Η διοίκηση George Bush Jr και η εισβολή στο Αφγανιστάν.
Το αμερικανικό στρατηγικό όραμα διείσδυσης στην Ευρασία, συνδέθηκε κυρίως με την εκλογή του George Bush Jr., ως Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών,τον Νοέμβριο του 2000. Το εκλογικό αποτέλεσμα αμφισβητήθηκε πολύ έντονα στο εσωτερικό των ΗΠΑ,καθώς ήταν η πρώτη φορά από το 1888 που ο νικητής των εκλογών κέρδισε μεν την πλειοψηφία των εκλεκτόρων, αλλά υστέρησε σημαντικά σε ψήφους. Φαίνεται ωστόσο πως ο George Bush ήταν ευνοούμενος και επιλογή του αμερικανικού ''βαθέος κράτους'' και των Νεοσυντηρητικών, της ριζοσπαστικής δεξιάς πτέρυγας του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, που είχε αναλάβει να καθοδηγήσει την αμερικανική εξωτερική πολιτική στον 21ο αιώνα. Μεταξύ των στόχων της νέας ηγετικής ομάδας ήταν η ενίσχυση των στρατιωτικών δαπανών, η έμπρακτη αμφισβήτηση- ακόμη και ένοπλη, αν κάτι τέτοιο κρινόταν αναγκαίο- όλων εκείνων των καθεστώτων που εθεωρούντο εχθρικά προς τα αμερικανικά συμφέροντα και τις αξίες του αμερικανικού τρόπου ζωής, και -τέλος- η προαγωγή των ''πολιτικών ελευθεριών'' στο διεθνές στερέωμα -ένας εύσχημος τρόπος για να δηλωθεί η επιδίωξη της πλήρους υποταγής των ''εχθρικών κρατών'' στα συμφέροντα των ΗΠΑ.
Η κυβέρνηση του George Bush Jr., είχε θέσει ως στόχο της την αύξηση της ροής των φυσικών πόρων από το εξωτερικό. Τόσο ο ίδιος ο Πρόεδρος, όσο και ο αντιπρόεδρος Dick Cheney, είχαν στενούς δεσμούς με την αμερικανική βιομηχανία ορυκτών καυσίμων, πολύ πριν αναλάβουν πολιτικά αξιώματα. Τα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου των ΗΠΑ είχαν μειωθεί σημαντικά στις αρχές του νέου αιώνα, και οι δύο άνδρες είχαν πλήρη επίγνωση της πραγματικότητας αυτής. Οι Αμερικανοί είχαν γίνει εξαρτημένοι από τις εισαγωγές, εφόσον εισήγαγαν το 50% (ή και περισσότερο) του πετρελαίου που χρειαζόταν ετησίως ή χώρα. Μπορεί να ακούγεται απίστευτα κυνικό, αλλά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, με την τρομοκρατική επίθεση στους Διδύμους Πύργους της Νέας Υόρκης, αποτελούσαν και το τέλειο πρόσχημα για την κυβέρνηση των ΗΠΑ ,προκειμένου να δικαιολογήσει τη διεξαγωγή πολέμου (casus belli) και τη στρατιωτική εισβολή στην καρδιά της Ευρασίας. Πρώτος στόχος ήταν το Αφγανιστάν, το οποίο άρχισε να δέχεται τα πλήγματα της αμερικανικής πολεμικής μηχανής στις 7 Οκτωβρίου 2001, κάτι λιγότερο από τέσσερις εβδομάδες μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Με την εισβολή στο Αφγανιστάν να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Donald Rumsfeld υποσχέθηκε ότι η Ουάσιγκτον θα χρηματοδοτούσε με δεκάδες εκατομμύρια δολλάρια το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν, δύο έθνη που μοιράζονται εκτεταμένα σύνορα με το Αφγανιστάν. Αμερικανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι είχαν ήδη αφιχθεί στο Τατζικιστάν το καλοκαίρι του 2001, εβδομάδες πριν από το χτύπημα στη Νέα Υόρκη. Από κει σχεδίαζαν μια επιθετική εξόρμηση των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων προς το Αφγανιστάν- με ορμητήριο στρατιωτικές βάσεις στο έδαφος του Τατζικιστάν, βάσεις που ελέγχονταν πλήρως από τις ΗΠΑ.
Η εισβολή των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, το φθινόπωρο του 2001, είχε να κάνει εν μέρει με την προστασία των διαδρομών των ενεργειακών αγωγών. Επιπλέον, εκ της ίδιας της γεωγραφικής του θέσεως, το Αφγανιστάν έχει ιδιαίτερη στρατηγική αξία καθώς δεσπόζει επάνω στον παλαιό ''Δρόμο του Μεταξιού''. Η κυβέρνηση G. Bush ξεκινούσε μια υπερπόντια εκστρατεία, προκειμένου να εξασφαλίσει ενεργειακά κοιτάσματα και οδούς ανεφοδιασμού σε μια τεράστια γεωγραφική περιοχή, από το Hindo Kush (Ινδοκαύκασος) έως το Αφγανιστάν και το βορειοδυτικό Πακιστάν, και από εκεί μέχρι τον Βόσπορο. Η σημασία της άσκησης ελέγχου σε τέτοιες περιοχές του πλανήτη, είχε προηγουμένως σκιαγραφηθεί από τον Zbigniew Brzezinski, πρώην σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ,στο πολύ σημαντικό βιβλίο του ''Η Μεγάλη Σκακιέρα''(1997).
Η εξάλειψη της κυριαρχίας των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα(που όπως αποδείχτηκε, με τον πλέον πικρό για τους Αμερικανούς τρόπο, είκοσι χρόνια μετά,μόνο προσωρινή ήταν), θα επιτρέψει στην αμερικανική κυβέρνηση, σε συνεργασία με την UNOCAL (Union Oil Company of California), να κατασκευάσει δύο μεγάλους αγωγούς πετρελαίου: έναν μέσω Αφγανιστάν και Πακιστάν,έως τον Ινδικό Ωκεανό, και έναν ακόμη, τον Central Asia Oil Pipeline Project (CAOPP), σε μια διαδρομή 1.050 μιλίων,με αφετηρία το Chardzhou στο Τουρκμενιστάν. Ο τελευταίος αγωγός, είχε ξεκάθαρα ως σκοπό να εμποδίσει το πετρέλαιο του Αζερμπαϊτζάν να διοχετευθεί προς τη Δύση μέσω Ρωσίας. Κατά τα αμέσως επόμενα έτη, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Κεντρική Ασία ολοένα αυξανόταν. Με τη δικαιολογία(ή το πρόσχημα) του ''Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας'', τα αμερικανικά στρατεύματα φρόντισαν-μεταξύ άλλων- να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον ευνοϊκό για την UNOCAL. Η εταιρεία ανέλαβε να κατασκευάσει ακόμη έναν αγωγό, που μετέφερε πετρέλαιο από το Ουζμπεκιστάν στον Ινδικό Ωκεανό, χωρίς να διασχίσει τη ρωσική γη.
Προκειμένου να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη διέλευση των αμερικανικών στρατευμάτων, καθ' οδόν προς τα πολεμικά μέτωπα, η Ουάσιγκτον ζήτησε και έλαβε την άδεια να χρησιμοποιεί βάσεις στο έδαφος όλων των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών της Κεντρικής Ασίας, κατά την πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα. Μέχρι το 2014 ωστόσο, η αμερικανική ένοπλη παρουσία στην περιοχή είχε μειωθεί σημαντικά, εξαιτίας της φθοράς στα πεδία των μαχών,αλλά και των εσωτερικών πολιτικών διενέξεων στις ίδιες τις ΗΠΑ. Τον Ιούνιο του 2014, ο αμερικανικός στρατός εκδιώχθηκε σχεδόν βιαίως από την τελευταία εναπομείνασα βάση του στην Κεντρική Ασία, στο Manas του βορείου Κιργιστάν. Η αεροπορική βάση επέστρεψε στον έλεγχο της κυβέρνησης της Κιργιζίας, η οποία είχε επιλέξει πλέον να ευθυγραμμιστεί πολιτικώς και στρατιωτικώς με τη Ρωσική Ομοσπονδία.
Τέλος δεύτερου μέρους.
Φίλιππος Μπουράτογλου – Απόφοιτος του Κέντρου Γεωπολιτικών Αναλύσεων του NewYorkCollege - Ιστορικός ερευνητης - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών






