Η Αμερικανοποίηση της Ευρασίας μετά τον ψυχρό πόλεμο . Η Αποστολή ΔΕΝ εξετελεσθη. Μέρος Ά.

 






Το 1994, το Υπουργείο Ενέργειας των Ηνωμένων Πολιτειών (DOE) υπολόγιζε σε έκθεσή του, ότι υπάρχουν κολοσσιαία αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου στην περιοχή της Κασπίας Θάλασσας. Η Κασπία Θάλασσα, η μεγαλύτερη εσωτερική υδάτινη μάζα στον κόσμο (λίμνη κατ' ουσίαν,αλλά με αλμυρό νερό), βρέχει τα εδάφη της Ρωσίας και του Ιράν, αλλά και αυτά των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών του Καζακστάν, του Τουρκμενιστάν και του Αζερμπαϊτζάν. Οι τεχνοκράτες της Ουάσιγκτον, ανέμεναν ότι οι πηγές ορυκτών καυσίμων της Κασπίας θα μπορούσαν να μειώσουν την εξάρτηση των ΗΠΑ από τους φυσικούς πόρους της Μέσης Ανατολής, μιας περιοχής στην οποία οι δυτικές ελίτ είχαν παραδοσιακά προσανατολιστεί, λόγω των τεραστίων κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου που διαθέτει. Ωστόσο η περιοχή αυτή υπήρξε εξαιρετικά ασταθής από πολιτική άποψη κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, ενώ ταυτόχρονα συγκλονίστηκε από φοβερούς πολέμους. Στους πολέμους της Μέσης Ανατολής οι ΗΠΑ είχαν αναμειχθεί βεβαίως, αν και με έμμεσο τρόπο- κυρίως μέσω της υποστήριξής τους προς το κράτος του Ισραήλ. Η εξασφάλιση του ελέγχου στην περιοχή της Κασπίας θα βοηθούσε ιδιαιτέρως την Ουάσιγκτον, επιτρέποντας στην κυβέρνηση των ΗΠΑ να διαφοροποιήσει τις πηγές εισαγωγών ενέργειας και να ενισχύσει τον έλεγχό τους. Τέτοιοι στόχοι καθοδήγησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια προσπάθεια επέκτασης της επιρροής τους στην ευρύτερη περιοχή της Κεντρικής Ασίας, πλησίον της οποίας ευρίσκεται βεβαίως και η Κασπία Θάλασσα. Η Κεντρική Ασία εκτείνεται σε 1,5 εκατομμύριο περίπου τετραγωνικά μίλια και περιλαμβάνει τις πρώην σοβιετικές σοσιαλιστικές δημοκρατίες του Καζακστάν, του Κιργιστάν, του Τατζικιστάν, του Τουρκμενιστάν και του Ουζμπεκιστάν. Αυτές οι χώρες κατέχουν πλουσιότατους φυσικούς πόρους, ενώ εδράζονται γεωγραφικώς μεταξύ Ρωσίας, Κίνας, νότιας Ασίας και Μέσης Ανατολής. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, και η συνακόλουθη κατάρρευση του ρωσικού ελέγχου στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας, έδωσε τη δυνατότητα στην Ουάσιγκτον να προχωρήσει στις φιλοδοξίες της και να επεκτείνει κατά τρόπο αποφασιστικό την ηγεμονία των ΗΠΑ, διεισδύοντας στην ίδια την καρδιά της Ευρασίας. Οι Αμερικανοί προσδοκούσαν ότι μια τολμηρή, ξεκάθαρα ιμπεριαλιστική πολιτική στην Κεντρική Ασία θα τους έδινε το αποφασιστικό πλεονέκτημα, αφήνοντας τη Ρωσία και το Ιράν σε ρόλο απλού θεατή. Δε μπορούσε βεβαίως να παραγνωριστεί το γεγονός ότι η Ρωσία, το Ιράν και τα κράτη της Κεντρικής Ασίας κατέχουν συνολικώς το 15% (ή και περισσότερο) των παγκοσμίων αποθεμάτων πετρελαίου και περίπου το 50% όλων των γνωστών πηγών φυσικού αερίου. Αλλά τη δεκαετία του 1990, την εποχή της διακυβέρνησης του Bill Clinton, οι Αμερικανοί είχαν ακόμη απόλυτη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και δρούσαν στο διεθνές πεδίο ως η μοναδική ηγεμονεύουσα δύναμη και ως το μοναδικό κέντρο παγκόσμιας επιρροής. Ταυτοχρόνως, προέβαλλαν τον επιθετικό, νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό τους, ως το μοναδικό οικονομικό υπόδειγμα και ως τον μοναδικό δρόμο προς την οικονομική ανάπτυξη.





Οι προτεραιότητες των ΗΠΑ στη μεταψυχροπολεμική εποχή & ο μετασοβιετικός χώρος.



Τα πλούσια ενεργειακά κοιτάσματα της Κεντρικής Ασίας λοιπόν, ήσαν αυτά που καθόρισαν ως έναν βαθμό και τις γεωπολιτικές προτεραιότητες των ΗΠΑ στη μεταψυχροπολεμική εποχή. Μπορεί -μακροπρόθεσμα- τα βλέμματα των Αμερικανών να ήσαν στραμμένα ακριβώς σε αυτά τα κοιτάσματα, ωστόσο οι άμεσοι στόχοι της αμερικανικής πολιτικής περιελάμβαναν τη ρυμούλκηση των χωρών του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας προς την κατεύθυνση της ένταξής τους στη στρατιωτική συμμαχία του ΝΑΤΟ,αλλά και την αλλαγή καθεστώτος σε κάθε χώρα της περιοχής ξεχωριστά. Η επίτευξη του δευτέρου στόχου θεωρείτο ως προϋπόθεση για την εκπλήρωση του πρώτου, καθώς στον μετασοβιετικό χώρο οι παλαιές γραφειοκρατικές ελίτ συνέχιζαν, σε μεγάλο βαθμό,να κυβερνούν τις νεαρές ανεξάρτητες δημοκρατίες (εντός ή εκτός εισαγωγικών ο τελευταίος όρος), διατηρώντας ακέραιο όλο το πλέγμα των επαφών και των εξαρτήσεων με το παλαιό σοβιετικό κέντρο, που βρισκόταν πια στη Ρωσική Ομοσπονδία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες λοιπόν, έδειχναν έντονο ενδιαφέρον για την ανάδειξη μιας νέας γενιάς πολιτικών ανδρών στις χώρες αυτές, οι οποίοι θα διαχειρίζονταν την πολιτική και πολιτειακή αλλαγή και θα συναινούσαν στην υιοθέτηση της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς, στο ελεύθερο εμπόριο, σε αμερικανικές και ευρωπαϊκές επενδύσεις, επιτρέποντας ταυτόχρονα στη Δύση να κυριαρχήσει απόλυτα στα ορυκτά κοιτάσματα της Ευρασίας. Οι ΗΠΑ μέσω οικονομικού πειθαναγκασμού κυρίως (έχοντας πάντοτε βεβαίως στο πίσω μέρος του μυαλού τους και το ενδεχόμενο μιας στρατιωτικής εμπλοκής) στόχευσαν ιδιαιτέρως το Καζακστάν, το Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν και το Τουρκμενιστάν, χώρες που είχαν πρόσφατα κερδίσει την ανεξαρτησία τους από τη Σοβιετική Ένωση. Οι Αμερικανοί επιθυμούσαν την άμεση ενσωμάτωση των χωρών αυτών στο δικό τους παγκοσμιοποιητικό σύστημα,τόσο στο οικονομικό όσο και στο στρατιωτικό πεδίο.

Για να αντιληφθούμε τη βαρύτητα, αλλά και την πολυπλοκότητα του γεωοικονομικού παιγνίου της Κεντρικής Ασίας, μπορούμε απλώς να αναφέρουμε πως οι κεντροασιατικές δημοκρατίες διαθέτουν τέτοιες ποσότητες αργού πετρελαίου που -όλες μαζί- φθάνουν ή και ξεπερνούν τη Σαουδική Αραβία, τη χώρα με τα δεύτερα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο. Παράλληλα οι τρεις από τις πέντε χώρες της Κεντρικής Ασίας (Τουρκμενιστάν, Ουζμπεκιστάν και Καζακστάν), μαζί με το Αζερμπαϊτζάν, διαθέτουν τα πλουσιότερα κοιτάσματα φυσικού αερίου που έχουν ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα. Το Καζακστάν μόνο του κατέχει τη δεύτερη μεγαλύτερη πετρελαιοπηγή στον χώρο της παλαιάς ΕΣΣΔ και τη δωδέκατη μεγαλύτερη στον πλανήτη. Το Καζακστάν διαθέτει επίσης τεράστιες ποσότητες φυσικού αερίου, ενώ η αξία των συνολικών αποθεμάτων των υδρογονανθράκων του (πετρελαίου και φυσικού αερίου) αποτιμάται σε 8,7 τρισεκατομμύρια δολάρια. Η αμερικανική ομάδα εργασίας επί των ενεργειακών ζητημάτων, με επικεφαλής τον Dick Cheney (αντιπρόεδρο της κυβέρνησης George Bush Jr από το 2001 έως το 2008), υπελόγισε ότι οι επιβεβαιωμένες πετρελαιοπηγές στο Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν, μαζί με κάποιους τομείς της Κασπίας Θάλασσας, μπορούν να αποφέρουν έως 20 δισεκατομμύρια βαρέλια. Αυτή η τεράστια ποσότητα ισοδυναμεί με περισσότερο πετρέλαιο από αυτό που υπάρχει σε ολόκληρη τη Βόρειο Θάλασσα. Το σύνολο των αποθεμάτων πετρελαίου των περιοχών της Κεντρικής Ασίας/Κασπίας Θάλασσας θα μπορούσαν συνολικά να ξεπεράσουν τα 60 δισεκατομμύρια βαρέλια και να φτάσουν ακόμη και τα 200 δισεκατομμύρια βαρέλια, σύμφωνα με τον John J. Maresca, πρώην κυβερνητικό αξιωματούχο των ΗΠΑ με ισχυρές διασυνδέσεις στην βιομηχανία ορυκτών καυσίμων.



Οι δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες, αντιλαμβανόμενες το τεράστιο ενδιαφέρον των Αμερικανών για τις ανωτέρω περιοχές, προετοιμάστηκαν κατάλληλα. Πολύ σύντομα διέθεταν την απαραίτητη τεχνολογική υποδομή, ώστε να αυξήσουν την παραγωγή πετρελαίου στο κέντρο της Ευρασίας πάνω από 500% – από τα 870.000 βαρέλια το 1995 στα 4,5 εκατομμύρια βαρέλια το 2010, ποσότητα που ισοδυναμεί με το 5% της παγκόσμιας παραγωγής αργού πετρελαίου. Η κυβέρνηση του Bill Clinton υπελόγισε το 1999, στο πλαίσιο της εκπόνησης ενός προγράμματος ''Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας'', ότι στη λεκάνη της Κασπίας Θάλασσας υπάρχουν κοιτάσματα πετρελαίου συνολικού ύψους 160 δισεκατομμυρίων βαρελιών, δηλαδή μεγαλύτερη ποσότητα πετρελαίου απ' ό,τι στο πλούσιο σε πετρέλαιο Ιράκ. Αυτά τα αποθέματα, θα μπορούσαν φυσικά να παίξουν έναν κεντρικό ρόλο στην ικανοποίηση της αυξανόμενης ζήτησης ενέργειας στον Δυτικό Κόσμο. Ως εκ τούτου, δεν είναι περίεργη μια ρήση του Cheney, ο οποίος είπε: ''Δε μπορούσα ποτέ να σκεφτώ ότι θα υπήρχε μια εποχή, που μια γεωγραφική περιοχή θα εμφανιζόταν τόσο ξαφνικά και θα αποκτούσε τόση στρατηγική σημασία όσο η Κασπία Θάλασσα στις μέρες μας''.



Πως επιχείρησαν οι ΗΠΑ να ελέγξουν τις οδούς μεταφοράς.



Για να θέσει υπό τον έλεγχό της τα πλούσια ενεργειακά κοιτάσματα, αλλά και για να εξασφαλίσει τις οδούς μεταφοράς του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, η Ουάσιγκτον άρχισε να στρατιωτικοποιεί μια τεράστια περιοχή από την ανατολική Μεσόγειο ως τις παρυφές των δυτικών συνόρων της Κίνας. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, απέστειλε περίπου 100.000 Αμερικανούς στρατιώτες σε αυτές τις απέραντες εκτάσεις. Τον Δεκέμβριο του 1999, ο Λευκός Οίκος δήλωνε απερίφραστα: ''ένας σταθεροποιημένος Καύκασος και μία ευημερούσα Κεντρική Ασία, θα διευκόλυναν αφάνταστα την ταχεία εξόρυξη και τη μεταφορά στις διεθνείς αγορές μεγάλων ποσοτήτων πετρελαίου και φυσικού αερίου από τα κοιτάσματα της Κασπίας, με τις ΗΠΑ να αποτελούν τον κύριο εταίρο σε όλη τη σχετική προσπάθεια. Η επίλυση περιφερειακών συγκρούσεων, όπως αυτή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ και εκείνη της Αμπχαζίας [σ.σ. και οι δύο περιοχές βρίσκονται στον νότιο Καύκασο], είναι σημαντική προϋπόθεση για τη δημιουργία της απαιτουμένης σταθερότητας,ώστε να καταστεί εφικτή η ανάπτυξη και η μεταφορά των πόρων της Κασπίας''. Σχεδόν ταυτόχρονα, το Κογκρέσσο των Ηνωμένων Πολιτειών ενέκρινε την ήδη χαραχθείσα στρατηγική για τη δημιουργία ενός νέου ''Δρόμου του Μεταξιού'', προσαρμοσμένου στη γεωοικονομική πραγματικότητα του 21ου αιώνος. Η εν λόγω στρατηγική προέβλεπε την εμφατική προώθηση της οικονομικής και πολιτικής επιρροής της Ουάσιγκτον στον νότιο Καύκασο και την Κεντρική Ασία, ενώ ταυτοχρόνως επεδίωκε τον πλήρη εξοβελισμό της Κίνας, της Ρωσίας και του Ιράν από την περιοχή.

Κάτι τέτοιο βεβαίως ήταν πιο εύκολο να διακηρυχθεί ως στόχος, παρά να υλοποιηθεί στην πραγματικότητα. Η μετασοβιετική Ρωσία επί παραδείγματι, άρχισε να επανακάμπτει σταθερά ως Παγκόσμια Δύναμη, με την έλευση του 21ου αιώνα, υπό την ηγεσία του Προέδρου Vladimir Putin, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 7 Μαΐου 2000. Το 1998 κάτι περισσότερο από το 35% του ρωσικού πληθυσμού ζούσε κάτω από τα όρια της φτώχειας, αλλά μέχρι το 2013 το νέο Καθεστώς της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατόρθωσε να μειώσει αυτό το ποσοστό στο 11%. Πρόκειται για ένα αξιοσημείωτο επίτευγμα,αν αναλογιστούμε ότι -συγκριτικά- το 15,1% των Αμερικανών ζούσε κάτω από τα όρια της φτώχειας το 2010, δύο χρόνια δηλαδή αφότου ο Barack Obama είχε ορκιστεί Πρόεδρος των ΗΠΑ και είχε θέσει σε εφαρμογή προγράμματα κοινωνικής πολιτικής που ενίσχυαν γενναιόδωρα τις κατώτερες τάξεις. Ο Βραζιλιάνος ιστορικός και πολιτικός επιστήμονας Moniz Bandeira, είναι μια από τις σημαντικότερες διεθνείς προσωπικότητες που έχουν επαινέσει δημοσίως τον Πρόεδρο Putin, ''αυτόν τον πατριώτη με την ισχυρή προσωπικότητα'', που ''μεταρρύθμισε και εκσυγχρόνισε'' τη Ρωσία, ενώ ''τόνωσε το ηθικό και την υπερηφάνεια, καθώς και το πνεύμα και την αίσθηση του μεγαλείου του λαού του''.

Η Ουάσιγκτον προωθούσε τους στόχους της στις χώρες του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας, μέσω της ''ατζέντας της ελευθερίας'' και του ''πολέμου κατά της τρομοκρατίας''. Η πολιτικο-στρατιωτική ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών έδειξε ελάχιστο σεβασμό στις νόμιμες ανησυχίες της Ρωσίας, σχετικά με το καθεστώς της Ευρασίας. Ήταν φανερό παρά ταύτα ότι ο αμερικανικός επεκτατισμός απειλούσε με ακρωτηριασμό τη γεωστρατηγική -ίσως και την εδαφική- ακεραιότητα της Ρωσίας. Οι Αμερικανοί επεδίωκαν ξεκάθαρα να αποκλείσουν κάθε ενδεχόμενο επιστροφής της Ρωσίας ως Μεγάλης Δύναμης, εμποδίζοντας τη Μόσχα να αποκαταστήσει την προηγούμενη επιρροή της στην ευρασιατική σφαίρα. Ο Moniz Bandeira σχολιάζει χαρακτηριστικά: ''Στην καρδιά του προβλήματος λοιπόν, βρισκόταν η κραυγαλέα φιλοδοξία των Ηνωμένων Πολιτειών να χτίσουν μια γέφυρα που, μέσω της Ουκρανίας, θα τις οδηγούσε σε στρατηγική επέκταση προς την Ευρασία, μια περιοχή κομβική για την παγκόσμια ισορροπία. Επίσης, να αποτρέψουν τη Ρωσία από το να ανακτήσει την κυρίαρχη θέση της στη Μαύρη Θάλασσα, όπου η Οδησσός χρησίμευε ως το κύριο εμπορικό λιμάνι για τις οικονομικές της συναλλαγές με τη Μεσόγειο και άλλες περιοχές γύρω από τον Ατλαντικό''.

Η Ουάσιγκτον είχε δημιουργήσει το πρόγραμμα ''Συνεργασία για την Ειρήνη'' (PfP), υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ, προκειμένου να προσδέσει τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες στο αμερικανικό στρατιωτικό ''άρμα''. Με την κάλυψη του ανωτέρω προγράμματος, οι Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ διεξήγαν τακτικά στρατιωτικές ασκήσεις σε πολλές χώρες της Κεντρικής Ασίας, ήδη από το 1997. Ως πρώτο βήμα στην πορεία προς μια μελλοντική πλήρη ένταξη στη Βορειοατλαντική Συμμαχία, οι ΗΠΑ συμπεριέλαβαν το 1997 σε μια δομή που είχε και στρατιωτικό χαρακτήρα (GUAM-από τα αρχικά γράμματα των ονομάτων των χωρών) τη Γεωργία, την Ουκρανία,το Αζερμπαϊτζάν και τη Μολδαβία (για ένα βραχύ χρονικό διάστημα, 1999-2005, συμμετείχε και το Ουζμπεκιστάν).

Κάποιες πολύ σοβαρές μελέτες που έγιναν στις Ηνωμένες Πολιτείες, έδειξαν ότι η Κεντρική Ασία θα μπορούσε να προμηθεύει πάνω από το 80% του πετρελαίου που εισάγεται ετησίως στις ΗΠΑ, έως το 2050 περίπου. Ο Bill Richardson, πρώην υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ, παραδέχτηκε ότι ''οι πρώην σοβιετικές δημοκρατίες πέριξ της Κασπίας, συνδέονται στενά με την ενεργειακή ασφάλεια της Αμερικής. Θα θέλαμε να τις δούμε να εξαρτώνται από τις δυτικές εμπορικές και πολιτικές επενδύσεις, και είναι πολύ σημαντικό για εμάς ο χάρτης των αγωγών και η πολιτική των κρατών να συμβαδίζουν''. Η ίδια η ενεργειακή ασφάλεια των ΗΠΑ λοιπόν, βρίσκεται πίσω την επιθυμία να ελεγχθούν απολύτως από τους Ατλαντιστές οι φυσικοί πόροι της περιοχής Καυκάσου-ΚεντρικήςΑσίας, και να προστατευθούν οι αγωγοί που -μέσω Αφγανιστάν και Τουρκίας-οδηγούν τα ορυκτά καύσιμα της Ευρασίας στη Δύση. Οι Αμερικανοί κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να εκτρέψουν τις ενεργειακές υποδομές μακριά από τη Ρωσία, και εργάστηκαν πολύ έντονα στο παρασκήνιο ώστε να χαραχθούν νέες ενεργειακές διαδρομές, ανταγωνιστικές προς εκείνες που σχεδίαζε η Μόσχα.


Τέλος πρώτου μέρους. 

Φίλιππος Μπουράτογλου – Απόφοιτος του Κέντρου Γεωπολιτικών Αναλύσεων του NewYorkCollege - Ιστορικός ερευνητης - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών