Όταν οι δίαυλοι επικοινωνίας καταρρέουν και η μονοπολική τάξη χάνει την ικανότητα να επιβάλλει τη βούλησή της.
«Οι δηλωμένες αιτίες των πολέμων είναι φανερές· οι πραγματικές όμως παραμένουν συνήθως κρυφές.»Θουκυδίδης
Κάθε ιστορική εποχή πιστεύει ότι η δική της τάξη πραγμάτων είναι μόνιμη. Οι αυτοκρατορίες θεωρούν πως η ισχύς τους αποτελεί φυσικό νόμο και ότι οι θεσμοί που οικοδόμησαν είναι προορισμένοι να επιβιώσουν του χρόνου. Η ιστορία, όμως, έχει διαφορετική άποψη. Καμία ηγεμονία δεν υπήρξε αιώνια και κανένα διεθνές σύστημα δεν παρέμεινε αμετάβλητο όταν νέες δυνάμεις άρχισαν να αμφισβητούν την κυριαρχία του.
Τις τελευταίες δεκαετίες, η διεθνής πολιτική οργανώθηκε γύρω από ένα μονοπολικό πρότυπο, στο οποίο η Δύση και κυρίως οι Ηνωμένες Πολιτείες διεκδίκησαν όχι μόνο στρατιωτική και οικονομική υπεροχή, αλλά και το προνόμιο να ορίζουν ποιο κράτος θεωρείται νόμιμο, ποιο καθεστώς αποδεκτό και ποια σύγκρουση δικαιολογημένη. Η αντίληψη αυτή παρουσιάστηκε ως παγκόσμια τάξη βασισμένη σε κανόνες. Στην πράξη, όμως, οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονταν συχνά επιλεκτικά, ανάλογα με τα γεωπολιτικά συμφέροντα της εκάστοτε ηγεμονικής δύναμης.
Η κρίση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δεν αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο αυτής της πολιτικής. Αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές δοκιμασίες ενός διεθνούς συστήματος που βρίσκεται σε μετάβαση. Πίσω από τις κυρώσεις, τις στρατιωτικές απειλές και τις διπλωματικές αντιπαραθέσεις διακρίνεται μια βαθύτερη πραγματικότητα: η σταδιακή ανάδυση ενός πολυπολικού κόσμου, όπου ολοένα περισσότερα κράτη αμφισβητούν το δικαίωμα ενός μόνο κέντρου ισχύος να καθορίζει τις εξελίξεις.
Όταν μια κατεστημένη ηγεμονία συναντά την αντίσταση ενός κόσμου που αλλάζει, οι κρίσεις παύουν να είναι απλώς περιφερειακές. Μετατρέπονται σε πεδία όπου συγκρούονται διαφορετικές αντιλήψεις για τη διεθνή τάξη, την κυριαρχία και την ίδια την έννοια της ισχύος. Σε αυτές τις στιγμές, η σιωπή των διαύλων επικοινωνίας δεν είναι μια απλή διπλωματική αποτυχία. Είναι ένδειξη ότι το παλαιό σύστημα δυσκολεύεται να διαχειριστεί τη γέννηση του νέου.
Το άρθρο που ακολουθεί εξετάζει αυτή την κρίση όχι μόνο ως αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη, αλλά ως αντανάκλαση μιας ευρύτερης ιστορικής μετάβασης. Γιατί πολλές φορές οι πιο σημαντικές συγκρούσεις δεν ξεσπούν όταν συγκρούονται δύο κράτη, αλλά όταν συγκρούονται δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τον κόσμο.
Η κατάρρευση των αθέατων διαύλων.
«Το σημαντικότερο στον πόλεμο δεν είναι η μάχη, αλλά η διατήρηση της δυνατότητας επιλογής πριν από τη μάχη.»
Ξενοφών
Οι μεγάλες διεθνείς κρίσεις δεν κρίνονται ποτέ αποκλειστικά στα πεδία των συγκρούσεων. Πριν εμφανιστούν τα μαχητικά αεροσκάφη, πριν κινηθούν οι στόλοι και πριν ενεργοποιηθούν τα πυραυλικά συστήματα, προηγείται πάντοτε μια λιγότερο ορατή αλλά εξίσου κρίσιμη διαδικασία: η σταδιακή αποσύνθεση της πολιτικής επικοινωνίας.
Στη διπλωματική ιστορία, ακόμη και οι πιο αδυσώπητοι αντίπαλοι διατηρούσαν ανοιχτούς διαύλους επαφής. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, Ουάσιγκτον και Μόσχα συγκρούονταν σχεδόν σε κάθε γωνιά του πλανήτη, χωρίς όμως να επιτρέπουν ποτέ την πλήρη κατάρρευση της μεταξύ τους επικοινωνίας. Η περίφημη «κόκκινη γραμμή» δεν ήταν σύμβολο εμπιστοσύνης. Ήταν αναγνώριση μιας σκληρής πραγματικότητας: όταν δύο πυρηνικές ή περιφερειακές δυνάμεις παύουν να συνομιλούν, η πιθανότητα ενός καταστροφικού λάθους αυξάνεται εκθετικά.
Στη σημερινή αντιπαράθεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, η εικόνα που διαμορφώνεται προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία. Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από πηγές με άμεση γνώση των σχετικών διεργασιών, χωρίς όμως να μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα ή να αποδοθούν δημόσια για λόγους προστασίας των πηγών, οι περισσότεροι ανεπίσημοι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης φαίνεται να έχουν υποστεί διαδοχικές εμπλοκές ή να έχουν παύσει να λειτουργούν. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα επιφύλαξη. Ωστόσο, συνάδουν με τη δημόσια εικόνα μιας διπλωματικής διαδικασίας που βρίσκεται σε ολοένα βαθύτερο αδιέξοδο.
Ο πρώτος από αυτούς τους διαύλους φέρεται να συνδεόταν με το πλαίσιο κατανόησης (Memorandum of Understanding - MOU), το οποίο είχε αποτελέσει τη βάση για τη διατήρηση μιας στοιχειώδους πολιτικής επαφής μεταξύ των δύο πλευρών. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η διαδικασία αυτή οδηγήθηκε σταδιακά σε αδιέξοδο, στερώντας από τις δύο κυβερνήσεις έναν θεσμικό μηχανισμό αποκλιμάκωσης.
Παράλληλα, φέρεται να επιχειρήθηκε μια δεύτερη προσέγγιση μέσω του Πακιστάν, χώρας που διατηρεί ιδιαίτερες σχέσεις τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με την Τεχεράνη. Οι ίδιες πηγές υποστηρίζουν ότι ούτε αυτή η προσπάθεια παρήγαγε ουσιαστικό αποτέλεσμα, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τα περιθώρια έμμεσης επικοινωνίας.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσες είναι οι αναφορές για έναν τρίτο ανεπίσημο δίαυλο, ο οποίος φέρεται να αξιοποιούσε υφιστάμενα δίκτυα επαφών στο Ιρακινό Κουρδιστάν και κύκλους ασφαλείας με πρόσβαση στην ιρανική πλευρά. Εφόσον οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ούτε αυτή η διαδρομή κατάφερε να αποκαταστήσει ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ των δύο αντιπάλων.
Η σημασία των εξελίξεων αυτών υπερβαίνει κατά πολύ τη διπλωματική διαδικασία. Η γεωπολιτική δεν λειτουργεί μόνο μέσω της ισχύος, αλλά και μέσω της δυνατότητας διαχείρισης της ισχύος. Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει στρατιωτική υπεροχή, οικονομική επιρροή ή εκτεταμένα δίκτυα συμμαχιών. Εάν όμως αδυνατεί να επικοινωνήσει με τον αντίπαλό του σε περιόδους κρίσης, τότε ακόμη και η υπεροχή αυτή μετατρέπεται σε παράγοντα αστάθειας.
Η μονοπολική τάξη που διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου στηρίχθηκε στην υπόθεση ότι η αμερικανική ισχύς μπορούσε να επιβάλλει όχι μόνο πολιτικές αποφάσεις αλλά και τους όρους του ίδιου του διαλόγου. Σήμερα, όμως, η εικόνα φαίνεται διαφορετική. Η αδυναμία διατήρησης αποτελεσματικών διαύλων επικοινωνίας με κράτη που αμφισβητούν αυτή την ηγεμονία υποδηλώνει ότι η ισχύς από μόνη της δεν αρκεί για να διαχειριστεί έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο πολυκεντρικός.
Η κατάρρευση των αθέατων διαύλων δεν αποτελεί, επομένως, μια απλή διπλωματική αποτυχία. Αποτελεί σύμπτωμα μιας βαθύτερης μεταβολής του διεθνούς συστήματος. Όταν τα κανάλια επικοινωνίας κλείνουν, οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να ερμηνεύουν τις προθέσεις του αντιπάλου μέσα από κινήσεις στρατευμάτων, δορυφορικές εικόνες και πληροφορίες υπηρεσιών πληροφοριών. Και όταν η ερμηνεία αντικαθιστά τη συνομιλία, η πιθανότητα στρατηγικής παρεξήγησης αυξάνεται δραματικά.
Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα πολέμων που δεν προκλήθηκαν επειδή κάποιος τους επιδίωκε εξαρχής, αλλά επειδή κανείς δεν μπορούσε πλέον να εξηγήσει εγκαίρως τις πραγματικές του προθέσεις. Σε έναν κόσμο που μεταβαίνει από τη μονοπολικότητα στην πολυπολικότητα, η σιωπή δεν αποτελεί ένδειξη σταθερότητας. Συχνά αποτελεί την τελευταία προειδοποίηση πριν οι αποφάσεις περάσουν οριστικά από τα υπουργεία Εξωτερικών στα γενικά επιτελεία.
Όταν η διαίρεση αποτυγχάνει.
«Δεν είναι ισχυρός εκείνος που επιτίθεται στους άλλους, αλλά εκείνος που δεν μπορεί να διασπαστεί από τους αντιπάλους του.»
Ισοκράτης
Από την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέχρι τη σύγχρονη γεωπολιτική, η διαίρεση του αντιπάλου υπήρξε ένα από τα αποτελεσματικότερα εργαλεία ισχύος. Η αρχή του divide et impera δεν στηριζόταν αποκλειστικά στη στρατιωτική υπεροχή, αλλά στην ικανότητα να μετατρέπεις τις εσωτερικές αντιθέσεις του αντιπάλου σε στρατηγικό πλεονέκτημα. Πολύ πριν εμφανιστούν τα σύγχρονα δόγματα υβριδικού πολέμου, οι αυτοκρατορίες είχαν κατανοήσει ότι ένας εχθρός διαιρεμένος είναι πολύ ευκολότερο να ελεγχθεί από έναν εχθρό ενωμένο.
Στη σύγχρονη εποχή, η λογική αυτή απέκτησε νέες μορφές. Οι επιχειρήσεις επιρροής, οι οικονομικές κυρώσεις, η στήριξη συγκεκριμένων πολιτικών ομάδων, η αξιοποίηση μέσων ενημέρωσης και δικτύων πληροφοριών αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της στρατηγικής αντιπαράθεσης μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Στόχος δεν είναι πάντοτε η άμεση ανατροπή ενός καθεστώτος. Συχνά αρκεί η δημιουργία αμφιβολιών, η καλλιέργεια εσωτερικής δυσπιστίας και η διάσπαση του κέντρου λήψης αποφάσεων.
Σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές που διαθέτουν γνώση των σχετικών διεργασιών, χωρίς όμως να μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα, αντίστοιχες προσπάθειες φέρεται να πραγματοποιήθηκαν και στην παρούσα κρίση. Οι πληροφορίες αυτές αναφέρουν ότι αναζητήθηκαν ανεπίσημα πρόσωπα και δίκτυα τα οποία θα μπορούσαν να λειτουργήσουν είτε ως εναλλακτικοί δίαυλοι επικοινωνίας είτε ως παράγοντες επιρροής στο εσωτερικό του ιρανικού κρατικού μηχανισμού. Πρόκειται για πληροφορίες που πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη, καθώς δεν συνοδεύονται από δημόσια επιβεβαίωση.
Εάν, ωστόσο, οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε το αποτέλεσμα φαίνεται να υπήρξε διαφορετικό από εκείνο που πιθανώς επιδιωκόταν. Αντί να αναδειχθούν εσωτερικές ρωγμές, η εξωτερική πίεση φαίνεται ότι λειτούργησε ως παράγοντας μεγαλύτερης συσπείρωσης του ιρανικού πολιτικού και στρατιωτικού συστήματος.
Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί ιστορική εξαίρεση. Συχνά, όταν ένα κράτος θεωρεί ότι απειλείται υπαρξιακά από εξωτερικές δυνάμεις, οι εσωτερικές πολιτικές διαφορές υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη διατήρησης της κρατικής συνοχής. Το φαινόμενο αυτό έχει παρατηρηθεί επανειλημμένα στην ιστορία, από τη Ρωσία κατά την εισβολή του Ναπολέοντα μέχρι τη Σερβία τη δεκαετία του 1990 και την Κίνα σε περιόδους εξωτερικής πίεσης. Η εξωτερική απειλή δεν αποδυναμώνει πάντοτε ένα κράτος. Υπό συγκεκριμένες συνθήκες, μπορεί να ενισχύσει τη συνοχή του.
Η εικόνα αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από δημόσια διαθέσιμα στοιχεία. Οι πρόσφατες αλλαγές στον μηχανισμό εθνικής ασφαλείας του Ιράν, η ανάδειξη νέων προσώπων σε καίριες θέσεις και η μεγαλύτερη συγκέντρωση αρμοδιοτήτων γύρω από τους θεσμούς ασφαλείας δείχνουν μια πολιτική ηγεσία που επιδιώκει να μειώσει κάθε πιθανότητα εσωτερικής ασυνεννοησίας σε μια περίοδο αυξημένου κινδύνου.
Για κάθε μεγάλη δύναμη, μια τέτοια εξέλιξη δημιουργεί σοβαρό στρατηγικό πρόβλημα. Όταν η υπόθεση εργασίας βασίζεται στην εκτίμηση ότι ο αντίπαλος θα διασπαστεί εσωτερικά και τελικά συμβαίνει το αντίθετο, ολόκληρος ο σχεδιασμός χρειάζεται αναθεώρηση. Οι διαθέσιμες επιλογές περιορίζονται, ενώ το κόστος κάθε επόμενης κίνησης αυξάνεται.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει στη σημερινή κρίση. Εάν το Ιράν καταφέρει να διατηρήσει την πολιτική και στρατηγική του συνοχή παρά την έντονη οικονομική και στρατιωτική πίεση, τότε η αντιπαράθεση παύει να αφορά την εκμετάλλευση εσωτερικών αδυναμιών και μετατρέπεται σε μια ευθεία αναμέτρηση μεταξύ δύο διαφορετικών αντιλήψεων ισχύος.
Στην πραγματικότητα, αυτό αποτελεί ίσως μία από τις σημαντικότερες ενδείξεις ότι το διεθνές σύστημα μεταβάλλεται. Οι στρατηγικές που απέδιδαν αποτελέσματα κατά την περίοδο της αδιαμφισβήτητης δυτικής υπεροχής δεν παράγουν πλέον αναγκαστικά τα ίδια αποτελέσματα απέναντι σε κράτη που έχουν προσαρμοστεί σε δεκαετίες κυρώσεων, απομόνωσης και γεωπολιτικής πίεσης. Όταν η διαίρεση αποτυγχάνει, η αντιπαράθεση μεταφέρεται αναπόφευκτα σε ένα πολύ πιο απαιτητικό επίπεδο, εκεί όπου κρίνονται όχι μόνο οι ισορροπίες ισχύος αλλά και η ίδια η αρχιτεκτονική του διεθνούς συστήματος.
Όταν η οικονομική απομόνωση παύει να είναι στρατηγικό όπλο.
«Η ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται μόνο από όσα μπορεί να καταστρέψει, αλλά και από όσα μπορεί να διατηρήσει ζωντανά υπό πίεση.»
Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή
Η οικονομική ισχύς υπήρξε διαχρονικά το θεμέλιο κάθε μεγάλης αυτοκρατορίας. Οι στρατοί μπορούν να κατακτήσουν εδάφη, όμως μόνο η οικονομία μπορεί να διατηρήσει μια παγκόσμια τάξη. Από τη Βρετανική Αυτοκρατορία μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο έλεγχος των θαλάσσιων εμπορικών οδών, του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και των βασικών ενεργειακών ροών αποτέλεσε το πραγματικό εργαλείο άσκησης ισχύος.
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Ουάσιγκτον αξιοποίησε αυτό το πλεονέκτημα σε πρωτοφανή κλίμακα. Οι οικονομικές κυρώσεις, ο αποκλεισμός από το δολαριακό σύστημα, οι περιορισμοί στις διεθνείς τραπεζικές συναλλαγές και ο έλεγχος κρίσιμων τεχνολογιών μετατράπηκαν σε όπλα με αντίκτυπο αντίστοιχο μιας στρατιωτικής επιχείρησης. Η λογική ήταν απλή: εάν ένα κράτος αποκοπεί από τις αγορές, τη χρηματοδότηση και το διεθνές εμπόριο, αργά ή γρήγορα θα αναγκαστεί να αλλάξει πολιτική.
Η περίπτωση του Ιράν αποτέλεσε ίσως τη μεγαλύτερη δοκιμασία αυτής της στρατηγικής. Για περισσότερα από σαράντα χρόνια, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με διαδοχικά κύματα κυρώσεων, εμπορικών περιορισμών και χρηματοπιστωτικής απομόνωσης. Η πίεση υπήρξε πραγματική και οι συνέπειες για την ιρανική οικονομία σημαντικές. Ο πληθωρισμός, η υποτίμηση του ριάλ, η δυσκολία πρόσβασης σε ξένες επενδύσεις και οι περιορισμοί στις εξαγωγές ενέργειας αποτελούν αδιαμφισβήτητα στοιχεία αυτής της πραγματικότητας.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι αν οι κυρώσεις προκάλεσαν ζημιά. Το ερώτημα είναι αν πέτυχαν τον στρατηγικό τους σκοπό.
Μέχρι σήμερα, η απάντηση δεν είναι προφανής.
Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από κύκλους με γνώση των εξελίξεων, χωρίς όμως να μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα, η Τεχεράνη φαίνεται να έχει επιταχύνει τα τελευταία χρόνια την ανάπτυξη εναλλακτικών εμπορικών και μεταφορικών διαδρομών. Αντί να βασίζεται αποκλειστικά στις θαλάσσιες οδούς του Περσικού Κόλπου, επιδιώκει να ενισχύσει χερσαίους διαδρόμους μέσω της Κασπίας Θάλασσας, της Κεντρικής Ασίας, του Πακιστάν και της δυτικής Κίνας, μειώνοντας σταδιακά την εξάρτησή της από περιοχές όπου η αμερικανική ναυτική υπεροχή παραμένει καθοριστική.
Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά αποκλειστικά το Ιράν. Εντάσσεται σε μια πολύ ευρύτερη γεωοικονομική μεταβολή που εκτείνεται από την Ευρασία μέχρι τον Ινδικό Ωκεανό. Η κινεζική πρωτοβουλία Belt and Road, η ανάπτυξη του Διεθνούς Διαδρόμου Μεταφορών Βορρά-Νότου (INSTC), η αυξανόμενη συνεργασία μεταξύ Ρωσίας, Ιράν και Ινδίας, αλλά και η διεύρυνση των BRICS δημιουργούν σταδιακά ένα παράλληλο πλέγμα οικονομικών σχέσεων, το οποίο δεν εξαρτάται στον ίδιο βαθμό από τα παραδοσιακά δυτικά δίκτυα.
Παράλληλα, ολοένα περισσότερες συναλλαγές πραγματοποιούνται σε εθνικά νομίσματα, ενώ αναπτύσσονται εναλλακτικά συστήματα διατραπεζικών πληρωμών που περιορίζουν τη μονοπωλιακή θέση του δολαρίου και του συστήματος SWIFT. Η διαδικασία αυτή παραμένει ακόμη ατελής και απέχει πολύ από το να αντικαταστήσει πλήρως το υφιστάμενο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ωστόσο, αρκεί για να δημιουργήσει νέες επιλογές σε κράτη που μέχρι πρότινος δεν διέθεταν καμία.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο μεταβάλλεται η φύση της στρατηγικής ισχύος. Η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων δεν εξαρτάται μόνο από την ένταση της πίεσης που ασκείται, αλλά και από τον αριθμό των εναλλακτικών διεξόδων που διαθέτει ο αποδέκτης τους. Όσο περισσότερες εναλλακτικές αποκτά ένα κράτος, τόσο μικρότερη γίνεται η δυνατότητα οποιασδήποτε δύναμης να το εξαναγκάσει μέσω οικονομικής απομόνωσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χάσει την οικονομική τους υπεροχή. Παραμένουν η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, το δολάριο εξακολουθεί να αποτελεί το κυρίαρχο διεθνές αποθεματικό νόμισμα και οι δυτικές χρηματοπιστωτικές αγορές συνεχίζουν να κατέχουν δεσπόζουσα θέση. Σημαίνει όμως ότι η αποκλειστικότητα αυτού του συστήματος αρχίζει να αμφισβητείται για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Η υπόθεση του Ιράν αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο αν η Τεχεράνη θα αντέξει τις κυρώσεις. Είναι αν ολόκληρος ο μηχανισμός οικονομικής πίεσης, πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε μεγάλο μέρος της μεταψυχροπολεμικής αμερικανικής ισχύος, μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με την ίδια αποτελεσματικότητα σε έναν κόσμο όπου αναδύονται εναλλακτικά κέντρα χρηματοδότησης, εμπορίου και τεχνολογίας.
Εάν η απάντηση είναι αρνητική, τότε η κρίση του Ιράν παύει να αφορά αποκλειστικά τη Μέση Ανατολή. Μετατρέπεται σε προάγγελο μιας ευρύτερης γεωοικονομικής αναδιάταξης, στην οποία η οικονομική ισχύς δεν θα εξαφανιστεί, αλλά θα πάψει να συγκεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά σε έναν και μόνο πόλο. Και όταν αλλάζει η γεωγραφία του χρήματος, αργά ή γρήγορα αλλάζει και η γεωγραφία της ισχύος.
Όταν η αποτροπή μετατρέπεται σε απειλή κλιμάκωσης.
«Η μεγαλύτερη νίκη είναι εκείνη που καθιστά περιττή τη μάχη. Όταν όμως η πολιτική αποτυγχάνει, ακόμη και η ισχυρότερη δύναμη οδηγείται σε αποφάσεις που δεν επιθυμούσε.»
Θουκυδίδης
Η αποτροπή υπήρξε επί δεκαετίες το θεμέλιο της στρατηγικής σταθερότητας. Η βασική της αρχή ήταν απλή: η επίδειξη επαρκούς ισχύος ώστε ο αντίπαλος να θεωρεί το κόστος μιας επίθεσης μεγαλύτερο από το πιθανό όφελος. Η επιτυχία της αποτροπής δεν μετριόταν από τον αριθμό των πολέμων που κερδήθηκαν, αλλά από εκείνους που δεν χρειάστηκε ποτέ να διεξαχθούν.
Στη σημερινή κρίση, όμως, παρατηρείται μια διαφορετική δυναμική. Η αποτροπή φαίνεται να μετατρέπεται σταδιακά σε μια διαδικασία συνεχούς δοκιμής των ορίων του αντιπάλου. Αντί κάθε πλευρά να επιδιώκει τη σταθεροποίηση της κατάστασης, επιχειρεί να αποδείξει ότι διαθέτει μεγαλύτερη αντοχή, μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και μεγαλύτερη προθυμία να αναλάβει ρίσκο. Σε αυτό ακριβώς το σημείο η στρατηγική ισορροπία γίνεται ιδιαίτερα εύθραυστη.
Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από πηγές με γνώση των σχετικών διεργασιών, χωρίς όμως να μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα, στους αμερικανικούς κύκλους εθνικής ασφαλείας φαίνεται να εξετάζονται πλέον επιλογές οι οποίες μέχρι πριν από σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα θεωρούνταν εξαιρετικά απίθανες. Οι πληροφορίες αυτές δεν αποδεικνύουν ότι έχει ληφθεί κάποια συγκεκριμένη απόφαση. Υποδηλώνουν, ωστόσο, ότι το εύρος των στρατηγικών επιλογών που συζητούνται έχει διευρυνθεί σημαντικά.
Από μόνο του, αυτό αποτελεί σημαντική ένδειξη. Στη στρατηγική σκέψη, η στιγμή κατά την οποία μια επιλογή εισέρχεται για πρώτη φορά στο τραπέζι των σχεδιασμών έχει συχνά μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την εφαρμογή της. Σημαίνει ότι τα προηγούμενα εργαλεία πίεσης θεωρούνται λιγότερο αποτελεσματικά και ότι αναζητούνται νέοι τρόποι μεταβολής της ισορροπίας.
Την ίδια στιγμή, η εικόνα που φαίνεται να διαμορφώνεται στην Τεχεράνη είναι διαφορετική. Σύμφωνα με τις ίδιες ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, η ιρανική ηγεσία εκτιμά ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της. Η αντοχή στις κυρώσεις, η εμβάθυνση των σχέσεων με τη Ρωσία και την Κίνα, η συμμετοχή στους BRICS και στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης, καθώς και η ανάπτυξη εναλλακτικών οικονομικών δικτύων δημιουργούν την αντίληψη ότι η στρατηγική πίεση μπορεί να απορροφηθεί χωρίς ουσιαστικές πολιτικές υποχωρήσεις.
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο επικίνδυνο στοιχείο της παρούσας κρίσης. Δεν έχει σημασία μόνο ποια είναι η αντικειμενική πραγματικότητα. Εξίσου σημαντικό είναι το πώς αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα οι ίδιες οι ηγεσίες. Η στρατηγική ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα όπου οι πόλεμοι δεν προέκυψαν επειδή κάποια πλευρά επιδίωκε συνειδητά μια γενικευμένη σύγκρουση, αλλά επειδή κάθε πλευρά πίστευε ότι ο αντίπαλος θα υποχωρούσε την τελευταία στιγμή.
Αυτό ακριβώς συνέβη πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Καμία από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν σχεδίαζε έναν πόλεμο τεσσάρων ετών που θα κατέστρεφε την ήπειρο. Όλες, όμως, θεωρούσαν ότι η αποφασιστική επίδειξη ισχύος θα ανάγκαζε τον αντίπαλο να υποχωρήσει. Το αποτέλεσμα ήταν η μεγαλύτερη μέχρι τότε καταστροφή της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Οι αναλογίες με το παρόν δεν είναι απόλυτες και δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται μηχανιστικά. Ωστόσο, υπενθυμίζουν έναν διαχρονικό κανόνα της γεωπολιτικής: όσο περισσότερο κάθε πλευρά πείθεται ότι ο χρόνος εργάζεται υπέρ της, τόσο λιγότερο πρόθυμη γίνεται να αναζητήσει συμβιβασμό.
Στη σημερινή συγκυρία, οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να θεωρούν ότι η διατήρηση της αξιοπιστίας τους ως παγκόσμιας δύναμης απαιτεί να μην επιτρέψουν στο Ιράν να εμφανιστεί ως στρατηγικός νικητής απέναντι στις κυρώσεις και την πίεση. Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη φαίνεται να πιστεύει ότι κάθε επιτυχής αντίσταση ενισχύει όχι μόνο τη δική της θέση, αλλά και την αξιοπιστία ολόκληρου του πολυπολικού εγχειρήματος που διαμορφώνεται στην Ευρασία.
Έτσι, η σύγκρουση παύει να αφορά αποκλειστικά δύο κράτη. Μετατρέπεται σε αναμέτρηση δύο διαφορετικών στρατηγικών αντιλήψεων. Η μία στηρίζεται στη διατήρηση της υφιστάμενης διεθνούς αρχιτεκτονικής, στην οποία η αποτροπή βασίζεται στην υπεροχή ενός ηγεμονικού πόλου. Η άλλη θεωρεί ότι η αποτροπή μπορεί πλέον να στηριχθεί στην ύπαρξη πολλών κέντρων ισχύος, τα οποία αλληλοπεριορίζονται χωρίς να αποδέχονται την πρωτοκαθεδρία κανενός.
Το παράδοξο είναι ότι και οι δύο πλευρές επικαλούνται την αποτροπή για να αποτρέψουν τον πόλεμο, ενώ ταυτόχρονα οι ίδιες τους οι κινήσεις αυξάνουν την πιθανότητα μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Όταν κάθε επίδειξη ισχύος ερμηνεύεται ως πρόκληση που απαιτεί απάντηση, η αποτροπή παύει να λειτουργεί ως μηχανισμός σταθερότητας και μετατρέπεται σε μηχανισμό διαρκούς έντασης.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται σήμερα η Μέση Ανατολή. Όχι στο κατώφλι ενός αναπόφευκτου πολέμου, αλλά σε μια περίοδο όπου η στρατηγική ισορροπία εξαρτάται περισσότερο από την ορθότητα των εκτιμήσεων παρά από το μέγεθος των οπλοστασίων. Και η ιστορία διδάσκει ότι όταν οι λανθασμένες εκτιμήσεις συσσωρεύονται, ακόμη και οι ισχυρότερες αυτοκρατορίες μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με εξελίξεις που δεν είχαν προβλέψει ούτε επιθυμήσει.
Η μετάβαση σε μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας.
«Όταν οι συμμαχίες αλλάζουν, αλλάζει και η μορφή του κόσμου. Η ισχύς δεν βρίσκεται μόνο στα όπλα, αλλά στην ικανότητα να οργανώνεις τον χώρο.»Αλεξάντρ Σβέτσιν
Οι μεγάλες γεωπολιτικές μεταβολές σπάνια ανακοινώνονται με επίσημες διακηρύξεις. Συνήθως αποκαλύπτονται σταδιακά, μέσα από τη μετατόπιση των συμμαχιών, την αλλαγή των εμπορικών διαδρομών και την εμφάνιση νέων μηχανισμών συνεργασίας. Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει σήμερα στη Μέση Ανατολή. Πίσω από την ένταση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης εξελίσσεται μια βαθύτερη διαδικασία αναδιάρθρωσης της περιφερειακής τάξης, η οποία ενδέχεται να επηρεάσει συνολικά την ισορροπία ισχύος στην Ευρασία.
Για πολλές δεκαετίες, η ασφάλεια της περιοχής οργανωνόταν γύρω από την αμερικανική στρατιωτική παρουσία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούσαν ως ο βασικός εγγυητής της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο, της προστασίας των ενεργειακών ροών και της στρατηγικής ισορροπίας μεταξύ των περιφερειακών δυνάμεων. Το μοντέλο αυτό προϋπέθετε ότι καμία άλλη δύναμη δεν διέθετε ούτε τη δυνατότητα ούτε τη βούληση να προσφέρει μια εναλλακτική αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Σήμερα, όμως, αυτή η παραδοχή αμφισβητείται. Η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας, Κίνας και Ιράν, η διεύρυνση των BRICS, η αυξανόμενη σημασία του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης και η ανάπτυξη νέων χερσαίων διαδρόμων μεταφορών δημιουργούν σταδιακά ένα διαφορετικό γεωπολιτικό περιβάλλον. Δεν πρόκειται ακόμη για μια ολοκληρωμένη συμμαχία αντίστοιχη του ΝΑΤΟ, ούτε για έναν ενιαίο πολιτικό οργανισμό. Πρόκειται όμως για ένα πλέγμα σχέσεων που μειώνει την εξάρτηση πολλών κρατών από τα παραδοσιακά δυτικά κέντρα ισχύος.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν αποκτά μια σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ τα εθνικά του χαρακτηριστικά. Η γεωγραφική του θέση το καθιστά σημείο σύνδεσης μεταξύ του Περσικού Κόλπου, της Κασπίας Θάλασσας, του Καυκάσου, της Κεντρικής Ασίας και της Ινδικής Υποηπείρου. Όποιος ελέγχει ή συνεργάζεται με αυτόν τον χώρο αποκτά πρόσβαση σε εμπορικούς και ενεργειακούς διαδρόμους που παρακάμπτουν τα παραδοσιακά σημεία ελέγχου των θαλάσσιων μεταφορών. Για τον λόγο αυτό, η σημασία της Τεχεράνης δεν περιορίζεται στην περιφερειακή πολιτική. Εντάσσεται σε μια πολύ ευρύτερη γεωοικονομική εξίσωση.
Η Κίνα αντιμετωπίζει το Ιράν ως κρίσιμο κρίκο των ευρασιατικών χερσαίων δικτύων που συνδέουν την Ανατολική Ασία με τη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο. Η Ρωσία, από την πλευρά της, το θεωρεί βασικό εταίρο για τη σταθεροποίηση του νότιου στρατηγικού της χώρου και για την ανάπτυξη του Διεθνούς Διαδρόμου Μεταφορών Βορρά-Νότου. Παράλληλα, κράτη όπως το Πακιστάν, η Ινδία και αρκετές χώρες της Κεντρικής Ασίας επιδιώκουν να αξιοποιήσουν αυτή τη νέα γεωγραφία των μεταφορών και του εμπορίου, όχι απαραίτητα ως μέρος ενός ενιαίου συνασπισμού, αλλά ως συμμετέχοντες σε ένα πολυκεντρικό δίκτυο συνεργασίας.
Αυτό αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη διαφορά σε σχέση με την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Τότε ο κόσμος οργανωνόταν γύρω από δύο αντίπαλα μπλοκ με σχετικά σαφή όρια. Σήμερα, η εικόνα είναι περισσότερο πολύπλοκη. Τα κράτη συνεργάζονται σε ορισμένους τομείς, ανταγωνίζονται σε άλλους και αποφεύγουν να εγκλωβιστούν σε απόλυτες δεσμεύσεις. Η νέα διεθνής πραγματικότητα χαρακτηρίζεται περισσότερο από δίκτυα αλληλεξάρτησης παρά από άκαμπτες στρατιωτικές συμμαχίες.
Αυτό εξηγεί γιατί η πίεση προς το Ιράν δεν παράγει τα αποτελέσματα που θα ανέμενε κανείς πριν από είκοσι χρόνια. Η Τεχεράνη δεν βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με τη Δύση ως ένα απομονωμένο κράτος. Εντάσσεται σταδιακά σε ένα ευρύτερο ευρασιατικό περιβάλλον, στο οποίο η οικονομική συνεργασία, οι ενεργειακές διασυνδέσεις και οι εναλλακτικοί μηχανισμοί χρηματοδότησης λειτουργούν ως παράγοντες στρατηγικής ανθεκτικότητας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει διαμορφωθεί ήδη μια νέα διεθνής τάξη. Σημαίνει όμως ότι τα θεμέλια της παλαιάς δεν θεωρούνται πλέον αδιαμφισβήτητα. Η αμερικανική παρουσία εξακολουθεί να αποτελεί τον ισχυρότερο στρατιωτικό παράγοντα στη Μέση Ανατολή, αλλά δεν είναι πλέον ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει τις εξελίξεις. Οι αποφάσεις λαμβάνονται πλέον σε ένα πολύ πιο σύνθετο περιβάλλον, όπου περιφερειακές και παγκόσμιες δυνάμεις αλληλεπιδρούν χωρίς να αποδέχονται μία και μοναδική ιεραρχία ισχύος.
Ίσως αυτό να αποτελεί τη βαθύτερη μεταβολή που συντελείται σήμερα. Η Μέση Ανατολή παύει σταδιακά να είναι αποκλειστικά πεδίο παρέμβασης εξωτερικών δυνάμεων και μετατρέπεται σε χώρο όπου τα ίδια τα περιφερειακά κράτη επιχειρούν να διαμορφώσουν τους όρους της ασφάλειας και της ισορροπίας τους. Εάν αυτή η τάση συνεχιστεί, τότε η σημερινή κρίση θα καταγραφεί από την ιστορία όχι μόνο ως ακόμη μία αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν, αλλά ως ένα από τα γεγονότα που επιτάχυναν τη μετάβαση από τη μονοπολική στη πολυπολική εποχή.
Η εποχή της μονοπολικής βεβαιότητας τελειώνει.
«Η ιστορία δεν τελειώνει όταν μια δύναμη γίνεται κυρίαρχη. Τότε αρχίζει η αντίδραση των πολιτισμών που αρνούνται να εξαφανιστούν.»Αλεξάντρ Ντούγκιν
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δεν αφορά πλέον αποκλειστικά το πυρηνικό πρόγραμμα, τις οικονομικές κυρώσεις ή την ασφάλεια του Περσικού Κόλπου. Όλα αυτά αποτελούν επιμέρους εκφάνσεις μιας βαθύτερης ιστορικής διαδικασίας, η οποία εξελίσσεται εδώ και περισσότερο από δύο δεκαετίες. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η διεθνής τάξη δεν αμφισβητείται μόνο ρητορικά ή ιδεολογικά. Αμφισβητείται μέσα από την ίδια τη μεταβολή των παγκόσμιων συσχετισμών ισχύος.
Η μεταψυχροπολεμική περίοδος οικοδομήθηκε πάνω στην πεποίθηση ότι η φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αποτελούσε το τελικό στάδιο της πολιτικής εξέλιξης. Η στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών, η κυριαρχία του δολαρίου, ο έλεγχος των βασικών χρηματοπιστωτικών θεσμών και η δυνατότητα επιβολής κυρώσεων δημιούργησαν την εντύπωση ότι η διεθνής τάξη μπορούσε να λειτουργεί υπό την καθοδήγηση ενός και μόνο κέντρου ισχύος. Για αρκετά χρόνια, αυτή η αντίληψη φάνηκε να επιβεβαιώνεται.
Η πραγματικότητα όμως αποδείχθηκε περισσότερο σύνθετη. Η οικονομική άνοδος της Κίνας, η στρατηγική επάνοδος της Ρωσίας, η ενίσχυση περιφερειακών δυνάμεων όπως η Ινδία, η Τουρκία και το ίδιο το Ιράν, καθώς και η δημιουργία νέων διεθνών οργανισμών και οικονομικών σχημάτων συνεργασίας, άρχισαν να μεταβάλλουν σταδιακά το παγκόσμιο ισοζύγιο ισχύος. Η διεθνής πολιτική εισήλθε σε μια περίοδο όπου κανένα κράτος, όσο ισχυρό κι αν παραμένει, δεν μπορεί πλέον να διαμορφώνει μόνο του όλες τις εξελίξεις.
Το Ιράν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης. Επί δεκαετίες αντιμετωπιζόταν ως κράτος που θα μπορούσε να απομονωθεί οικονομικά, να πιεστεί στρατιωτικά και τελικά να εξαναγκαστεί σε πολιτική προσαρμογή. Αντί όμως να καταρρεύσει, επέλεξε μια διαφορετική στρατηγική: επένδυσε στις περιφερειακές συνεργασίες, αξιοποίησε τις νέες οικονομικές δομές της Ευρασίας και προσπάθησε να μετατρέψει τη γεωγραφική του θέση σε στρατηγικό πλεονέκτημα. Το αν αυτή η στρατηγική θα επιτύχει μακροπρόθεσμα παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Ωστόσο, είναι πλέον σαφές ότι η αρχική υπόθεση της πλήρους απομόνωσης δεν επαληθεύτηκε.
Το ίδιο ισχύει και σε ευρύτερο επίπεδο. Οι κυρώσεις εξακολουθούν να αποτελούν ισχυρό εργαλείο πίεσης, αλλά δεν παράγουν πάντοτε τα πολιτικά αποτελέσματα που παρήγαγαν πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια. Οι στρατιωτικές επεμβάσεις παραμένουν δυνατότητα των μεγάλων δυνάμεων, όμως το πολιτικό κόστος τους αυξάνεται διαρκώς. Οι περιφερειακές κρίσεις εξακολουθούν να επηρεάζονται από τις υπερδυνάμεις, αλλά ολοένα συχνότερα καθορίζονται και από τις επιλογές των ίδιων των τοπικών δρώντων. Πρόκειται για ενδείξεις ότι το διεθνές σύστημα εισέρχεται σε μια φάση μεγαλύτερης πολυπλοκότητας, όπου η ισχύς κατανέμεται σε περισσότερα κέντρα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αμερικανική ισχύς έχει εκλείψει ούτε ότι μια νέα παγκόσμια τάξη έχει ήδη παγιωθεί. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν τις ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις, το σημαντικότερο δίκτυο συμμαχιών και τεράστια οικονομική επιρροή. Η διαφορά είναι ότι πλέον καλούνται να ασκήσουν αυτή την ισχύ σε έναν κόσμο όπου οι υπόλοιποι μεγάλοι δρώντες διαθέτουν περισσότερες δυνατότητες αντίστασης, περισσότερες εναλλακτικές συνεργασίες και μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία από ό,τι στο παρελθόν.
Η κρίση γύρω από το Ιράν αποτελεί επομένως ένα παράθυρο προς αυτή τη νέα πραγματικότητα. Δεν είναι η μοναδική ούτε πιθανότατα η τελευταία. Είναι όμως μία από τις καθαρότερες περιπτώσεις όπου συγκρούονται δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την οργάνωση του κόσμου. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η αντίληψη ότι η διεθνής σταθερότητα εξασφαλίζεται μέσω της διατήρησης μιας ηγεμονικής δύναμης. Από την άλλη, η αντίληψη ότι η σταθερότητα μπορεί να προκύψει από την ισορροπία πολλών πολιτισμικών και γεωπολιτικών πόλων, χωρίς την αποκλειστική κυριαρχία κανενός.
Το ποια από αυτές τις αντιλήψεις θα επικρατήσει δεν θα κριθεί από ένα μόνο γεγονός ούτε από μία μόνο σύγκρουση. Θα καθοριστεί από τη συνολική εξέλιξη του διεθνούς συστήματος τα επόμενα χρόνια. Όμως ένα συμπέρασμα μπορεί ήδη να διατυπωθεί με σχετική ασφάλεια: η εποχή κατά την οποία η διεθνής πολιτική μπορούσε να ερμηνευθεί μέσα από τη βούληση ενός και μόνο κέντρου ισχύος φαίνεται να φτάνει στα όριά της. Η νέα πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, περισσότερο ανταγωνιστική και σαφώς πιο απρόβλεπτη.
Και ίσως αυτό να αποτελεί το ουσιαστικότερο δίδαγμα της παρούσας κρίσης. Δεν παρακολουθούμε απλώς μια ακόμη αντιπαράθεση στη Μέση Ανατολή. Παρακολουθούμε την αργή μετάβαση από μια εποχή μονοπολικής βεβαιότητας σε μια εποχή όπου οι πολιτισμοί, τα κράτη και οι περιφέρειες διεκδικούν εκ νέου το δικαίωμα να διαμορφώνουν τη δική τους ιστορική πορεία. Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της σύγκρουσης και, πιθανότατα, το χαρακτηριστικό που θα καθορίσει τον 21ο αιώνα.
Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών






