Η Θάλασσα και η Ξηρά: Το Ιράν Ανοίγει Δύο Μέτωπα.





Ορμούζ, Υεμένη, Πακιστάν και Κίνα στη νέα φάση της σύγκρουσης με τις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία.



  Η Θάλασσα και η Ξηρά

Η σύγκρουση γύρω από το Ιράν εισέρχεται σε μια φάση όπου η γραμμή αντιπαράθεσης δεν βρίσκεται πλέον σε ένα μόνο σημείο του χάρτη. Στα στενά του Ορμούζ, η αντιπαράθεση με τις αμερικανικές δυνάμεις εξελίσσεται στη θάλασσα, με την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, τις ενεργειακές ροές και την παρουσία των πολεμικών πλοίων να αποτελούν βασικά εργαλεία πίεσης. Την ίδια στιγμή, στην Υεμένη, η αντιπαράθεση γύρω από την Ansar Allah συνδέεται όλο και περισσότερο με τη Σαουδική Αραβία, την Ερυθρά Θάλασσα και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Δύο διαφορετικά γεωγραφικά μέτωπα αρχίζουν έτσι να λειτουργούν μέσα στο ίδιο στρατηγικό περιβάλλον.

Η ιδιαιτερότητα της σημερινής κατάστασης βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη σύνδεση. Το Ιράν βρίσκεται υπό οικονομική και στρατιωτική πίεση, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί τη δυνατότητα να επηρεάζει τις θαλάσσιες οδούς και να στηρίζει δίκτυα συμμάχων και εταίρων στην περιοχή. Η Σαουδική Αραβία εξετάζει τη δική της στρατιωτική απάντηση στην Υεμένη, ενώ το Πακιστάν επιχειρεί να διατηρήσει έναν διπλό ρόλο, τόσο ως δίαυλος πολιτικής διαμεσολάβησης όσο και ως κράτος με άμεσο ενδιαφέρον για την ασφάλεια του Κόλπου. Παράλληλα, η Κίνα επιδιώκει να περιορίσει την επέκταση της σύγκρουσης, καθώς η σταθερότητα των θαλάσσιων εμπορικών διαδρομών αποτελεί άμεσο στρατηγικό της συμφέρον.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει νέα κλιμάκωση μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι αν η κρίση στον Ορμούζ και η κρίση στην Υεμένη θα παραμείνουν δύο ξεχωριστές συγκρούσεις ή αν θα αρχίσουν να λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύστημα αλληλοτροφοδοτούμενων πιέσεων. Αν συμβεί το δεύτερο, τότε κάθε κίνηση στη θάλασσα μπορεί να προκαλεί αντίδραση στην ξηρά και κάθε στρατιωτική εξέλιξη στην Υεμένη μπορεί να επηρεάζει τις διαπραγματεύσεις για το Ορμούζ.

Σε αυτό το περιβάλλον, η διπλωματία αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Κατάρ, Πακιστάν και Κίνα δεν αποτελούν ένα ενιαίο μπλοκ ούτε ακολουθούν απαραίτητα την ίδια στρατηγική. Διαθέτουν όμως κάτι που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη αξία: διαύλους επικοινωνίας. Και σε μια κρίση όπου η στρατιωτική ισχύς αυξάνεται, αλλά κανένας από τους βασικούς παίκτες δεν έχει εξασφαλίσει τον πλήρη έλεγχο των εξελίξεων, η δυνατότητα επικοινωνίας μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με τη δυνατότητα πλήγματος.

Η επόμενη φάση, επομένως, δεν θα κριθεί μόνο από το πόσα πλοία βρίσκονται στον Κόλπο ή από το ποιος ελέγχει ένα ακόμη τμήμα της Υεμένης. Θα κριθεί από το ποιος θα μπορέσει να διατηρήσει περισσότερες επιλογές, περισσότερους διαύλους και μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Εκεί ακριβώς συναντώνται η θάλασσα και η ξηρά.


  Το Ιράν Έχει Ήδη Πυροβολήσει

Η κρίση στη θάλασσα δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα σενάριο πιθανής σύγκρουσης. Το βασικό στοιχείο που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι έχει ήδη υπάρξει άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση γύρω από τις αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις. Οι αναφορές για ιρανική πυραυλική επίθεση εναντίον αμερικανικών πολεμικών πλοίων δείχνουν ότι η Τεχεράνη έχει ήδη περάσει από την έμμεση πίεση στην άμεση στρατιωτική δράση. Αυτό μεταβάλλει το επίπεδο κινδύνου στον Περσικό Κόλπο: ένα αμερικανικό πολεμικό πλοίο δεν αποτελεί πλέον μόνο μέσο αποτροπής, αλλά και πιθανό στόχο. 

Στις 5 Σεπτεμβρίου, αμερικανικές αναφορές έκαναν λόγο για ιρανική εκτόξευση βαλλιστικών πυραύλων εναντίον αμερικανικών ναυτικών μονάδων, οι οποίες φέρεται να απέφυγαν την προσβολή. Λίγες ημέρες αργότερα, αναφέρθηκε περιστατικό με ιρανικό πύραυλο cruise στην περιοχή του Ορμούζ, από το οποίο φέρεται να τραυματίστηκαν οκτώ Αμερικανοί πεζοναύτες. Οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν όλες ως πλήρως ανεξάρτητα επιβεβαιωμένα δεδομένα, όμως ενισχύουν την εικόνα μιας ήδη ενεργής ναυτικής αντιπαράθεσης.


Η σημασία αυτής της εξέλιξης βρίσκεται περισσότερο στην ικανότητα δημιουργίας κινδύνου παρά στην τεχνική συζήτηση για τον αριθμό ή τον τύπο των πυραύλων. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το Ιράν μπορεί να απειλεί αποτελεσματικά κινούμενες ναυτικές μονάδες και να υποχρεώνει τις αμερικανικές δυνάμεις να λαμβάνουν υπόψη αυτή την απειλή σε κάθε επιχειρησιακό σχεδιασμό. Ορισμένες τεχνικές αναφορές παραμένουν ανεπιβεβαίωτες και δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως δεδομένα. Η ίδια όμως η επανάληψη περιστατικών γύρω από τις θαλάσσιες δυνάμεις δημιουργεί ένα διαφορετικό επιχειρησιακό περιβάλλον. 

Παράλληλα, από την ιρανική πλευρά έχουν διατυπωθεί ενδείξεις ότι η Τεχεράνη εξετάζει ευρύτερο κατάλογο πιθανών στόχων σε περίπτωση νέας μεγάλης σύγκρουσης. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι αναφορές για αυξημένη ετοιμότητα συνεργαζόμενων δυνάμεων σε Λίβανο, Υεμένη και Ιράκ. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες αυτές οι δυνάμεις θα κινηθούν ταυτόχρονα ή υπό ενιαία επιχειρησιακή διοίκηση. Σημαίνει όμως ότι η Τεχεράνη διατηρεί τη δυνατότητα να μετατρέψει μια διμερή σύγκρουση σε ευρύτερη περιφερειακή πίεση.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για το Ορμούζ. Η αμερικανική παρουσία μπορεί να αυξήσει την πίεση προς την Τεχεράνη, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει και την πιθανότητα ενός περιστατικού που θα ξεφύγει από τον αρχικό σχεδιασμό. Ένα πλήγμα, μια λανθασμένη εκτίμηση ή μια αλληλουχία αντιδράσεων μπορεί να μετατρέψει μια περιορισμένη ναυτική αντιπαράθεση σε ευρύτερη σύγκρουση. Η στρατιωτική συγκέντρωση, επομένως, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάποιος έχει επιτύχει τον πολιτικό του στόχο. Σημαίνει ότι οι επιλογές αυξάνονται και μαζί τους αυξάνεται και το κόστος ενός λάθους.

Η εξέλιξη αυτή πρέπει να διαβαστεί παράλληλα με τη διπλωματική προσπάθεια. Το Ιράν εξακολουθεί να χρησιμοποιεί διαύλους επικοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί στρατιωτικές δυνατότητες πίεσης στη θάλασσα. Αυτές οι δύο κινήσεις δεν είναι απαραίτητα αντιφατικές. Αντίθετα, αποτελούν μέρος της ίδιας λογικής: η Τεχεράνη επιχειρεί να διατηρήσει όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές πριν αποφασίσει αν και πού θα κλιμακώσει. Η πραγματική δοκιμασία θα είναι αν αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη διαπραγμάτευση και στη στρατιωτική αποτροπή μπορεί να διατηρηθεί όταν το αμερικανικό ναυτικό αυξάνει την παρουσία του και η Υεμένη μετατρέπεται ταυτόχρονα σε ενεργό δεύτερο μέτωπο.  


 Το Ορμούζ ως Ναυτικό Μέτωπο

Το Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα στενό πέρασμα από το οποίο διέρχονται εμπορικά πλοία. Για την Τεχεράνη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σημεία στρατηγικής πίεσης απέναντι σε μια υπέρτερη ναυτική δύναμη. Η γεωγραφία λειτουργεί εδώ ως πολλαπλασιαστής ισχύος: ένα εξαιρετικά περιορισμένο θαλάσσιο πέρασμα βρίσκεται δίπλα στις ιρανικές ακτές, στα νησιά και στις εγκαταστάσεις που επιτρέπουν στο Ιράν να συνδυάζει πυραύλους, μη επανδρωμένα συστήματα, ταχύπλοα και παράκτια επιτήρηση. Η ιρανική ναυτική αντίληψη έχει αναπτυχθεί επί δεκαετίες ακριβώς πάνω σε αυτή τη λογική του ασύμμετρου πολέμου σε κλειστά ύδατα.  

Η σημασία του Ορμούζ αποτυπώνεται και στην ίδια την ιρανική στρατιωτική συμπεριφορά. Η Τεχεράνη έχει επανειλημμένα διαμηνύσει ότι δεν αντιμετωπίζει όλα τα κράτη της περιοχής με τον ίδιο τρόπο και ότι το βασικό της πρόβλημα είναι η παρουσία δυνάμεων που χρησιμοποιούν τον Κόλπο ως βάση επιχειρήσεων εναντίον της. Παράλληλα, έχει προειδοποιήσει ότι εγκαταστάσεις ή μέσα που χρησιμοποιούνται ως αφετηρία επίθεσης μπορούν να θεωρηθούν νόμιμοι στόχοι από την ιρανική πλευρά. Η διάκριση αυτή έχει σημασία, διότι δείχνει ότι η Τεχεράνη επιχειρεί να συνδυάσει στρατιωτική αποτροπή με πολιτικό μήνυμα προς τα γειτονικά κράτη: η σύγκρουση με την Ουάσιγκτον δεν πρέπει αυτομάτως να μετατραπεί σε σύγκρουση με ολόκληρο τον αραβικό Κόλπο. 

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν το Ιράν μπορεί να «κλείσει» το Ορμούζ με την απόλυτη έννοια. Πολύ σημαντικότερο είναι αν μπορεί να καταστήσει τη διέλευση τόσο επικίνδυνη ώστε οι αντίπαλοί του να χρειάζονται συνεχώς περισσότερα μέσα για να την εξασφαλίσουν. Η ιρανική στρατηγική στηρίζεται ακριβώς σε αυτή τη μετατόπιση του κόστους. Ακόμη και όταν ένα αμερικανικό πολεμικό ναυτικό διαθέτει συντριπτική υπεροχή σε μεγάλες μονάδες, πρέπει να αντιμετωπίσει ένα περιβάλλον όπου οι αποστάσεις είναι μικρές, ο χρόνος αντίδρασης περιορισμένος και η απειλή μπορεί να προέρχεται από πολλαπλές κατευθύνσεις. Η χρήση ταχύπλοων, μη επανδρωμένων συστημάτων και πυραυλικών μέσων αποτελεί μέρος αυτής της λογικής.  

Υπάρχει όμως και μία δεύτερη διάσταση. Το Ορμούζ είναι ταυτόχρονα στρατιωτικό και οικονομικό μέτωπο. Κάθε σοβαρή διατάραξη της ναυσιπλοΐας επηρεάζει τις ροές πετρελαίου, το κόστος μεταφοράς, την ασφάλιση των πλοίων και τελικά τις οικονομίες πολύ πέρα από τον Περσικό Κόλπο. Αυτό δίνει στην Τεχεράνη ένα εργαλείο πίεσης που δεν περιορίζεται στο πεδίο της μάχης. Από την άλλη πλευρά, η ίδια η χρήση αυτού του εργαλείου έχει κόστος για το Ιράν, επειδή η χώρα εξαρτάται επίσης από τις θαλάσσιες εμπορικές οδούς και τις εξαγωγές της. Επομένως, το Ορμούζ λειτουργεί ως όπλο αμοιβαίας πίεσης, όχι ως μονομερής διακόπτης που κάποιος απλώς ανοίγει και κλείνει. 

Η πίεση έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται και στην εμπορική ναυσιπλοΐα. Περιστατικά με τρία δεξαμενόπλοια υπό σημαία Λιβερίας στα τέλη Σεπτεμβρίου, σε συνδυασμό με την άνοδο του Brent περίπου στην περιοχή των 99–103 δολαρίων, δείχνουν ότι η θαλάσσια κρίση μεταφέρεται άμεσα στις αγορές. Παράλληλα, η συζήτηση για απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων από τις χώρες της G7 δείχνει ότι η διατάραξη των ενεργειακών ροών αντιμετωπίζεται πλέον ως ευρύτερο οικονομικό ζήτημα και όχι μόνο ως στρατιωτικό επεισόδιο.


Η κρίσιμη μεταβολή είναι ότι η αντιπαράθεση δεν εξελίσσεται πλέον σε ένα κενό γεωγραφικό πεδίο. Η παρουσία αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων, οι ιρανικές δυνατότητες προσβολής και η παράλληλη ένταση στην Υεμένη δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου ένα μεμονωμένο επεισόδιο μπορεί να έχει συνέπειες πολύ μεγαλύτερες από το αρχικό του σημείο. Το Ορμούζ, συνεπώς, δεν είναι μόνο η πύλη του Περσικού Κόλπου. Είναι ο κόμβος στον οποίο συναντώνται η στρατιωτική ισχύς, η ενεργειακή ασφάλεια, η γεωγραφία και η διαπραγματευτική ικανότητα. Και ακριβώς επειδή κανένας παίκτης δεν διαθέτει απόλυτο έλεγχο πάνω σε όλες αυτές τις παραμέτρους, η θάλασσα μπορεί να γίνει ο χώρος όπου μια περιορισμένη σύγκρουση θα αρχίσει να συνδέεται με το δεύτερο μέτωπο της Υεμένης.

4. Η Υεμένη Γίνεται το Δεύτερο Κέντρο Βάρους

Η Υεμένη παύει πλέον να αποτελεί ένα παράλληλο μέτωπο της κρίσης και μετατρέπεται σε ξεχωριστό κέντρο στρατηγικής βαρύτητας. Η Ansar Allah έχει επεκτείνει την παρουσία της προς τη δυτική ακτή, με την κατάληψη της Μόχα στις 10 Σεπτεμβρίου και του νησιού Μαγιούν στις 11 Σεπτεμβρίου να αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της θέσης τους απέναντι από το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Το στενό συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και, συνεπώς, αποτελεί έναν από τους βασικούς θαλάσσιους κόμβους μεταξύ Ασίας, Μέσης Ανατολής και Ευρώπης. Η εξέλιξη αυτή μεταφέρει το κέντρο βάρους από την εσωτερική σύγκρουση της Υεμένης στον έλεγχο μιας διεθνούς θαλάσσιας αρτηρίας. 

Η απάντηση της Σαουδικής Αραβίας είναι ήδη στρατιωτική. Οι συγκρούσεις έχουν ενταθεί στις επαρχίες Ταΐζ και Λαχίτζ, ενώ η σαουδαραβική αεροπορία πραγματοποιεί επιθέσεις σε περιοχές που ελέγχονται από την Ansar Allah. Παράλληλα, οι επιθέσεις και οι αντεπιθέσεις έχουν αρχίσει να επεκτείνονται βαθύτερα στο σαουδαραβικό έδαφος. Στις αρχές Οκτωβρίου αναφέρθηκαν αναχαιτίσεις βαλλιστικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών προς τις περιοχές Τζιζάν και Χαμίς Μουσάιτ, ενώ οι μάχες στην Ταΐζ έχουν εξελιχθεί σε μία από τις σφοδρότερες αναμετρήσεις της τελευταίας περιόδου. Η επίθεση στην Ταΐζ δεν αφορά μόνο την ίδια την πόλη. Η προώθηση της Ansar Allah συνδέεται με την προσπάθεια να απειληθεί ο οδικός άξονας προς το Άντεν, γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει τη σύνδεση των κυβερνητικών περιοχών με τη νότια ακτή. Έτσι, η μάχη στην Ταΐζ αποκτά ευρύτερη στρατηγική σημασία και δεν περιορίζεται σε μια ακόμη τοπική αναμέτρηση.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή πλέον εμφανίζεται και πολιτικοστρατιωτική διάσταση. Στις 4 Οκτωβρίου, ο πρόεδρος του Προεδρικού Συμβουλίου της Υεμένης, Ρασάντ αλ-Αλίμι, ανακοίνωσε από το Ριάντ την έναρξη ευρύτερης στρατιωτικής εκστρατείας για την ανακατάληψη των περιοχών που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό τον έλεγχο της Ansar Allah. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η προηγούμενη περίοδος προετοιμασίας ολοκληρώθηκε και οι δυνάμεις της κυβέρνησης περνούν στη φάση των επιχειρήσεων. Πρόκειται για σαφή μετατόπιση από την προσπάθεια διαχείρισης της κρίσης προς την επιδίωξη αλλαγής των εδαφικών συσχετισμών. 

Εδώ βρίσκεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ευρύτερη κρίση. Αν η Σαουδική Αραβία και οι συμμαχικές προς αυτήν δυνάμεις επιχειρήσουν να ανακτήσουν τη δυτική ακτή και να περιορίσουν την Ansar Allah γύρω από το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, η σύγκρουση δεν θα αφορά πλέον μόνο τη Σαναά ή τα εσωτερικά σύνορα της Υεμένης. Θα αφορά άμεσα την Ερυθρά Θάλασσα και τις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές. Ταυτόχρονα, η Ansar Allah έχει ήδη απαντήσει με πυραυλικές και μη επανδρωμένες επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών στόχων, περιλαμβανομένων εγκαταστάσεων της Aramco, αν και οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί για τα αποτελέσματα των πληγμάτων δεν έχουν ανεξάρτητα επιβεβαιωθεί. Παράλληλα, οι επιθέσεις εναντίον ενεργειακών υποδομών της Σαουδικής Αραβίας αυξάνουν το κόστος για το Ριάντ και συνδέουν ακόμη περισσότερο το μέτωπο της Υεμένης με την ενεργειακή ασφάλεια του Κόλπου. Η μείωση της εμπορικής ναυσιπλοΐας μέσω του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ προσθέτει μία ακόμη διάσταση στην πίεση. 

Έτσι διαμορφώνεται μια δεύτερη γεωγραφική πίεση πάνω στη Σαουδική Αραβία. Στον βορρά και στο εσωτερικό της χερσονήσου βρίσκεται η απειλή από πυραύλους και drones, ενώ στα δυτικά βρίσκεται η μάχη για την ακτογραμμή και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Αν αυτή η δυναμική συνδεθεί με το Ορμούζ, τότε η περιοχή αποκτά δύο παράλληλα σημεία στρατηγικής πίεσης: Ορμούζ στα ανατολικά και Μπαμπ ελ-Μαντέμπ στα δυτικά. Η απόσταση μεταξύ τους είναι μεγάλη, αλλά η λειτουργία τους είναι κοινή. Και στα δύο σημεία, η γεωγραφία μετατρέπεται σε εργαλείο ισχύος πάνω στις θαλάσσιες ροές.

Η Υεμένη, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως «δεύτερο μέτωπο». Είναι πιθανός καταλύτης για την ένωση των δύο θεάτρων. Μια μεγάλη σαουδαραβική χερσαία επιχείρηση, μια σοβαρή επίθεση της Ansar Allah σε ενεργειακές εγκαταστάσεις ή μια απόπειρα ελέγχου του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ θα μπορούσε να μεταφέρει την κρίση από το επίπεδο της περιφερειακής αντιπαράθεσης σε ένα ενιαίο σύστημα στρατιωτικών και ενεργειακών πιέσεων. Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι πλέον ποιος ελέγχει την Υεμένη ή ποιος ελέγχει το Ορμούζ ξεχωριστά, αλλά ποιος μπορεί να διατηρήσει ελευθερία κινήσεων και στα δύο άκρα του αραβικού θαλάσσιου χώρου.


 Η Σαουδική Αραβία Ετοιμάζεται για την Επόμενη Κίνηση

Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα δίλημμα που δεν είναι μόνο στρατιωτικό. Από τη μία πλευρά, η επέκταση της Ansar Allah προς τη δυτική ακτή και η πίεση γύρω από το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ δημιουργούν άμεση απειλή για τις θαλάσσιες οδούς και για την ίδια τη σαουδαραβική ασφάλεια. Από την άλλη, μια μεγάλης κλίμακας επίθεση στην Υεμένη μπορεί να ακυρώσει τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης που βρίσκονται σε εξέλιξη και να ανοίξει έναν νέο κύκλο αντιποίνων. Το Ριάντ, επομένως, δεν εξετάζει απλώς πώς θα χτυπήσει την Ansar Allah, αλλά πώς θα αποκαταστήσει τον έλεγχο της δυτικής ζώνης χωρίς να μετατρέψει την Υεμένη σε καταλύτη μιας γενικευμένης περιφερειακής σύγκρουσης.

Η σημερινή εικόνα δείχνει ότι η επιλογή της στρατιωτικής πίεσης κερδίζει έδαφος. Η κυβέρνηση της Υεμένης ανακοίνωσε στις 4 Οκτωβρίου την έναρξη ευρείας επιχείρησης για την ανακατάληψη των περιοχών που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της Ansar Allah. Η ανακοίνωση δεν περιορίζεται σε μια τοπική επιχείρηση. Περιγράφει εκστρατεία με στόχο την ανατροπή του σημερινού εδαφικού συσχετισμού. Αυτό σημαίνει ότι η Σαουδική Αραβία καλείται να υποστηρίξει έναν πόλεμο του οποίου η έκβαση δεν μπορεί να προσδιοριστεί μόνο από την αεροπορική ισχύ. Η πραγματική δοκιμασία θα είναι η δυνατότητα των τοπικών δυνάμεων να κρατήσουν και να αξιοποιήσουν τα εδάφη που ενδέχεται να ανακαταλάβουν.  Ο στόχος της επιχείρησης δεν περιορίζεται στην άμυνα των σαουδαραβικών συνόρων. Το Ριάντ επιδιώκει την ανάκτηση τμημάτων της δυτικής ακτής και λιμανιών που πέρασαν υπό τον έλεγχο της Ansar Allah κατά το διάστημα 9–11 Σεπτεμβρίου, με ιδιαίτερη σημασία για τον έλεγχο της ζώνης γύρω από το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Αυτό μετατρέπει την επιχείρηση από απλή συνοριακή άμυνα σε προσπάθεια αλλαγής του γεωγραφικού συσχετισμού στην Ερυθρά Θάλασσα.

Ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα απέκτησε και η αναφορά σε επίθεση εναντίον εγκατάστασης ηλεκτρικής διανομής που εξυπηρετεί την περιοχή του Προφήτη Μωάμεθ στη Μεδίνα. Η επίθεση καταδικάστηκε από περιφερειακούς παράγοντες και ενίσχυσε την πίεση προς το Ριάντ να αντιμετωπίσει την Ansar Allah όχι μόνο ως απειλή για τα σύνορα και τις ενεργειακές υποδομές, αλλά και ως κίνδυνο για κρίσιμους θρησκευτικούς και πολιτικούς στόχους.

Το δεύτερο ζήτημα είναι το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Η Ansar Allah, εφόσον διατηρήσει τον έλεγχο της δυτικής ακτής και των θέσεων που επηρεάζουν το στενό, αποκτά ένα εργαλείο πίεσης δυσανάλογο προς το μέγεθος της ίδιας της Υεμένης. Η Σαουδική Αραβία δεν μπορεί να αποδεχθεί εύκολα μια τέτοια κατάσταση, διότι η ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας συνδέεται άμεσα με την εμπορική και στρατηγική της θέση. Για αυτό και η συζήτηση στο Ριάντ δεν αφορά πλέον μόνο την αντιμετώπιση πυραύλων και drones. Αφορά την αποκατάσταση ενός γεωγραφικού ελέγχου που, αν χαθεί, μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την περιφερειακή ισορροπία.

Ωστόσο, υπάρχει ένα παράδοξο. Η ίδια στρατιωτική επιχείρηση που μπορεί να αποκαταστήσει τη σαουδαραβική θέση μπορεί ταυτόχρονα να καταστρέψει τον χώρο για πολιτική διαπραγμάτευση. Η Τεχεράνη έχει αφήσει να εννοηθεί, μέσω των επαφών που μετέφερε το Πακιστάν, ότι θα μπορούσε να υπάρξει πολιτικός διάλογος με την Ansar Allah. Δεν πρόκειται για δεσμευτική συμφωνία ούτε για επίσημη γραπτή πρόταση, αλλά η ύπαρξη αυτού του διαύλου έχει σημασία. Το Πακιστάν επιδιώκει να κρατήσει ανοικτή αυτή την πολιτική επιλογή, ενώ ταυτόχρονα έχει διακηρύξει ότι θα στηρίξει την ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας.  

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η στρατηγική σημασία της επόμενης σαουδαραβικής κίνησης. Αν το Ριάντ επιλέξει περιορισμένη επιχείρηση με σαφή στόχο την απομάκρυνση της Ansar Allah από την ακτογραμμή και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, μπορεί να επιχειρήσει να αποκαταστήσει την ισορροπία χωρίς να οδηγήσει σε πλήρη περιφερειακή ανάφλεξη. Αν όμως η επιχείρηση εξελιχθεί σε γενικευμένη προσπάθεια ανακατάληψης ολόκληρης της βόρειας και δυτικής Υεμένης, τότε το διακύβευμα αλλάζει. Η Ansar Allah θα έχει κίνητρο να μεταφέρει την πίεση βαθύτερα στη Σαουδική Αραβία, ενώ το Ιράν θα βρεθεί υπό αυξανόμενη πίεση να αποφασίσει μέχρι πού θα στηρίξει τον εταίρο του.

Το Πακιστάν αποκτά έτσι ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η χώρα διατηρεί σχέσεις τόσο με τη Σαουδική Αραβία όσο και με το Ιράν και δηλώνει επίσημα ότι επιδιώκει να λειτουργεί ως διαμεσολαβητής. Ταυτόχρονα, η νέα αμυντική αρχιτεκτονική με τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία δημιουργεί υποχρεώσεις που περιορίζουν την απόλυτη ελευθερία κινήσεων του Ισλαμαμπάντ. Η πακιστανική διπλωματία προσπαθεί επομένως να κάνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να αποτρέψει μια σαουδαραβο-ιρανική σύγκρουση χωρίς να εγκαταλείψει τη στρατηγική σχέση με το Ριάντ. Το αν θα μπορέσει να το πετύχει θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν η στρατιωτική επιχείρηση στην Υεμένη παραμείνει περιορισμένη ή εξελιχθεί σε πόλεμο μεγάλης κλίμακας.  

Η Σαουδική Αραβία, λοιπόν, δεν βρίσκεται απλώς μπροστά στην επιλογή «πόλεμος ή ειρήνη». Βρίσκεται μπροστά στην επιλογή πόσο πόλεμο χρειάζεται για να αποκαταστήσει τη γεωπολιτική της θέση. Και αυτή είναι πολύ πιο δύσκολη απόφαση. Γιατί στην Υεμένη, όπως και στο Ορμούζ, η ισχύς δεν ταυτίζεται με τον απόλυτο έλεγχο. Το Ριάντ μπορεί να διαθέτει μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά η γεωγραφία, η αντοχή της Ansar Allah και η δυνατότητα μεταφοράς της σύγκρουσης σε σαουδαραδαβικούς στόχους περιορίζουν το αποτέλεσμα που μπορεί να επιτύχει μόνο με στρατιωτικά μέσα.


 Πακιστάν: Ο Μεσολαβητής που Αποκτά Βάρος

Το Πακιστάν αποκτά πλέον μια θέση που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή διπλωματική διαμεσολάβηση. Το Ισλαμαμπάντ διατηρεί ταυτόχρονα σχέσεις με το Ιράν και τη Σαουδική Αραβία, ενώ έχει αναλάβει ενεργό ρόλο στη διαχείριση της κρίσης μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον. Η ίδια η πακιστανική διπλωματία δηλώνει ότι η χώρα λειτουργεί ως δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών και ότι το Ισλαμαμπάντ επιδιώκει τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων στη βάση του Μνημονίου του Ισλαμαμπάντ. Η σημασία αυτής της θέσης βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι το Πακιστάν δεν χρειάζεται να επιλέξει εκ των προτέρων ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα. Η γεωγραφία και οι σχέσεις του το επιτρέπουν να συνομιλεί με διαφορετικούς πόλους ταυτόχρονα.

Η κατάσταση όμως περιπλέκεται από τη σχέση του Πακιστάν με τη Σαουδική Αραβία. Το Ισλαμαμπάντ έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι στέκεται δίπλα στο Ριάντ για την προστασία της κυριαρχίας και της εδαφικής του ακεραιότητας, ιδιαίτερα μετά τις επιθέσεις που αποδόθηκαν στην Ansar Allah. Παράλληλα, το Πακιστάν έχει καταστήσει σαφές ότι η διπλωματία παραμένει η βασική του επιλογή. Αυτή η διπλή στάση δεν αποτελεί απαραίτητα αντίφαση. Αντίθετα, αντανακλά την προσπάθεια του Ισλαμαμπάντ να διαχωρίσει την υποχρέωση αποτροπής μιας επίθεσης εναντίον της Σαουδικής Αραβίας από την επιλογή μιας γενικευμένης στρατιωτικής σύγκρουσης με την Ansar Allah ή το Ιράν. 

Το ζήτημα της Υεμένης είναι ακριβώς εκεί όπου αυτή η ισορροπία δοκιμάζεται. Τον Σεπτέμβριο, το πακιστανικό υπουργείο Εξωτερικών ερωτήθηκε ευθέως εάν το Μνημόνιο Άμυνας της Μέκκας θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί σε περίπτωση νέων επιθέσεων εναντίον της Σαουδικής Αραβίας και εάν το Πακιστάν θα μπορούσε να αναλάβει στρατιωτική δράση εναντίον των Χούθι. Η επίσημη απάντηση δεν ανακοίνωσε πακιστανική στρατιωτική επιχείρηση στην Υεμένη. Αντίθετα, υπογράμμισε ότι το Μνημόνιο αποτελεί αμυντική συμφωνία και ότι τα τρία κράτη που συμμετέχουν, Πακιστάν, Τουρκία και Σαουδική Αραβία, βρίσκονται σε διαρκή διαβούλευση. Ταυτόχρονα, το Ισλαμαμπάντ απέρριψε ως μη τεκμηριωμένες συγκεκριμένες δημοσιογραφικές αναφορές περί προειδοποίησης προς το Ιράν ή περί επικείμενης πακιστανικής στρατιωτικής εμπλοκής. 

Εδώ πρέπει να γίνει μια κρίσιμη διάκριση. Μεσολάβηση δεν σημαίνει ουδετερότητα και στρατηγική σχέση δεν σημαίνει αυτόματα πολεμική συμμετοχή. Το Πακιστάν έχει πραγματικές υποχρεώσεις ασφαλείας απέναντι στο Ριάντ, αλλά ταυτόχρονα έχει σύνορα, οικονομικές σχέσεις και πολιτικό δίαυλο με το Ιράν. Η ίδια η πακιστανική πλευρά έχει δηλώσει ότι οι σχέσεις της με τις δύο χώρες δεν εξετάζονται μέσα από το πρίσμα ανταγωνισμού μεταξύ τους και ότι ακριβώς αυτή η εμπιστοσύνη επέτρεψε στο Ισλαμαμπάντ να αναλάβει διαμεσολαβητικό ρόλο. 

Το Πακιστάν έχει επίσης αρχίσει να συνδέει πιο καθαρά την ασφάλεια της Υεμένης με την ευρύτερη ασφάλεια των θαλάσσιων οδών. Ήδη από τον Ιούλιο, η πακιστανική ηγεσία είχε υπογραμμίσει την ανάγκη να παραμείνουν ανοικτές οι εμπορικές θαλάσσιες διαδρομές τόσο στην Ερυθρά Θάλασσα όσο και στο Ορμούζ. Παράλληλα, το Πακιστάν συμμετέχει στη νέα αμυντική αρχιτεκτονική με τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία, ενώ η κοινή δομή που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της Συμφωνίας Άμυνας της Μέκκας έχει ήδη αρχίσει να θεσμοποιείται. Αυτό σημαίνει ότι το Ισλαμαμπάντ διαθέτει πλέον όχι μόνο διπλωματικό βάρος, αλλά και ένα αναδυόμενο περιφερειακό πλαίσιο ασφαλείας μέσα στο οποίο μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις. 

Ακόμη σημαντικότερη είναι η σχέση Πακιστάν και Κίνας. Το Πεκίνο έχει στηρίξει τις προσπάθειες του Ισλαμαμπάντ για αποκλιμάκωση, ενώ οι δύο χώρες έχουν ήδη διαμορφώσει κοινό πλαίσιο που περιλαμβάνει άμεση παύση των εχθροπραξιών, έναρξη διαπραγματεύσεων, προστασία μη στρατιωτικών στόχων και αποκατάσταση της ασφαλούς διέλευσης των εμπορικών πλοίων από το Ορμούζ. Η Κίνα έχει επίσης επανειλημμένα τονίσει ότι η κρίση στην Υεμένη συνδέεται με τη συνολική ασφάλεια της Μέσης Ανατολής και ότι η στρατιωτική κλιμάκωση δεν μπορεί να αποτελέσει βιώσιμη λύση. 

Έτσι το Πακιστάν μετατρέπεται σε έναν από τους σημαντικότερους κόμβους της κρίσης. Δεν ελέγχει την Τεχεράνη, δεν ελέγχει το Ριάντ και δεν ελέγχει την Ansar Allah. Διαθέτει όμως κάτι που αυτή τη στιγμή έχει τεράστια αξία: πρόσβαση σε διαφορετικά κέντρα ισχύος και δυνατότητα μεταφοράς μηνυμάτων μεταξύ τους. Εάν η Υεμένη οδηγηθεί σε ευρύτερη σύγκρουση, ο ρόλος αυτός θα γίνει ακόμη σημαντικότερος. Γιατί τότε το κρίσιμο ζήτημα δεν θα είναι μόνο ποιος διαθέτει περισσότερα όπλα, αλλά ποιος μπορεί να αποτρέψει την ένωση των δύο μετώπων πριν αυτή καταστεί μη αναστρέψιμη.

 7. Κίνα: Περιορισμός της Κλιμάκωσης

Η Κίνα επιχειρεί να περιορίσει την κλιμάκωση χωρίς να μετατρέπεται σε άμεσο μέρος της στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Το Πεκίνο έχει καλέσει σε αυτοσυγκράτηση και επιστροφή στη διπλωματία, ιδιαίτερα καθώς η κρίση στο Ορμούζ συνδέεται πλέον όλο και περισσότερο με την κατάσταση στην Υεμένη και την ασφάλεια των θαλάσσιων εμπορικών οδών.

Η κινεζική θέση αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς η κατάσταση στην Ερυθρά Θάλασσα και στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ επηρεάζει άμεσα τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας και η μείωση της εμπορικής ναυσιπλοΐας στην περιοχή δείχνουν ότι η σύγκρουση δεν περιορίζεται πλέον στο στρατιωτικό πεδίο. Η πίεση μεταφέρεται στην ενέργεια, στις μεταφορές και στις ίδιες τις εμπορικές ροές.

Για το Πεκίνο, επομένως, το ζήτημα δεν είναι απλώς η αποφυγή μιας νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης. Είναι η διατήρηση ενός περιφερειακού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο οι θαλάσσιες οδοί παραμένουν λειτουργικές και οι βασικοί περιφερειακοί παίκτες μπορούν να επιστρέψουν σε μια διαδικασία πολιτικής συνεννόησης. Η Κίνα δεν ελέγχει τις εξελίξεις ούτε μπορεί να επιβάλει μονομερώς τις αποφάσεις της σε Ιράν, Σαουδική Αραβία ή Ansar Allah. Μπορεί όμως να αυξήσει το διπλωματικό κόστος της κλιμάκωσης και να στηρίξει μηχανισμούς διαμεσολάβησης.

Αυτό είναι και το βασικό σημείο της κινεζικής παρουσίας στην κρίση: επιρροή χωρίς άμεσο στρατιωτικό έλεγχο. Η Κίνα δεν επιχειρεί να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως στρατιωτική δύναμη στην περιοχή. Επιχειρεί να διαμορφώσει ένα περιβάλλον όπου η περιφερειακή ασφάλεια δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την αμερικανική στρατιωτική παρουσία και όπου οι κρίσεις μπορούν να αντιμετωπίζονται μέσω περισσότερων του ενός διαύλων.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται και με την ευρύτερη προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, στην οποία συμμετέχουν διαφορετικά κέντρα ισχύος και διαμεσολάβησης. Η Κίνα, το Πακιστάν, το Κατάρ, το Ομάν και η Τουρκία κινούνται, με διαφορετικό ρόλο και διαφορετικά συμφέροντα, γύρω από αυτή τη διαδικασία. Δεν αποτελούν ενιαίο μπλοκ. Η κοινή τους συνισταμένη είναι ότι προσπαθούν να αποτρέψουν την ανεξέλεγκτη μετάβαση από την πίεση και τη διαπραγμάτευση σε μια γενικευμένη περιφερειακή σύγκρουση.

Έτσι, η κινεζική στάση δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι το Πεκίνο έχει αποκτήσει τον έλεγχο της κρίσης. Η ισχύς δεν σημαίνει έλεγχο. Σημαίνει ότι διαθέτει πλέον περισσότερες επιλογές, περισσότερους διαύλους και μεγαλύτερη δυνατότητα να επηρεάζει το περιβάλλον μέσα στο οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις. Και αυτό, σε μια κρίση που συνδέει το Ορμούζ με το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία.


 Ιράν και Ansar Allah: Επιρροή Δεν Σημαίνει Απόλυτος Έλεγχος

Η σχέση Ιράν και Ansar Allah βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της κρίσης, αλλά χρειάζεται να αποφύγουμε μια εύκολη εξήγηση: ότι κάθε κίνηση της Ansar Allah αποτελεί αυτομάτως εντολή της Τεχεράνης. Η ίδια η ιρανική διπλωματική γραμμή επιμένει ότι το κίνημα λαμβάνει τις αποφάσεις του ανεξάρτητα και με βάση τα δικά του συμφέροντα. Την ίδια στιγμή, το Ιράν δεν κρύβει την πολιτική και στρατηγική του υποστήριξη προς την Υεμένη και δηλώνει πλέον ότι είναι έτοιμο να συμβάλει στην επίλυση της σύγκρουσης μεταξύ Ansar Allah και Σαουδικής Αραβίας. Η εικόνα που προκύπτει είναι επομένως πιο σύνθετη: υπάρχει σχέση επιρροής και στρατηγικής σύγκλισης, αλλά όχι αποδεδειγμένος απόλυτος επιχειρησιακός έλεγχος.  

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση των τελευταίων εξελίξεων. Η Ansar Allah έχει δικούς της στόχους μέσα στην Υεμένη, δική της κοινωνική βάση και δική της αντίληψη για το μέλλον της χώρας. Η κατάληψη θέσεων στη δυτική ακτή και γύρω από το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως ιρανική στρατηγική κίνηση. Για την ίδια την Ansar Allah, ο έλεγχος της ακτογραμμής αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα απέναντι στη Σαουδική Αραβία και στις δυνάμεις της κυβέρνησης της Υεμένης. Για την Τεχεράνη, παράλληλα, η ύπαρξη ενός ισχυρού και αυτόνομου εταίρου στο νότιο άκρο της Αραβικής Χερσονήσου αυξάνει τη γεωπολιτική πίεση πάνω στις θαλάσσιες οδούς που συνδέουν την Ερυθρά Θάλασσα με τον Ινδικό Ωκεανό.

Η διαφορά ανάμεσα στην επιρροή και στον έλεγχο γίνεται ακόμη πιο σημαντική όταν εξετάζουμε τη στάση της Τεχεράνης απέναντι στην τρέχουσα σύγκρουση. Το Ιράν δεν εμφανίζεται απλώς ως δύναμη που στηρίζει την πολεμική συνέχιση. Στις 4 Οκτωβρίου, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγαΐ δήλωσε ότι η Τεχεράνη είναι έτοιμη να προσφέρει κάθε δυνατή βοήθεια για την προώθηση μιας διαδικασίας επίλυσης μεταξύ Ansar Allah και Σαουδικής Αραβίας, ενώ ανέφερε ότι ένας παλαιότερος οδικός χάρτης θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για συμφωνία. Η κίνηση αυτή δείχνει ότι το Ιράν επιχειρεί να διατηρήσει πολιτικό περιθώριο, ακόμη και ενώ η στρατιωτική αντιπαράθεση συνεχίζεται.  

Εδώ εμφανίζεται ένα από τα βασικά παράδοξα της σημερινής κατάστασης. Η Τεχεράνη μπορεί να επιθυμεί να χρησιμοποιεί την Ansar Allah ως σημαντικό παράγοντα περιφερειακής αποτροπής, αλλά ταυτόχρονα δεν έχει συμφέρον να επιτρέψει μια ανεξέλεγκτη επίθεση που θα οδηγήσει σε άμεση σαουδαραβο-ιρανική σύγκρουση. Αντίστοιχα, η Ansar Allah μπορεί να αξιοποιεί την ιρανική υποστήριξη, αλλά έχει δική της ατζέντα και δικά της όρια. Γι' αυτό και η σημερινή σχέση πρέπει να περιγραφεί ως στρατηγική σύγκλιση συμφερόντων με σημαντική ιρανική επιρροή, όχι ως ένα απλό σύστημα διοίκησης από την Τεχεράνη.

Το Πακιστάν φαίνεται να επιχειρεί να αξιοποιήσει ακριβώς αυτή τη διαφοροποίηση. Ο υπουργός Εξωτερικών Ισάκ Νταρ ανέφερε ότι το Ιράν πρότεινε πολιτική εμπλοκή με την Ansar Allah ως εναλλακτική στη στρατιωτική δράση, διευκρινίζοντας όμως ότι δεν υπήρχε γραπτή ή ολοκληρωμένη πρόταση. Πρόκειται περισσότερο για ανταλλαγή ιδεών μεταξύ υπουργών Εξωτερικών. Παρ' όλα αυτά, η ίδια η ύπαρξη αυτής της συζήτησης είναι σημαντική, διότι δημιουργεί μια πιθανή γέφυρα ανάμεσα στη στρατιωτική πραγματικότητα της Υεμένης και στην ανάγκη της Σαουδικής Αραβίας να αποκαταστήσει την ασφάλεια της επικράτειάς της.  

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η σημερινή σύγκρουση δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με το απλοϊκό σχήμα «Ιράν εναντίον Σαουδικής Αραβίας». Υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερα διαφορετικά επίπεδα: η εσωτερική πολιτική και στρατιωτική σύγκρουση της Υεμένης, η ασφάλεια της Σαουδικής Αραβίας, η ιρανική περιφερειακή στρατηγική και η διεθνής ναυσιπλοΐα στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Κάθε επίπεδο έχει διαφορετικούς παίκτες και διαφορετικά συμφέροντα. Αν αυτά συγχωνευθούν τεχνητά σε ένα ενιαίο σχήμα, χάνεται ακριβώς το στοιχείο που κάνει την κρίση γεωπολιτικά σημαντική: την αυτονομία των επιμέρους κέντρων ισχύος.

Η Τεχεράνη, λοιπόν, προσπαθεί να κρατήσει ανοιχτές δύο πόρτες ταυτόχρονα. Από τη μία, δεν εγκαταλείπει τη στρατηγική της σχέση με την Ansar Allah ούτε αποδέχεται τη μονομερή στρατιωτική επιβολή μιας νέας ισορροπίας στην Υεμένη. Από την άλλη, δηλώνει έτοιμη να συμβάλει σε πολιτική λύση. Αυτή η διπλή στάση δεν αποτελεί απαραίτητα αντίφαση. Αποτελεί προσπάθεια διατήρησης επιλογών. Και σε μια περιφερειακή κρίση όπου η στρατιωτική ισχύς αυξάνεται αλλά ο πλήρης έλεγχος παραμένει αδύνατος, η δυνατότητα να μετακινηθείς από τη στρατιωτική αποτροπή στη διαπραγμάτευση μπορεί να αποδειχθεί το σημαντικότερο στρατηγικό πλεονέκτημα.


 Η Ιρανική Κόκκινη Γραμμή Δοκιμάζεται

Η θέση της Τεχεράνης βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια δύσκολη δοκιμασία. Από τη μία πλευρά, το Ιράν δηλώνει ότι δεν επιθυμεί την επέκταση του πολέμου και εξακολουθεί να θεωρεί τη διπλωματική οδό διαθέσιμη. Ο Αμπάς Αραγτσί έχει επανειλημμένα υποστηρίξει την επιστροφή στη διαδικασία πολιτικής διευθέτησης, ενώ η Τεχεράνη έχει δηλώσει ότι είναι έτοιμη να συνομιλήσει και με τις χώρες του Κόλπου. Από την άλλη, η στρατιωτική πραγματικότητα δείχνει ότι το Ιράν δεν προτίθεται να εγκαταλείψει τα μέσα πίεσης που διαθέτει. Η διατήρηση αυτής της διπλής γραμμής είναι κρίσιμη: διαπραγμάτευση χωρίς στρατιωτική αποτροπή μπορεί να περιορίσει τις επιλογές της Τεχεράνης, ενώ στρατιωτική κλιμάκωση χωρίς πολιτικό δίαυλο μπορεί να οδηγήσει σε σύγκρουση που το ίδιο το Ιράν δεν επιθυμεί. Η κινεζική πλευρά έχει καταγράψει ακριβώς αυτή τη θέση, σημειώνοντας ότι η Τεχεράνη επιθυμεί επιστροφή στη διπλωματική οδό ενώ ταυτόχρονα επιμένει στη διασφάλιση των δικαιωμάτων και της ασφάλειάς της. 

Η στρατιωτική πίεση συνοδεύεται από σοβαρή οικονομική πίεση. Η ισοτιμία του ριάλ βρίσκεται υπό έντονη πίεση, οι εξαγωγές πετρελαίου αντιμετωπίζουν αυξημένα εμπόδια και η Τεχεράνη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα περιβάλλον οικονομικού αποκλεισμού που περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές της. Οι νέες κυρώσεις και οι περιορισμοί σε δίκτυα προμηθειών ενισχύουν αυτή την πίεση. Επομένως, η ιρανική στρατηγική δεν εξελίσσεται από θέση απεριόριστης ισχύος, αλλά μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η οικονομική αντοχή αποτελεί επίσης παράγοντα της στρατηγικής απόφασης.

Η κόκκινη γραμμή γίνεται ακόμη πιο σύνθετη στην Υεμένη. Το Ιράν δεν μπορεί να αγνοήσει ότι μια μεγάλη σαουδαραβική επιχείρηση εναντίον της Ansar Allah θα επηρέαζε άμεσα έναν από τους σημαντικότερους περιφερειακούς εταίρους του. Ταυτόχρονα, όμως, μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση από την πλευρά της Ansar Allah θα μπορούσε να υποχρεώσει την Τεχεράνη να επιλέξει ανάμεσα σε δύο δύσκολες επιλογές: να αυξήσει τη στήριξή της και να διακινδυνεύσει άμεση σύγκρουση με τη Σαουδική Αραβία και τους συμμάχους της ή να περιορίσει τη στήριξη και να αποδεχθεί την απώλεια μέρους της επιρροής της στην Υεμένη. Το γεγονός ότι η Τεχεράνη εμφανίζεται ταυτόχρονα έτοιμη να συμβάλει σε πολιτική λύση δείχνει ότι επιδιώκει να αποφύγει ακριβώς αυτό το δίλημμα.

Εδώ πρέπει να ενταχθούν και οι αναφορές για ιρανική επιχειρησιακή υποστήριξη προς την Ansar Allah. Υπάρχουν αναφορές για παρουσία συμβούλων που συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης, μεταφορά οπλισμού και τεχνολογιών ηλεκτρονικού πολέμου. Αυτά τα στοιχεία δεν πρέπει να μετατραπούν αυθαίρετα σε απόλυτα επιβεβαιωμένο γεγονός ούτε να χρησιμοποιηθούν για να αποδειχθεί ότι η Ansar Allah λειτουργεί ως απλό «παράρτημα» της Τεχεράνης. Το ασφαλέστερο συμπέρασμα είναι διαφορετικό: το Ιράν έχει δημιουργήσει δυνατότητες επιρροής και υποστήριξης, αλλά η ύπαρξη αυτής της επιρροής δεν αποδεικνύει απόλυτο επιχειρησιακό έλεγχο. Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη, επειδή η Ansar Allah διαθέτει δική της στρατιωτική δομή, δική της πολιτική ατζέντα και δικούς της στόχους στην Υεμένη.

Το πραγματικό όριο της ιρανικής στρατηγικής θα φανεί εάν η σύγκρουση μεταφερθεί βαθύτερα στο σαουδαραβικό έδαφος. Μέχρι σήμερα, η Τεχεράνη έχει λόγους να προτιμά μια κατάσταση στην οποία η Ansar Allah λειτουργεί ως παράγοντας αποτροπής και πίεσης χωρίς να προκαλεί έναν πόλεμο που θα απαιτούσε άμεση ιρανική εμπλοκή. Η Σαουδική Αραβία, αντίθετα, έχει λόγο να επιχειρήσει να μετακινήσει τη γραμμή αντιπαράθεσης μακριά από τα σύνορά της και προς τις περιοχές όπου η Ansar Allah έχει αποκτήσει έλεγχο. Έτσι, η Υεμένη γίνεται το σημείο όπου δοκιμάζεται η πραγματική δυνατότητα της Τεχεράνης να επηρεάζει την κλιμάκωση χωρίς να την ελέγχει πλήρως.

Η κατάσταση αυτή εξηγεί και γιατί η κινεζική διπλωματική πίεση προς την Τεχεράνη δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως ρήξη Κίνας και Ιράν. Το Πεκίνο εξακολουθεί να χαρακτηρίζει το Ιράν στρατηγικό εταίρο και δηλώνει ότι στηρίζει την κυριαρχία, την ασφάλεια και τα νόμιμα συμφέροντά του. Ταυτόχρονα, ζητά από όλα τα μέρη να αποφύγουν την επέκταση της σύγκρουσης προς την Υεμένη και την Ερυθρά Θάλασσα. Η Κίνα, επομένως, δεν ζητά από το Ιράν να εγκαταλείψει τη στρατηγική του θέση. Ζητά να μην μετατραπεί η περιφερειακή επιρροή σε ανεξέλεγκτη περιφερειακή ανάφλεξη. 

Η ιρανική «κόκκινη γραμμή», συνεπώς, δεν είναι μία μόνο γραμμή πάνω στον χάρτη. Είναι ένα όριο ανάμεσα σε τρία πράγματα: την αποτροπή, την επιρροή και την άμεση εμπλοκή. Η Τεχεράνη θέλει να μπορεί να απειλεί χωρίς να χρειάζεται πάντοτε να πολεμά, να στηρίζει τους εταίρους της χωρίς να αναλαμβάνει κάθε δική τους ενέργεια και να διαπραγματεύεται χωρίς να εμφανίζεται ότι υποχωρεί υπό πίεση. Αν κατορθώσει να διατηρήσει αυτή την ισορροπία, θα συνεχίσει να διαθέτει επιλογές. Αν όμως Ορμούζ και Υεμένη ενωθούν επιχειρησιακά, τότε η επιλογή του βαθμού εμπλοκής μπορεί να πάψει να βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια της Τεχεράνης.

Και τότε το ερώτημα μεταφέρεται από το αν το Ιράν θέλει πόλεμο στο πολύ πιο ουσιαστικό: αν μπορεί να ελέγξει την κλιμάκωση χωρίς να χάσει την αποτρεπτική του ισχύ. Αυτό θα είναι το πραγματικό τεστ των επόμενων ημερών.


 Τα Όπλα του Ιράν: Τι Ξέρουμε και Τι Δεν Ξέρουμε

Η στρατιωτική διάσταση της κρίσης δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο από τις δηλώσεις της Τεχεράνης ούτε από τις αμερικανικές εκτιμήσεις για τις ιρανικές δυνατότητες. Το ασφαλέστερο σημείο εκκίνησης είναι ότι το Ιράν έχει αναπτύξει εδώ και χρόνια ένα σύστημα άμυνας σχεδιασμένο για τον Περσικό Κόλπο και ιδιαίτερα για τα στενά ύδατα του Ορμούζ. Παράκτια πυραυλικά συστήματα, ταχύπλοα, μη επανδρωμένα μέσα, ναυτικές μονάδες και δίκτυα επιτήρησης μπορούν να λειτουργήσουν συνδυαστικά. Η ιρανική λογική δεν βασίζεται στην προσπάθεια να κατασκευάσει έναν στόλο ισοδύναμο με εκείνον των Ηνωμένων Πολιτειών. Βασίζεται στην αύξηση του κόστους κάθε αμερικανικής κίνησης μέσα σε έναν γεωγραφικά περιορισμένο χώρο. Η ίδια η ιρανική στρατιωτική ρητορική έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει αυτή την ικανότητα ασύμμετρης δράσης στο Ορμούζ.  

Το πιο δύσκολο ζήτημα είναι η δυνατότητα προσβολής κινούμενων πολεμικών πλοίων. Οι αναφορές για ιρανικά πλήγματα εναντίον αμερικανικών ναυτικών μονάδων δείχνουν ότι η Τεχεράνη έχει επιχειρήσει να μεταφέρει την αντιπαράθεση από την απειλή εναντίον σταθερών βάσεων στην απειλή εναντίον πλοίων που βρίσκονται σε κίνηση. Όμως δεν πρέπει να μετατρέψουμε κάθε ιρανικό ισχυρισμό σε τεχνικά επιβεβαιωμένο δεδομένο. Το αν ένα σύστημα μπορεί να εντοπίσει, να εγκλωβίσει και να πλήξει με αξιοπιστία έναν κινούμενο στόχο στη θάλασσα είναι πολύ διαφορετικό από το αν διαθέτει έναν πύραυλο μεγάλης εμβέλειας. Η τεχνική ικανότητα υπάρχει σε κάποιο βαθμό, αλλά η πραγματική αποτελεσματικότητα υπό συνθήκες ενεργού αμερικανικής ηλεκτρονικής άμυνας παραμένει το μεγάλο άγνωστο.

Αυτό δεν μειώνει τη στρατηγική σημασία της ιρανικής δυνατότητας. Ακόμη και χωρίς να γνωρίζουμε με ακρίβεια το ποσοστό επιτυχίας ενός συγκεκριμένου πυραυλικού συστήματος, αρκεί η αμερικανική διοίκηση να θεωρεί ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος για τα πλοία της ώστε να μεταβληθεί ο επιχειρησιακός σχεδιασμός. Η αμερικανική ναυτική δύναμη μπορεί να διαθέτει τεράστια υπεροχή σε αισθητήρες, αεράμυνα, αεροπορική ισχύ και μεγάλες μονάδες επιφανείας. Στο Ορμούζ, όμως, η απόσταση, η γεωγραφία και η πυκνότητα των πιθανών απειλών περιορίζουν το πλεονέκτημα της απόστασης. Το Ιράν δεν χρειάζεται να καταστρέψει ολόκληρο έναν αμερικανικό στόλο για να πετύχει στρατηγικό αποτέλεσμα. Αρκεί να δημιουργήσει αβεβαιότητα για το πόσο ασφαλής είναι η παρουσία του.

Παράλληλα, πρέπει να υπολογιστεί η δυνατότητα συνδυασμού διαφορετικών μέσων. Η ιρανική ναυτική αντίληψη δεν στηρίζεται σε ένα «υπερόπλο», αλλά σε κορεσμό και πολλαπλασιασμό απειλών. Ταχύπλοα μπορούν να επιχειρούν σε μικρές αποστάσεις, μη επανδρωμένα συστήματα να χρησιμοποιούνται για αναγνώριση ή προσβολή, ενώ παράκτιοι πύραυλοι μπορούν να δημιουργούν ζώνες κινδύνου. Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον στο οποίο η αμερικανική πλευρά πρέπει να προστατεύει ταυτόχρονα πλοία, αεροσκάφη, βάσεις και εμπορικές διαδρομές. Η ιρανική στρατηγική, επομένως, δεν απαιτεί απαραίτητα τεχνολογική ισοδυναμία. Επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωγραφία σε αντιστάθμισμα της τεχνολογικής ανισορροπίας.

Υπάρχει όμως και το αντίστροφο όριο. Η δυνατότητα απειλής δεν σημαίνει δυνατότητα διαρκούς ελέγχου της θάλασσας. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες αυξήσουν την αεροπορική και ναυτική επιτήρηση, καταστρέψουν συστηματικά παράκτιες εγκαταστάσεις και περιορίσουν τα σημεία εκτόξευσης, το κόστος για το Ιράν θα αυξηθεί. Η Τεχεράνη γνωρίζει ότι μια παρατεταμένη ναυτική αναμέτρηση με τις ΗΠΑ δεν είναι συμμετρικός πόλεμος. Για αυτό και το πραγματικό ιρανικό πλεονέκτημα βρίσκεται στην ικανότητα διατάραξης, όχι στην κατάκτηση της απόλυτης ναυτικής υπεροχής.

Το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές περί νέων δυνατοτήτων πυραυλικής προσβολής. Όσο δεν υπάρχουν ανεξάρτητα επαληθεύσιμα δεδομένα για την πραγματική επίδοση ενός συστήματος εναντίον κινούμενου πλοίου, πρέπει να παραμένει στην κατηγορία της ένδειξης ή της αναφοράς. Το γεγονός ότι το Ιράν διαθέτει προηγμένες πυραυλικές και μη επανδρωμένες δυνατότητες είναι διαφορετικό από το να υποστηρίξουμε ότι μπορεί να καταστρέψει κατά βούληση ένα αμερικανικό αεροπλανοφόρο. Το δεύτερο θα ήταν υπερβολή και δεν στηρίζεται από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Το στρατηγικό συμπέρασμα είναι επομένως πιο ενδιαφέρον από οποιονδήποτε εντυπωσιακό αριθμό. Το Ιράν δεν χρειάζεται να κερδίσει μια κλασική ναυμαχία για να αυξήσει τη διαπραγματευτική του ισχύ. Χρειάζεται να αποδείξει ότι κάθε προσπάθεια εξαναγκασμού του στη θάλασσα έχει κόστος. Και αυτό συνδέεται άμεσα με την Υεμένη: αν την ίδια στιγμή η Ansar Allah μπορεί να δημιουργεί πίεση στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, τότε η Τεχεράνη αποκτά δύο διαφορετικά σημεία όπου η γεωγραφία περιορίζει την ελευθερία κινήσεων των αντιπάλων της. Η αξία αυτής της δυνατότητας δεν βρίσκεται στην απόλυτη κυριαρχία, αλλά στην ακριβώς αντίθετη έννοια: στην ικανότητα να μην επιτρέπεις στον ισχυρότερο αντίπαλο να χρησιμοποιεί ανενόχλητα την υπεροχή του.


Η Αμερικανική Συγκέντρωση και το Ρολόι του Νοεμβρίου

Η αμερικανική στρατιωτική συγκέντρωση στον Κόλπο δημιουργεί ένα δεύτερο «ρολόι» πάνω από την κρίση. Όσο αυξάνονται οι αμερικανικές ναυτικές και αεροπορικές δυνατότητες στην περιοχή, τόσο μικραίνει ο χρόνος μέσα στον οποίο η διπλωματία πρέπει να παράγει αποτέλεσμα. Η παρουσία μεγαλύτερων αμερικανικών δυνάμεων δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι έχει αποφασιστεί μια νέα επίθεση. Αποτελεί όμως σαφή αύξηση των διαθέσιμων στρατιωτικών επιλογών της Ουάσιγκτον και, ταυτόχρονα, αύξηση του κινδύνου ενός ακούσιου επεισοδίου. Όσο περισσότερες μονάδες βρίσκονται σε περιορισμένο γεωγραφικό χώρο, τόσο περισσότερες είναι και οι πιθανότητες μιας λανθασμένης εκτίμησης, μιας παρεξήγησης ή ενός περιστατικού που θα απαιτήσει άμεση απάντηση.

Για την Τεχεράνη, αυτή η συγκέντρωση έχει διαφορετική σημασία. Το Ιράν δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες σε αριθμό πλοίων, αεροσκαφών ή συνολική προβολή ισχύος. Μπορεί όμως να αυξήσει το κόστος της αμερικανικής παρουσίας και να διατηρήσει την απειλή εναντίον των ναυτικών και περιφερειακών υποδομών. Εδώ βρίσκεται η ουσία της ιρανικής αποτροπής. Δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να νικήσει τον αμερικανικό στόλο σε μια συμβατική ναυμαχία. Χρειάζεται να πείσει ότι μια στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του Ιράν δεν θα είναι σύντομη, ανέξοδη και ελεγχόμενη. Το γεγονός ότι η Τεχεράνη συνεχίζει παράλληλα να κρατά ανοικτούς διπλωματικούς διαύλους δείχνει ότι θέλει να αποφύγει να εγκλωβιστεί σε μια σύγκρουση χωρίς πολιτική έξοδο.

Το Πακιστάν επιβεβαιώνει αυτή τη διπλή πραγματικότητα. Στις αρχές Οκτωβρίου επανέλαβε ότι είχε διαδραματίσει διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης και ότι το Μνημόνιο του Ισλαμαμπάντ παραμένει, κατά την πακιστανική εκτίμηση, βασικό πλαίσιο για την επίλυση της διαφοράς. Ταυτόχρονα, το Ισλαμαμπάντ υπογράμμισε ότι η ασφαλής διέλευση των πλοίων και η απρόσκοπτη ενεργειακή τροφοδοσία αποτελούν κρίσιμους στόχους. Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, επειδή το Πακιστάν δεν παρουσιάζεται πλέον μόνο ως ένας ουδέτερος αγγελιοφόρος. Διαθέτει παράλληλα σχέση ασφαλείας με τη Σαουδική Αραβία και άμεση διπλωματική σχέση με το Ιράν.  

Η άλλη σημαντική μεταβλητή είναι η Κίνα. Το Πεκίνο έχει στηρίξει τις πακιστανικές προσπάθειες διαμεσολάβησης και έχει υποστηρίξει την επιστροφή στη διπλωματική διαδικασία. Παράλληλα, η Κίνα έχει άμεσο οικονομικό και στρατηγικό συμφέρον στη διατήρηση ανοικτών των θαλάσσιων διαδρομών. Το ζήτημα επομένως δεν περιορίζεται στις σχέσεις Κίνας και Ιράν. Η κρίση αγγίζει τις ευρύτερες εμπορικές και ενεργειακές διαδρομές της Ευρασίας. Ήδη από τις προηγούμενες διαπραγματεύσεις είχε δημιουργηθεί μηχανισμός επικοινωνίας μεταξύ των εμπλεκομένων με στόχο την αποφυγή περιστατικών και την ασφαλή διέλευση εμπορικών πλοίων από το Ορμούζ. 

Το δεύτερο ρολόι, επομένως, είναι πολιτικό. Η Ουάσιγκτον αυξάνει τις στρατιωτικές επιλογές της, ενώ η Τεχεράνη προσπαθεί να διατηρήσει τις δικές της. Το Πακιστάν, το Κατάρ και η Κίνα επιχειρούν να διατηρήσουν ενεργούς τους διαύλους που επιτρέπουν στις δύο πλευρές να επιστρέψουν στη διαπραγμάτευση. Όσο αυτοί οι δίαυλοι λειτουργούν, υπάρχει ακόμη δυνατότητα περιορισμού της κρίσης. Όσο όμως αυξάνεται η στρατιωτική συγκέντρωση, τόσο μικρότερο γίνεται το περιθώριο για ένα επεισόδιο που θα μπορούσε να μετατρέψει μια ελεγχόμενη αντιπαράθεση σε ανοικτό πόλεμο.

Και εδώ εμφανίζεται η σημασία του Νοεμβρίου. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως βέβαιη ημερομηνία πολέμου ούτε ως πρόβλεψη ότι θα υπάρξει αναγκαστικά νέα αμερικανική επίθεση. Είναι περισσότερο ένα πολιτικοστρατηγικό ορόσημο γύρω από το οποίο συγκεντρώνονται στρατιωτικές δυνατότητες, πολιτικές αποφάσεις και διαπραγματευτικές πιέσεις. Εάν μέχρι τότε δεν έχει υπάρξει σταθερός μηχανισμός αποκλιμάκωσης, κάθε νέα ανάπτυξη δυνάμεων θα αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Αντίθετα, μια λειτουργική συμφωνία θα μπορούσε να καταστήσει μεγάλο μέρος αυτής της στρατιωτικής συγκέντρωσης περιττό.

Το κρίσιμο λοιπόν δεν είναι να μετρήσουμε απλώς τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα ή τις ιρανικές πυραυλικές συστοιχίες. Το κρίσιμο είναι να δούμε ποιος διατηρεί ελευθερία επιλογών όταν το στρατιωτικό ρολόι πλησιάζει το πολιτικό. Η Ουάσιγκτον διαθέτει μεγαλύτερη συμβατική ισχύ. Η Τεχεράνη διαθέτει γεωγραφικά πλεονεκτήματα, πυραυλικές δυνατότητες και περιφερειακά δίκτυα. Το Πακιστάν διαθέτει πρόσβαση σε διαφορετικά κέντρα ισχύος, ενώ η Κίνα διαθέτει οικονομικό και διπλωματικό βάρος. Το αποτέλεσμα της επόμενης φάσης θα κριθεί από το πώς αυτές οι διαφορετικές μορφές ισχύος θα συγκρουστούν, θα αλληλοπεριοριστούν ή θα μετατραπούν σε διαπραγματευτικά εργαλεία.


 Δύο Ρολόγια, Ένα Μέτωπο

Η κρίση έχει πλέον δύο διαφορετικά ρολόγια που μετρούν ταυτόχρονα. Το πρώτο βρίσκεται στη θάλασσα: Ορμούζ, αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις, ιρανικές πυραυλικές δυνατότητες και η διαρκής απειλή ενός περιστατικού που μπορεί να προκαλέσει άμεση στρατιωτική απάντηση. Το δεύτερο βρίσκεται στην ξηρά: Υεμένη, Σαουδική Αραβία, Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και η προσπάθεια να δημιουργηθεί ένας νέος συσχετισμός ασφαλείας στην περιοχή. Αυτά τα δύο μέτωπα δεν αποτελούν ακόμη ένα ενιαίο επιχειρησιακό θέατρο. Λειτουργούν όμως μέσα στο ίδιο γεωπολιτικό σύστημα, επειδή και τα δύο αφορούν τις θαλάσσιες οδούς, την ενεργειακή ασφάλεια και την ελευθερία κινήσεων των περιφερειακών δυνάμεων.

Το πρώτο ρολόι είναι αυτό της διαπραγμάτευσης. Κατάρ και Πακιστάν έχουν ήδη δημιουργήσει μηχανισμούς επικοινωνίας μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ έχει συμφωνηθεί ακόμη και ειδική γραμμή επικοινωνίας για την αποφυγή περιστατικών και την ασφαλή διέλευση εμπορικών πλοίων από το Ορμούζ. Η κινεζική διπλωματία έχει στηρίξει αυτή τη διαδικασία και έχει επανειλημμένα καλέσει τις πλευρές να επιστρέψουν στη διαπραγμάτευση. Επομένως, παρά την ένταση, εξακολουθεί να υπάρχει ένα παράλληλο διπλωματικό σύστημα που εμποδίζει την κρίση να μετατραπεί αυτόματα σε ολοκληρωτικό πόλεμο. 

Το δεύτερο ρολόι είναι αυτό της περιφερειακής ασφάλειας. Στις 7 Αυγούστου, Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν υπέγραψαν τη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας, η οποία προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων. Η συμφωνία παρουσιάζεται ως αμυντική και ως μη στρεφόμενη επισήμως εναντίον συγκεκριμένου κράτους. Παράλληλα, όμως, δημιουργεί έναν νέο θεσμικό μηχανισμό περιφερειακής αποτροπής. Στις 5 Οκτωβρίου συνεδριάζει στο Ριάντ η Στρατηγική Πολιτική και Αμυντική Επιτροπή με συμμετοχή των υπουργών και των στρατιωτικών ηγεσιών των τριών χωρών. Η συνεδρίαση αφορά τόσο τις τελευταίες εξελίξεις όσο και την περαιτέρω θεσμοποίηση της συμμαχίας. 

Η Τουρκία αποκτά έτσι μεγαλύτερη σημασία από εκείνη που θα φαινόταν αν εξετάζαμε την κρίση αποκλειστικά μέσα από το δίπολο Ιράν–Σαουδικής Αραβίας. Η Άγκυρα, το Ριάντ και το Ισλαμαμπάντ επιχειρούν να θεσμοποιήσουν έναν μηχανισμό που, σύμφωνα με τις ίδιες τις τρεις χώρες, στηρίζεται στην περιφερειακή ιδιοκτησία της ασφάλειας, στην αποτροπή και στην αμυντική συνεργασία. Ήδη από την πρώτη συνεδρίαση της επιτροπής συμφωνήθηκε η δημιουργία γραμματείας στο Ριάντ, με πρώτο γενικό γραμματέα από το Πακιστάν, καθώς και συνεργασία σε εκπαίδευση, αμυντική τεχνολογία και κοινές δυνατότητες. Δεν πρόκειται ακόμη για ενιαία στρατιωτική διοίκηση ούτε για απόδειξη ότι οι τρεις χώρες θα πολεμήσουν μαζί σε κάθε περίπτωση. Είναι όμως σαφής προσπάθεια θεσμοποίησης μιας αυτόνομης περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.  

Αυτό δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα γεωπολιτική αντίθεση. Στη μία πλευρά υπάρχει η αμερικανική στρατιωτική παρουσία, με τεράστια συμβατική ισχύ και δυνατότητα προβολής δύναμης. Στην άλλη πλευρά δεν εμφανίζεται ένα ενιαίο αντιδυτικό στρατόπεδο. Εμφανίζονται διαφορετικά περιφερειακά κέντρα που προσπαθούν να αυξήσουν τη δική τους ελευθερία κινήσεων: το Ιράν με τη γεωγραφία και τα πυραυλικά του μέσα, η Σαουδική Αραβία με την οικονομική και στρατιωτική της ισχύ, η Τουρκία με τη γεωπολιτική της θέση, το Πακιστάν με τη διαμεσολάβηση και την αμυντική του σχέση με το Ριάντ και η Κίνα με το οικονομικό και διπλωματικό της βάρος. Αυτή η εικόνα ταιριάζει περισσότερο σε ένα πολυκεντρικό σύστημα παρά σε μια απλή αντιπαράθεση δύο συνασπισμών.

Το κρίσιμο σημείο είναι η Υεμένη. Εάν η σαουδαραβική στρατιωτική επιχείρηση παραμείνει περιορισμένη, υπάρχει περιθώριο να συνεχιστούν οι δίαυλοι Πακιστάν–Ιράν και να αναζητηθεί πολιτική διευθέτηση. Εάν όμως η σύγκρουση επεκταθεί σε μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις, επιθέσεις εναντίον ενεργειακών εγκαταστάσεων ή παρατεταμένη μάχη για το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, τότε το δεύτερο ρολόι θα αρχίσει να επηρεάζει άμεσα το πρώτο. Μια επίθεση στην Υεμένη μπορεί να προκαλέσει απάντηση στη Σαουδική Αραβία, η οποία μπορεί να αυξήσει την πίεση προς το Ιράν, και η Τεχεράνη μπορεί με τη σειρά της να αυξήσει την πίεση στον Ορμούζ. Εκεί βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος.

Γι' αυτό η σημερινή κρίση πρέπει να εξετάζεται ως αλυσίδα και όχι ως σειρά απομονωμένων επεισοδίων:

Ορμούζ → Ιράν → ΗΠΑ → Υεμένη → Μπαμπ ελ-Μαντέμπ → Σαουδική Αραβία → Πακιστάν και Τουρκία → Κίνα.

Κανένας από αυτούς τους κρίκους δεν ελέγχει ολόκληρη την αλυσίδα. Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά την κατάσταση τόσο ασταθή. Η ισχύς παραμένει άνισα κατανεμημένη, αλλά η δυνατότητα επιβολής ενός συνολικού αποτελέσματος είναι πολύ πιο περιορισμένη. Η πραγματική μάχη, επομένως, δεν είναι μόνο για το ποιος διαθέτει περισσότερα όπλα. Είναι για το ποιος θα καταφέρει να κρατήσει περισσότερες επιλογές ανοικτές ενώ οι αντίπαλοι εξαντλούν τις δικές τους.

Και εδώ συναντώνται τελικά τα δύο ρολόγια. Το στρατιωτικό ρολόι μετρά την επόμενη κίνηση στη θάλασσα και την επόμενη επιχείρηση στην Υεμένη. Το διπλωματικό ρολόι μετρά τον χρόνο μέχρι να καταστεί δυσκολότερη η αποκλιμάκωση. Όσο οι δύο διαδικασίες παραμένουν διαχωρισμένες, υπάρχει περιθώριο ελιγμών. Αν όμως ενωθούν από ένα μεγάλο στρατιωτικό περιστατικό, τότε η κρίση μπορεί να περάσει από τη διαχείριση στην ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.


  Όταν η Θάλασσα Συναντά την Ξηρά

Η σημερινή κρίση δεν μπορεί πλέον να περιγραφεί ως μια απλή αντιπαράθεση ανάμεσα στο Ιράν και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Ορμούζ αποτελεί το ένα κέντρο βάρους, αλλά η Υεμένη και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ δημιουργούν ένα δεύτερο. Ανάμεσα στα δύο βρίσκεται ένα σύνθετο δίκτυο κρατών που δεν ακολουθούν την ίδια στρατηγική: Σαουδική Αραβία, Τουρκία, Πακιστάν, Κατάρ και Κίνα προσπαθούν, με διαφορετικά μέσα και διαφορετικούς στόχους, να επηρεάσουν την πορεία της κρίσης. Το αποτέλεσμα δεν είναι ένα νέο διπολικό σύστημα. Είναι ένα περιβάλλον πολλών κέντρων ισχύος, όπου κάθε πλευρά προσπαθεί να διατηρήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.

Το Ιράν βρίσκεται στο κέντρο αυτής της εξίσωσης. Η Τεχεράνη δέχεται οικονομική και στρατιωτική πίεση, αλλά δεν έχει εγκαταλείψει ούτε τη στρατιωτική αποτροπή ούτε τη διαπραγμάτευση. Μπορεί να χρησιμοποιήσει το Ορμούζ ως μοχλό πίεσης, διατηρεί στρατηγική σχέση με την Ansar Allah και ταυτόχρονα δηλώνει έτοιμη να στηρίξει πολιτική λύση στην Υεμένη. Αυτές οι κινήσεις δεν αποτελούν απαραίτητα αντιφάσεις. Αποτελούν προσπάθεια διατήρησης επιλογών. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Τεχεράνη μπορεί να διατηρήσει αυτή την ισορροπία όταν η στρατιωτική πίεση αυξάνεται και οι περιφερειακές συγκρούσεις αρχίζουν να συνδέονται μεταξύ τους.

Για τη Σαουδική Αραβία, το πρόβλημα είναι αντίστοιχα σύνθετο. Η ασφάλεια των συνόρων της, η προστασία των ενεργειακών υποδομών και ο έλεγχος των θαλάσσιων διαδρομών απαιτούν ισχυρή απάντηση στην Ansar Allah. Όμως μια μεγάλη στρατιωτική εκστρατεία στην Υεμένη μπορεί να προκαλέσει ακριβώς εκείνη την περιφερειακή κλιμάκωση που το Ριάντ επιθυμεί να αποφύγει. Το Σύμφωνο της Μέκκας με την Τουρκία και το Πακιστάν δημιουργεί νέα δυνατότητα αποτροπής, αλλά δεν μετατρέπει αυτομάτως τα τρία κράτη σε ενιαίο στρατιωτικό μηχανισμό. Η πραγματική δοκιμασία του θα είναι αν μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθερότητας χωρίς να μετατραπεί σε μηχανισμό επέκτασης της σύγκρουσης.

Το Πακιστάν βρίσκεται ίσως στην πιο δύσκολη θέση. Έχει συμφέρον να προστατεύσει τη Σαουδική Αραβία, διατηρεί όμως δίαυλο με το Ιράν και επιδιώκει να μεσολαβήσει ανάμεσα στις πλευρές. Η Κίνα, από την άλλη, δεν επιδιώκει να αναλάβει στρατιωτικά τον ρόλο που είχαν άλλες δυνάμεις στην περιοχή. Επιχειρεί να προστατεύσει τις εμπορικές και ενεργειακές διαδρομές, να περιορίσει την επέκταση του πολέμου και να ενισχύσει μια περιφερειακή διαδικασία ασφάλειας. Το Κατάρ εξακολουθεί να λειτουργεί ως κρίσιμος δίαυλος επικοινωνίας. Έτσι, η διπλωματία δεν βρίσκεται έξω από τη σύγκρουση. Αποτελεί πλέον ένα από τα βασικά πεδία της.

Το πραγματικό διακύβευμα βρίσκεται επομένως στη σύνδεση των δύο θαλάσσιων πυλών. Ορμούζ στα ανατολικά και Μπαμπ ελ-Μαντέμπ στα δυτικά. Αν παραμείνουν ξεχωριστά, οι εμπλεκόμενοι μπορούν να διαχειριστούν κάθε κρίση με διαφορετικά εργαλεία. Αν όμως συνδεθούν επιχειρησιακά, η περιφερειακή ισορροπία αλλάζει. Μια επίθεση στην Υεμένη μπορεί να επηρεάσει τη Σαουδική Αραβία, η σαουδαραβική απάντηση μπορεί να επηρεάσει το Ιράν και η ιρανική αντίδραση μπορεί να επιστρέψει στη θάλασσα, στο Ορμούζ. Τότε ένα τοπικό επεισόδιο μπορεί να μετατραπεί σε περιφερειακή αλυσίδα αντιδράσεων.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το επόμενο διάστημα δεν πρέπει να κριθεί μόνο από το ποιος θα πραγματοποιήσει το ισχυρότερο πλήγμα. Η ουσία βρίσκεται στο ποιος θα μπορέσει να διατηρήσει περισσότερες επιλογές. Η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή είναι δεδομένη, αλλά δεν συνεπάγεται αυτόματα πολιτικό έλεγχο. Η ιρανική δυνατότητα διατάραξης είναι σημαντική, αλλά δεν συνεπάγεται απόλυτο έλεγχο του Ορμούζ ή της Ansar Allah. Η σαουδαραβική ισχύς δεν εξαλείφει τη γεωγραφία της Υεμένης. Και η διπλωματική επιρροή Πακιστάν, Κατάρ και Κίνας δεν σημαίνει ότι μπορούν να επιβάλουν λύση στους εμπλεκομένους.

Ισχύς δεν σημαίνει έλεγχος. Στη σημερινή Μέση Ανατολή, η πραγματική ισχύς μετριέται από την ικανότητα ενός κράτους να μετατρέπει τις δυνατότητές του σε επιλογές, να διατηρεί την ελευθερία κινήσεών του και να αποφεύγει να εγκλωβιστεί σε μια σύγκρουση που δεν μπορεί πλέον να ελέγξει.

Η θάλασσα και η ξηρά έχουν πλέον συναντηθεί. Το Ορμούζ και η Υεμένη δεν αποτελούν ακόμη ένα ενιαίο μέτωπο. Αποτελούν όμως δύο κόμβους του ίδιου γεωπολιτικού συστήματος. Και όσο αυξάνεται η στρατιωτική συγκέντρωση, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η σημασία εκείνων που εξακολουθούν να κρατούν ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας.

Η επόμενη κίνηση, επομένως, δεν θα κριθεί αποκλειστικά από το ποιος έχει τα περισσότερα όπλα. Θα κριθεί από το ποιος θα καταφέρει να κινηθεί πρώτος χωρίς να χάσει την ελευθερία να κινηθεί δεύτερος.


Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών