιτείται αξιόπιστη ερμηνεία της.
Η αβεβαιότητα στο στάδιο της αναγνώρισης είναι εξίσου σημαντική με την ταχύτητα του πυραύλου. Εάν το σύστημα δεν γνωρίζει με επαρκή βεβαιότητα ποιον στόχο πρέπει να πλήξει, τότε η τεχνολογική του υπεροχή μετατρέπεται σε επιχειρησιακό μειονέκτημα.
Η σύγχρονη μάχη δεν αφορά μόνο την ανίχνευση. Αφορά την αξιόπιστη ερμηνεία της ανίχνευσης.
Η ιρανική επίθεση στην πληροφορία
Το Ιράν επιδιώκει να επιβαρύνει κάθε στάδιο της αμερικανικής αλυσίδας. Η κινητικότητα των μέσων περιορίζει τον χρόνο μεταξύ εμφάνισης και εξαφάνισης ενός στόχου. Η διασπορά δυσκολεύει την πιστοποίηση ότι ένα σύστημα έχει εξουδετερωθεί. Η ποικιλία των απειλών δημιουργεί διαφορετικές απαιτήσεις αντίδρασης, ενώ η ηλεκτρονική παραπλάνηση μπορεί να διαταράξει την εικόνα μάχης χωρίς να απαιτεί πλήρη «τύφλωση» των αισθητήρων.
Δεν είναι απαραίτητο να καταστραφεί ένα ραντάρ. Αρκεί να αυξηθούν οι ψευδείς στόχοι, να καθυστερήσει η ταξινόμηση ή να δημιουργηθεί αμφιβολία για την πραγματική κατεύθυνση μιας επίθεσης.
Σε ένα περιβάλλον περιορισμένων χρόνων αντίδρασης, κάθε επιπλέον στάδιο επαλήθευσης μειώνει τη δυνατότητα έγκαιρης αναχαίτισης. Το Ιράν επιδιώκει να μετατρέψει την αμερικανική τεχνολογική ακρίβεια σε επιχειρησιακή καθυστέρηση.
Ο κορεσμός ως διάσπαση της διαδικασίας
Ο κορεσμός δεν σημαίνει απλώς την εκτόξευση μεγάλου αριθμού όπλων. Σημαίνει τη δημιουργία περισσότερων ταυτόχρονων απαιτήσεων από όσες μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά ένα σύστημα.
Μια σύνθετη επίθεση μπορεί να συνδυάζει διαφορετικές κατηγορίες απειλών, ηλεκτρονικές παρεμβολές, παραπλανητικά ίχνη και πιέσεις σε υποδομές διοίκησης ή ανεφοδιασμού. Ο στόχος δεν είναι υποχρεωτικά να περάσουν όλες οι απειλές. Είναι να αναγκαστεί ο αντίπαλος να καταναλώσει χρόνο, πυραύλους, αισθητήρες και ανθρώπινη προσοχή σε πολλαπλά μέτωπα ταυτόχρονα.
Όσο περισσότερες διαφορετικές απαιτήσεις εμφανίζονται, τόσο δυσκολότερο γίνεται να χρησιμοποιηθεί μία ενιαία λύση. Ένα σύστημα που είναι αποτελεσματικό απέναντι σε μία κατηγορία απειλής μπορεί να μην είναι εξίσου αποτελεσματικό απέναντι σε μια άλλη. Η πολυπλοκότητα δεν αποτελεί απλώς χαρακτηριστικό της επίθεσης. Μετατρέπεται η ίδια σε όπλο.
Ο κορεσμός, συνεπώς, δεν μετριέται μόνο σε αριθμούς. Μετριέται στον βαθμό κατά τον οποίο διαταράσσει την ικανότητα του αντιπάλου να αξιολογεί, να ιεραρχεί και να αντιδρά.
Από το kill chain στο kill web
Η αμερικανική στρατιωτική σκέψη έχει ήδη μετακινηθεί από την κλασική γραμμική αλυσίδα προς ένα πιο ευέλικτο kill web, δηλαδή ένα δίκτυο αισθητήρων, φορέων και όπλων που μπορούν να συνδέονται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.
Το μοντέλο αυτό προσφέρει ανθεκτικότητα. Εάν ένας αισθητήρας χαθεί, μπορεί να χρησιμοποιηθεί άλλος. Εάν ένα πλοίο δεν μπορεί να εκτελέσει την προσβολή, η αποστολή μπορεί να μεταβιβαστεί σε διαφορετικό φορέα. Εάν ένα κανάλι επικοινωνίας διακοπεί, μπορεί να ενεργοποιηθεί εναλλακτικό.
Ωστόσο, το kill web δεν εξαλείφει το πρόβλημα. Το μεταφέρει σε υψηλότερο επίπεδο πολυπλοκότητας. Όσο περισσότερα συστήματα συνδέονται μεταξύ τους, τόσο περισσότερα σημεία υπάρχουν για παρεμβολή, παραπλάνηση, καθυστέρηση ή λανθασμένη ερμηνεία.
Εδώ εμφανίζεται μια θεμελιώδης αντίθεση:
Το αμερικανικό μοντέλο επιδιώκει να συνδέσει όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία.
Το ιρανικό μοντέλο επιδιώκει να καταστήσει αβέβαιη την αξιόπιστη σύνδεση αυτών των στοιχείων.
Η μία πλευρά επενδύει στη δικτύωση. Η άλλη επιδιώκει τη διάσπαση της δικτύωσης.
Η αξία της παραπλάνησης
Η παραπλάνηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου τα συστήματα υψηλής τεχνολογίας απαιτούν ακριβή αναγνώριση. Ένα ψεύτικο ίχνος μπορεί να προκαλέσει πραγματική αντίδραση. Ένα μέσο χαμηλού κόστους μπορεί να υποχρεώσει ένα πολεμικό πλοίο να ενεργοποιήσει ακριβό σύστημα αναχαίτισης. Ένας παραπλανητικός στόχος μπορεί να απορροφήσει σημαντικούς πόρους επιτήρησης.
Το ζητούμενο δεν είναι πάντοτε να εξαπατηθεί πλήρως ο αντίπαλος. Αρκεί να υποχρεωθεί να αμφιβάλλει.
Σε συνθήκες πολέμου, η αμφιβολία έχει υλικό κόστος. Προκαλεί καθυστέρηση, αυξάνει τις διαδικασίες επαλήθευσης, περιορίζει την πρωτοβουλία και ενισχύει την ανάγκη για επιπλέον αισθητήρες, συνοδευτικές δυνάμεις και εναλλακτικές διαδικασίες ελέγχου.
Η παραπλάνηση, επομένως, δεν είναι βοηθητικό στοιχείο της ιρανικής στρατηγικής. Είναι βασικό τμήμα της επίθεσης στην πληροφοριακή υποδομή του αντιπάλου.
Η μάχη για τον χρόνο
Η kill chain είναι ουσιαστικά μια μάχη για τον χρόνο. Όποιος εντοπίζει πρώτος, αναγνωρίζει σωστά, αποφασίζει γρηγορότερα και πλήττει αποτελεσματικότερα αποκτά πλεονέκτημα.
Το ιρανικό σύστημα προσπαθεί να αντιστρέψει αυτή τη σχέση. Επιδιώκει να επιβραδύνει την αμερικανική απόφαση, να αυξήσει την ανάγκη επαλήθευσης και να πολλαπλασιάσει τις πιθανές απειλές. Την ίδια στιγμή, οι δικές του μονάδες μπορούν να λειτουργούν με μικρότερες απαιτήσεις κεντρικού συντονισμού και με μεγαλύτερη ανοχή σε απώλειες.
Η αμερικανική πλευρά χρειάζεται ακρίβεια, συνέχεια και αξιόπιστη δικτύωση. Η ιρανική πλευρά χρειάζεται επιβίωση, επαρκή αποτελεσματικότητα και τη δυνατότητα να προκαλεί καθυστερήσεις.
Αυτή η διαφορά εξηγεί γιατί ένας αντίπαλος με μικρότερη τεχνολογική βάση μπορεί να δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα σε έναν τεχνολογικά ανώτερο στρατό. Δεν ανταγωνίζεται στο ίδιο επίπεδο. Επιτίθεται στη διαδικασία με την οποία ο αντίπαλος μετατρέπει την τεχνολογία σε απόφαση και την απόφαση σε αποτέλεσμα.
Η νέα μορφή στρατηγικής αποτροπής
Η πραγματική ιρανική αποτροπή δεν βασίζεται στην υπόσχεση ότι θα καταστρέψει ολοκληρωτικά τον αμερικανικό στόλο. Βασίζεται στην ικανότητα να προκαλέσει αρκετή αβεβαιότητα, φθορά και διατάραξη ώστε μια επιχείρηση μεγάλης κλίμακας να μην είναι γρήγορη, καθαρή ή πολιτικά διαχειρίσιμη.
Αυτό μετατρέπει την kill chain σε στρατηγικό στόχο. Εάν το Ιράν μπορεί να διασπάσει την αλυσίδα εντοπισμού, απόφασης και προσβολής, τότε περιορίζει την αξία της αμερικανικής υπεροχής χωρίς να χρειάζεται να την εξουδετερώσει πλήρως.
Στον νέο πόλεμο του Κόλπου, η κρίσιμη ερώτηση δεν είναι μόνο πόσοι πύραυλοι υπάρχουν. Είναι εάν ο αντίπαλος μπορεί να γνωρίζει με επαρκή βεβαιότητα πού βρίσκονται οι απειλές, ποια είναι πραγματικές και ποια πρέπει να αντιμετωπιστούν πρώτα.
Η μάχη για τον Κόλπο είναι, τελικά, μάχη για την ακεραιότητα της πληροφορίας, την ταχύτητα της απόφασης και την επιβίωση των δικτύων. Όποιος μπορεί να διαταράξει αυτά τα τρία στοιχεία, μπορεί να περιορίσει τη λειτουργία μιας ανώτερης στρατιωτικής δύναμης χωρίς να χρειαστεί να την καταστρέψει.
Η διπλή πτώση των πετρελαϊκών πυλών: Ορμούζ και Μπαμπ ελ-Μαντέμπ
Η στρατηγική σημασία της κρίσης στον Περσικό Κόλπο δεν εξαντλείται στην αντιπαράθεση γύρω από μία θαλάσσια δίοδο. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι δύο διαφορετικές γεωγραφικές πύλες, ο Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, μπορούν να λειτουργήσουν ταυτόχρονα ως σημεία στρατιωτικής πίεσης, ενεργειακής ασφυξίας και οικονομικής αποσταθεροποίησης.
Η πρώτη πύλη ελέγχει την έξοδο του πετρελαϊκού πλούτου του Κόλπου προς τον Ινδικό Ωκεανό. Η δεύτερη συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και, μέσω αυτής, με τη Διώρυγα του Σουέζ, τη Μεσόγειο και τις ευρωπαϊκές αγορές.
Η ταυτόχρονη αμφισβήτηση και των δύο δεν δημιουργεί απλώς πρόβλημα ναυσιπλοΐας. Δημιουργεί ένα σύστημα γεωοικονομικού εγκλωβισμού, στο οποίο οι εναλλακτικές διαδρομές παύουν να είναι πραγματικά ισοδύναμες.
Ο Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ ως ενιαίο σύστημα
Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί τη βασική θαλάσσια έξοδο των ενεργειακών ροών της Σαουδικής Αραβίας, του Ιράκ, του Κουβέιτ, του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Η αξία του δεν βρίσκεται μόνο στον όγκο των φορτίων που διέρχονται από αυτό, αλλά και στην περιορισμένη δυνατότητα αντικατάστασής του.
Οι περισσότερες ενεργειακές υποδομές του Κόλπου σχεδιάστηκαν ιστορικά με την υπόθεση ότι ο Ορμούζ θα παραμένει λειτουργικά ανοικτός και ότι η αμερικανική ναυτική ισχύς θα εγγυάται αυτή την κατάσταση. Όταν η υπόθεση αυτή αμφισβητείται, η γεωγραφία μετατρέπεται σε στρατηγική παγίδα.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να επιδιώξει τη μόνιμη διακοπή κάθε διέλευσης. Αρκεί να καταστήσει σαφές ότι η διέλευση δεν θα γίνεται πλέον αυτόματα, ανεξέλεγκτα και χωρίς πολιτικό κόστος. Η διαφορά ανάμεσα σε έναν απολύτως κλειστό διάδρομο και σε έναν διάδρομο που λειτουργεί μόνο υπό ειδικούς όρους είναι μικρότερη για τις αγορές απ’ όσο φαίνεται.
Η αγορά δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσει μηδενική ροή για να αντιδράσει. Αρκεί να μην μπορεί να προβλέψει τη ροή.
Στην άλλη πλευρά του συστήματος βρίσκεται το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Το στενό αυτό πέρασμα συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και αποτελεί κρίσιμο τμήμα της διαδρομής μεταξύ του Ινδικού Ωκεανού, της Διώρυγας του Σουέζ και της Μεσογείου.
Η απειλή κατά της περιοχής δεν αφορά μόνο τα πετρελαιοφόρα. Αφορά εμπορευματοκιβώτια, πρώτες ύλες, βιομηχανικά προϊόντα, τρόφιμα και ολόκληρη την εφοδιαστική σύνδεση Ασίας–Ευρώπης. Η Ανσάρ Αλλάχ στην Υεμένη έχει αποδείξει ότι ένας περιφερειακός παράγοντας μπορεί, αξιοποιώντας τη γεωγραφική του θέση, να αποκτήσει επιρροή πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθος της οικονομίας ή του συμβατικού στρατού του.
Η δύναμη της Υεμένης δεν προκύπτει από τη δυνατότητα ελέγχου ολόκληρης της Ερυθράς Θάλασσας. Προκύπτει από την ικανότητα αμφισβήτησης του πιο ευαίσθητου σημείου της.
Ο Ορμούζ περιορίζει την έξοδο από τον Κόλπο προς την Ανατολή. Το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ περιορίζει την έξοδο μέσω της Ερυθράς Θάλασσας προς τη Δύση. Το ένα επηρεάζει τις διαδρομές προς την Ασία και τον Ινδικό Ωκεανό. Το άλλο επηρεάζει τις διαδρομές προς το Σουέζ, τη Μεσόγειο και την Ευρώπη.
Όταν και τα δύο σημεία αντιμετωπίζονται ως χώροι υψηλού κινδύνου, οι μοναρχίες του Κόλπου δεν αντιμετωπίζουν απλώς στρατιωτική απειλή. Αντιμετωπίζουν περιορισμό των γεωγραφικών επιλογών τους.
Η ψευδαίσθηση των εναλλακτικών διαδρομών
Η Σαουδική Αραβία διαθέτει τον αγωγό Ανατολής–Δύσης, γνωστό ως Petroline, ο οποίος μεταφέρει πετρέλαιο από την ανατολική περιοχή προς τη Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα. Θεωρητικά, ο αγωγός αυτός προσφέρει εναλλακτική λύση σε περίπτωση προβλήματος στον Ορμούζ.
Στην πραγματικότητα, όμως, η εναλλακτική είναι μόνο μερική.
Η μεταφορά πετρελαίου στη Γιανμπού δεν αρκεί από μόνη της. Το πετρέλαιο πρέπει στη συνέχεια να μεταφερθεί μέσω της Ερυθράς Θάλασσας προς τις διεθνείς αγορές. Εάν το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ παραμένει ασταθές ή επικίνδυνο, τότε η παράκαμψη του Ορμούζ δεν λύνει το πρόβλημα. Απλώς το μεταφέρει σε άλλη γεωγραφική πύλη.
Αυτό αποκαλύπτει μια βασική αδυναμία της σύγχρονης ενεργειακής αρχιτεκτονικής: οι εναλλακτικές διαδρομές δεν είναι πραγματικά ανεξάρτητες όταν όλες καταλήγουν σε έναν ακόμη στενό θαλάσσιο λαιμό.
Η Petroline μπορεί να λειτουργεί τεχνικά. Τα λιμάνια μπορεί να παραμένουν διαθέσιμα. Οι δεξαμενές μπορεί να είναι γεμάτες. Όμως εάν τα πλοία δεν μπορούν να κινηθούν με αποδεκτό επίπεδο κινδύνου, η υποδομή χάνει τη γεωοικονομική της αξία.
Η ενέργεια δεν αποτελεί γεωπολιτική δύναμη απλώς επειδή υπάρχει. Αποτελεί δύναμη επειδή μπορεί να μετακινηθεί.
Η Petroline ως στρατηγική παράκαμψης
Η Petroline κατασκευάστηκε για να μειώσει τη σαουδαραβική εξάρτηση από τα Στενά του Ορμούζ. Εκτείνεται περίπου σε 745 μίλια και συνδέει τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της ανατολικής Σαουδικής Αραβίας, με βασικό κόμβο το Αμπκάικ, με το λιμάνι Γιανμπού στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας.
Σε κανονικές συνθήκες, η υποδομή μπορεί να μεταφέρει περίπου 4 έως 5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ενώ η σχεδιαστική της δυνατότητα είναι υψηλότερη. Δεν αποτελεί, επομένως, απλή συμπληρωματική υποδομή. Είναι ο βασικός μηχανισμός με τον οποίο το Ριάντ μπορεί να επιχειρήσει να παρακάμψει τον Ορμούζ και να διατηρήσει μέρος της εξαγωγικής του ικανότητας προς τη δυτική κατεύθυνση.
Η λογική της είναι απλή:
ανατολική παραγωγή → Petroline → Γιανμπού → Ερυθρά Θάλασσα → Μπαμπ ελ-Μαντέμπ → διεθνείς αγορές.
Η Petroline, όμως, δεν καταργεί τη θαλάσσια γεωγραφία. Μετακινεί το πρόβλημα από τον Ορμούζ στην Ερυθρά Θάλασσα.
Και εκεί βρίσκεται η στρατηγική παγίδα.
Από τον αποκλεισμό του Ορμούζ στον αποκλεισμό της εναλλακτικής
Δεν αρκεί να λειτουργεί ο αγωγός. Πρέπει να λειτουργεί και το λιμάνι.
Δεν αρκεί να λειτουργεί το λιμάνι. Πρέπει να μπορούν να κινηθούν τα δεξαμενόπλοια.
Δεν αρκεί να κινούνται τα δεξαμενόπλοια. Πρέπει οι ασφαλιστικές εταιρείες να θεωρούν τη διαδρομή αποδεκτή.
Δεν αρκεί να υπάρχει θεωρητικά ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Πρέπει οι πλοιοκτήτες, οι ασφαλιστές, οι ναυλωτές και οι τράπεζες να πιστεύουν ότι η μεταφορά μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς δυσανάλογο κίνδυνο.
Εδώ εμφανίζεται η έννοια του ασφαλιστικού αποκλεισμού.
Ένας θαλάσσιος διάδρομος μπορεί να παραμένει νομικά ανοικτός, αλλά να έχει καταστεί πρακτικά ανενεργός επειδή:
τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου αυξάνονται δραματικά,
οι ασφαλιστές αρνούνται να καλύψουν συγκεκριμένα πλοία,
οι ναυλωτές απαιτούν μεγάλες προσαυξήσεις,
τα πληρώματα αρνούνται να εισέλθουν στη ζώνη,
οι τράπεζες καθυστερούν ή περιορίζουν χρηματοδοτήσεις,
τα πλοία αλλάζουν πορεία,
οι εταιρείες προτιμούν την αναμονή από την ανάληψη του κινδύνου.
Ο αποκλεισμός, επομένως, δεν χρειάζεται να λάβει τη μορφή επίσημης ναυτικής απαγόρευσης. Μπορεί να λειτουργήσει μέσω της οικονομικής αδυναμίας εκτέλεσης της μεταφοράς.
Η πολιορκία δεν πραγματοποιείται πάντοτε με πυρά. Μπορεί να πραγματοποιείται με την άρνηση ασφαλιστικής κάλυψης.
Η επίθεση στην Petroline και η αβεβαιότητα απόδοσης
Οι αναφορές για επίθεση με drones στην Petroline στις 10 Σεπτεμβρίου και για διακοπή της λειτουργίας της την επόμενη ημέρα, εφόσον επιβεβαιωθούν πλήρως, έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια απλή δολιοφθορά σε ενεργειακή εγκατάσταση.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο η υλική ζημιά. Είναι η δημιουργία αβεβαιότητας γύρω από την αξιοπιστία της μοναδικής μεγάλης χερσαίας εναλλακτικής οδού της Σαουδικής Αραβίας.
Η απόδοση της επίθεσης δεν πρέπει να θεωρηθεί οριστικά δεδομένη χωρίς πλήρη τεκμηρίωση. Οι διαφορετικές αναφορές, οι αρνήσεις και η ασάφεια γύρω από την προέλευση των drones δείχνουν ότι η αιτιώδης αλυσίδα παραμένει αντικείμενο αντιπαράθεσης.
Αυτό όμως δεν μειώνει τη στρατηγική συνέπεια.
Στον σύγχρονο πόλεμο, η αβεβαιότητα απόδοσης μπορεί να είναι εξίσου χρήσιμη με την ίδια την επίθεση. Όσο δεν είναι ξεκάθαρο ποιος χτύπησε, από πού εκτοξεύτηκαν τα drones και ποιο δίκτυο υποστήριξης χρησιμοποιήθηκε, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τον αντίπαλο να σχεδιάσει αποτελεσματική αποτροπή.
Η Σαουδική Αραβία δεν αντιμετωπίζει απλώς το πρόβλημα της επισκευής ενός αγωγού. Αντιμετωπίζει το ερώτημα εάν κάθε κρίσιμο τμήμα της ενεργειακής της υποδομής μπορεί να προστατευθεί.
Ένας αγωγός εκατοντάδων μιλίων δεν προστατεύεται όπως μια στρατιωτική βάση. Δεν μπορεί να καλυφθεί πλήρως από αντιαεροπορικά συστήματα, αισθητήρες και μόνιμες φρουρές. Έχει σταθμούς άντλησης, βαλβίδες, σημεία ελέγχου, εγκαταστάσεις πίεσης και τμήματα που διασχίζουν αχανείς εκτάσεις.
Η επίθεση σε ένα μικρό τμήμα μπορεί να επιβάλει διακοπή σε ολόκληρη την αλυσίδα.
Αυτό είναι το πλεονέκτημα της ασύμμετρης κρούσης εναντίον γραμμικών υποδομών.
Η δυτική ακτή δεν σημαίνει ασφαλή έξοδο
Ακόμη και αν η Petroline μεταφέρει πετρέλαιο στο Γιανμπού, η Σαουδική Αραβία δεν έχει απαλλαγεί από το πρόβλημα. Το πετρέλαιο πρέπει να εξέλθει από την Ερυθρά Θάλασσα, και η Ερυθρά Θάλασσα δεν είναι ουδέτερος χώρος.
Στο νότιο άκρο της βρίσκεται το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, ένας από τους σημαντικότερους θαλάσσιους λαιμούς του πλανήτη. Η περιοχή επηρεάζεται από την παρουσία και τη δράση της Ανσάρ Αλλάχ στην Υεμένη, η οποία έχει αποδείξει ότι μπορεί να απειλήσει πλοία, να αυξήσει το κόστος διέλευσης και να μετατρέψει μια εμπορική διαδρομή σε επιχειρησιακή ζώνη υψηλού κινδύνου.
Η αλυσίδα είναι συνεπώς ενιαία:
Ορμούζ → Petroline → Γιανμπού → Ερυθρά Θάλασσα → Μπαμπ ελ-Μαντέμπ → διεθνείς αγορές.
Εάν χτυπηθεί ο Ορμούζ, η Σαουδική Αραβία στρέφεται στην Petroline.
Εάν χτυπηθεί η Petroline, στρέφεται στο Γιανμπού.
Εάν το Γιανμπού λειτουργεί αλλά η Ερυθρά Θάλασσα είναι επικίνδυνη, η εναλλακτική υπονομεύεται.
Εάν η Ερυθρά Θάλασσα παραμένει αβέβαιη και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ αμφισβητείται, η Σαουδική Αραβία δεν διαθέτει πλέον πραγματικά ανεξάρτητη εξαγωγική οδό. Διαθέτει μόνο μια σειρά από διαδοχικά ευάλωτα τμήματα.
Αυτό δεν είναι απλώς στρατιωτικός αποκλεισμός. Είναι γεωοικονομική ασφυξία μέσω αλληλεξαρτώμενων κόμβων.
Το κόστος της παράκαμψης
Θεωρητικά, τα δεξαμενόπλοια μπορούν να αποφύγουν την Ερυθρά Θάλασσα και να κινηθούν μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας. Η λύση αυτή, όμως, αυξάνει σημαντικά:
τον χρόνο μεταφοράς,
την κατανάλωση καυσίμων,
το κόστος πληρωμάτων,
το κόστος ναύλωσης,
τις ασφαλιστικές επιβαρύνσεις,
τις καθυστερήσεις παράδοσης,
τις ανάγκες σε επιπλέον πλοία για τη διατήρηση του ίδιου ρυθμού εφοδιασμού.
Σε μια παγκόσμια αγορά που βασίζεται σε ακριβείς χρόνους παράδοσης, η αύξηση της απόστασης δεν είναι απλή τεχνική λεπτομέρεια. Είναι παράγοντας αναδιάρθρωσης των τιμών και των ροών.
Η παράκαμψη μέσω Καλής Ελπίδας μπορεί να διατηρήσει ένα μέρος του εμπορίου, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει χωρίς κόστος την κανονική λειτουργία των σύντομων διαδρομών. Η γεωγραφική παράκαμψη δεν εξαλείφει την κρίση. Την καθιστά ακριβότερη, βραδύτερη και λιγότερο προβλέψιμη.
Το «blockade against blockade»
Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η εκτίμηση ότι η σαουδαραβική ηγεσία, υπό τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, επιχείρησε να διακόψει ή να επανακαθορίσει συνεννοήσεις με τη Σαναά, γεγονός που συνδέθηκε με την επανέναρξη επιθέσεων και τη δημιουργία μιας λογικής «blockade against blockade».
Η συγκεκριμένη αιτιώδης αλυσίδα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως η μοναδική και πλήρως αποδεδειγμένη εξήγηση όλων των εξελίξεων. Ως γεωπολιτική ερμηνεία, όμως, παρουσιάζει μια σημαντική λογική:
Όταν το Ριάντ επιχειρεί να χρησιμοποιήσει οικονομική ή στρατιωτική πίεση εναντίον της Υεμένης, η Υεμένη μπορεί να απαντήσει όχι με συμμετρική επίθεση στη σαουδαραβική επικράτεια, αλλά με πλήγμα στη δυνατότητα της Σαουδικής Αραβίας να εξάγει την ενέργειά της.
Αυτό είναι το ουσιαστικό νόημα του «αποκλεισμού εναντίον αποκλεισμού».
Η Σαουδική Αραβία διαθέτει μεγαλύτερο στρατιωτικό προϋπολογισμό, αεροπορία, σύγχρονα συστήματα και διεθνείς σχέσεις. Η Υεμένη, όμως, διαθέτει γεωγραφική θέση πάνω σε έναν κρίσιμο θαλάσσιο λαιμό και τη δυνατότητα να επιβάλει κόστος δυσανάλογο προς τις δικές της δυνατότητες.
Η ασυμμετρία δεν βρίσκεται στο μέγεθος των στρατών. Βρίσκεται στη σημασία του σημείου που πλήττεται.
Η Βόρεια Κορέα και η διεύρυνση του drone οικοσυστήματος
Μέσα στη νέα στρατηγική πραγματικότητα του Κόλπου, η βορειοκορεατική διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η Βόρεια Κορέα δεν αποτελεί απλώς έναν πιθανό προμηθευτή βαλλιστικής τεχνολογίας ή πυραυλικών σχεδίων. Εκπροσωπεί ένα διαφορετικό μοντέλο πολεμικής παραγωγής: μαζικά, σχετικά φθηνά, ασύμμετρα και πολλαπλασιαστικά μη επανδρωμένα συστήματα.
Η αξία αυτών των συστημάτων δεν βρίσκεται απαραίτητα στην τεχνολογική τους τελειότητα. Βρίσκεται στη δυνατότητα μαζικής χρήσης, στη χαμηλή αξία ανά μονάδα και στην ικανότητά τους να υποχρεώνουν τον αντίπαλο να καταναλώνει δυσανάλογα ακριβούς πόρους για την αντιμετώπισή τους.
Στο πλαίσιο των αναφορών για τη στρατιωτική συνεργασία Πιονγκγιάνγκ–Τεχεράνης, έχει αναφερθεί ότι η Βόρεια Κορέα παρείχε στο Ιράν ειδικά drones που περιγράφονται ως «aircraft-carrier killer drones». Ο ακριβής τύπος, ο αριθμός και το επιχειρησιακό επίπεδο αυτών των συστημάτων δεν μπορούν να θεωρηθούν πλήρως επιβεβαιωμένα. Η στρατηγική σημασία της πληροφορίας, ωστόσο, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ύπαρξη ενός συγκεκριμένου μοντέλου.
Το κρίσιμο είναι η πιθανή μεταφορά μιας ολόκληρης λογικής ασύμμετρης προσβολής:
χαμηλό κόστος παραγωγής,
δυνατότητα μαζικής ανάπτυξης,
επίθεση από πολλαπλούς άξονες,
διαφορετικά προφίλ πτήσης,
κορεσμός της αεράμυνας,
προσβολή ευάλωτων σημείων μεγάλων πλοίων,
συνδυασμός με πυραύλους, παράκτια συστήματα και ηλεκτρονικό πόλεμο.
Το αεροπλανοφόρο ως λειτουργικός στόχος
Ο όρος «carrier killer» δεν πρέπει να ερμηνεύεται αποκλειστικά ως υπόσχεση βύθισης ενός αεροπλανοφόρου. Στον σύγχρονο πόλεμο, ένα μεγάλο πλοίο μπορεί να τεθεί εκτός επιχειρησιακής δράσης χωρίς να καταστραφεί ολοκληρωτικά.
Ζημιές στο κατάστρωμα πτήσεων, στους μηχανισμούς απονήωσης και προσνήωσης, στα ραντάρ, στις επικοινωνίες, στα συστήματα διοίκησης, στον ανεφοδιασμό ή στις υποδομές υποστήριξης μπορούν να περιορίσουν σημαντικά την επιχειρησιακή του αξία. Ένα αεροπλανοφόρο που υποχρεώνεται να αποχωρήσει για επισκευές ή να περιορίσει τις αεροπορικές του επιχειρήσεις έχει ήδη υποστεί στρατηγική ήττα, ακόμη και αν παραμένει πλεούμενο.
Αυτό μεταβάλλει τη σχέση κόστους και αποτελέσματος. Ένα σχετικά φθηνό drone μπορεί να υποχρεώσει ένα πανάκριβο ναυτικό σύστημα να ενεργοποιήσει μαχητικά αεροσκάφη, ηλεκτρονικά αντίμετρα, πυραύλους αναχαίτισης και πολυεπίπεδες διαδικασίες προστασίας. Η επίθεση μπορεί να αποτύχει τακτικά, αλλά να παραμένει επιτυχής στρατηγικά εάν προκαλέσει κατανάλωση πόρων, καθυστέρηση ή περιορισμό της αποστολής.
Η νέα πολεμική οικονομία δεν βασίζεται στην αναλογία καταστροφής. Βασίζεται στην αναλογία κόστους επιβολής και κόστους άμυνας.
Η πολυδιάστατη παγίδευση
Η πραγματική αξία των μη επανδρωμένων συστημάτων αυξάνεται όταν λειτουργούν ως τμήμα ενός ευρύτερου πλέγματος.
Ένα εναέριο drone μπορεί να προκαλέσει την ενεργοποίηση των ραντάρ και να αποκαλύψει τη θέση ενός πλοίου. Ένα δεύτερο κύμα μπορεί να κορέσει την αεράμυνα. Ένα υποθαλάσσιο μη επανδρωμένο σύστημα μπορεί να προσεγγίσει από διαφορετική κατεύθυνση. Παράκτιοι πύραυλοι μπορούν να εκτοξευθούν όταν το πλοίο έχει ήδη δεσμευτεί από την εναέρια απειλή, ενώ ο ηλεκτρονικός πόλεμος μπορεί να διαταράξει τη σύνδεση αισθητήρων, επικοινωνιών και διοίκησης.
Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μια επίθεση με πολλά όπλα. Είναι μια πολυδιάστατη παγίδευση του στόχου, όπου κάθε επιμέρους απειλή αυξάνει την αποτελεσματικότητα των υπολοίπων.
Η αξία του συστήματος βρίσκεται στην αλληλουχία. Το drone δεν χρειάζεται πάντοτε να πλήξει. Μπορεί να λειτουργήσει ως αισθητήρας, ως παραπλανητικός στόχος, ως μέσο αποκάλυψης θέσης ή ως εργαλείο που αναγκάζει τον αντίπαλο να αντιδράσει πρόωρα.
Από την τεχνολογία στη λειτουργική σύγκλιση
Η πιθανή βορειοκορεατική συνεισφορά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο οικοσύστημα στρατηγικής σύγκλισης.
Η Βόρεια Κορέα μπορεί να προσφέρει εμπειρία στη μαζική παραγωγή φθηνών και ασύμμετρων συστημάτων. Το Ιράν διαθέτει τη γεωγραφία του Κόλπου, τα παράκτια δίκτυα, τα νησιά, τα στενά και την επιχειρησιακή εμπειρία της περιφερειακής σύγκρουσης. Η Ρωσία διαθέτει τεχνογνωσία σε πυραυλικά συστήματα, αισθητήρες, ηλεκτρονικό πόλεμο και δικτυωμένες επιχειρήσεις. Η Κίνα προσφέρει το ευρύτερο βιομηχανικό και τεχνολογικό βάθος του ασιατικού χώρου.
Δεν απαιτείται ενιαία διοίκηση ή επίσημη στρατιωτική συμμαχία για να παραχθεί αποτέλεσμα. Αρκούν:
συμβατές τεχνολογίες,
ανταλλαγή εμπειρίας,
κοινή αντίληψη των αδυναμιών του αντιπάλου,
συμπληρωματικές παραγωγικές δυνατότητες,
παράλληλη ανάπτυξη παρόμοιων επιχειρησιακών δογμάτων.
Έτσι δημιουργείται ένα κατανεμημένο στρατηγικό οικοσύστημα, στο οποίο η ισχύς δεν συγκεντρώνεται σε ένα κράτος αλλά διαχέεται μεταξύ διαφορετικών κέντρων παραγωγής, τεχνολογίας και επιχειρησιακής εφαρμογής.
Η ενεργειακή υποδομή ως μέρος του ίδιου συστήματος
Η σημασία αυτής της εξέλιξης δεν περιορίζεται στα πολεμικά πλοία. Τα ίδια μέσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον λιμανιών, τερματικών σταθμών, σταθμών άντλησης, αγωγών, εγκαταστάσεων διοίκησης και υποδομών ανεφοδιασμού.
Η ενεργειακή υποδομή είναι ιδιαίτερα ευάλωτη επειδή είναι εκτεταμένη, γραμμική και δύσκολο να προστατευθεί πλήρως. Δεν χρειάζεται να καταστραφεί ολοκληρωτικά. Αρκεί να διακοπεί σε κρίσιμα σημεία ή να καταστεί αβέβαιη η λειτουργία της.
Η βορειοκορεατική λογική των μαζικών και χαμηλού κόστους συστημάτων ενισχύει ακριβώς αυτή τη δυνατότητα: να μετατρέπεται ένας περιορισμένος αριθμός επιτυχημένων ή ακόμη και ημιεπιτυχημένων προσβολών σε δυσανάλογη στρατηγική πίεση.
Το αποτέλεσμα είναι η διεύρυνση του πεδίου μάχης. Δεν απειλούνται μόνο οι πλατφόρμες που πολεμούν. Απειλείται ολόκληρο το δίκτυο που επιτρέπει στις πλατφόρμες, στα λιμάνια, στις ενεργειακές εγκαταστάσεις και στις εμπορικές διαδρομές να λειτουργούν.
Η νέα πολεμική πραγματικότητα του Κόλπου δεν στηρίζεται πλέον μόνο σε πυραύλους μεγάλης εμβέλειας ή σε συμβατικές ναυτικές δυνάμεις. Στηρίζεται στη δυνατότητα συνδυασμού φθηνών, πολλαπλών και κατανεμημένων μέσων, τα οποία μπορούν να επιβάλουν κόστος σε συστήματα πολλαπλάσιας οικονομικής και τεχνολογικής αξίας.
Η διάλυση της στρατηγικής συνοχής του Κόλπου
Η ενεργειακή πολιορκία δεν θα είχε την ίδια αποτελεσματικότητα εάν απέναντί της υπήρχε ένα συμπαγές, πολιτικά ενωμένο και στρατιωτικά συντονισμένο μπλοκ κρατών. Το αποφασιστικό στοιχείο της σημερινής κρίσης είναι ότι η πίεση στις θαλάσσιες και ενεργειακές οδούς συνοδεύεται από μια παράλληλη διάλυση της στρατηγικής συνοχής του Κόλπου.
Το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου δεν εμφανίζεται ως ενιαίο γεωπολιτικό υποκείμενο. Τα κράτη του έχουν διαφορετικές απειλές, διαφορετικές οικονομικές εξαρτήσεις, διαφορετικές σχέσεις με την Ουάσιγκτον και διαφορετικές εκτιμήσεις για το εάν η σύγκρουση με το Ιράν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς να υπονομεύσει τα ίδια τα θεμέλια της περιφερειακής τους σταθερότητας.
Η Σαουδική Αραβία επιδιώκει να διατηρήσει την εικόνα της περιφερειακής ηγεμονίας. Το Κατάρ κινείται προς τη μεσολάβηση. Το Ομάν διατηρεί τον ρόλο του διαύλου επικοινωνίας με την Τεχεράνη. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ισορροπούν ανάμεσα στην αμερικανική ασφάλεια, το εμπόριο και την ανάγκη επαναπροσέγγισης με το Ιράν. Το Μπαχρέιν παραμένει στενότερα δεμένο με την αμερικανική στρατιωτική αρχιτεκτονική, αλλά βρίσκεται ταυτόχρονα στην πρώτη γραμμή οποιασδήποτε περιφερειακής ανάφλεξης.
Αυτή η διαφοροποίηση δεν αποτελεί δευτερεύουσα λεπτομέρεια. Είναι ο πυρήνας της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας.
Τα όρια της αμερικανικής εγγύησης
Για δεκαετίες, η σαουδαραβική στρατηγική στηρίχθηκε σε μια σχετικά απλή ανταλλαγή: το Ριάντ παρείχε ενεργειακή σταθερότητα, ενώ η Ουάσιγκτον παρείχε στρατιωτική προστασία. Οι αμερικανικές βάσεις, η ναυτική παρουσία και οι συμφωνίες ασφαλείας δημιουργούσαν την αντίληψη ότι σε περίπτωση μεγάλης κρίσης οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παρενέβαιναν αποφασιστικά.
Η σημερινή κατάσταση αποκαλύπτει τα όρια αυτής της υπόθεσης.
Οι αναφορές ότι ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν φέρεται να επικοινώνησε επανειλημμένα με τον Ντόναλντ Τραμπ ζητώντας αμερικανική κινητοποίηση, χωρίς να λάβει την απάντηση που ανέμενε, αποτελούν ένδειξη μιας βαθύτερης μεταβολής. Ακόμη και αν οι ακριβείς λεπτομέρειες παραμένουν αντικείμενο συζήτησης, το στρατηγικό μήνυμα είναι σαφές: η αμερικανική προστασία δεν είναι πλέον αυτονόητη, απεριόριστη ή αυτόματη.
Η Ουάσιγκτον μπορεί να παρέχει πληροφορίες, όπλα, τεχνική υποστήριξη, συμβούλους και πολιτική κάλυψη. Αυτό όμως διαφέρει από την ανάληψη ενός πολέμου που θα μπορούσε να μετατρέψει ολόκληρο τον Κόλπο σε πεδίο άμεσης σύγκρουσης με το Ιράν και τα συνδεδεμένα δίκτυά του.
Το Ριάντ βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα:
Η αμερικανική παρουσία μπορεί να παραμένει ισχυρή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η αμερικανική βούληση είναι διαθέσιμη για κάθε σαουδαραβικό πόλεμο.
Η διαφορά ανάμεσα στη στρατιωτική παρουσία και στην πραγματική πολιτική δέσμευση είναι τεράστια.
Η κρίση των εξωτερικών εγγυήσεων
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι αναφορές σχετικά με τη στάση του Πακιστάν και του στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες ενδείξεις, το Ισλαμαμπάντ φέρεται να κατέστησε σαφές ότι η συγκεκριμένη σύγκρουση δεν αποτελεί δικό του πόλεμο και ότι η λεγόμενη Mecca Defence Alliance δεν συνεπάγεται αυτόματη πακιστανική στρατιωτική εμπλοκή.
Ακόμη και εάν οι ακριβείς διατυπώσεις παραμένουν αβέβαιες, το γεωπολιτικό περιεχόμενο είναι σημαντικό. Η Σαουδική Αραβία προσπάθησε επί χρόνια να οικοδομήσει ένα δίκτυο μουσουλμανικών και περιφερειακών κρατών που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως συμπληρωματική ασφάλεια απέναντι στο Ιράν. Όταν όμως έφτασε η στιγμή της πραγματικής στρατιωτικής δοκιμασίας, τα κράτη αυτά δεν εμφανίζονται πρόθυμα να αναλάβουν το κόστος ενός πολέμου που δεν ελέγχουν.
Το Πακιστάν έχει δικές του προτεραιότητες: την αντιπαράθεση με την Ινδία, την αστάθεια στα δυτικά του σύνορα, τις σχέσεις με την Κίνα, την οικονομική του εξάρτηση από τον ασιατικό χώρο και την εσωτερική πολιτική ευαισθησία απέναντι σε έναν πόλεμο μεταξύ μουσουλμανικών κρατών.
Δεν έχει στρατηγικό λόγο να μετατραπεί σε εκστρατευτικό βραχίονα της σαουδαραβικής μοναρχίας εναντίον του Ιράν.
Παρόμοια στάση φέρεται να εξέπεμψε και η Τουρκία. Η Άγκυρα επιδιώκει επιρροή στον αραβικό και ισλαμικό κόσμο, αλλά δεν είναι διατεθειμένη να λειτουργήσει ως βοηθητικός μηχανισμός του Ριάντ ή της Ουάσιγκτον σε μια σύγκρουση που μπορεί να αναδιαμορφώσει ολόκληρη την περιοχή.
Η κρίση αποκαλύπτει έτσι ότι οι περιφερειακές συμμαχίες που παρουσιάζονταν ως ενιαίο μέτωπο είναι στην πραγματικότητα δίκτυα περιστασιακής σύγκλισης. Λειτουργούν όταν το κόστος είναι περιορισμένο. Διαλύονται όταν απαιτείται πραγματική στρατιωτική ή πολιτική θυσία.
Ομάν και Κατάρ: η διπλωματική έξοδος
Στο αντίθετο επίπεδο, το Ομάν και το Κατάρ επιχειρούν να διατηρήσουν ανοικτούς διαύλους με το Ιράν.
Το Ομάν έχει ιστορικά λειτουργήσει ως ένας από τους ελάχιστους αξιόπιστους ενδιάμεσους μεταξύ Τεχεράνης, Ουάσιγκτον και αραβικών μοναρχιών. Η αναβολή συνάντησης στη Σαλαλάχ μεταξύ του Ιράν και κρατών του GCC δεν αποτελεί απλώς διπλωματική λεπτομέρεια. Δείχνει ότι ακόμη και μέσα στο ίδιο περιφερειακό σύστημα δεν υπάρχει κοινή γραμμή για την αντιμετώπιση της κρίσης.
Το Μπαχρέιν φέρεται να αρνήθηκε να συμμετάσχει χωρίς προηγούμενη αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με το Ιράν. Η στάση αυτή δείχνει ότι ορισμένα κράτη δεν επιθυμούν μόνο μια τεχνική συζήτηση για τη ναυσιπλοΐα. Ζητούν πολιτική αναγνώριση και επανακαθορισμό των διμερών σχέσεων.
Το Κατάρ, από την πλευρά του, έχει ισχυρό κίνητρο να λειτουργήσει ως μεσολαβητής. Διαθέτει ενεργειακή ισχύ, αλλά είναι γεωγραφικά εκτεθειμένο. Η συνέχιση της σύγκρουσης θα μπορούσε να πλήξει τις θαλάσσιες μεταφορές, τις εγκαταστάσεις LNG, τις αεροπορικές συνδέσεις και την οικονομική του ασφάλεια.
Η καταριανή διπλωματία δεν στηρίζεται σε ιδεαλισμό. Στηρίζεται στον γεωπολιτικό ρεαλισμό ενός μικρού αλλά πλούσιου κράτους που γνωρίζει ότι η επιβίωσή του απαιτεί πολλαπλές σχέσεις, ανοικτούς διαύλους και αποφυγή πλήρους πρόσδεσης σε ένα μόνο στρατόπεδο.
Η επαναπροσέγγιση Ιράν–ΗΑΕ
Η επαφή του Ιρανού προέδρου Μασούντ Πεζεσκιάν με εκπροσώπους των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, χωρίς ιδιαίτερα εκτενή δημόσια ανακοίνωση, έχει επίσης σημασία.
Η απουσία θεαματικών δηλώσεων δεν σημαίνει απουσία περιεχομένου. Σε περιόδους κρίσης, οι σημαντικότερες συνεννοήσεις συχνά εμφανίζονται ως επαφές, ανταλλαγές μηνυμάτων, τεχνικές ρυθμίσεις και προσωρινές διευθετήσεις.
Τα ΗΑΕ έχουν σύνθετη σχέση με το Ιράν. Από τη μία πλευρά, συνδέονται με την αμερικανική στρατιωτική αρχιτεκτονική και διατηρούν στενές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία. Από την άλλη, τα εμπορικά και χρηματοπιστωτικά τους δίκτυα εξαρτώνται από τη σταθερότητα των θαλάσσιων διαδρομών και από τη διατήρηση οικονομικών επαφών με την ιρανική αγορά.
Τα Εμιράτα δεν μπορούν να επιθυμούν μια ολοκληρωτική σύγκρουση στον Κόλπο. Η γεωγραφία τους δεν το επιτρέπει.
Η επαναπροσέγγιση με την Τεχεράνη δεν σημαίνει εγκατάλειψη της Δύσης ούτε ένταξη σε ένα ενιαίο αντιδυτικό στρατόπεδο. Σημαίνει αναγνώριση του γεγονότος ότι το Ιράν δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως προσωρινό πρόβλημα που θα λυθεί αποκλειστικά μέσω αμερικανικής πίεσης.
Η πολυπολικότητα ως διαφοροποίηση και όχι ως ενιαίο μπλοκ
Η σύνοδος των BRICS στο Νέο Δελχί ανέδειξε τις αντιφάσεις της νέας πολυπολικής πραγματικότητας. Η διακήρυξη περιείχε αναφορές υπέρ της Παλαιστίνης, κατά των μονομερών κυρώσεων και υπέρ μιας περισσότερο ισορροπημένης διεθνούς τάξης. Ωστόσο, η διατύπωση για τον πόλεμο κατά του Ιράν κινήθηκε περισσότερο στη λογική της «μέγιστης αυτοσυγκράτησης» παρά μιας απόλυτης και ενιαίας καταδίκης.
Αυτό δεν αποτελεί αποτυχία της πολυπολικότητας. Αποτελεί την πραγματική της φύση.
Το BRICS δεν είναι στρατιωτικό ΝΑΤΟ ούτε ενιαίο ιδεολογικό μπλοκ. Είναι χώρος συντονισμού κρατών που επιδιώκουν να περιορίσουν την αμερικανική μονοκρατορία, χωρίς να διαθέτουν ταυτόσημα συμφέροντα σε κάθε ζήτημα.
Ο λειτουργικός πυρήνας της στρατηγικής σύγκλισης παραμένει η σχέση Ρωσίας, Ιράν και Κίνας. Η Ινδία, όμως, συνεχίζει να ελίσσεται, διατηρώντας παράλληλες σχέσεις με τη Ρωσία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον αραβικό κόσμο και τον ευρύτερο ασιατικό χώρο.
Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται σε ακόμη πιο αμφίσημη θέση. Προσπαθεί να διατηρήσει ταυτόχρονα την αμερικανική προστασία, τη σχέση με την Κίνα, την επαφή με τη Ρωσία, την πρόσβαση στις BRICS και την περιφερειακή της ηγεσία, ενώ συνεχίζει να αντιμετωπίζει το Ιράν ως ανταγωνιστή.
Η κρίση αποκαλύπτει ότι αυτές οι επιλογές δεν είναι πλέον εύκολα συμβατές.
Η διάσπαση ως στρατηγικό αποτέλεσμα
Οι αναφορές ότι το Ιράν επιχείρησε να χρησιμοποιήσει το πακιστανικό κανάλι για να επηρεάσει τα κράτη του GCC πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή, καθώς δεν διαθέτουν πλήρη επιβεβαίωση. Ως γεωπολιτικό ενδεχόμενο, όμως, είναι απολύτως λογικές.
Το Πακιστάν διαθέτει ιστορικές, στρατιωτικές, θρησκευτικές και οικονομικές σχέσεις με τις αραβικές μοναρχίες, ενώ παράλληλα διατηρεί στενότερους δεσμούς με την Κίνα και δεν επιθυμεί γενικευμένη σύγκρουση στον μουσουλμανικό κόσμο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν το GCC θα διαπραγματευθεί ως ενιαίο μπλοκ με το Ιράν ή εάν θα διασπαστεί σε επιμέρους κρατικές διαδρομές:
Ομάν και Κατάρ ως δίαυλοι διαμεσολάβησης.
ΗΑΕ ως εμπορικός και οικονομικός πραγματιστής.
Μπαχρέιν ως πιο σκληρός αμερικανικός εταίρος.
Σαουδική Αραβία ως δύναμη που επιδιώκει να διατηρήσει την ηγεμονική της θέση.
Κουβέιτ ως κράτος που παραδοσιακά προτιμά χαμηλότερους τόνους και διαμεσολάβηση.
Η διάσπαση αυτή θα ήταν στρατηγικά σημαντικότερη από μια προσωρινή εκεχειρία. Θα σήμαινε ότι το Ιράν δεν χρειάζεται να νικήσει όλα τα κράτη του Κόλπου. Αρκεί να εμποδίσει τη δημιουργία ενός ενιαίου μετώπου εναντίον του.
Η πραγματική επιτυχία της ιρανικής στρατηγικής δεν θα ήταν η πλήρης υποταγή των μοναρχιών. Θα ήταν η μετατροπή τους από ενιαίο φιλοαμερικανικό στρατηγικό σύστημα σε σύνολο κρατών που διαπραγματεύονται χωριστά με την Τεχεράνη, την Ουάσιγκτον, το Πεκίνο και τη Μόσχα.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η διάλυση της παλαιάς στρατηγικής συνοχής του Κόλπου.
Ο Ορμούζ και η μάχη για τους κανόνες
Το βαθύτερο ζήτημα δεν είναι μόνο εάν θα ανοίξει ξανά ο Ορμούζ. Είναι με ποιους κανόνες θα ανοίξει.
Η αμερικανική και αραβική αντίληψη επιδιώκει την επιστροφή σε μια κατάσταση όπου η διέλευση θεωρείται ελεύθερη, απρόσκοπτη και απαλλαγμένη από πολιτικά τέλη, άδειες ή ειδικούς περιορισμούς. Από αυτή την οπτική, οποιαδήποτε ιρανική απαίτηση για έλεγχο, ρύθμιση ή οικονομική συμμετοχή θεωρείται απαράδεκτη.
Η ιρανική πλευρά, αντίθετα, αφήνει να εννοηθεί ότι η ασφάλεια του στενού δεν μπορεί να διαχωριστεί από το ποιος ασκεί πραγματικό έλεγχο στην περιοχή. Εάν το Ιράν διαθέτει την ικανότητα επιτήρησης, αποτροπής, ρύθμισης της κυκλοφορίας και αντιμετώπισης απειλών, τότε θεωρεί ότι δεν μπορεί να αποκλείεται από τον καθορισμό των κανόνων λειτουργίας του περάσματος.
Η σύγκρουση αφορά, επομένως, δύο διαφορετικές αντιλήψεις κυριαρχίας.
Η πρώτη υποστηρίζει:
Ο Ορμούζ είναι διεθνής θαλάσσιος διάδρομος και κανένα κράτος δεν μπορεί να τον πολιτικοποιεί.
Η δεύτερη υποστηρίζει:
Ο Ορμούζ βρίσκεται σε συγκεκριμένη γεωγραφική και στρατηγική περιοχή, και όποιος承担 το κόστος της ασφάλειάς του δεν μπορεί να αποκλείεται από τον καθορισμό των κανόνων.
Το Μπαχρέιν φέρεται να επιμένει σε άνοιγμα χωρίς διακρίσεις, τέλη ή άδειες. Η ιρανική πλευρά, όμως, αφήνει να εννοηθεί ότι η διέλευση μπορεί να συνδέεται με καθεστώς επιτήρησης, ρύθμισης, πολιτικής συνεννόησης ή οικονομικής συμμετοχής.
Αυτό δεν είναι απλώς διαφωνία για ναυτιλιακά τέλη. Είναι διαμάχη για το ποιος έχει την πραγματική κυριαρχία επί της λειτουργίας του στενού.
Από τη θαλασσοκρατία στη διαπραγματευόμενη ναυσιπλοΐα
Η αμερικανική τάξη στον Κόλπο στηρίχθηκε στην ιδέα ότι οι θαλάσσιοι διάδρομοι είναι ανοικτοί επειδή το αμερικανικό ναυτικό εγγυάται το άνοιγμά τους. Η νέα πραγματικότητα αντιστρέφει αυτή τη λογική.
Το Ιράν και οι εταίροι του δεν χρειάζεται να εγκαταστήσουν μια πλήρη ναυτική κυριαρχία αυτοκρατορικού τύπου. Αρκεί να καταστήσουν τη διέλευση αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Εάν κάθε πλοίο πρέπει να υπολογίζει:
ποιος το ελέγχει,
ποιος το ασφαλίζει,
ποιος το προστατεύει,
ποια σημαία φέρει,
ποιο φορτίο μεταφέρει,
ποια σχέση έχει με τη Σαουδική Αραβία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες,
εάν απαιτείται άδεια,
εάν επιβάλλεται τέλος,
εάν μπορεί να αποτελέσει στόχο,
τότε ο Ορμούζ δεν λειτουργεί πλέον ως ουδέτερος διάδρομος. Λειτουργεί ως διαπραγματευόμενη γεωπολιτική πύλη.
Η αμερικανική ναυτική ισχύς δεν εξαφανίζεται. Παύει όμως να είναι ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει τους όρους κυκλοφορίας. Το Ιράν, μέσω της γεωγραφίας, των πυραύλων, των drones, των ναυτικών δυνατοτήτων και των περιφερειακών του δικτύων, αποκτά τη δυνατότητα να επιβάλλει την παρουσία του στο ίδιο το καθεστώς λειτουργίας του στενού.
Η ουσιαστική μεταβολή είναι ότι η ελευθερία ναυσιπλοΐας παύει να θεωρείται αυτονόητο αποτέλεσμα της αμερικανικής ισχύος και μετατρέπεται σε αντικείμενο πολιτικής και στρατηγικής διαπραγμάτευσης.
Η στρατηγική συνέπεια
Η κρίση δεν οδηγεί αναγκαστικά σε μια ενιαία αντιιρανική συμμαχία. Αντίθετα, ωθεί τα κράτη του Κόλπου σε διαφορετικές κατευθύνσεις.
Ορισμένα ζητούν αμερικανική προστασία. Άλλα αναζητούν διαπραγμάτευση με την Τεχεράνη. Άλλα επιδιώκουν κινεζική ή ρωσική εξισορρόπηση, ενώ άλλα προσπαθούν να παραμείνουν ουδέτερα ή να διατηρήσουν όλες τις επιλογές ανοικτές.
Η πολυπολική πραγματικότητα δεν εμφανίζεται ως έτοιμη και ενιαία συμμαχία. Εμφανίζεται αρχικά ως διαδικασία διάλυσης της παλαιάς μονοπολικής βεβαιότητας.
Το Ριάντ ανακαλύπτει τα όρια της αμερικανικής εγγύησης. Το Πακιστάν δεν επιθυμεί να γίνει αυτόματα μέρος του πολέμου. Η Τουρκία κρατά αποστάσεις. Το Ομάν και το Κατάρ διατηρούν διαύλους. Τα ΗΑΕ επανεξετάζουν τη σχέση τους με την Τεχεράνη. Οι BRICS παρέχουν διπλωματικό χώρο, αλλά όχι ενιαία στρατιωτική ομπρέλα.
Μέσα σε αυτή την κατακερματισμένη εικόνα, το Ιράν αποκτά ένα σημαντικό πλεονέκτημα: δεν χρειάζεται να ελέγχει τα πάντα. Χρειάζεται να εμποδίζει τους αντιπάλους του να ενεργούν ως ενιαίο σύστημα.
Η γεωπολιτική πολιορκία του Κόλπου δεν είναι, επομένως, μόνο πολιορκία θαλάσσιων στενών και ενεργειακών υποδομών. Είναι πολιορκία της ίδιας της ιδέας ότι ο Κόλπος μπορεί να διοικείται από ένα ενιαίο, αμερικανικά εγγυημένο στρατηγικό κέντρο.
Τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα απέναντι σε ένα νέο περιβάλλον αβεβαιότητας
Η αμερικανική στρατηγική στον Περσικό Κόλπο οικοδομήθηκε επί δεκαετίες γύρω από την υπόθεση ότι η παρουσία μεγάλων ναυτικών σχηματισμών, αεροπλανοφόρων, αντιτορπιλικών, αεροπορικών βάσεων και δικτύων επιτήρησης αρκεί για να εξασφαλίσει την ελευθερία δράσης των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η υπόθεση αυτή λειτουργούσε όσο ο αντίπαλος ήταν υποχρεωμένος να αναμετρηθεί με τον αμερικανικό στόλο με συμβατικούς όρους. Όταν όμως ο αντίπαλος δεν χρειάζεται να καταστρέψει τον στόλο, αλλά απλώς να τον καταστήσει υπερβολικά ευάλωτο, ακριβό ή επιχειρησιακά περιορισμένο, τότε η ίδια η παρουσία μετατρέπεται σε πρόβλημα.
Το αεροπλανοφόρο παραμένει ένα από τα ισχυρότερα όπλα που δημιούργησε η ναυτική ιστορία. Η αξία του, όμως, εξαρτάται από το περιβάλλον μέσα στο οποίο επιχειρεί.
Στον ανοικτό ωκεανό μπορεί να αξιοποιήσει την εμβέλεια των αεροσκαφών του, την κινητικότητα, την προστασία της ομάδας μάχης και το βάθος του θαλάσσιου χώρου. Σε έναν στενό, γεωγραφικά περιορισμένο και πυκνά επιτηρούμενο χώρο όπως ο Περσικός Κόλπος, η κατάσταση είναι διαφορετική.
Οι αποστάσεις μικραίνουν, οι χρόνοι αντίδρασης περιορίζονται, οι παράκτιοι αισθητήρες αποκτούν μεγαλύτερη αξία και οι κινητοί εκτοξευτές μπορούν να μετακινούνται ή να αποκρύπτονται. Τα drones μπορούν να επιχειρούν από διαφορετικές κατευθύνσεις, ενώ τα υποθαλάσσια συστήματα δημιουργούν απειλές που δεν εντοπίζονται εύκολα.
Το αεροπλανοφόρο δεν βρίσκεται πλέον απλώς απέναντι σε έναν πύραυλο. Βρίσκεται απέναντι σε ένα ολόκληρο περιβάλλον αναζήτησης, παγίδευσης, παραπλάνησης και κορεσμού.
Η σχετικότητα της ναυτικής υπεροχής
Η αμερικανική ναυτική ισχύς εξακολουθεί να υπερέχει σε συνολική τεχνολογία, εκπαίδευση, διοίκηση, εφοδιασμό και παγκόσμια εμβέλεια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε αμερικανικό πλοίο είναι εξίσου ασφαλές σε κάθε γεωγραφικό περιβάλλον.
Η ναυτική υπεροχή δεν είναι απόλυτη ιδιότητα. Είναι σχέση ανάμεσα:
στο μέγεθος του χώρου,
στην ποιότητα της επιτήρησης,
στην πυκνότητα των απειλών,
στον χρόνο προειδοποίησης,
στη δυνατότητα ελιγμού,
στην ανθεκτικότητα των δικτύων,
στην επάρκεια των πυρομαχικών,
και στην ικανότητα του αντιπάλου να ανανεώνει τις επιθέσεις.
Ένα αεροπλανοφόρο μπορεί να διαθέτει προηγμένη αεράμυνα, αλλά δεν μπορεί να αναχαιτίζει απεριόριστο αριθμό στόχων. Μπορεί να διαθέτει ισχυρά ραντάρ, αλλά να αντιμετωπίζει κορεσμό αισθητήρων. Μπορεί να διαθέτει μαχητικά αεροσκάφη, αλλά να χρειάζεται να τα διατηρεί σε συνεχή επιφυλακή. Μπορεί να διαθέτει συνοδευτικά πλοία, αλλά αυτά επίσης πρέπει να προστατευθούν από πυραύλους, drones, υποθαλάσσιες απειλές και ηλεκτρονικές επιθέσεις.
Η κρίσιμη παράμετρος είναι ότι το αμερικανικό σύστημα άμυνας πρέπει να λειτουργεί αποτελεσματικά σε κάθε στάδιο. Ο αντίπαλος, αντίθετα, χρειάζεται να επιτύχει μόνο σε ένα κρίσιμο σημείο.
Από την καταστροφή στην επιχειρησιακή υποβάθμιση
Η ιρανική στρατηγική δεν απαιτεί κατ’ ανάγκη τη βύθιση ενός αεροπλανοφόρου. Αρκεί να δημιουργήσει συνθήκες υπό τις οποίες το πλοίο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει πλήρως την ισχύ του.
Αυτό μπορεί να προκύψει από:
περιορισμό της ελευθερίας ελιγμών,
ανάγκη συνεχούς προστασίας από drones,
εξάντληση ή κατανάλωση ακριβών αναχαιτιστικών,
αμφιβολία για την αξιοπιστία της εικόνας μάχης,
κίνδυνο προσβολής συνοδευτικών πλοίων,
απειλή κατά των υποδομών ανεφοδιασμού,
ανάγκη απομάκρυνσης από την περιοχή,
ή πολιτική απαγόρευση ανάληψης υψηλού κινδύνου.
Ένα αεροπλανοφόρο που παραμένει τεχνικά λειτουργικό αλλά δεν μπορεί να επιχειρήσει με την απαιτούμενη ελευθερία έχει υποστεί ουσιαστική στρατηγική υποβάθμιση.
Αυτό είναι το κεντρικό σημείο της νέας ασύμμετρης λογικής. Η επιτυχία δεν μετριέται μόνο από το εάν καταστράφηκε ο στόχος. Μετριέται από το εάν ο στόχος εξακολουθεί να μπορεί να εκτελεί την αποστολή για την οποία σχεδιάστηκε.
Η θάλασσα ως περιβάλλον διαρκούς κινδύνου
Η παρουσία αμερικανικών αεροπλανοφόρων στον Κόλπο δεν εξαλείφει την απειλή. Σε ορισμένες συνθήκες μπορεί να την αυξάνει, επειδή συγκεντρώνει τεράστια αξία σε περιορισμένο γεωγραφικό χώρο.
Το αεροπλανοφόρο αποτελεί σύμβολο ισχύος, αλλά και στόχο υψηλής αξίας. Η προστασία του απαιτεί μια ολόκληρη ομάδα μάχης, εναέρια επιτήρηση, συνοδευτικά πλοία, ανεφοδιασμό, ηλεκτρονική υποστήριξη και συνεχή επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Όσο αυξάνονται οι απειλές, τόσο μεγαλύτερο μέρος της διαθέσιμης ισχύος καταναλώνεται στην αυτοπροστασία. Η δύναμη που προοριζόταν να επιβάλει τάξη στον χώρο αναγκάζεται να αφιερώνει όλο και περισσότερους πόρους για να διατηρήσει απλώς τη δική της ασφάλεια.
Εδώ βρίσκεται η μετάβαση από την επιθετική ναυτική υπεροχή στην αμυντική διαχείριση κινδύνου.
Ο αμερικανικός στόλος μπορεί να παραμένει ισχυρότερος από οποιονδήποτε μεμονωμένο αντίπαλο. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι εάν μπορεί να λειτουργεί στον Κόλπο με την ίδια ελευθερία που θα είχε σε έναν ανοικτό θαλάσσιο χώρο.
Εάν η απάντηση είναι αρνητική, τότε η ιρανική στρατηγική έχει ήδη επιτύχει ένα σημαντικό αποτέλεσμα: δεν κατέστρεψε την αμερικανική ναυτική ισχύ, αλλά περιόρισε τη χρησιμότητά της.
Τα «aircraft-carrier killer drones» και η αλλαγή της εξίσωσης κόστους
Οι αναφορές για την παροχή από τη Βόρεια Κορέα προς το Ιράν ειδικών μη επανδρωμένων συστημάτων που περιγράφονται ως aircraft-carrier killer drones εντάσσονται σε μια ευρύτερη αλλαγή της στρατιωτικής εξίσωσης.
Ο όρος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως κυριολεκτική υπόσχεση ότι ένα μικρό drone μπορεί από μόνο του να βυθίσει ένα αεροπλανοφόρο. Η πραγματική σημασία βρίσκεται στη δυνατότητα χρήσης σχετικά φθηνών, πολλαπλών και ασύμμετρων μέσων για την πρόκληση δυσανάλογης πίεσης σε ένα πανάκριβο ναυτικό σύστημα.
Ένα τέτοιο drone μπορεί να λειτουργήσει ως:
μέσο αναγνώρισης και εντοπισμού,
δόλωμα για την ενεργοποίηση αισθητήρων,
όπλο κορεσμού,
φορέας εκρηκτικής κεφαλής,
μέσο επίθεσης σε συνοδευτικά πλοία,
εργαλείο εξαναγκασμού αλλαγής πορείας,
ή τμήμα μιας ευρύτερης συνδυασμένης επίθεσης.
Η αξία του δεν μετριέται μόνο από την πιθανότητα να πλήξει το ίδιο το αεροπλανοφόρο. Μετριέται από το κόστος που επιβάλλει στην άμυνα του στόχου.
Εάν για την αντιμετώπιση ενός σχετικά φθηνού drone απαιτείται η χρήση ακριβού αντιαεροπορικού πυραύλου, η απογείωση μαχητικού, η ενεργοποίηση ηλεκτρονικών συστημάτων, η αλλαγή διάταξης της ομάδας μάχης και η διακοπή άλλων αποστολών, τότε ο επιτιθέμενος έχει ήδη επιτύχει μέρος του σκοπού του.
Η ασύμμετρη πολεμική οικονομία δεν βασίζεται στην ισότητα του κόστους μεταξύ επίθεσης και άμυνας. Βασίζεται ακριβώς στην ανισότητα αυτή.
Το αεροπλανοφόρο ως επιχειρησιακό σύστημα
Η μεγαλύτερη παρεξήγηση γύρω από τα αεροπλανοφόρα είναι ότι αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένες πλατφόρμες. Στην πραγματικότητα, ένα αεροπλανοφόρο αποτελεί τον πυρήνα μιας ολόκληρης ομάδας μάχης, η οποία περιλαμβάνει πλοία αεράμυνας, υποβρύχια, πλοία ανεφοδιασμού, αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης, μαχητικά, ελικόπτερα και δίκτυα δορυφορικής και ηλεκτρονικής επιτήρησης.
Αυτή η σύνθεση αυξάνει την ισχύ του σχηματισμού, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί περισσότερα σημεία ευπάθειας.
Ο αντίπαλος δεν χρειάζεται να καταστρέψει το ίδιο το αεροπλανοφόρο. Μπορεί να πλήξει ένα πλοίο συνοδείας, ένα πλοίο ανεφοδιασμού, ένα ραντάρ, ένα σύστημα επικοινωνιών, ένα αεροσκάφος έγκαιρης προειδοποίησης ή μια κρίσιμη υποδομή επισκευής.
Η ομάδα μάχης μπορεί να παραμένει επιφανειακά άθικτη, αλλά η επιχειρησιακή της αποτελεσματικότητα να έχει μειωθεί σημαντικά.
Η σύγχρονη ασύμμετρη στρατηγική δεν στοχεύει πάντοτε στο πιο εντυπωσιακό αντικείμενο. Στοχεύει στο δίκτυο που το καθιστά λειτουργικό.
Η υποθαλάσσια διάσταση
Η εναέρια απειλή είναι μόνο η πιο ορατή πλευρά της νέας πολιορκίας. Η υποθαλάσσια διάσταση είναι πιθανώς ακόμη πιο επικίνδυνη, επειδή περιορίζει τον χρόνο προειδοποίησης και αυξάνει την αβεβαιότητα.
Τα υποθαλάσσια drones μπορούν να χρησιμοποιηθούν για αναγνώριση θαλάσσιων διαδρομών, παρακολούθηση κινήσεων πλοίων, επίθεση σε πλοία ανεφοδιασμού, προσβολή λιμενικών εγκαταστάσεων ή συνδυασμό με εναέριες και παράκτιες επιθέσεις.
Σε αντίθεση με έναν βαλλιστικό πύραυλο, ένα υποθαλάσσιο μη επανδρωμένο σύστημα μπορεί να παραμείνει για μεγάλο διάστημα αόρατο. Δεν χρειάζεται να επιτεθεί αμέσως. Μπορεί να συλλέγει πληροφορίες, να παρακολουθεί κινήσεις και να ενεργοποιηθεί όταν η ναυτική ομάδα εισέλθει σε ευνοϊκή γεωγραφική θέση.
Έτσι, η θάλασσα μετατρέπεται σε χώρο μόνιμης αβεβαιότητας. Το αμερικανικό ναυτικό δεν πρέπει πλέον να υπολογίζει μόνο τι βλέπει, αλλά και τι μπορεί να βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια χωρίς να έχει εντοπιστεί.
Η υποθαλάσσια απειλή είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή δεν απαιτεί πάντοτε άμεση καταστροφή. Αρκεί να υποχρεώνει τον στόλο να κινείται πιο αργά, να αυξάνει τις διαδικασίες ανθυποβρυχιακής επιτήρησης και να διαθέτει σημαντικό μέρος της ισχύος του στην αυτοπροστασία.
Ο κορεσμός ως μέθοδος εξουδετέρωσης
Ο συνδυασμός εναέριων drones, πυραύλων, ταχύπλοων, υποθαλάσσιων συστημάτων και ηλεκτρονικού πολέμου δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο η άμυνα δεν μπορεί να βασίζεται σε μία μόνο τεχνολογία.
Μια σύνθετη επίθεση μπορεί να περιλαμβάνει αναγνωριστικά drones, ψευδοστόχους, ηλεκτρονικές παρεμβολές, δεύτερα κύματα εναέριων μέσων, παράκτιους πυραύλους και υποθαλάσσιες απειλές. Το κρίσιμο δεν είναι να περάσουν όλα τα όπλα. Είναι να καταστεί αδύνατη η αξιόπιστη ιεράρχηση των απειλών.
Η διοίκηση πρέπει να αποφασίζει συνεχώς:
ποιος στόχος είναι πραγματικός,
ποια απειλή είναι άμεση,
ποια είναι παραπλανητική,
ποιο όπλο πρέπει να χρησιμοποιηθεί,
πόσα αναχαιτιστικά μπορούν να καταναλωθούν,
και εάν η επίθεση αποτελεί προοίμιο μεγαλύτερου κύματος.
Η αβεβαιότητα αυτή αυξάνει το κόστος ακόμη και όταν η άμυνα καταφέρνει να αναχαιτίσει τις περισσότερες απειλές. Ο στόλος μπορεί να μην υποστεί αποφασιστικό πλήγμα, αλλά να εξαντλήσει πυρομαχικά, χρόνο, αισθητήρες και επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Ο κορεσμός, επομένως, δεν είναι απλώς αριθμητική υπεροχή. Είναι μέθοδος διάσπασης της ικανότητας διοίκησης και αντίδρασης.
Η γεωγραφία εναντίον της τεχνολογίας
Το Ιράν δεν χρειάζεται να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες σε παγκόσμια ναυτική κλίμακα. Δεν χρειάζεται να κατασκευάσει περισσότερα αεροπλανοφόρα ή να αποκτήσει ισοδύναμο αριθμό αντιτορπιλικών.
Χρειάζεται να αξιοποιήσει τη γεωγραφία του.
Ο Περσικός Κόλπος είναι περιορισμένος θαλάσσιος χώρος. Οι παράκτιες περιοχές επιτρέπουν απόκρυψη και διασπορά, τα νησιά μπορούν να λειτουργήσουν ως κόμβοι αισθητήρων και εκτόξευσης, ενώ οι υπόγειες εγκαταστάσεις και οι κινητές μονάδες δυσκολεύουν την προληπτική καταστροφή.
Η τεχνολογία του αντιπάλου μπορεί να είναι ανώτερη, αλλά η γεωγραφία μειώνει την αξία αυτής της ανωτερότητας όταν περιορίζει την απόσταση, τον χρόνο αντίδρασης και την ελευθερία ελιγμών.
Η αμερικανική ισχύς έχει σχεδιαστεί για να επιβάλλει έλεγχο σε μεγάλους θαλάσσιους χώρους. Το ιρανικό σύστημα επιδιώκει να μετατρέψει τον περιορισμένο χώρο σε περιβάλλον παγίδευσης.
Το πρόβλημα της πολιτικής απόφασης
Ακόμη και εάν η αμερικανική ναυτική ομάδα διαθέτει την τεχνική δυνατότητα να αποκρούσει μια επίθεση, παραμένει το πολιτικό ερώτημα: πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να προχωρήσει;
Εάν κάθε αμερικανική κίνηση μπορεί να προκαλέσει επιθέσεις σε βάσεις, πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, χτυπήματα σε συμμάχους, διακοπή εμπορικών διαδρομών ή διεύρυνση του πολέμου, τότε η στρατιωτική υπεροχή δεν μετατρέπεται αυτόματα σε πολιτική ελευθερία δράσης.
Ένα αεροπλανοφόρο μπορεί να είναι τεχνικά ικανό να επιχειρήσει, αλλά πολιτικά να χρησιμοποιείται περιορισμένα. Μπορεί να παραμένει στην περιοχή χωρίς να εισέρχεται στον πιο επικίνδυνο χώρο. Μπορεί να λειτουργεί ως μέσο αποτροπής και όχι ως εργαλείο άμεσης επίθεσης.
Αυτό είναι το σημείο όπου η αποτροπή αντιστρέφεται.
Η παρουσία που υποτίθεται ότι περιορίζει τον αντίπαλο μπορεί να περιορίζει πλέον και τον ίδιο τον κάτοχό της.
Το πραγματικό στρατηγικό αποτέλεσμα των νέων ασύμμετρων συστημάτων δεν είναι απαραίτητα η καταστροφή του αμερικανικού αεροπλανοφόρου. Είναι η μετατροπή του από εργαλείο ελεύθερης προβολής ισχύος σε πλατφόρμα που πρέπει να υπολογίζει διαρκώς το κόστος, την έκθεση και τις πολιτικές συνέπειες κάθε κίνησής της.
Η ασιατική στρατηγική σύγκλιση και η πολυπολική αρχιτεκτονική του Κόλπου
Η νέα κατάσταση στον Περσικό Κόλπο δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως αποτέλεσμα των δυνατοτήτων ενός μόνο κράτους. Το Ιράν αποτελεί τον επιχειρησιακό και γεωγραφικό κόμβο της κρίσης, όμως πίσω από τη δυνατότητα άρνησης πρόσβασης διαμορφώνεται ένα ευρύτερο σύστημα ασιατικής στρατηγικής σύγκλισης.
Η σύγκλιση αυτή δεν πρέπει να περιγραφεί ως πλήρως ενοποιημένη στρατιωτική συμμαχία με ενιαίο επιτελείο, κοινή διοίκηση και προκαθορισμένα σχέδια επιχειρήσεων. Η πραγματική της δύναμη βρίσκεται ακριβώς στο αντίθετο: στη λειτουργική συμπληρωματικότητα διαφορετικών κρατών, τα οποία δεν χρειάζεται να συμφωνούν σε όλα για να περιορίσουν από κοινού την αμερικανική ελευθερία δράσης.
Το Ιράν διαθέτει τη γεωγραφία και την άμεση επιχειρησιακή επαφή με τον Κόλπο.
Η Ρωσία διαθέτει στρατηγική τεχνογνωσία και εμπειρία αντιμετώπισης σύνθετων δυτικών συστημάτων κρούσης και επιτήρησης.
Η Κίνα διαθέτει βιομηχανικό βάθος, τεχνολογική κλίμακα και οικονομική δυνατότητα να απορροφά μέρος των συνεπειών μιας μεγάλης περιφερειακής κρίσης.
Η Βόρεια Κορέα διαθέτει εμπειρία στην ανάπτυξη φθηνών, μαζικών και ασύμμετρων συστημάτων, σχεδιασμένων να λειτουργούν απέναντι σε τεχνολογικά ανώτερους αντιπάλους.
Αυτές οι δυνατότητες δεν χρειάζεται να συγκεντρωθούν σε μία ενιαία στρατιωτική δομή. Αρκεί να αλληλοσυμπληρώνονται.
Το Ιράν ως γεωγραφικός και επιχειρησιακός κόμβος
Η γεωγραφία είναι το στοιχείο που δεν μπορεί να μεταφερθεί, να αγοραστεί ή να αντικατασταθεί εύκολα.
Το Ιράν βρίσκεται δίπλα στον Περσικό Κόλπο, ελέγχει τη βόρεια πλευρά του Ορμούζ και διαθέτει εκτεταμένη ακτογραμμή, νησιά, παράκτιες εγκαταστάσεις και στρατηγικό βάθος στην ενδοχώρα.
Αυτό του επιτρέπει να συνδυάζει διαφορετικά μέσα σε μικρές αποστάσεις και σε ένα γεωγραφικό περιβάλλον όπου η ναυτική υπεροχή του αντιπάλου περιορίζεται από τη στενότητα του χώρου.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να κυριαρχεί σε ολόκληρο τον Κόλπο. Χρειάζεται να διατηρεί τη δυνατότητα να μετατρέπει κάθε προσπάθεια διέλευσης, συγκέντρωσης ή στρατιωτικής ανάπτυξης σε επιχείρηση υψηλού κόστους.
Η γεωγραφία του λειτουργεί ως μόνιμος πολλαπλασιαστής ισχύος. Οι εξωτερικές τεχνολογίες και οι στρατιωτικές συνεργασίες αποκτούν αξία επειδή μπορούν να ενσωματωθούν σε έναν χώρο όπου το Ιράν διαθέτει ήδη το βασικό πλεονέκτημα: τη θέση.
Η ρωσική συνεισφορά: τεχνογνωσία και στρατηγική κατανόηση
Η ρωσική συμβολή δεν πρέπει να περιορίζεται στην απλοϊκή εικόνα μιας άμεσης και θεαματικής αποστολής όπλων. Η σημαντικότερη αξία της βρίσκεται στη στρατηγική τεχνογνωσία που έχει αναπτυχθεί μέσα από δεκαετίες αντιπαράθεσης με τη δυτική στρατιωτική τεχνολογία.
Η Ρωσία γνωρίζει ότι η αμερικανική υπεροχή βασίζεται σε ένα σύνθετο δίκτυο δορυφορικής επιτήρησης, αεροπορικής υπεροχής, διοίκησης, ηλεκτρονικής διασύνδεσης, μεγάλης εμβέλειας κρούσης, ανεφοδιασμού και συνεχούς ροής πληροφοριών.
Η αντιμετώπιση ενός τέτοιου συστήματος δεν απαιτεί πάντοτε ισοδύναμο σύστημα. Μπορεί να επιτευχθεί με τη διάσπαση των κρίκων του.
Η ρωσική στρατηγική εμπειρία δίνει ιδιαίτερη έμφαση:
στην επιβίωση μετά το πρώτο πλήγμα,
στην απόκρυψη και διασπορά,
στην παραπλάνηση,
στην ηλεκτρονική παρεμβολή,
στην υποβάθμιση των αισθητήρων,
στην προσβολή κρίσιμων κόμβων διοίκησης,
και στη δημιουργία πολλαπλών ταυτόχρονων προβλημάτων.
Αυτή η προσέγγιση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για ένα κράτος όπως το Ιράν, το οποίο δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες σε συνολικό αριθμό πλοίων, αεροσκαφών ή παγκόσμιων βάσεων.
Η ρωσική συνεισφορά, επομένως, μπορεί να λειτουργεί ως μεταφορά τεχνικής αντίληψης, επιχειρησιακών μοντέλων και γνώσης για τα αδύνατα σημεία των δυτικών δικτυωμένων συστημάτων.
Η Κίνα ως οικονομικό και βιομηχανικό βάθος
Η Κίνα λειτουργεί σε διαφορετικό επίπεδο. Η ισχύς της δεν περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο οπλικό σύστημα, αλλά βρίσκεται στην ικανότητα παραγωγής, αναπλήρωσης και κλιμάκωσης.
Σε έναν πόλεμο κορεσμού, η δυνατότητα να παραχθούν και να αντικατασταθούν drones, αισθητήρες, ηλεκτρονικά εξαρτήματα, συστήματα επικοινωνίας και μη επανδρωμένα μέσα μπορεί να είναι εξίσου σημαντική με την ποιότητα κάθε μεμονωμένου όπλου.
Το κινεζικό πλεονέκτημα βρίσκεται:
στη μεγάλη βιομηχανική βάση,
στην παραγωγή ηλεκτρονικών και μη επανδρωμένων συστημάτων,
στην τεχνολογική κλίμακα,
στα δίκτυα επικοινωνιών και δορυφορικών υποδομών,
στην εμπορική παρουσία στον Ινδικό Ωκεανό,
και στη δυνατότητα οικονομικής απορρόφησης των συνεπειών μιας περιφερειακής κρίσης.
Η Κίνα δεν χρειάζεται να πολεμήσει άμεσα στον Κόλπο για να επηρεάσει το αποτέλεσμα. Αρκεί να διαμορφώνει το περιβάλλον μέσα στο οποίο ο πόλεμος δεν οδηγεί αυτόματα σε πλήρη οικονομική απομόνωση του Ιράν.
Η κινεζική οικονομική ισχύς περιορίζει την αποτελεσματικότητα μιας στρατηγικής που θα στηριζόταν στην υπόθεση ότι η πίεση προς την Τεχεράνη μπορεί να μετατραπεί εύκολα σε ολοκληρωτικό οικονομικό στραγγαλισμό.
Όσο περισσότερο οι ενεργειακές ροές, οι εμπορικές συναλλαγές και οι τεχνολογικές αλυσίδες μπορούν να κατευθυνθούν προς την Ασία, τόσο δυσκολότερο γίνεται να επιβληθεί μια ενιαία δυτική οικονομική λύση στην κρίση.
Η Βόρεια Κορέα ως πολλαπλασιαστής ασύμμετρης πίεσης
Η Βόρεια Κορέα προσθέτει σε αυτό το σύστημα μια διαφορετική διάσταση: την εμπειρία της μαζικής, φθηνής και ασύμμετρης στρατιωτικής παραγωγής.
Η αξία της δεν βρίσκεται απαραίτητα στην τεχνολογική ανωτερότητα των συστημάτων της, αλλά στην ικανότητα να παράγει μέσα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μεγάλους αριθμούς, να επιβιώνουν μέσα σε περιβάλλον έντονης πίεσης και να επιβάλλουν δυσανάλογο κόστος στον αντίπαλο.
Στο ιρανικό περιβάλλον, αυτή η λογική μπορεί να ενσωματωθεί σε ένα ήδη υπάρχον σύστημα πυραύλων, drones, παράκτιων μέσων και ηλεκτρονικού πολέμου. Η βορειοκορεατική συνεισφορά δεν χρειάζεται να μεταβάλει ολόκληρη τη στρατηγική του Ιράν. Αρκεί να αυξάνει την ποσότητα, την ποικιλία και την ανθεκτικότητα των απειλών.
Έτσι, η Βόρεια Κορέα λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της ασύμμετρης πίεσης, όχι ως αυτόνομος πρωταγωνιστής του Κόλπου.
Συμπληρωματικότητα χωρίς ενιαία συμμαχία
Το κρίσιμο στοιχείο της νέας ασιατικής αρχιτεκτονικής είναι ότι δεν απαιτείται κοινή διοίκηση για να παραχθεί κοινό στρατηγικό αποτέλεσμα.
Η Ρωσία δεν χρειάζεται να αναλάβει τη διοίκηση των ιρανικών επιχειρήσεων.
Η Κίνα δεν χρειάζεται να αναπτύξει στόλο στον Ορμούζ.
Η Βόρεια Κορέα δεν χρειάζεται να συμμετέχει άμεσα στις επιχειρήσεις.
Αρκεί:
το Ιράν να διαθέτει τη γεωγραφική θέση,
η Ρωσία να συμβάλλει στη στρατηγική και τεχνική κατανόηση,
η Κίνα να προσφέρει οικονομικό και βιομηχανικό βάθος,
η Βόρεια Κορέα να ενισχύει τη μαζική ασύμμετρη παραγωγή,
και όλες αυτές οι δυνατότητες να συγκλίνουν απέναντι σε έναν κοινό αντίπαλο.
Αυτή είναι μια μορφή πολυπολικότητας διαφορετική από τις κλασικές στρατιωτικές συμμαχίες. Δεν στηρίζεται στην πλήρη πολιτική ταύτιση. Στηρίζεται στη λειτουργική σύμπτωση συμφερόντων.
Το κάθε κράτος διατηρεί τη δική του στρατηγική αυτονομία, αλλά η συνολική αλληλεπίδραση περιορίζει την ελευθερία δράσης της Ουάσιγκτον.
Η πολυπολικότητα ως σύστημα περιορισμού
Η νέα αρχιτεκτονική δεν σημαίνει ότι η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα αποτελούν ένα ενιαίο μπλοκ με κοινή στρατηγική σε κάθε ζήτημα. Οι μεταξύ τους σχέσεις περιλαμβάνουν διαφορετικές προτεραιότητες, ανταγωνισμούς και όρια.
Ωστόσο, δεν απαιτείται πλήρης ενότητα για να παραχθεί στρατηγικό αποτέλεσμα.
Η αμερικανική μονοπολική τάξη στηρίχθηκε στην ικανότητα να αντιμετωπίζει τους αντιπάλους της ξεχωριστά, να απομονώνει κάθε περιφερειακή κρίση και να επιβάλλει διαφορετικούς όρους σε κάθε κράτος.
Η ασιατική σύγκλιση περιορίζει αυτή τη δυνατότητα. Δεν δημιουργεί απαραίτητα ένα ενιαίο μέτωπο, αλλά εμποδίζει την πλήρη απομόνωση του κάθε κρίκου.
Το Ιράν δεν βρίσκεται πλέον μόνο απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Βρίσκεται ενταγμένο σε ένα περιβάλλον όπου η τεχνολογία, η παραγωγή, η οικονομία, η γεωγραφία και η στρατηγική εμπειρία δεν ελέγχονται από έναν μοναδικό πόλο.
Αυτό είναι το ουσιαστικό γεωπολιτικό αποτέλεσμα.
Η πολυπολικότητα δεν εμφανίζεται ως ενιαία στρατιωτική συμμαχία. Εμφανίζεται ως δίκτυο αλληλοσυμπληρούμενων δυνατοτήτων, το οποίο καθιστά ολοένα δυσκολότερη την αμερικανική προσπάθεια να μετατρέψει την υπεροχή της σε απόλυτο έλεγχο.
Η Βόρεια Κορέα και η τεχνολογία της ασύμμετρης επιβίωσης
Η Ανσάρ Αλλάχ ως αυτόνομος γεωπολιτικός δρώντας
Η δυτική ανάλυση συχνά περιγράφει την Ανσάρ Αλλάχ αποκλειστικά ως «proxy» του Ιράν. Η περιγραφή αυτή είναι ανεπαρκής, επειδή υποβαθμίζει την τοπική στρατηγική, την κοινωνική βάση και τη γεωγραφική αυτονομία της οργάνωσης.
Η Τεχεράνη μπορεί να παρέχει τεχνογνωσία, πολιτική υποστήριξη, οπλικά συστήματα ή στρατηγικό συντονισμό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ανσάρ Αλλάχ στερείται δικής της στρατηγικής.
Η οργάνωση διαθέτει:
- τοπική κοινωνική και πολιτική βάση,
- δικούς της στόχους,
- ιδιαίτερη ιστορική αντίληψη για τη σύγκρουση,
- δική της σχέση με τη Σαουδική Αραβία,
- δική της αντίληψη για το μέλλον της Υεμένης,
- και ανάγκη να επιβιώσει ως αυτόνομη εξουσία.
Η Υεμένη δεν πολεμά μόνο για λογαριασμό ενός εξωτερικού κέντρου. Πολεμά και για τη δική της θέση στην Αραβική Χερσόνησο.
Αυτό καθιστά την κατάσταση πολύ πιο δύσκολη για τους αντιπάλους της. Ένας καθαρά εξωτερικός πληρεξούσιος μπορεί θεωρητικά να πιεστεί μέσω του χορηγού του. Ένας δρώντας με αυτόνομη τοπική στρατηγική δεν υπακούει μηχανικά σε εξωτερικές εντολές.
Η Τεχεράνη μπορεί να αξιοποιεί τη σύγκλιση συμφερόντων χωρίς να ελέγχει κάθε κίνηση της Σαναά. Πρόκειται για χαρακτηριστικό μιας πιο σύνθετης πολυπολικής στρατηγικής: όχι ενιαία διοίκηση, αλλά κοινή κατεύθυνση σε κρίσιμα γεωπολιτικά ζητήματα.
Η δυτική ακτή της Υεμένης ως στρατηγικό μέτωπο
Η δυτική ακτή της Υεμένης έχει εξαιρετική σημασία, επειδή συνδέει το εσωτερικό της χώρας με το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και την Ερυθρά Θάλασσα.
Οι περιοχές της Χοντέιντα, της Μόχα και του Ντουμπάμπ δεν είναι απλώς λιμενικές τοποθεσίες. Αποτελούν σημεία από τα οποία μπορεί να ασκηθεί πίεση σε:
- εμπορικά πλοία,
- ενεργειακές μεταφορές,
- στρατιωτικές κινήσεις,
- εφοδιαστικές γραμμές,
- και τη γενικότερη ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας.
Η Χοντέιντα συνδέεται με την οικονομική και ανθρωπιστική επιβίωση της δυτικής Υεμένης, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί κρίσιμο παράκτιο κόμβο. Η Μόχα βρίσκεται πλησιέστερα προς το νότιο άνοιγμα της Ερυθράς και προς το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, ενώ το Ντουμπάμπ αποκτά ιδιαίτερη επιχειρησιακή σημασία λόγω της εγγύτητάς του με το στενό.
Το Μαγιούν ή Περίμ, το νησί στη μέση του περάσματος, έχει δυσανάλογη αξία σε σχέση με το μέγεθός του. Η παρουσία ή η επιρροή σε ένα τέτοιο σημείο μπορεί να επηρεάσει την επιτήρηση, την αναγνώριση και την αντίληψη της θαλάσσιας κυκλοφορίας.
Εφόσον επιβεβαιωθούν πλήρως οι πρόσφατες εξελίξεις σχετικά με την κατάληψη ή τον αποτελεσματικό έλεγχο στρατηγικών σημείων αυτής της ζώνης, τότε δεν θα πρόκειται απλώς για εδαφική μεταβολή στον εμφύλιο της Υεμένης. Θα πρόκειται για μεταβολή της ίδιας της γεωγραφίας του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.
Ο έλεγχος δεν απαιτεί μεγάλο ναυτικό
Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της νέας στρατηγικής είναι ότι ο έλεγχος μιας θαλάσσιας πύλης δεν απαιτεί απαραίτητα μεγάλο πολεμικό ναυτικό.
Η κλασική ναυτική σκέψη συνδέει τον έλεγχο της θάλασσας με μεγάλα πολεμικά πλοία, αεροπλανοφόρα, φρεγάτες, υποβρύχια, μόνιμες βάσεις και συνεχή παρουσία στην επιφάνεια.
Η ασύμμετρη στρατηγική λειτουργεί διαφορετικά. Μπορεί να βασιστεί σε:
- παράκτια ραντάρ,
- κινητούς πυραύλους,
- drones,
- μη επανδρωμένα σκάφη,
- ναυτικές νάρκες,
- παραπλάνηση,
- πληροφοριακά δίκτυα,
- και επιλεκτική στόχευση.
Ο στόχος δεν είναι η πλήρης κυριαρχία στη θάλασσα. Είναι η μετατροπή της διέλευσης σε απρόβλεπτη και οικονομικά επισφαλή διαδικασία.
Η εμπορική ναυτιλία δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζει βεβαιότητα καταστροφής για να αλλάξει πορεία. Αρκεί να αντιμετωπίζει επίπεδο κινδύνου που υπερβαίνει τα αποδεκτά οικονομικά όρια.
Η οικονομική λειτουργία της απειλής
Η πραγματική δύναμη της Ανσάρ Αλλάχ δεν βρίσκεται μόνο στη δυνατότητα να πλήξει ένα πλοίο. Βρίσκεται στην ικανότητα να επηρεάσει τις αποφάσεις ολόκληρου του ναυτιλιακού συστήματος.
Ένα πλοίο μπορεί θεωρητικά να συνεχίσει να ταξιδεύει, αλλά:
- ο πλοιοκτήτης μπορεί να απαιτήσει υψηλότερο ναύλο,
- η ασφαλιστική εταιρεία να αυξήσει το ασφάλιστρο,
- η τράπεζα να επανεξετάσει τη χρηματοδότηση,
- ο ναυλωτής να ζητήσει διαφορετική διαδρομή,
- το πλήρωμα να αρνηθεί τη διέλευση,
- και ο τελικός αγοραστής να προτιμήσει άλλη πηγή εφοδιασμού.
Έτσι, η στρατιωτική απειλή μετατρέπεται σε οικονομική απόφαση.
Η ναυτιλία δεν λειτουργεί με βάση την ανδρεία, αλλά με βάση την απόδοση κινδύνου. Όταν ο κίνδυνος γίνει ακριβότερος από το οικονομικό όφελος, η διαδρομή παύει να είναι λειτουργική.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ένας σχετικά μικρός δρώντας μπορεί να επηρεάσει μια παγκόσμια εμπορική αλυσίδα χωρίς να διαθέτει συμβατικό ναυτικό αντίστοιχο των μεγάλων δυνάμεων.
Η σύνδεση με το Γιανμπού και την Petroline
Η στρατηγική σημασία της Υεμένης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν συνδέεται με τη δυτική έξοδο της Σαουδικής Αραβίας.
Η Petroline σχεδιάστηκε για να μειώσει την εξάρτηση από τον Ορμούζ, μεταφέροντας πετρέλαιο από την ανατολική πλευρά της χώρας προς το Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα.
Ωστόσο, το Γιανμπού δεν αποτελεί αυτόνομο γεωπολιτικό σύστημα. Είναι μέρος μιας αλυσίδας που εξαρτάται από την ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας.
Εάν το πετρέλαιο φτάσει στο Γιανμπού, αλλά η θαλάσσια διαδρομή προς το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ παραμένει επικίνδυνη, τότε η χερσαία παράκαμψη του Ορμούζ δεν λύνει το πρόβλημα. Απλώς μεταφέρει την ευπάθεια από την ανατολική ακτή στη δυτική.
Δημιουργείται έτσι ένας γεωγραφικός βρόχος:
- ο Ορμούζ περιορίζει την ανατολική έξοδο,
- η Petroline μεταφέρει το βάρος προς τα δυτικά,
- το Γιανμπού εξαρτάται από την Ερυθρά,
- η Ερυθρά εξαρτάται από το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ,
- και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ βρίσκεται υπό την πίεση της Υεμένης.
Η εναλλακτική διαδρομή αποδεικνύεται επομένως όχι πλήρης λύση, αλλά αλυσίδα διαδοχικών προϋποθέσεων.
Από τον αποκλεισμό στην πολιορκία δικτύου
Η νέα στρατηγική δεν μοιάζει με τον παραδοσιακό αποκλεισμό ενός λιμανιού. Δεν υπάρχει απαραίτητα μία γραμμή πολεμικών πλοίων που εμποδίζει τη διέλευση.
Υπάρχει ένα πλέγμα πιέσεων:
- πυραυλική απειλή,
- drones,
- αβεβαιότητα ταυτοποίησης στόχων,
- κίνδυνος για εμπορικά πλοία,
- αυξημένα ασφάλιστρα,
- καθυστερήσεις,
- αλλαγές πορείας,
- πολιτικές προειδοποιήσεις,
- και αδυναμία των μεγάλων δυνάμεων να εγγυηθούν πλήρη ασφάλεια.
Αυτό μπορεί να ονομαστεί «πολιορκία δικτύου».
Δεν πολιορκείται μόνο ένα λιμάνι. Πολιορκείται η σχέση ανάμεσα στην παραγωγή, τη μεταφορά, την ασφάλιση, τη χρηματοδότηση και την κατανάλωση.
Η ενέργεια δεν παύει απαραίτητα να υπάρχει. Παύει να είναι προβλέψιμη. Και σε ένα παγκόσμιο σύστημα που βασίζεται στην προβλεψιμότητα, η απώλεια της προβλεψιμότητας ισοδυναμεί με στρατηγική κρίση.
Η ζώνη από τον Ορμούζ έως το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ
Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι δημιουργείται μια ενιαία ζώνη στρατηγικής ασφυξίας από τον Ορμούζ έως το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.
Η ζώνη αυτή δεν χρειάζεται να ελέγχεται από έναν ενιαίο στρατό. Μπορεί να λειτουργεί μέσω αλληλοσυμπληρούμενων δυνατοτήτων:
- το Ιράν επηρεάζει τον Ορμούζ,
- η Υεμένη επηρεάζει το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ,
- οι περιφερειακές υποδομές παραμένουν ευάλωτες,
- η Ρωσία και η Κίνα προσφέρουν στρατηγικό και οικονομικό βάθος,
- η Βόρεια Κορέα ενισχύει την ασύμμετρη τεχνολογική διάσταση,
- και οι περιφερειακές μοναρχίες δεν εμφανίζονται ως ενιαίο μέτωπο.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για τυπική συμμαχία. Πρόκειται για σύστημα συγκλινόντων συμφερόντων, στο οποίο διαφορετικοί δρώντες παράγουν αθροιστικά ένα κοινό στρατηγικό αποτέλεσμα.
Η Ανσάρ Αλλάχ αποκτά έτσι σημασία όχι επειδή είναι απλώς σύμμαχος του Ιράν, αλλά επειδή αποτελεί αυτόνομο γεωπολιτικό κόμβο που μπορεί να επηρεάσει μια παγκόσμια εμπορική και ενεργειακή αλυσίδα.
Η δύναμή της προκύπτει από τον συνδυασμό:
- τοπικής γεωγραφίας,
- πολεμικής εμπειρίας,
- χαμηλού κόστους μέσων,
- πολιτικής αντοχής,
- και πρόσβασης σε μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες πύλες του κόσμου.
Δεν απαιτείται να νικήσεις τον αντίπαλο σε μια μεγάλη μάχη. Αρκεί να του στερήσεις την ικανότητα να λειτουργεί κανονικά.
Η τελική γεωπολιτική συνέπεια
Η κρίση από τον Ορμούζ έως το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ αποκαλύπτει ότι οι θαλάσσιες πύλες του παγκόσμιου εμπορίου δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται ουδέτερες ζώνες υπό αυτόματο αμερικανικό έλεγχο. Είναι χώροι πολιτικής διαπραγμάτευσης, στρατιωτικής αμφισβήτησης και οικονομικού ανταγωνισμού.
Η εποχή κατά την οποία η αμερικανική ναυτική παρουσία αρκούσε για να διατηρεί ανοικτές όλες τις ενεργειακές διαδρομές έχει παρέλθει. Ένας δρώντας στην Υεμένη μπορεί να επηρεάσει την Ευρώπη, ένας δρώντας στο Ιράν μπορεί να επηρεάσει την Ασία, ένας αγωγός στη Σαουδική Αραβία μπορεί να μετατραπεί σε στρατηγικό στόχο και ένα μικρό νησί ή ένα στενό πέρασμα μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη αξία από μια ολόκληρη στρατιωτική βάση.
Η ισχύς πλέον δεν μετριέται μόνο σε αεροπλανοφόρα, αεροσκάφη και αμυντικούς προϋπολογισμούς. Μετριέται και στην ικανότητα επιβολής αβεβαιότητας πάνω στις γραμμές ζωής του αντιπάλου. Από τον Ορμούζ έως το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, αυτή η αβεβαιότητα έχει αποκτήσει γεωγραφική συνέχεια.
Το τέλος της ουδέτερης θάλασσας
Για δεκαετίες, η παγκόσμια ναυσιπλοΐα παρουσιαζόταν ως ένας σχεδόν ουδέτερος μηχανισμός της διεθνούς οικονομίας. Οι ενεργειακές ροές θεωρούνταν δεδομένες και η ασφάλεια των στρατηγικών στενών εμφανιζόταν ως τεχνικό ζήτημα, το οποίο εξασφαλιζόταν από την αμερικανική ναυτική παρουσία.
Στην πραγματικότητα, η «ελεύθερη ναυσιπλοΐα» υπήρξε πάντοτε αποτέλεσμα συγκεκριμένου συσχετισμού ισχύος. Οι θαλάσσιες οδοί παρέμεναν ανοικτές επειδή υπήρχε μια δύναμη ικανή να επιβάλει κόστος σε όποιον τις αμφισβητούσε. Η αμερικανική θαλασσοκρατία δεν προστάτευε απλώς το εμπόριο. Καθόριζε τους όρους υπό τους οποίους το εμπόριο μπορούσε να διεξάγεται.
Ο Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ δεν είναι πλέον απλώς διάδρομοι μεταφοράς. Είναι χώροι όπου συγκρούονται διαφορετικές αντιλήψεις για το ποιος έχει το δικαίωμα να καθορίζει τους όρους της διέλευσης.
Το αμερικανικό μοντέλο βασιζόταν στην παραδοχή ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα λειτουργούν ως τελικός εγγυητής της θαλάσσιας ασφάλειας. Το νέο περιβάλλον, όμως, αμφισβητεί αυτή την παραδοχή. Το Ιράν δεν αποδέχεται ότι η αμερικανική παρουσία αποτελεί από μόνη της επαρκή νομιμοποίηση για τη στρατιωτική επιτήρηση του Κόλπου, ενώ η Υεμένη δεν αποδέχεται ότι η Ερυθρά Θάλασσα μπορεί να λειτουργεί ως ουδέτερη ζώνη ανεξάρτητα από τον πόλεμο στην περιοχή.
Έτσι, το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο ποιος προστατεύει τη ναυσιπλοΐα, αλλά ποιος έχει το δικαίωμα να καθορίζει τους κανόνες της.
Ο Ορμούζ ως πολιτικά διαπραγματευόμενος χώρος
Η συζήτηση για το άνοιγμα του Ορμούζ δεν αφορά μόνο τη φυσική δυνατότητα διέλευσης πλοίων. Αφορά το καθεστώς μέσα στο οποίο αυτή η διέλευση θα πραγματοποιείται.
Η διέλευση μπορεί να είναι πλήρως ελεύθερη, να υπόκειται σε επιτήρηση, προηγούμενη ενημέρωση, περιφερειακές εγγυήσεις ή επιλεκτικούς περιορισμούς. Μπορεί επίσης να συνδεθεί άτυπα με τη συμπεριφορά των κρατών που χρησιμοποιούν τον διάδρομο και με το εάν συμμετέχουν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν.
Από τη σκοπιά της αμερικανικής ναυτικής τάξης, οποιαδήποτε τέτοια ρύθμιση συνιστά περιορισμό της αρχής της ελεύθερης ναυσιπλοΐας. Από την ιρανική σκοπιά, μπορεί να παρουσιαστεί ως άσκηση κυριαρχίας, περιφερειακής ευθύνης και δικαιώματος αυτοπροστασίας.
Η σύγκρουση επομένως δεν είναι απλώς νομική ή τεχνική. Είναι σύγκρουση δύο γεωπολιτικών αντιλήψεων: η μία θεωρεί ότι οι θαλάσσιες πύλες πρέπει να λειτουργούν υπό παγκόσμια ηγεμονική εγγύηση, ενώ η άλλη υποστηρίζει ότι οι περιφερειακές δυνάμεις έχουν δικαίωμα να καθορίζουν τους όρους ασφαλείας στον δικό τους γεωγραφικό χώρο.
Εάν ένα κράτος μπορεί να επιβάλει τέλη, άδειες ή διοικητικούς κανόνες σε μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές πύλες του κόσμου, τότε δεν λειτουργεί πλέον απλώς ως παράκτιο κράτος. Λειτουργεί ως ρυθμιστής μιας παγκόσμιας ροής.
Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο εάν θα επιβληθεί κάποιο τέλος ή περιορισμός. Είναι εάν η θαλάσσια κυκλοφορία θα θεωρείται απολύτως αποπολιτικοποιημένη ή εάν θα συνδέεται με τη συμπεριφορά των κρατών που χρησιμοποιούν τον διάδρομο.
Η πολυπολική θάλασσα
Η πολυπολικότητα δεν εκδηλώνεται μόνο στη χερσαία γεωπολιτική. Εκδηλώνεται και στη θάλασσα.
Σε ένα μονοπολικό σύστημα, οι θαλάσσιες πύλες λειτουργούν υπό έναν κυρίαρχο κανόνα. Σε ένα πολυπολικό σύστημα, γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε διαφορετικά κέντρα ισχύος.
Η Κίνα επιδιώκει ασφαλείς ενεργειακές ροές χωρίς αμερικανικό μονοπώλιο. Η Ρωσία επιδιώκει να περιορίσει την αμερικανική στρατηγική ελευθερία. Το Ιράν θέλει να μετατρέψει τη γεωγραφική του θέση σε πολιτικό πλεονέκτημα. Οι αραβικές χώρες αναζητούν ισορροπία αντί για απόλυτη ευθυγράμμιση, ενώ η Ινδία προσπαθεί να διατηρήσει πρόσβαση χωρίς να εγκλωβιστεί σε ένα στρατόπεδο.
Η θάλασσα γίνεται έτσι χώρος πολυπολικής διαπραγμάτευσης. Δεν υπάρχει πλέον ένας μοναδικός διαχειριστής της παγκόσμιας κυκλοφορίας.
Παράλληλα, καταρρέει η παλιά διάκριση ανάμεσα στο εμπόριο και τον πόλεμο. Ένα εμπορικό πλοίο μπορεί ταυτόχρονα να αποτελεί ενεργειακό φορέα, πιθανό στόχο, εργαλείο οικονομικής πίεσης ή αντικείμενο κυρώσεων. Η σημαία, ο ιδιοκτήτης, το φορτίο, η διαδρομή και οι πολιτικές σχέσεις του αποκτούν στρατηγική σημασία.
Η ναυσιπλοΐα παύει να είναι απρόσωπη. Κάθε φορτίο μπορεί να διαβαστεί πολιτικά και κάθε πλοίο μπορεί να θεωρηθεί μέρος ενός ευρύτερου συστήματος συσχετισμών.
Οι μεγάλες ναυτικές δυνάμεις εξακολουθούν να μπορούν να συνοδεύουν πλοία, να αναχαιτίζουν επιθέσεις και να αυξάνουν το κόστος του αντιπάλου. Δεν μπορούν όμως να εξαλείψουν τη γεωγραφία, την πολιτική βούληση ενός τοπικού δρώντα, την ασφαλιστική κρίση ή την ανάγκη μόνιμης και εξαιρετικά δαπανηρής παρουσίας.
Η ουδετερότητα της θάλασσας δεν είναι φυσικό χαρακτηριστικό. Είναι αποτέλεσμα ισορροπίας ισχύος. Και όταν αυτή η ισορροπία μεταβάλλεται, η θάλασσα επιστρέφει στην πολιτική.
Η ενεργειακή κρίση ως επιταχυντής της ασιατικής αποσύνδεσης
Η κρίση στον Κόλπο δεν πλήττει όλους τους γεωπολιτικούς χώρους με τον ίδιο τρόπο. Για την Ευρώπη σημαίνει αύξηση κόστους, αβεβαιότητα εφοδιασμού και νέα εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές. Για την Ασία, όμως, λειτουργεί και ως επιταχυντής μιας ήδη υπάρχουσας διαδικασίας: της σταδιακής απομάκρυνσης από την αποκλειστική αμερικανική διαχείριση των ενεργειακών και εμπορικών δικτύων.
Η Ασία δεν χρειάζεται να επιδιώξει την κατάρρευση της δυτικής τάξης. Αρκεί να οικοδομήσει παράλληλες διαδρομές, εναλλακτικούς μηχανισμούς πληρωμών, διαφορετικές ασφαλίσεις, μακροχρόνιες ενεργειακές συμφωνίες και νέα κέντρα στρατηγικής προστασίας.
Το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειακών ροών του Κόλπου κατευθύνεται προς την Ασία. Εδώ βρίσκεται η θεμελιώδης αντίφαση του παλαιού συστήματος: η Δύση, κυρίως οι Ηνωμένες Πολιτείες, διατηρεί μεγάλο μέρος της στρατιωτικής παρουσίας στις θαλάσσιες πύλες, ενώ η Ασία είναι αυτή που καταναλώνει το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας.
Η Κίνα έχει ήδη επενδύσει σε χερσαίους αγωγούς, λιμενικές υποδομές, στρατηγικά αποθέματα, μακροχρόνια συμβόλαια και εναλλακτικά δίκτυα μεταφορών. Δεν χρειάζεται να ελέγξει στρατιωτικά τον Ορμούζ. Χρειάζεται να μειώσει την πιθανότητα παράλυσης της οικονομίας της σε περίπτωση αστάθειας.
Η Ινδία βρίσκεται σε πιο σύνθετη θέση. Διατηρεί σχέσεις με τη Ρωσία, το Ιράν, τις αραβικές μοναρχίες και τις Ηνωμένες Πολιτείες, επιδιώκοντας να μη βρεθεί εγκλωβισμένη σε μία στρατηγική επιλογή. Η στάση της δεν αποτελεί αδυναμία, αλλά έκφραση στρατηγικής αυτονομίας.
Για τη Ρωσία, η κρίση ενισχύει τη σημασία των χερσαίων ενεργειακών διαδρομών και των πολιτικά ελεγχόμενων δικτύων. Όσο περισσότερο η θαλάσσια ενέργεια γίνεται ασταθής, τόσο αυξάνεται η αξία των διαδρομών που προστατεύονται από γεωγραφική εγγύτητα και πολιτική εμπιστοσύνη.
Η ενέργεια παύει έτσι να αποτελεί μία ενιαία παγκόσμια αγορά. Το πετρέλαιο δεν είναι απλώς πετρέλαιο. Είναι πετρέλαιο που περνά από συγκεκριμένο στενό, απαιτεί συγκεκριμένη ασφάλιση, τιμολογείται σε συγκεκριμένο νόμισμα και εξαρτάται από συγκεκριμένες πολιτικές και στρατιωτικές εγγυήσεις.
Η παγκόσμια αγορά δεν εξαφανίζεται. Κατακερματίζεται σε ασιατικές, ευρασιατικές, ατλαντικές και περιφερειακές αγορές, οι οποίες λειτουργούν όλο και περισσότερο με διμερείς συμφωνίες, εθνικά νομίσματα, κρατικές εγγυήσεις και πολιτικά προστατευμένες διαδρομές.
Οι BRICS δεν χρειάζεται να συγκροτήσουν ενιαίο στόλο για να αποκτήσουν στρατηγική σημασία. Αρκεί να δημιουργήσουν ένα σύστημα στο οποίο οι ενεργειακές ροές μπορούν να συνεχιστούν ακόμη και όταν οι δυτικοί μηχανισμοί θεωρούν μια διαδρομή επικίνδυνη ή πολιτικά ανεπιθύμητη.
Η πραγματική πρόκληση προς τη Δύση δεν είναι η άμεση αντικατάσταση του αμερικανικού ναυτικού. Είναι η δημιουργία ενός κόσμου όπου το αμερικανικό ναυτικό δεν αποτελεί πλέον τον μοναδικό απαραίτητο εγγυητή της παγκόσμιας οικονομικής λειτουργίας.
Η Ευρώπη, αντίθετα, βρίσκεται σε δυσμενέστερη θέση. Εξαρτάται περισσότερο από θαλάσσιες εισαγωγές, διεθνείς ασφαλιστικές αγορές, ακριβές εναλλακτικές διαδρομές και εξωτερικές στρατιωτικές εγγυήσεις. Εάν η κρίση παραταθεί, το αποτέλεσμα δεν θα είναι μόνο υψηλότερες τιμές, αλλά και σχετική απώλεια ανταγωνιστικότητας απέναντι στην Ασία.
Η κρίση δεν δημιουργεί τη μετατόπιση του παγκόσμιου κέντρου βάρους προς την Ασία. Την επιταχύνει.
Η κρίση των αμερικανικών εγγυήσεων
Η κρίση στον Περσικό Κόλπο αμφισβητεί όχι μόνο την ικανότητα προστασίας μιας θαλάσσιας διαδρομής, αλλά και την αξιοπιστία του αμερικανικού συστήματος εγγυήσεων.
Για δεκαετίες, οι μοναρχίες του Κόλπου βασίστηκαν στην υπόθεση ότι όσο μεγαλύτερη ήταν η στρατηγική τους σημασία για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τόσο πιο βέβαιη θα ήταν η αμερικανική προστασία τους. Η υπόθεση αυτή λειτουργούσε όσο η αμερικανική ισχύς μπορούσε να παρουσιάζεται ως άμεση, απεριόριστη και αποφασιστική.
Σήμερα, όμως, γίνεται ορατή η διαφορά ανάμεσα στη στρατιωτική δυνατότητα και στην πολιτική πρόθεση χρήσης της.
Η παρουσία αμερικανικών βάσεων, πλοίων και αεροσκαφών σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επέμβουν. Δεν σημαίνει ότι θα επέμβουν ανεξάρτητα από το κόστος. Η παρουσία δεν είναι το ίδιο με την εγγύηση.
Η Ουάσιγκτον έχει λόγους να αποφεύγει έναν πόλεμο χωρίς σαφές τέλος με το Ιράν. Μια πλήρης σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει επιθέσεις σε βάσεις και συμμάχους, παρατεταμένη διατάραξη ενεργειακών ροών, διεύρυνση του πολέμου στην Υεμένη και παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες.
Έτσι δημιουργείται μια αντίφαση: οι σύμμαχοι ζητούν απόλυτη προστασία, ενώ η αμερικανική ηγεσία επιδιώκει περιορισμένη στρατηγική διαχείριση.
Η στρατηγική εμπιστοσύνη δεν καταρρέει μόνο όταν ένας σύμμαχος εγκαταλείπεται. Καταρρέει όταν ο σύμμαχος δεν μπορεί πλέον να προβλέψει με βεβαιότητα τη συμπεριφορά του προστάτη του.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν πολλαπλά θέατρα: Κίνα στον Ινδο-Ειρηνικό, Ρωσία στην ευρωπαϊκή και ευρασιατική ζώνη, παγκόσμιες θαλάσσιες γραμμές, δημοσιονομικές πιέσεις και περιορισμένα αποθέματα στρατιωτικών μέσων. Κάθε πρόσθετη εμπλοκή στον Κόλπο έχει κόστος ευκαιρίας.
Ένα αεροπλανοφόρο που δεσμεύεται στον Κόλπο δεν βρίσκεται αλλού. Ένα σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας που χρησιμοποιείται μαζικά στην περιοχή δεν είναι διαθέσιμο σε άλλο θέατρο. Ένα απόθεμα αναχαιτιστικών πυραύλων που καταναλώνεται απέναντι σε φθηνά drones πρέπει να αναπληρωθεί.
Η αμερικανική αποστολή μετατοπίζεται έτσι από την απόλυτη προστασία στη διαχείριση κινδύνου. Ο στόχος δεν είναι πλέον η πλήρης εξάλειψη κάθε απειλής, αλλά η παρακολούθηση, ο περιορισμός των επιθέσεων, η προστασία των πιο κρίσιμων στόχων και η αποφυγή γενικευμένης σύγκρουσης.
Η προστασία υπόσχεται κανονικότητα. Η επιτήρηση αποδέχεται την αβεβαιότητα. Η προστασία υποστηρίζει ότι ο χώρος ελέγχεται. Η επιτήρηση αναγνωρίζει ότι ο χώρος παραμένει αμφισβητούμενος.
Αυτή είναι η ουσία της μετάβασης.
Από την παγκόσμια κυριαρχία στις περιφερειακές ζώνες άρνησης
Η βαθύτερη συνέπεια της κρίσης δεν αφορά μόνο τον Κόλπο. Αφορά τη δυνατότητα μιας δύναμης να προβάλλει ισχύ ταυτόχρονα σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Οι αντίπαλοι της αμερικανικής ισχύος δεν χρειάζεται να επιτύχουν συνολική στρατιωτική νίκη. Αρκεί να δημιουργήσουν περιφερειακές ζώνες άρνησης πρόσβασης, μέσα στις οποίες η αμερικανική παρουσία γίνεται ακριβή, αβέβαιη και πολιτικά δύσχρηστη.
Το νέο μοντέλο πολέμου δεν απαιτεί τον έλεγχο ολόκληρης μιας θάλασσας. Αρκεί ο έλεγχος ή η απειλή ελέγχου ενός στενού, ενός λιμανιού, μιας ενεργειακής εξόδου ή μιας κρίσιμης διαδρομής. Η γεωγραφία δεν καταργείται από την τεχνολογία. Αντίθετα, τα chokepoints αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Ο Κόλπος λειτουργεί ως πρότυπο μιας ευρύτερης γεωπολιτικής μετάβασης. Στον Ινδο-Ειρηνικό, η Κίνα οικοδομεί αντίστοιχες ζώνες περιορισμού. Στη Μαύρη Θάλασσα, η Ρωσία αμφισβητεί την ελεύθερη επιχειρησιακή δράση των δυτικών ναυτικών δυνάμεων. Στην Ερυθρά Θάλασσα, η Υεμένη απέδειξε ότι ακόμη και ένας υβριδικός ή μη κρατικός δρώντας μπορεί να επηρεάσει παγκόσμιες εμπορικές ροές χωρίς κλασικό στόλο.
Το πρόβλημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι η στρατηγική υπερεξάπλωση. Καλούνται να εγγυηθούν ταυτόχρονα την ενεργειακή ροή στον Κόλπο, την ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας, την αποτροπή στην Ανατολική Ασία, την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τη διατήρηση της παγκόσμιας ναυτικής παρουσίας.
Όταν μια δύναμη πρέπει να βρίσκεται παντού, η ισχύς της διαχέεται. Όταν οι αντίπαλοι μπορούν να επιλέγουν πού και πότε θα δημιουργήσουν κρίση, αποκτούν το πλεονέκτημα της πρωτοβουλίας. Η αμερικανική στρατηγική μετατρέπεται από επιβολή όρων σε διαρκή διαχείριση ζημιών.
Η παγκόσμια κυριαρχία δεν τελειώνει όταν μια αυτοκρατορία χάνει όλα τα στρατεύματά της. Αρχίζει να τελειώνει όταν η γεωγραφία παύει να υπακούει ενιαία στη στρατηγική της.
Η γεωγραφία ως όπλο οικονομικής αναδιάταξης
Η γεωγραφία μετατρέπεται πλέον σε εργαλείο οικονομικής αναδιάταξης. Όποιος ελέγχει ή απειλεί τις κρίσιμες διόδους δεν χρειάζεται να καταστρέψει την παγκόσμια οικονομία. Αρκεί να αυξήσει το κόστος, να επιβάλει καθυστερήσεις και να δημιουργήσει αβεβαιότητα.
Η ίδια ποσότητα πετρελαίου ή εμπορευμάτων δεν έχει πλέον την ίδια αξία σε κάθε διαδρομή. Η ασφάλιση, ο χρόνος άφιξης, η πιθανότητα διακοπής και η ανάγκη στρατιωτικής προστασίας αποτελούν πλέον μέρος της γεωπολιτικής αξίας του προϊόντος.
Η οικονομική ασφάλεια παύει να ταυτίζεται με την απρόσκοπτη παγκοσμιοποίηση. Μετατρέπεται σε ζήτημα στρατηγικής αυτονομίας. Κάθε κράτος που εξαρτάται από μία μόνο θαλάσσια πύλη, έναν μόνο αγωγό ή μία μόνο δύναμη προστασίας βρίσκεται σε μειονεκτική θέση.
Το πραγματικό πλήγμα για το παλαιό σύστημα δεν είναι απαραίτητα το μόνιμο κλείσιμο των θαλάσσιων οδών. Αρκεί να γίνει σαφές ότι μπορούν να κλείσουν, να περιοριστούν ή να λειτουργήσουν μόνο υπό συγκεκριμένους πολιτικούς όρους.
Από τη στιγμή που η πιθανότητα διακοπής γίνεται μόνιμη παράμετρος, οι οικονομίες αρχίζουν να οργανώνονται διαφορετικά: με εναλλακτικές αλυσίδες εφοδιασμού, στρατηγικά αποθέματα, χερσαίους διαδρόμους, περιφερειακά λιμάνια, διμερείς συμφωνίες και μη δυτικά δίκτυα πληρωμών.
Το νέο ερώτημα δεν είναι ποιος ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου. Είναι ποιος μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί όταν το παγκόσμιο εμπόριο διασπάται σε ζώνες αβεβαιότητας.
Η κρίση της στρατηγικής αυτονομίας των περιφερειακών δυνάμεων
Η κρίση αποκαλύπτει και την αδυναμία των περιφερειακών κρατών να παραμείνουν απλοί καταναλωτές ασφάλειας.
Οι μοναρχίες του Κόλπου δεν μπορούν να αποκοπούν πλήρως από την αμερικανική στρατιωτική παρουσία. Αντιλαμβάνονται όμως ότι η εξάρτηση από μία μόνο δύναμη τις καθιστά ευάλωτες σε αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός της περιοχής.
Η νέα τάση δεν είναι απαραίτητα η εγκατάλειψη των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά η πολυδιάστατη εξισορρόπηση: διάλογος με το Ιράν, κινεζική διαμεσολάβηση, ρωσικοί δίαυλοι, πακιστανική διαμεσολάβηση, τουρκική εξισορρόπηση και αξιοποίηση του Ομάν ή του Κατάρ ως ενδιάμεσων.
Το κράτος που μέχρι χθες ζητούσε αποκλειστικά προστασία, σήμερα ζητά επιλογές. Δεν εγκαταλείπει κατ’ ανάγκη τον παλαιό προστάτη, αλλά δεν επιθυμεί πλέον να εξαρτάται αποκλειστικά από αυτόν.
Το Ιράν, από την άλλη πλευρά, επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωγραφική και στρατιωτική του θέση σε πολιτικό πλεονέκτημα. Δεν χρειάζεται να ελέγξει πλήρως όλες τις θαλάσσιες οδούς. Αρκεί να καταστήσει σαφές ότι καμία ενεργειακή ροή δεν μπορεί να θεωρείται ανεξάρτητη από τη δική του ασφάλεια και τις πολιτικές του απαιτήσεις.
Η περιοχή παύει έτσι να αποτελεί απλώς χώρο ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Μετατρέπεται σε ενεργό γεωπολιτικό υποκείμενο.
Η γέννηση περιφερειακών συστημάτων ασφάλειας
Η αποδυνάμωση της ενιαίας αμερικανικής εγγύησης δεν δημιουργεί ένα κενό που παραμένει ακάλυπτο. Το κενό αρχίζει να καλύπτεται από περιφερειακές συνεννοήσεις, προσωρινές συμμαχίες, ενεργειακές συμφωνίες, διαύλους επικοινωνίας και νέες μορφές στρατηγικής αλληλεξάρτησης.
Οι δομές αυτές δεν εμφανίζονται απαραίτητα ως επίσημες στρατιωτικές συμμαχίες. Μπορεί να ξεκινούν ως συμφωνίες μη επίθεσης, διπλωματικές επαφές ή μηχανισμοί διαχείρισης της θαλάσσιας κυκλοφορίας. Στην πράξη, όμως, δημιουργούν ένα νέο περιφερειακό σύστημα κανόνων μέσα στο οποίο καμία εξωτερική δύναμη δεν μπορεί να κινείται ανεμπόδιστα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει δημιουργηθεί ενιαίο αντιδυτικό μπλοκ. Τα κράτη του Κόλπου έχουν διαφορετικά συμφέροντα και διαφορετικές σχέσεις με την Ουάσιγκτον, την Τεχεράνη, το Πεκίνο και τη Μόσχα. Κοινό τους σημείο είναι όμως η ανάγκη να μην εξαρτάται η επιβίωσή τους από μία μοναδική στρατηγική πρωτεύουσα.
Το Ομάν μπορεί να λειτουργεί ως δίαυλος, το Κατάρ ως μεσολαβητής, το Πακιστάν ως στρατηγικός ενδιάμεσος, η Τουρκία ως ανεξάρτητος περιφερειακός παίκτης και η Κίνα ως οικονομικός και πολιτικός σταθεροποιητής. Δεν συγκροτούν ενιαία διοίκηση, αλλά συμβάλλουν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου κανείς δεν μπορεί να επιβάλει μόνος του τους όρους.
Το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός πολυεπίπεδου συστήματος ασφάλειας στον Κόλπο, όπου στρατιωτική ισχύς, ενεργειακή διασύνδεση, διπλωματία και έλεγχος των θαλάσσιων πυλών θα λειτουργούν ως αλληλένδετα εργαλεία.
Αυτό είναι το πραγματικό πέρασμα από την αμερικανική ηγεμονία στην πολυπολική διαχείριση: όχι η εξαφάνιση της αμερικανικής ισχύος, αλλά η απώλεια του αποκλειστικού δικαιώματος καθορισμού των κανόνων.
Η πολιτική του κόστους και η αποτροπή χωρίς βεβαιότητα
Η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα δεν βασίζεται αποκλειστικά στην κατάληψη εδαφών ή στην καταστροφή στρατιωτικών μονάδων. Βασίζεται στην επιβολή κόστους.
Μια δύναμη μπορεί να μην έχει τη δυνατότητα να νικήσει ολοκληρωτικά τον αντίπαλό της, αλλά μπορεί να καταστήσει κάθε του κίνηση υπερβολικά ακριβή. Η απειλή δεν χρειάζεται να οδηγήσει σε μόνιμο αποκλεισμό. Αρκεί να αυξήσει τα ασφάλιστρα, να απαιτήσει περισσότερες συνοδείες, να επιβάλει καθυστερήσεις, να αλλάξει τις διαδρομές των πλοίων και να μετατρέψει μια εμπορική μεταφορά σε στρατιωτική επιχείρηση.
Η ασύμμετρη στρατηγική δεν επιδιώκει πάντοτε την καταστροφή του ισχυρότερου. Επιδιώκει να τον αναγκάσει να πληρώνει συνεχώς περισσότερο για να διατηρεί την ίδια κατάσταση.
Παράλληλα, η κλασική αποτροπή, η οποία στηριζόταν στην προβλεψιμότητα, γίνεται δυσκολότερη. Δεν είναι πάντα σαφές ποιος επιτέθηκε, από πού προήλθε η επίθεση ή ποιο θα είναι το επόμενο πλήγμα. Η ασάφεια λειτουργεί ως ασπίδα για τον επιτιθέμενο και ως παγίδα για τον ισχυρότερο.
Η Ουάσιγκτον πρέπει πλέον να αποφασίζει όχι μόνο εάν μπορεί να απαντήσει, αλλά και εάν μπορεί να αποδείξει την ευθύνη, να δικαιολογήσει την αντίδραση και να αντέξει τις συνέπειες της κλιμάκωσης.
Η στρατηγική πρωτοβουλία περνά έτσι σε εκείνον που μπορεί να επιβάλλει το δίλημμα χωρίς να αναλαμβάνει ολόκληρο το κόστος του πολέμου.
Από την άρνηση πρόσβασης στην πολιτική αναγνώριση
Το στρατηγικό ζητούμενο του Ιράν δεν περιορίζεται στην παρεμπόδιση της αμερικανικής ή δυτικής πρόσβασης στον Περσικό Κόλπο. Η άρνηση πρόσβασης αποτελεί το στρατιωτικό εργαλείο. Ο πραγματικός στόχος είναι η μετατροπή αυτής της ικανότητας σε πολιτική ισχύ.
Εάν η ασφάλεια των θαλάσσιων πυλών, η ενεργειακή ροή και η περιφερειακή ισορροπία εξαρτώνται από τις δυνατότητες του Ιράν, τότε η Τεχεράνη παύει να είναι απλώς ένας παράγοντας που πρέπει να περιοριστεί. Μετατρέπεται σε αναγκαίο συνομιλητή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει ήδη επιτευχθεί πλήρης πολιτική αναγνώριση του ιρανικού ρόλου. Σημαίνει όμως ότι η παλαιά λογική της απομόνωσης δυσκολεύεται να λειτουργήσει χωρίς κόστος για όσους την εφαρμόζουν.
Το πιθανότερο επόμενο στάδιο δεν θα είναι απαραίτητα μια επίσημη συμφωνία. Θα είναι μια μορφή διαχειριζόμενης αναγνώρισης: το Ιράν θα εξακολουθεί να θεωρείται αντίπαλος, αλλά ταυτόχρονα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως δύναμη χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει σταθερότητα στον Κόλπο.
Η στρατιωτική ισχύς αποκτά έτσι την ανώτερη γεωπολιτική της λειτουργία. Δεν χρησιμεύει μόνο για να κλείνει δρόμους. Χρησιμεύει για να επιβάλλει την παρουσία ενός κράτους στο τραπέζι όπου αποφασίζονται οι κανόνες.
Η επόμενη σύγκρουση θα αφορά τους κανόνες
Το κρίσιμο ζήτημα μετά τη στρατιωτική αναμέτρηση δεν είναι μόνο εάν ο Ορμούζ θα ανοίξει ή εάν θα αποκατασταθούν οι θαλάσσιες μεταφορές. Είναι με ποιους όρους θα λειτουργήσει ξανά η θαλάσσια κυκλοφορία.
Εάν μια περιφερειακή δύναμη μπορεί να επηρεάζει την πρόσβαση, να επιβάλλει κινδύνους, να επηρεάζει την ασφάλιση και να καθορίζει ποια πλοία κινούνται και υπό ποιες προϋποθέσεις, τότε η θάλασσα μετατρέπεται από κοινόχρηστο χώρο σε αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης.
Ακόμη και μια συμφωνία αποκλιμάκωσης δεν θα ισοδυναμούσε με επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς. Το πέρασμα μπορεί να ανοίξει, αλλά η πολιτική του σημασία θα έχει αλλάξει. Οι ναυτιλιακές εταιρείες, οι ασφαλιστές, οι ενεργειακοί όμιλοι και οι κυβερνήσεις θα γνωρίζουν πλέον ότι η λειτουργία του δεν είναι τεχνικό δεδομένο. Είναι αποτέλεσμα ισορροπίας ισχύος.
Η επόμενη φάση της κρίσης, συνεπώς, θα κριθεί από το ποιος θα έχει το δικαίωμα να καθορίζει τους κανόνες της διέλευσης.
Η νέα ισορροπία δεν θα είναι επιστροφή στο παρελθόν
Ακόμη και αν οι θαλάσσιες μεταφορές αποκατασταθούν και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις περιοριστούν, η προηγούμενη γεωπολιτική κανονικότητα δεν πρόκειται να επιστρέψει.
Η κρίση έχει κλονίσει την κεντρική υπόθεση πάνω στην οποία στηρίχθηκε η αμερικανική παρουσία στον Κόλπο: ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να εγγυώνται απρόσκοπτα την ενεργειακή κυκλοφορία, να προστατεύουν τις μοναρχίες και να καθορίζουν μονομερώς τους κανόνες ασφαλείας.
Η Ουάσιγκτον δεν χάνει απλώς τον απόλυτο έλεγχο μιας θαλάσσιας περιοχής. Χάνει το αποκλειστικό δικαίωμα να ορίζει τι σημαίνει ασφάλεια στον Περσικό Κόλπο.
Το Ιράν, αντίστοιχα, δεν εξέρχεται απλώς ως μια χώρα που άντεξε στρατιωτικά. Εφόσον διατηρεί την ικανότητα να επηρεάζει τον Ορμούζ, να συνδέει τον Κόλπο με το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και να καθιστά ευάλωτες τις εναλλακτικές ενεργειακές διαδρομές, μετατρέπεται σε δύναμη που δεν μπορεί να παρακαμφθεί στον σχεδιασμό οποιασδήποτε περιφερειακής τάξης.
Το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι η εξαφάνιση της αμερικανικής ισχύος. Είναι η απώλεια της αποκλειστικότητάς της.
Ο Κόλπος εισέρχεται σε μια εποχή όπου η αμερικανική παρουσία θα παραμείνει σημαντική, αλλά δεν θα αποτελεί πλέον από μόνη της το θεμέλιο ολόκληρης της περιφερειακής τάξης. Η ασφάλεια, η ενέργεια, η ναυσιπλοΐα και η διπλωματία θα οργανώνονται μέσα από μια δύσκολη ισορροπία μεταξύ περιφερειακών και παγκόσμιων δυνάμεων.
Αυτό είναι το βαθύτερο γεωπολιτικό αποτέλεσμα της κρίσης: η μετάβαση από την ενιαία θαλασσοκρατική ομπρέλα σε ένα πολυκεντρικό σύστημα ζωνών ισχύος, όπου καμία δύναμη δεν μπορεί πλέον να θεωρεί ότι η παρουσία της ισοδυναμεί αυτομάτως με κυριαρχία.
Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών






