«Η ιστορία δεν αλλάζει όταν πέφτει μια κυβέρνηση. Αλλάζει όταν καταρρέει η αρχιτεκτονική ισχύος που κρατούσε ολόκληρο το διεθνές σύστημα ενωμένο.»
Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες οι πόλεμοι παύουν να αφορούν τα εδάφη που φλέγονται και αρχίζουν να καθορίζουν την πορεία ολόκληρων εποχών. Η σημερινή κρίση στη Μέση Ανατολή φαίνεται να αποτελεί μία από αυτές τις ιστορικές καμπές.
Για περισσότερο από επτά δεκαετίες, η αμερικανική ισχύς στηρίχθηκε σε μια σχετικά απλή αρχή: οι θαλάσσιες οδοί, οι ενεργειακές ροές, οι στρατιωτικές συμμαχίες και οι βασικές υποδομές του παγκόσμιου εμπορίου παρέμεναν, άμεσα ή έμμεσα, υπό την προστασία και τον έλεγχο της Ουάσιγκτον. Η τάξη αυτή δεν διαμορφώθηκε μόνο από την οικονομική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και από την ικανότητά τους να λειτουργούν ως ο τελικός εγγυητής της διεθνούς ασφάλειας.
Σήμερα, όμως, η εικόνα δείχνει να μεταβάλλεται. Η αντιπαράθεση με το Ιράν δεν εξελίσσεται πλέον ως μία ακόμη περιφερειακή κρίση. Πίσω από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, τις διπλωματικές κινήσεις και τον πόλεμο της πληροφορίας διακρίνεται μια βαθύτερη διαδικασία: η αμφισβήτηση της μονοπολικής διεθνούς τάξης και η σταδιακή ανάδυση ενός πολυπολικού συστήματος, όπου οι περιφερειακές δυνάμεις διεκδικούν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Η παρούσα ανάλυση εξετάζει αυτή τη μετάβαση μέσα από μια σειρά γεγονότων, πληροφοριών και γεωπολιτικών ενδείξεων. Ορισμένα στοιχεία βασίζονται σε επιβεβαιωμένα δεδομένα. Άλλα προέρχονται από πηγές που δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα και παρουσιάζονται ως εκτιμήσεις ή πληροφορίες συγκεκριμένης διαβάθμισης. Σκοπός δεν είναι η διατύπωση βεβαιοτήτων, αλλά η κατανόηση της συνολικής στρατηγικής εικόνας.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν το Ιράν μπορεί να αντέξει την πίεση ούτε αν οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν ακόμη την ισχυρότερη στρατιωτική μηχανή στον κόσμο. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος μιας γεωπολιτικής εποχής και στην αρχή μιας νέας, όπου η ισχύς δεν θα συγκεντρώνεται πλέον σε έναν μόνο πόλο, αλλά θα κατανέμεται ανάμεσα σε πολλούς περιφερειακούς δρώντες;
Το αν η απάντηση είναι καταφατική δεν θα κριθεί μόνο στα πεδία των μαχών της Μέσης Ανατολής. Θα κριθεί από το αν η Ουάσιγκτον μπορεί ακόμη να διατηρήσει την αρχιτεκτονική ισχύος που οικοδόμησε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή αν η διαδικασία μετάβασης προς έναν πολυπολικό κόσμο έχει ήδη καταστεί μη αναστρέψιμη.
Η Στρατηγική του «Σκοταδιού»: Τα Υποθαλάσσια Καλώδια ως Νέο Πεδίο Σύγκρουσης
«Όποιος ελέγχει τις γραμμές επικοινωνίας, ελέγχει τον ρυθμό του πολέμου.»Καρλ φον Κλαούζεβιτς
Οι μεγάλες γεωπολιτικές ανατροπές δεν προκύπτουν πάντοτε από μια αποφασιστική μάχη. Συχνά γεννιούνται τη στιγμή που αλλάζει το ίδιο το αντικείμενο της σύγκρουσης. Οι στρατοί μπορεί να παραμένουν οι ίδιοι, τα οπλικά συστήματα να μη μεταβάλλονται ουσιαστικά και τα μέτωπα να μοιάζουν σταθερά. Εκείνο που μετασχηματίζεται είναι ο στόχος.
Στον 21ο αιώνα, ο στόχος αυτός δεν περιορίζεται πλέον σε αεροπορικές βάσεις, ναυστάθμους ή στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Η πραγματική ισχύς βρίσκεται στις υποδομές που επιτρέπουν στη διεθνή οικονομία να λειτουργεί απρόσκοπτα. Η πληροφορία, οι χρηματοοικονομικές συναλλαγές, οι τηλεπικοινωνίες, οι υπηρεσίες cloud και τα παγκόσμια δίκτυα δεδομένων αποτελούν πλέον στρατηγικά αγαθά αντίστοιχης σημασίας με τα λιμάνια και τα πετρελαϊκά κοιτάσματα του προηγούμενου αιώνα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον πληροφορίες που προέρχονται από κύκλους με γνώση των εξελίξεων και σύμφωνα με τις οποίες η ιρανική ηγεσία έχει εγκρίνει σχέδιο έκτακτης ανάγκης για πιθανές επιχειρήσεις εναντίον υποθαλάσσιων τηλεπικοινωνιακών καλωδίων που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ και, μέσω των συμμάχων της στην Υεμένη, από το στενό Μπαμπ αλ Μαντέμπ. Οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να θεωρηθούν αποδεδειγμένο γεγονός.
Η διάκριση, ωστόσο, είναι κρίσιμη. Δεν γίνεται λόγος για επιχείρηση που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, αλλά για μια στρατηγική επιλογή η οποία, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί μόνο εάν η σύγκρουση οδηγηθεί σε επίπεδο γενικευμένης κλιμάκωσης. Η ύπαρξη ενός τέτοιου σχεδίου, ακόμη και χωρίς εφαρμογή του, μεταβάλλει ήδη τους υπολογισμούς όλων των εμπλεκομένων, καθώς εισάγει έναν νέο παράγοντα αποτροπής.
Από την οπτική της Τεχεράνης, μια τέτοια δυνατότητα δεν παρουσιάζεται ως εργαλείο έναρξης ενός πολέμου, αλλά ως μέσο απάντησης σε έναν πόλεμο που θεωρεί ότι έχει ήδη επιβληθεί εναντίον της μέσω στρατιωτικών επιχειρήσεων, οικονομικών κυρώσεων και διπλωματικής πίεσης. Εφόσον η αντιπαράθεση περάσει σε νέο στάδιο, το πεδίο της δεν θα περιορίζεται πλέον σε στρατιωτικούς στόχους. Θα επεκτείνεται στις κρίσιμες υποδομές που συντηρούν την παγκόσμια οικονομική τάξη.
Η σημασία των υποθαλάσσιων καλωδίων δεν είναι εύκολο να υπερεκτιμηθεί. Μέσω αυτών διακινείται η συντριπτική πλειονότητα της διεθνούς ψηφιακής επικοινωνίας. Από αυτά εξαρτώνται οι τραπεζικές συναλλαγές, οι χρηματοπιστωτικές αγορές, η λειτουργία των πολυεθνικών επιχειρήσεων, η ναυτιλία, τα συστήματα logistics και ένα τεράστιο μέρος της καθημερινής οικονομικής δραστηριότητας. Η ενδεχόμενη διακοπή τους δεν θα συνιστούσε απλώς ένα ακόμη στρατιωτικό πλήγμα, αλλά μια άμεση αμφισβήτηση της ίδιας της λειτουργίας του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού συστήματος.
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη αλλαγή που επιφέρει η σημερινή κρίση. Η γεωπολιτική αντιπαράθεση δεν αφορά πλέον αποκλειστικά τον έλεγχο των ενεργειακών οδών ή των θαλάσσιων περασμάτων. Αφορά τον έλεγχο των δικτύων μέσω των οποίων κυκλοφορούν το κεφάλαιο, η πληροφορία και η οικονομική ισχύς. Όποιος μπορεί να απειλήσει αυτές τις αρτηρίες, αποκτά δυνατότητα επιρροής δυσανάλογη προς τη συμβατική στρατιωτική του ισχύ.
Ακριβώς γι' αυτό, η σύγκρουση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη περιφερειακή κρίση. Εφόσον οι στρατηγικές υποδομές μετατραπούν σε πεδίο αντιπαράθεσης, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στη Μέση Ανατολή. Θα αγγίξουν το σύνολο του διεθνούς οικονομικού συστήματος, επιβεβαιώνοντας ότι στη νέα εποχή η ισχύς δεν μετριέται μόνο με τον αριθμό των στρατευμάτων ή των πυραύλων, αλλά και με την ικανότητα διατάραξης των δικτύων που κρατούν συνδεδεμένο τον κόσμο.
Η Διάρρηξη της Αμερικανικής Αρχιτεκτονικής: Ο Κόλπος Αναζητά Νέα Ισορροπία
«Δεν υπάρχουν μόνιμοι φίλοι ούτε μόνιμοι εχθροί. Υπάρχουν μόνο μόνιμα συμφέροντα.»Λόρδος Πάλμερστον
Εάν η πιθανότητα στοχοποίησης κρίσιμων υποδομών αποκαλύπτει ότι η φύση του πολέμου μεταβάλλεται, οι τελευταίες διπλωματικές εξελίξεις δείχνουν ότι μεταβάλλεται ταυτόχρονα και η πολιτική γεωγραφία της Μέσης Ανατολής. Η στρατηγική εικόνα δεν αλλάζει μόνο στο πεδίο των επιχειρήσεων, αλλά και στο πεδίο των συμμαχιών.
Για περισσότερες από επτά δεκαετίες, η αμερικανική παρουσία στον Περσικό Κόλπο βασίστηκε σε μια αδιαμφισβήτητη παραδοχή: ότι οι αραβικές μοναρχίες θεωρούσαν την Ουάσιγκτον τον μοναδικό εγγυητή της ασφάλειάς τους απέναντι στις περιφερειακές απειλές. Η σχέση αυτή αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο της μεταπολεμικής τάξης στη Μέση Ανατολή, επιτρέποντας στις Ηνωμένες Πολιτείες να διατηρούν στρατιωτικές βάσεις, να ελέγχουν ζωτικούς θαλάσσιους διαδρόμους και να επηρεάζουν καθοριστικά τις πολιτικές εξελίξεις της περιοχής.
Σήμερα, όμως, εμφανίζονται ενδείξεις ότι αυτή η σχέση εισέρχεται σε μια νέα φάση. Σύμφωνα με πληροφορίες που δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, ο διάδοχος του σαουδαραβικού θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ενημέρωσε προσωπικά τον Ντόναλντ Τραμπ ότι η Σαουδική Αραβία δεν προτίθεται να επιτρέψει τη χρήση του εναέριου χώρου ή των στρατιωτικών της εγκαταστάσεων για επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν. Οι ίδιες πηγές υποστηρίζουν ότι ζήτησε επίσης από την Ουάσιγκτον να τερματίσει τη στρατιωτική εμπλοκή της.
Εφόσον οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, η σημασία τους υπερβαίνει κατά πολύ το επιχειρησιακό επίπεδο. Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις διαθέτουν τη δυνατότητα να επιχειρήσουν ακόμη και χωρίς σαουδαραβικές βάσεις. Εκείνο που τίθεται υπό αμφισβήτηση δεν είναι η στρατιωτική τους ικανότητα, αλλά η πολιτική νομιμοποίηση της περιφερειακής τους παρουσίας.
Στη γεωπολιτική, οι αυτοκρατορίες δεν αρχίζουν να υποχωρούν όταν χάνουν τη στρατιωτική υπεροχή τους. Υποχωρούν όταν οι σύμμαχοί τους παύουν να θεωρούν ότι η δική τους ασφάλεια ταυτίζεται με τα συμφέροντα της ηγεμονικής δύναμης. Από εκείνη τη στιγμή, η συμμαχία μετατρέπεται σταδιακά από σχέση εξάρτησης σε σχέση διαπραγμάτευσης.
Ανάλογες τάσεις διακρίνονται και σε άλλα κράτη του Κόλπου. Το Κατάρ εμφανίζεται ολοένα πιο προσεκτικό ως προς τον ρόλο που επιθυμεί να διαδραματίσει σε μια ενδεχόμενη γενικευμένη σύγκρουση, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα φαίνεται να επιδιώκουν τη διατήρηση λειτουργικών διαύλων επικοινωνίας με την Τεχεράνη. Η επιλογή αυτή δεν προκύπτει απαραίτητα από ιδεολογική μεταστροφή ούτε από εγκατάλειψη των σχέσεων με τη Δύση. Αντανακλά, κυρίως, μια ρεαλιστική αξιολόγηση του κόστους που θα είχε μια περιφερειακή ανάφλεξη για τις ίδιες τις οικονομίες και την εσωτερική τους σταθερότητα.
Το ουσιαστικό ερώτημα που φαίνεται να απασχολεί πλέον τις ηγεσίες του Κόλπου δεν είναι ποιος διαθέτει την ισχυρότερη στρατιωτική μηχανή. Είναι ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι μια περιφερειακή κρίση δεν θα μεταφερθεί στο έδαφός τους. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι πλέον τόσο αυτονόητη όσο ήταν πριν από μία δεκαετία.
Αυτό ίσως αποτελεί και τη βαθύτερη γεωπολιτική μεταβολή της παρούσας κρίσης. Οι μοναρχίες του Κόλπου δεν δείχνουν πλέον να αντιμετωπίζουν την αμερικανική παρουσία ως τη μοναδική εγγύηση της επιβίωσής τους. Αντιθέτως, φαίνεται να αναζητούν μεγαλύτερο βαθμό στρατηγικής αυτονομίας, επιδιώκοντας να διατηρούν ταυτόχρονα σχέσεις με την Ουάσιγκτον, την Τεχεράνη, το Πεκίνο και άλλους περιφερειακούς δρώντες.
Εάν αυτή η τάση εδραιωθεί, τότε η σημερινή κρίση θα μείνει στην ιστορία όχι μόνο ως ακόμη μία αντιπαράθεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, αλλά ως η περίοδος κατά την οποία οι αραβικές χώρες του Κόλπου άρχισαν να μεταβαίνουν από ένα σύστημα μονοπολικής εξάρτησης σε ένα καθεστώς πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής. Και αυτή ακριβώς η μετάβαση αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη ένδειξη ότι η μεταπολεμική αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας εισέρχεται σταδιακά σε φάση αναδιάταξης, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ' ανάγκην ότι έχει ήδη καταρρεύσει.
Η Νέα Περιφερειακή Αρχιτεκτονική: Από την Αμερικανική Προστασία στην Ευρασιατική Ισορροπία
«Ο σοφός ηγεμόνας δεν επιδιώκει να κυριαρχήσει σε όλους, αλλά να διατηρήσει την ισορροπία ανάμεσα στις δυνάμεις.»Κάουτιλια, Αρθασάστρα
Εάν οι σχέσεις ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τις αραβικές μοναρχίες εισέρχονται σε μια περίοδο αναπροσαρμογής, τότε το επόμενο ερώτημα είναι αναπόφευκτο: ποιος θα καλύψει το στρατηγικό κενό που ενδέχεται να δημιουργηθεί;
Η απάντηση που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια διαφέρει ουσιαστικά από εκείνη των προηγούμενων δεκαετιών. Δεν αναδύεται μια νέα υπερδύναμη που φιλοδοξεί να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στον ίδιο ρόλο. Αντίθετα, φαίνεται να συγκροτείται ένα αποκεντρωμένο σύστημα περιφερειακών συνεργασιών, στο οποίο οι ίδιες οι χώρες της Μέσης Ανατολής και της ευρύτερης Ευρασίας επιδιώκουν να διαμορφώσουν την ισορροπία ισχύος χωρίς την αποκλειστική διαμεσολάβηση μιας εξωπεριφερειακής δύναμης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν. Τον Ιανουάριο, στο πλαίσιο της πολυεθνικής άσκησης Spears of Victory, το Πακιστάν ανέπτυξε στη Σαουδική Αραβία μαχητικά αεροσκάφη F-16 και JF-17, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας. Το γεγονός αυτό είναι επιβεβαιωμένο και παρουσιάστηκε επισήμως ως μέρος κοινής στρατιωτικής εκπαίδευσης.
Ωστόσο, σύμφωνα με πληροφορίες που κυκλοφορούν σε διπλωματικούς και στρατιωτικούς κύκλους, η ανάπτυξη αυτή ενδέχεται να μην είχε αποκλειστικά εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Οι ίδιες πηγές υποστηρίζουν ότι μετά την υπογραφή των πρόσφατων αμυντικών συμφωνιών μεταξύ Ριάντ και Ισλαμαμπάντ μεταφέρθηκαν στη Σαουδική Αραβία πρόσθετες πακιστανικές στρατιωτικές δυνάμεις και εξοπλισμός. Οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, αλλά, εάν αποδειχθούν ακριβείς, θα σηματοδοτούν τη μετάβαση από μια περιστασιακή συνεργασία σε έναν περισσότερο μόνιμο στρατηγικό άξονα.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στο διπλωματικό επίπεδο. Για δεκαετίες, το Ομάν λειτουργούσε ως ο βασικός διαμεσολαβητής ανάμεσα στην Τεχεράνη και την Ουάσιγκτον. Σήμερα, όμως, υπάρχουν ενδείξεις ότι το Πακιστάν αναλαμβάνει σταδιακά έναν αντίστοιχο ρόλο, ιδιαίτερα μετά την πρόσφατη κλιμάκωση της σύγκρουσης. Εφόσον αυτή η μεταβολή παγιωθεί, δεν θα πρόκειται απλώς για αλλαγή μεσολαβητή, αλλά για μετατόπιση του ίδιου του γεωπολιτικού κέντρου βάρους προς την ευρασιατική ενδοχώρα.
Την ίδια στιγμή, η λεγόμενη «Συμφωνία της Μέκκας» παρουσιάζεται από αρκετούς αναλυτές ως μια προσπάθεια ευρύτερου συντονισμού ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και την Τουρκία, ενώ η Αίγυπτος αναφέρεται συχνά ως πιθανός μελλοντικός εταίρος ενός τέτοιου σχήματος. Η στάση του Ιράκ παραμένει κρίσιμη, καθώς η γεωγραφική και πολιτική του θέση μπορεί να προσδώσει πραγματικό στρατηγικό βάθος σε αυτή τη νέα περιφερειακή διάταξη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι πρώτες κινήσεις της νέας ηγεσίας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν. Μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Μοχσέν Ρεζαΐ πραγματοποίησε δημόσιες συναντήσεις πρώτα με τον πρέσβη της Κίνας στην Τεχεράνη και στη συνέχεια με τον υπουργό Εσωτερικών του Πακιστάν, Μοχσίν Νακβί. Οι συναντήσεις αυτές είναι καταγεγραμμένες δημοσίως, αν και το πλήρες περιεχόμενο των συνομιλιών τους δεν έχει γίνει γνωστό.
Στη διπλωματία, η σειρά των επαφών συχνά αποκαλύπτει περισσότερα από τις επίσημες ανακοινώσεις. Η επιλογή των πρώτων συνομιλητών λειτουργεί ως ένδειξη των προτεραιοτήτων μιας νέας στρατηγικής. Εάν η Κίνα συνεχίσει να παρέχει πολιτική και οικονομική κάλυψη και το Πακιστάν αναλάβει ενεργότερο περιφερειακό ρόλο, τότε η Μέση Ανατολή δεν θα αποτελεί πλέον αποκλειστικά χώρο ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Θα μετατρέπεται σταδιακά σε έναν από τους πρώτους γεωγραφικούς χώρους όπου δοκιμάζεται στην πράξη η μετάβαση από τη μονοπολική στη πολυπολική διεθνή τάξη.
Η εξέλιξη αυτή δεν συνεπάγεται την άμεση αντικατάσταση της αμερικανικής επιρροής ούτε την εξαφάνισή της. Υποδηλώνει όμως ότι οι περιφερειακοί δρώντες αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη αυτονομία στη διαμόρφωση των δικών τους στρατηγικών επιλογών. Και όταν μια περιοχή παύει να οργανώνεται γύρω από έναν μοναδικό πόλο ισχύος, η ισορροπία του διεθνούς συστήματος αρχίζει ήδη να μεταβάλλεται.
Η αριθμητική της φθοράς: ποιος αιμορραγεί πραγματικά
«Όταν ο αντίπαλος εξαντλείται για να σε νικήσει, τότε η δική του ισχύς γίνεται το δικό σου όπλο.»Μάο Τσετούνγκ
Για περισσότερα από σαράντα χρόνια η Δύση αντιμετώπιζε τις οικονομικές κυρώσεις ως το αποτελεσματικότερο εργαλείο άσκησης γεωπολιτικής ισχύος. Η λογική ήταν ότι μια χώρα που αποκλείεται από τις διεθνείς αγορές, στερείται πρόσβασης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και αδυνατεί να χρηματοδοτήσει την οικονομία και τις ένοπλες δυνάμεις της, αργά ή γρήγορα θα αναγκαστεί να υποχωρήσει πολιτικά. Η σύγκρουση με το Ιράν, όμως, φαίνεται να αποκαλύπτει τα όρια αυτής της αντίληψης. Η Τεχεράνη εξακολουθεί ασφαλώς να υφίσταται σημαντικές πιέσεις, όμως για πρώτη φορά το κόστος του πολέμου αρχίζει να επιστρέφει και προς την πλευρά εκείνων που επιχείρησαν να την απομονώσουν.
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των τελευταίων μηνών έχουν οδηγήσει σε σημαντική κατανάλωση αμερικανικών πυραύλων υψηλής τεχνολογίας. Αναχαιτιστικά Patriot, SM-3 και SM-6, πύραυλοι Tomahawk και συστήματα JASSM χρησιμοποιούνται με ρυθμούς που η ίδια η αμερικανική αμυντική βιομηχανία δυσκολεύεται να αναπληρώσει. Οι διαθέσιμες ανοικτές εκτιμήσεις διαφέρουν ως προς τα ακριβή ποσοστά των αποθεμάτων, συγκλίνουν όμως σε ένα ουσιαστικό συμπέρασμα. Τα συγκεκριμένα οπλικά συστήματα δεν μπορούν να παραχθούν μέσα σε λίγους μήνες. Απαιτούν χρόνια, εξειδικευμένες γραμμές παραγωγής και δισεκατομμύρια δολάρια δημόσιων δαπανών. Κάθε πύραυλος που εκτοξεύεται σήμερα μετατρέπεται σε οικονομική επιβάρυνση για τα επόμενα χρόνια και αυτό σημαίνει ότι η φθορά δεν αφορά πλέον μόνο το πεδίο της μάχης αλλά και την ίδια τη βιομηχανική βάση των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία της ασύμμετρης στρατηγικής που ακολουθεί το Ιράν. Η Τεχεράνη γνωρίζει ότι δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την Ουάσιγκτον σε συνολική στρατιωτική ισχύ. Μπορεί όμως να αυξήσει συνεχώς το κόστος κάθε αμερικανικής αντίδρασης. Ένα σχετικά φθηνό drone ή ένας βαλλιστικός πύραυλος μπορεί να αναγκάσει τον αντίπαλο να χρησιμοποιήσει αναχαιτιστικά αξίας πολλών εκατομμυρίων δολαρίων. Με τον τρόπο αυτό ο πόλεμος μετατρέπεται σε πόλεμο οικονομικής εξάντλησης, όπου το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος διαθέτει τα πιο εξελιγμένα όπλα αλλά ποιος μπορεί να αντέξει περισσότερο τη συνεχή αιμορραγία πόρων.
Την ίδια στιγμή εμφανίζονται πληροφορίες που, εφόσον επιβεβαιωθούν, αποκτούν ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία. Σύμφωνα με πηγές που δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, περίπου δύο τόνοι χρυσού και τρία δισεκατομμύρια δολάρια μεταφέρθηκαν από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα προς το Ιράν. Η επικρατέστερη εκτίμηση δεν είναι ότι πρόκειται για οικονομική βοήθεια αλλά για αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων που είχαν παγώσει στο πλαίσιο των δυτικών κυρώσεων. Αν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε η σημασία του γεγονότος υπερβαίνει κατά πολύ την αξία των ίδιων των κεφαλαίων. Υποδηλώνει ότι ο μηχανισμός των κυρώσεων αρχίζει να εμφανίζει τις πρώτες ρωγμές και ότι ορισμένα περιφερειακά κράτη προσαρμόζουν ήδη τη στάση τους στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι λοιπόν τι συνέβη στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αλλά ποιος θα ακολουθήσει. Κάθε νέα αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων μειώνει την αποτελεσματικότητα του καθεστώτος κυρώσεων και αυξάνει την οικονομική ανθεκτικότητα της Τεχεράνης.
Στην εξίσωση αυτή υπάρχει και ένας παράγοντας που δύσκολα μπορεί πλέον να αγνοηθεί. Η Κίνα δεν περιορίζεται στον ρόλο του μεγαλύτερου εμπορικού εταίρου του Ιράν. Μέσω των χερσαίων διαδρόμων μεταφορών, των ενεργειακών συμφωνιών και της Πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος», προσφέρει στην Τεχεράνη μια εναλλακτική οικονομική αρχιτεκτονική απέναντι στο δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Δεν απαιτείται άμεση στρατιωτική εμπλοκή για να αλλάξουν οι συσχετισμοί ισχύος. Αρκεί η σταδιακή δημιουργία παράλληλων δικτύων εμπορίου, πληρωμών και μεταφορών που περιορίζουν την αποτελεσματικότητα των δυτικών κυρώσεων. Αυτή ίσως είναι και η βαθύτερη μεταβολή της εποχής μας. Η αντιπαράθεση δεν διεξάγεται πλέον μόνο με στρατούς και στόλους αλλά και με οικονομικούς διαδρόμους, χρηματοπιστωτικά συστήματα και εναλλακτικές αλυσίδες συνδεσιμότητας. Εκεί κρίνεται πλέον ένα μεγάλο μέρος της σύγκρουσης για τη νέα παγκόσμια τάξη.
Πόλεμος χωρίς έξοδο: η αυτοκρατορία μπροστά στο στρατηγικό αδιέξοδο
«Η κατάρρευση μιας μεγάλης δύναμης δεν αρχίζει όταν χάνει μάχες. Αρχίζει όταν δεν μπορεί πλέον να μετατρέψει τη δύναμή της σε πολιτικό αποτέλεσμα.»Ιμπν Χαλντούν
Το σημαντικότερο συμπέρασμα που προκύπτει από τις τελευταίες εξελίξεις δεν αφορά ούτε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ούτε τις διπλωματικές πρωτοβουλίες. Αφορά κάτι βαθύτερο. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να βρίσκονται αντιμέτωπες με μια κρίση από την οποία δυσκολεύονται να εξέλθουν χωρίς πολιτικό κόστος. Η στρατιωτική τους υπεροχή παραμένει αδιαμφισβήτητη, όμως η στρατηγική υπεροχή δεν κρίνεται μόνο από την ικανότητα διεξαγωγής ενός πολέμου. Κρίνεται κυρίως από την ικανότητα τερματισμού του με όρους που να μπορούν να παρουσιαστούν ως νίκη.
Στην περίπτωση του Ιράν αυτή η δυνατότητα μοιάζει ολοένα και πιο περιορισμένη. Για να αποχωρήσει η Ουάσιγκτον διατηρώντας το κύρος της, θα έπρεπε η Τεχεράνη να προσφέρει μια σημαντική και δημόσια παραχώρηση. Η εγκατάλειψη του προγράμματος εμπλουτισμού ουρανίου ή η παράδοση του ήδη εμπλουτισμένου υλικού θα μπορούσε να αποτελέσει μια τέτοια εξέλιξη. Ωστόσο τίποτε δεν δείχνει ότι η ιρανική ηγεσία εξετάζει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αντίθετα, οι κινήσεις της υποδηλώνουν ότι θεωρεί πως ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της και όχι εις βάρος της.
Σύμφωνα με πληροφορίες που δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, το πυρηνικό υλικό του Ιράν έχει ήδη διασπαρεί σε πολλαπλές τοποθεσίες, ενώ η γνώση της ακριβούς διάταξής του περιορίζεται σε έναν εξαιρετικά μικρό κύκλο προσώπων γύρω από τον Ανώτατο Ηγέτη και την ανώτατη στρατιωτική διοίκηση. Αν οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε οποιαδήποτε προσπάθεια εξουδετέρωσης του προγράμματος μέσω αεροπορικών πληγμάτων καθίσταται ακόμη δυσκολότερη. Το πρόβλημα παύει να είναι επιχειρησιακό και μετατρέπεται σε στρατηγικό.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η Τεχεράνη δεν φαίνεται να επιδιώκει μια συμβιβαστική λύση που θα επέτρεπε στην Ουάσιγκτον να αποχωρήσει διατηρώντας το κύρος της. Αντίθετα, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, οι Φρουροί της Επανάστασης θεωρούν πως η ιστορική συγκυρία προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία να επιβληθεί για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες μια αποχώρηση που θα εκληφθεί διεθνώς ως στρατηγική υποχώρηση. Δεν αναζητούν μια έντιμη έξοδο για τον αντίπαλο. Επιδιώκουν μια πολιτική ήττα που θα λειτουργήσει ως μήνυμα προς ολόκληρο το διεθνές σύστημα ότι ακόμη και η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του πλανήτη δεν μπορεί πλέον να επιβάλλει μονομερώς τη βούλησή της.
Το αδιέξοδο γίνεται ακόμη πιο σύνθετο αν ληφθεί υπόψη το διεθνές περιβάλλον. Η Ευρώπη παραμένει απορροφημένη από την ουκρανική κρίση και δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος στη Μέση Ανατολή. Οι χώρες των BRICS, παρά τις διαφορετικές επιδιώξεις τους, δεν ασκούν ουσιαστική πίεση προς την Τεχεράνη για υποχωρήσεις. Η Κίνα συνεχίζει να στηρίζει διακριτικά τη σταθερότητα του Ιράν, ενώ η Ρωσία βλέπει την αμερικανική εμπλοκή ως παράγοντα που περιορίζει την πίεση που δέχεται η ίδια σε άλλα μέτωπα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ουάσιγκτον δυσκολεύεται να συγκροτήσει τη διεθνή συναίνεση που χαρακτήριζε τις επεμβάσεις της προηγούμενης εποχής.
Έτσι διαμορφώνεται ένα παράδοξο που θυμίζει ορισμένες από τις πιο περίπλοκες συγκρούσεις της ιστορίας. Ο πόλεμος δεν μπορεί να τελειώσει, επειδή καμία πλευρά δεν είναι διατεθειμένη να προσφέρει στον αντίπαλό της το πολιτικό αποτέλεσμα που χρειάζεται. Ταυτόχρονα, όμως, δεν μπορεί ούτε να εξελιχθεί εύκολα σε ολοκληρωτική αναμέτρηση, καθώς το οικονομικό, στρατιωτικό και γεωπολιτικό κόστος μιας γενικευμένης σύγκρουσης θα ήταν δυσβάστακτο για όλους τους εμπλεκομένους. Το αποτέλεσμα είναι ένας παρατεταμένος πόλεμος φθοράς, στον οποίο η διάρκεια αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την ένταση και όπου κάθε μήνας που περνά μεταβάλλει σταδιακά τις ισορροπίες ισχύος.
Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο στρατηγικό πρόβλημα της αμερικανικής ηγεμονίας στη σημερινή συγκυρία. Δεν είναι ότι έχασε την ισχύ της. Είναι ότι η ισχύς αυτή δεν μεταφράζεται πλέον αυτόματα σε πολιτικό αποτέλεσμα. Και όταν μια αυτοκρατορία εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια δύναμη αλλά αδυνατεί να τη μετατρέψει σε σταθερή πολιτική τάξη, τότε αρχίζει να εμφανίζεται το φαινόμενο που η ιστορία έχει καταγράψει πολλές φορές: η μετάβαση από την περίοδο της κυριαρχίας στην περίοδο της διαχείρισης της παρακμής.
Το τέλος της αμερικανικής στιγμής και η επιστροφή της Ιστορίας
«Όταν μια δύναμη πιστεύει ότι η τάξη που δημιούργησε είναι αιώνια, τότε έχει ήδη αρχίσει να χάνει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται την Ιστορία.»Ζάο Τινγκγιάνγκ
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διατηρήσουν τις ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις στον κόσμο. Πιθανότατα θα τις διατηρήσουν για πολλά ακόμη χρόνια. Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό. Μπορούν ακόμη να καθορίζουν μόνες τους τους κανόνες του διεθνούς συστήματος ή βρισκόμαστε ήδη στη μετάβαση προς μια εποχή όπου η ισχύς θα κατανέμεται ανάμεσα σε πολλούς περιφερειακούς πόλους;
Για περισσότερο από πέντε αιώνες, από την άφιξη του Βάσκο ντα Γκάμα στον Ινδικό Ωκεανό μέχρι τη μεταπολεμική αμερικανική ηγεμονία, η παγκόσμια τάξη στηρίχθηκε σε μία βασική αρχή. Ο έλεγχος των θαλάσσιων οδών σήμαινε έλεγχο του εμπορίου, της οικονομίας και τελικά της παγκόσμιας πολιτικής. Η Πορτογαλία, η Ολλανδία, η Βρετανική Αυτοκρατορία και αργότερα οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κυριάρχησαν μόνο επειδή διέθεταν ισχυρούς στόλους. Κυριάρχησαν επειδή κατάφεραν να επιβάλουν ένα διεθνές σύστημα μέσα στο οποίο όλοι οι υπόλοιποι ήταν υποχρεωμένοι να λειτουργούν.
Η σημερινή κρίση δείχνει ότι αυτή η ιστορική περίοδος ίσως πλησιάζει στο τέλος της. Όχι επειδή εμφανίσθηκε μια νέα παγκόσμια αυτοκρατορία που αντικαθιστά την αμερικανική, αλλά επειδή αναδύονται ταυτόχρονα πολλαπλά κέντρα ισχύος τα οποία δεν αποδέχονται πλέον έναν μοναδικό ρυθμιστή των διεθνών σχέσεων. Η Κίνα οικοδομεί οικονομικά δίκτυα ανεξάρτητα από τη Δύση. Η Ρωσία αμφισβητεί ανοιχτά την αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας. Περιφερειακές δυνάμεις όπως η Τουρκία, το Ιράν, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν επιχειρούν να διαμορφώσουν τις δικές τους ισορροπίες χωρίς να περιμένουν την έγκριση της Ουάσιγκτον.
Αυτό που αλλάζει, επομένως, δεν είναι μόνο η κατανομή της ισχύος αλλά και η ίδια η φιλοσοφία της διεθνούς πολιτικής. Το μονοπολικό μοντέλο, στο οποίο μία δύναμη λειτουργεί ως τελικός εγγυητής της παγκόσμιας τάξης, αντικαθίσταται σταδιακά από ένα πολυπολικό σύστημα, όπου διαφορετικοί πολιτισμοί και διαφορετικά κράτη διεκδικούν το δικαίωμα να οργανώνουν τις δικές τους περιφέρειες σύμφωνα με τα δικά τους ιστορικά και πολιτισμικά πρότυπα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Μέση Ανατολή μετατρέπεται στο πρώτο μεγάλο εργαστήριο της νέας εποχής.
Η προσέγγιση ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν, την Τουρκία, το Κατάρ και, σε έναν βαθμό, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως μια συγκυριακή αντίδραση στην παρούσα κρίση. Αν αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά, θα αποτελέσει τον πυρήνα μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, στην οποία οι ίδιες οι χώρες της περιοχής θα επιδιώκουν να διαχειρίζονται τις ισορροπίες ισχύος χωρίς αποκλειστική εξάρτηση από μια εξωτερική υπερδύναμη. Η σιωπηλή υποστήριξη της Κίνας προσδίδει σε αυτή τη διαδικασία ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία, καθώς δημιουργεί τις οικονομικές προϋποθέσεις για να αποκτήσει διάρκεια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αμερικανική επιρροή εξαφανίζεται. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν απαράμιλλη στρατιωτική, οικονομική και τεχνολογική ισχύ. Σημαίνει όμως ότι η εποχή κατά την οποία μπορούσαν να επιβάλλουν μονομερώς τις αποφάσεις τους φαίνεται να φθάνει στα όριά της. Όσο περισσότερο οι περιφερειακές δυνάμεις αποκτούν αυτοπεποίθηση και εναλλακτικές επιλογές, τόσο δυσκολότερο γίνεται για οποιαδήποτε υπερδύναμη να λειτουργεί ως ο μοναδικός αρχιτέκτονας της διεθνούς τάξης.
Ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη συνέπεια της σημερινής κρίσης. Πίσω από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, τις διπλωματικές διαπραγματεύσεις και τις καθημερινές ειδήσεις εξελίσσεται μια πολύ βαθύτερη ιστορική διαδικασία. Δεν παρακολουθούμε απλώς ακόμη έναν πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Παρακολουθούμε την αργή μετάβαση από έναν κόσμο που οργανωνόταν γύρω από μία ηγεμονική δύναμη σε έναν κόσμο όπου διαφορετικοί πολιτισμοί, διαφορετικά κράτη και διαφορετικά κέντρα ισχύος διεκδικούν ταυτόχρονα τον δικό τους χώρο στην Ιστορία.
Η αυτοκρατορία χωρίς έξοδο
«Όταν αλλάζει η ισορροπία της ισχύος, αλλάζει και η γλώσσα της Ιστορίας.»Κιμ Γιουνγκ-Οκ (Doh-ol)
Η κρίση που εξελίσσεται σήμερα στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως ακόμη μία αντιπαράθεση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν. Όποιος περιορίζεται στις καθημερινές στρατιωτικές επιχειρήσεις, στους βομβαρδισμούς ή στις διπλωματικές δηλώσεις, παρακολουθεί μόνο την επιφάνεια των γεγονότων. Κάτω από αυτήν εξελίσσεται μια βαθύτερη ιστορική μεταβολή, η οποία αφορά την ίδια τη δομή του διεθνούς συστήματος.
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Ουάσιγκτον λειτουργούσε ως ο μοναδικός εγγυητής της παγκόσμιας τάξης. Οι στρατιωτικές επεμβάσεις, οι οικονομικές κυρώσεις, ο έλεγχος των θαλάσσιων οδών και η κυριαρχία του δολαρίου αποτελούσαν διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας πραγματικότητας. Η αμερικανική ισχύς δεν στηριζόταν μόνο στην οικονομία ή στις ένοπλες δυνάμεις της. Στηριζόταν κυρίως στην πεποίθηση ότι δεν υπήρχε καμία εναλλακτική αρχιτεκτονική διεθνούς ασφάλειας.
Αυτή ακριβώς η πεποίθηση φαίνεται σήμερα να αμφισβητείται. Η Σαουδική Αραβία ακολουθεί ολοένα πιο αυτόνομη πολιτική. Το Πακιστάν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητες. Η Τουρκία επιχειρεί να λειτουργήσει ως ανεξάρτητος γεωπολιτικός πόλος. Η Κίνα επεκτείνει την οικονομική και διπλωματική της επιρροή χωρίς να επιδιώκει άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση. Ακόμη και κράτη που παραδοσιακά εντάσσονταν στο αμερικανικό στρατόπεδο επιλέγουν πλέον να διατηρούν ανοικτούς διαύλους με όλες τις πλευρές, αποφεύγοντας την απόλυτη ευθυγράμμιση.
Το Ιράν αποτελεί μόνο έναν από τους καταλύτες αυτής της διαδικασίας. Η ουσία βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στο γεγονός ότι ολοένα και περισσότερα κράτη παύουν να αντιλαμβάνονται την Ουάσιγκτον ως τον μοναδικό αναπόφευκτο πόλο του διεθνούς συστήματος. Δεν πρόκειται απαραίτητα για αντιδυτική στροφή. Πρόκειται για την επιστροφή της γεωπολιτικής πολυμορφίας, όπου κάθε περιφέρεια επιχειρεί να αποκτήσει μεγαλύτερο βαθμό στρατηγικής αυτονομίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αμερικανική ισχύς καταρρέει ούτε ότι μια νέα δύναμη αναλαμβάνει τη θέση της. Η Ιστορία σπάνια λειτουργεί τόσο απλοϊκά. Οι αυτοκρατορίες συνήθως δεν καταρρέουν μέσα σε μία ημέρα. Χάνουν σταδιακά την ικανότητα να επιβάλλουν τη βούλησή τους χωρίς τη συναίνεση των άλλων. Συνεχίζουν να διαθέτουν τεράστια στρατιωτική και οικονομική δύναμη, αλλά αυτή η δύναμη παράγει ολοένα μικρότερα πολιτικά αποτελέσματα. Η απόσταση ανάμεσα στη στρατιωτική υπεροχή και στη στρατηγική αποτελεσματικότητα μεγαλώνει συνεχώς.
Ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο δίδαγμα της σημερινής κρίσης. Οι πόλεμοι του 21ου αιώνα δεν κερδίζονται αποκλειστικά με περισσότερα αεροπλανοφόρα, περισσότερους πυραύλους ή μεγαλύτερους αμυντικούς προϋπολογισμούς. Κερδίζονται όταν μια δύναμη κατορθώνει να πείσει τους άλλους ότι η δική της τάξη πραγμάτων εξακολουθεί να είναι η πιο σταθερή, η πιο αξιόπιστη και η πιο συμφέρουσα. Από τη στιγμή που αυτή η πεποίθηση αρχίζει να αμφισβητείται, η φθορά γίνεται πρωτίστως πολιτική και μόνο δευτερευόντως στρατιωτική.
Η Μέση Ανατολή δεν είναι, λοιπόν, απλώς το θέατρο μιας ακόμη περιφερειακής σύγκρουσης. Είναι ο χώρος όπου δοκιμάζεται, ίσως για πρώτη φορά τόσο καθαρά, η μετάβαση από τη μονοπολική στη πολυπολική εποχή. Το αν αυτή η μετάβαση θα πραγματοποιηθεί ειρηνικά ή μέσα από διαδοχικές κρίσεις παραμένει άγνωστο. Εκείνο που φαίνεται ολοένα πιο δύσκολο να υποστηριχθεί είναι ότι ο κόσμος μπορεί να επιστρέψει στο μοντέλο της απόλυτης μονοπολικής κυριαρχίας που χαρακτήρισε τις δεκαετίες μετά το 1991.
Η πραγματική μάχη, επομένως, δεν αφορά μόνο το Ιράν ούτε μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αφορά το ποια μορφή θα λάβει η παγκόσμια τάξη στον 21ο αιώνα. Και αυτή η μάχη έχει ήδη αρχίσει.
Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών






