Η ανάδυση της Makkah Defence Alliance, ο νέος ρόλος του Πακιστάν, οι παράλληλοι θεσμοί ασφαλείας και η σταδιακή μετάβαση από τη μονοπολική στη πολυπολική γεωπολιτική τάξη.
«Οι μεγαλύτερες γεωπολιτικές αλλαγές δεν ξεκινούν όταν πέφτουν οι πρώτοι πύραυλοι. Ξεκινούν όταν δημιουργούνται νέοι θεσμοί.»
Η διεθνής προσοχή εξακολουθεί να επικεντρώνεται στις στρατιωτικές επιχειρήσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ιράν και Ισραήλ. Τα πρωτοσέλιδα κυριαρχούνται από πυραυλικές επιθέσεις, αεροπορικές επιχειρήσεις, απώλειες και διαδοχικές δηλώσεις πολιτικών ηγετών, δημιουργώντας την εντύπωση ότι το μέλλον της Μέσης Ανατολής θα κριθεί αποκλειστικά στο πεδίο της μάχης.
Πίσω όμως από αυτή την ορατή σύγκρουση εξελίσσεται μια δεύτερη διαδικασία, πολύ λιγότερο θεαματική αλλά ενδεχομένως ιστορικότερη. Ενώ η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί τις στρατιωτικές κινήσεις, στον ευρασιατικό χώρο διαμορφώνεται σταδιακά μια νέα αρχιτεκτονική συλλογικής ασφάλειας, η οποία φιλοδοξεί να λειτουργήσει παράλληλα προς το υφιστάμενο σύστημα ασφαλείας που οικοδομήθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Η δημιουργία της Makkah Defence Alliance, η ανάθεση της Γενικής Γραμματείας στο Πακιστάν, η στενή συνεργασία με την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία, καθώς και η συζήτηση γύρω από μια δομή συλλογικής άμυνας με αναφορά στο Άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, αποτελούν ενδείξεις μιας ευρύτερης γεωπολιτικής μεταβολής που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της σημερινής κρίσης.
Ταυτόχρονα, γύρω από αυτές τις εξελίξεις κυκλοφορεί πληθώρα πληροφοριών σχετικά με παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις, εσωτερικές στρατηγικές εκτιμήσεις και σχέδια που, μέχρι στιγμής, δεν έχουν επιβεβαιωθεί επίσημα. Ορισμένες προέρχονται από πηγές με αποδεδειγμένο ιστορικό αξιοπιστίας, χωρίς όμως να μπορούν να διασταυρωθούν ανεξάρτητα. Άλλες βασίζονται σε δημόσιες δηλώσεις και επίσημα ανακοινωθέντα. Η διάκριση ανάμεσα στις δύο κατηγορίες είναι απαραίτητη για οποιαδήποτε σοβαρή γεωπολιτική ανάλυση.
Στις ενότητες που ακολουθούν δεν θα εξετάσουμε μόνο τη δημιουργία της νέας αμυντικής συμμαχίας ή τις άμεσες στρατιωτικές εξελίξεις. Θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε κατά πόσο η σημερινή κρίση λειτουργεί ως επιταχυντής μιας βαθύτερης ιστορικής διαδικασίας, κατά την οποία η Ευρασία επιχειρεί να οικοδομήσει νέους θεσμούς ασφαλείας, οικονομικής συνεργασίας και στρατηγικού συντονισμού, μεταβάλλοντας σταδιακά την ισορροπία ισχύος που χαρακτήρισε τη μεταψυχροπολεμική εποχή.
Η Νέα Αρχιτεκτονική Ασφαλείας της Μέσης Ανατολής
Οι μεγάλες γεωπολιτικές μεταβολές σπάνια ανακοινώνονται με πανηγυρικό τρόπο. Συνήθως αποκαλύπτονται σταδιακά, μέσα από νέους θεσμούς, νέες συμφωνίες και διαφορετικές μορφές συνεργασίας, οι οποίες αρχικά φαίνονται περιορισμένες αλλά με την πάροδο του χρόνου μεταβάλλουν ολόκληρη την περιφερειακή ισορροπία ισχύος.
Η πρόσφατη υπογραφή της Makkah Joint Defence Agreement μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και του Πακιστάν αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων ετών στον χώρο της περιφερειακής ασφάλειας. Παρότι οι πλήρεις διατάξεις της συμφωνίας δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί, οι κυβερνήσεις των τριών κρατών έχουν επιβεβαιώσει ότι η βασική της αρχή είναι η συλλογική άμυνα: ένοπλη επίθεση εναντίον ενός μέλους αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων.
Η επιλογή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η Μέση Ανατολή βιώνει τη σοβαρότερη κρίση ασφαλείας των τελευταίων δεκαετιών. Οι συγκρούσεις στην περιοχή, οι επιθέσεις κατά ενεργειακών υποδομών, η αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ και η ευρύτερη αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών, Ιράν και Ισραήλ έχουν οδηγήσει αρκετά περιφερειακά κράτη στην αναζήτηση νέων μορφών στρατηγικής συνεργασίας.
Η Άγκυρα, το Ριάντ και το Ισλαμαμπάντ παρουσιάζουν τη συμφωνία ως αμυντικό μηχανισμό που στηρίζεται στο δικαίωμα συλλογικής αυτοάμυνας του Άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και όχι ως επιθετική στρατιωτική συμμαχία εναντίον συγκεκριμένου κράτους. Παράλληλα, Τούρκοι αξιωματούχοι έχουν δηλώσει ότι η βασική αρχή της συμφωνίας είναι λειτουργικά αντίστοιχη με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι οι μηχανισμοί εφαρμογής βρίσκονται ακόμη υπό διαμόρφωση.
Αυτό ακριβώς είναι και το στοιχείο που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής. Η σημασία της συμφωνίας δεν έγκειται μόνο στις στρατιωτικές της προβλέψεις, αλλά στο γεγονός ότι αντανακλά μια ευρύτερη τάση περιφερειακής αυτονόμησης. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, σημαντικές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής και της ευρύτερης Ευρασίας επιχειρούν να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο ασφαλείας που σχεδιάζεται από τις ίδιες και για τις ίδιες, αντί να βασίζεται αποκλειστικά στις εγγυήσεις εξωπεριφερειακών δυνάμεων.
Παράλληλα, γύρω από τη συμφωνία κυκλοφορούν πληροφορίες για την υπό διαμόρφωση οργανωτική της δομή, τον ρόλο που αναμένεται να αναλάβει το Πακιστάν, πιθανή μελλοντική διεύρυνση και νέους θεσμούς συντονισμού. Μέχρι στιγμής, μεγάλο μέρος αυτών των πληροφοριών δεν έχει επιβεβαιωθεί επισήμως και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο στρατηγικής ανάλυσης και όχι ως τετελεσμένο γεγονός. Ωστόσο, ακόμη και τα επιβεβαιωμένα στοιχεία αρκούν για να καταδείξουν ότι η περιοχή εισέρχεται σε μια νέα φάση θεσμικής αναδιάταξης, οι συνέπειες της οποίας ενδέχεται να αποδειχθούν πολύ πιο διαρκείς από οποιαδήποτε μεμονωμένη στρατιωτική επιχείρηση.
Η Γραμματεία του Ριάντ: Ένας Νέος Θεσμός ή η Αρχή μιας Νέας Περιφερειακής Τάξης;
Οι στρατιωτικές συμμαχίες αποκτούν πραγματική σημασία όχι όταν υπογράφονται, αλλά όταν αποκτούν μόνιμους θεσμούς. Οι περισσότερες διεθνείς συμφωνίες παραμένουν πολιτικές διακηρύξεις εάν δεν συνοδεύονται από διοικητικές δομές, μηχανισμούς λήψης αποφάσεων και μόνιμα όργανα συντονισμού. Για τον λόγο αυτό, ίσως η σημαντικότερη εξέλιξη μετά την υπογραφή της Makkah Defence Alliance να μην είναι η ίδια η συμφωνία, αλλά η απόφαση για τη δημιουργία μόνιμης Γραμματείας στο Ριάντ, με πρώτο Γενικό Γραμματέα αξιωματούχο από το Πακιστάν για τριετή θητεία.
Η επιλογή του Πακιστάν δεν φαίνεται τυχαία. Η χώρα διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες ένοπλες δυνάμεις του μουσουλμανικού κόσμου, πυρηνική αποτρεπτική ικανότητα, μακρά εμπειρία σε επιχειρήσεις ασφαλείας και στενούς στρατηγικούς δεσμούς τόσο με την Τουρκία όσο και με τη Σαουδική Αραβία. Η ανάθεση της πρώτης Γραμματείας στην Ισλαμαμπάντ μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια εξισορρόπησης των συμφερόντων των τριών ιδρυτικών κρατών και ως επιλογή ενός κράτους που διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με διαφορετικά γεωπολιτικά κέντρα ισχύος.
Η ίδια η κοινή ανακοίνωση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη «θεσμοποίηση» της συνεργασίας. Δεν περιορίζεται στην αμοιβαία άμυνα, αλλά προβλέπει την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, την κοινή ανάπτυξη τεχνολογιών, τη διαλειτουργικότητα των ενόπλων δυνάμεων και τη δημιουργία μόνιμων μηχανισμών συντονισμού. Με άλλα λόγια, η επιδίωξη δεν είναι μόνο η διαχείριση μιας τρέχουσας κρίσης, αλλά η οικοδόμηση ενός σταθερού πλαισίου συνεργασίας με μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Παράλληλα, σε κύκλους στρατηγικών αναλυτών και μέσω πληροφοριών που μέχρι στιγμής δεν έχουν επιβεβαιωθεί επισήμως, διατυπώνεται η εκτίμηση ότι η μελλοντική Γραμματεία ενδέχεται να οργανωθεί σε διακριτούς τομείς, όπως επιχειρησιακός σχεδιασμός, πληροφορίες, διοικητική μέριμνα, αμυντική βιομηχανία, θεσμικές υποθέσεις και διπλωματικός συντονισμός. Εφόσον μια τέτοια δομή υλοποιηθεί, η Συμμαχία θα αποκτήσει χαρακτηριστικά μόνιμου οργανισμού συλλογικής ασφάλειας και όχι απλώς μιας πολιτικής συμφωνίας μεταξύ κυβερνήσεων. Ωστόσο, οι συγκεκριμένες πληροφορίες παραμένουν προς το παρόν αντικείμενο ανάλυσης και όχι επίσημης επιβεβαίωσης.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η ευρύτερη γεωπολιτική σημασία των εξελίξεων. Οι θεσμοί συνήθως επιβιώνουν περισσότερο από τις κρίσεις που τους γέννησαν. Εάν η Makkah Defence Alliance εξελιχθεί σε μόνιμο οργανισμό με διοικητική δομή, μηχανισμούς συντονισμού και δυνατότητα μελλοντικής διεύρυνσης, τότε η σημασία της δεν θα περιορίζεται στη διαχείριση της σημερινής έντασης στη Μέση Ανατολή. Θα αποτελεί ένδειξη ότι η περιφερειακή ασφάλεια αρχίζει να οργανώνεται ολοένα και περισσότερο μέσω θεσμών που δημιουργούνται από τα ίδια τα κράτη της περιοχής, αντανακλώντας μια ευρύτερη τάση προς μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Η Συλλογική Ασφάλεια ως Εναλλακτικό Μοντέλο Περιφερειακής Τάξης
Η σημαντικότερη διάσταση της νέας αμυντικής πρωτοβουλίας ίσως δεν βρίσκεται στις στρατιωτικές δυνατότητες των κρατών που συμμετέχουν, αλλά στη φιλοσοφία πάνω στην οποία επιχειρεί να οικοδομηθεί. Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές περιφερειακές ισορροπίες, οι οποίες βασίζονταν κυρίως στην παρουσία εξωτερικών δυνάμεων, η νέα προσέγγιση δίνει έμφαση στην έννοια της περιφερειακής συλλογικής ασφάλειας, δηλαδή στην ανάληψη της ευθύνης για τη σταθερότητα της περιοχής από τα ίδια τα κράτη της.
Οι επίσημες δηλώσεις της Τουρκίας, του Πακιστάν και της Σαουδικής Αραβίας υπογραμμίζουν ότι η συμφωνία στηρίζεται στο δικαίωμα της ατομικής και συλλογικής αυτοάμυνας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο Άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις των τριών χωρών επιμένουν ότι η πρωτοβουλία έχει αμυντικό χαρακτήρα και δεν στρέφεται εναντίον συγκεκριμένου κράτους, ενώ παραμένει ανοικτή σε μελλοντική διεύρυνση υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Η προσέγγιση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι διαφοροποιείται από το μοντέλο ασφαλείας που κυριάρχησε στη Μέση Ανατολή μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Για δεκαετίες, η περιφερειακή ισορροπία στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στη στρατιωτική παρουσία εξωπεριφερειακών δυνάμεων και κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών μέσω της CENTCOM. Η νέα πρωτοβουλία δείχνει ότι ορισμένα κράτη της περιοχής επιδιώκουν πλέον να αποκτήσουν μεγαλύτερη θεσμική αυτονομία, χωρίς αυτό να συνεπάγεται απαραίτητα ρήξη με τις υφιστάμενες διεθνείς συνεργασίες.
Παράλληλα, αρκετοί στρατηγικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η σημασία της Συμμαχίας δεν περιορίζεται στην αποτροπή στρατιωτικών απειλών. Εφόσον εξελιχθεί σε πλήρως λειτουργικό οργανισμό, θα μπορούσε να αποτελέσει πλατφόρμα για κοινό επιχειρησιακό σχεδιασμό, ανταλλαγή πληροφοριών, ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας και συντονισμό σε περιπτώσεις περιφερειακών κρίσεων. Οι εκτιμήσεις αυτές δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί μέσω επίσημων οργανωτικών εγγράφων, ωστόσο συμβαδίζουν με την πορεία θεσμοποίησης που έχει ήδη ανακοινωθεί.
Εξίσου σημαντική είναι και η γεωπολιτική διάσταση. Εάν η νέα δομή προσελκύσει στο μέλλον και άλλα κράτη της Μέσης Ανατολής ή της ευρύτερης ισλαμικής περιφέρειας, η ισορροπία ασφαλείας στην περιοχή θα πάψει να εξαρτάται αποκλειστικά από εξωτερικές εγγυήσεις. Δεν θα πρόκειται απαραίτητα για αντικατάσταση των υφιστάμενων δομών, αλλά για την εμφάνιση ενός παράλληλου συστήματος περιφερειακής συνεργασίας, το οποίο θα αντανακλά την αυξανόμενη επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, η συζήτηση δεν αφορά μόνο μια νέα αμυντική συμφωνία. Αφορά το ενδεχόμενο διαμόρφωσης ενός διαφορετικού μοντέλου περιφερειακής ασφάλειας, στο οποίο οι ίδιες οι δυνάμεις της Μέσης Ανατολής θα επιχειρούν να καθορίζουν τους κανόνες της σταθερότητας και της αποτροπής, αντί να λειτουργούν αποκλειστικά στο πλαίσιο που διαμορφώνουν εξωτερικά κέντρα ισχύος.
Από την Αμερικανική Ηγεμονία στην Περιφερειακή Αρχιτεκτονική Ασφαλείας
Η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση των τελευταίων εξελίξεων ίσως δεν βρίσκεται στις ίδιες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις αλλά στον τρόπο με τον οποίο αρκετά κράτη επιχειρούν να αναδιοργανώσουν το περιφερειακό σύστημα ασφαλείας χωρίς την αποκλειστική εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή αποτέλεσε τον βασικό πυλώνα της περιφερειακής ισορροπίας. Το CENTCOM, τα δίκτυα βάσεων στον Περσικό Κόλπο και οι διμερείς αμυντικές συμφωνίες δημιούργησαν ένα σύστημα μέσα στο οποίο η ασφάλεια των περισσότερων κρατών συνδεόταν άμεσα με την αμερικανική στρατιωτική ισχύ.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σταδιακή διαφοροποίηση των περιφερειακών επιλογών. Χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επιδιώκουν να διατηρούν σχέσεις τόσο με τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και με άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως η Κίνα και η Ρωσία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η νέα αμυντική συνεργασία μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν, η οποία αντανακλά την ευρύτερη τάση προς ένα περισσότερο πολυκεντρικό διεθνές σύστημα.
Η Κίνα και η Οικοδόμηση μιας Νέας Ευρασιατικής Τάξης
Ενώ η δημόσια συζήτηση γύρω από την πολυπολικότητα επικεντρώνεται συχνά στη στρατιωτική ισχύ, η κινεζική προσέγγιση ακολουθεί μια διαφορετική λογική. Το Πεκίνο επιδιώκει να επεκτείνει την επιρροή του όχι πρωτίστως μέσω στρατιωτικών συμμαχιών ή μόνιμων βάσεων, αλλά μέσω της δημιουργίας οικονομικών, θεσμικών και τεχνολογικών δικτύων που συνδέουν ολοένα και περισσότερο τις χώρες της Ευρασίας.
Η Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» (Belt and Road Initiative), η Ασιατική Τράπεζα Επενδύσεων σε Υποδομές (AIIB), καθώς και οι πρωτοβουλίες Global Development Initiative και Global Security Initiative αποτελούν διαφορετικές όψεις της ίδιας στρατηγικής. Στόχος τους δεν είναι μόνο η χρηματοδότηση έργων ή η διευκόλυνση του εμπορίου, αλλά η σταδιακή οικοδόμηση ενός πλέγματος αλληλεξάρτησης που μειώνει την εξάρτηση πολλών κρατών από τις παραδοσιακές δυτικές δομές.
Στο πλαίσιο αυτό, η νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας που διαμορφώνεται στη Μέση Ανατολή μπορεί να ιδωθεί ως συμπληρωματική προς τη γεωοικονομική στρατηγική της Κίνας. Ενώ περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν, επιχειρούν να αναπτύξουν νέους μηχανισμούς συλλογικής ασφάλειας, το Πεκίνο επενδύει στη δημιουργία των οικονομικών και θεσμικών υποδομών που διευκολύνουν τη σταθερότητα και τη διασύνδεση της ευρύτερης ευρασιατικής περιοχής.
Η στρατηγική αυτή δεν στηρίζεται αποκλειστικά στην προβολή στρατιωτικής ισχύος. Αντιθέτως, βασίζεται στην υπόθεση ότι οι υποδομές, οι εμπορικοί διάδρομοι, οι επενδύσεις και οι κοινές οικονομικές δομές μπορούν να λειτουργήσουν ως παράγοντες σταθερότητας και να δημιουργήσουν ένα διαφορετικό πρότυπο διεθνούς επιρροής. Είτε αυτή η προσέγγιση αποδειχθεί τελικά επιτυχής είτε όχι, αποτελεί ήδη ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης γεωπολιτικής πραγματικότητας.
Η Πολυπολικότητα Παύει να Είναι Θεωρία
Για αρκετά χρόνια, η έννοια της πολυπολικότητας χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως θεωρητικό σχήμα στις διεθνείς σχέσεις. Σήμερα όμως αρχίζει να αποκτά ολοένα και πιο απτές θεσμικές, οικονομικές και στρατηγικές διαστάσεις.
Η ενίσχυση των BRICS, η διεύρυνση του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO), η αυξανόμενη χρήση εθνικών νομισμάτων στο διεθνές εμπόριο και οι προσπάθειες δημιουργίας νέων περιφερειακών μηχανισμών ασφαλείας αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας ευρύτερης τάσης.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για ένα ενιαίο γεωπολιτικό στρατόπεδο. Οι χώρες αυτές έχουν διαφορετικά συμφέροντα, ιστορικές αντιπαλότητες και συχνά αντικρουόμενες επιδιώξεις. Εκείνο όμως που φαίνεται να τις ενώνει είναι η επιθυμία να περιορίσουν την εξάρτησή τους από μία και μόνο αρχιτεκτονική διεθνούς ισχύος.
Η κρίση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας.
Κάθε νέος γύρος οικονομικών κυρώσεων επιταχύνει τις συζητήσεις για εναλλακτικά χρηματοπιστωτικά δίκτυα.
Κάθε στρατιωτική κλιμάκωση αυξάνει το ενδιαφέρον για νέους περιφερειακούς μηχανισμούς ασφάλειας.
Κάθε διπλωματικό αδιέξοδο ενισχύει τη βούληση πολλών κρατών να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία στις διεθνείς επιλογές τους.
Η Γεωοικονομία της Νέας Πολυπολικότητας
Οι μεταβολές που παρατηρούνται σήμερα δεν περιορίζονται στο πεδίο της ασφάλειας. Παράλληλα εξελίσσεται μια λιγότερο ορατή αλλά εξίσου σημαντική διαδικασία αναδιάρθρωσης της διεθνούς οικονομικής αρχιτεκτονικής. Όλο και περισσότερα κράτη αναζητούν τρόπους να διαφοροποιήσουν τις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές τους σχέσεις, περιορίζοντας σταδιακά την εξάρτησή τους από ένα μοναδικό σύστημα διεθνών συναλλαγών.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται οι προσπάθειες διεύρυνσης της χρήσης εθνικών νομισμάτων στο διμερές εμπόριο, η ενίσχυση της Νέας Αναπτυξιακής Τράπεζας (New Development Bank) των BRICS, η λειτουργία της Ασιατικής Τράπεζας Επενδύσεων σε Υποδομές (AIIB) και οι συζητήσεις για εναλλακτικά συστήματα πληρωμών που θα λειτουργούν παράλληλα με τις υφιστάμενες διεθνείς χρηματοπιστωτικές δομές.
Οι πρωτοβουλίες αυτές δεν συνεπάγονται απαραίτητα την άμεση αντικατάσταση του δολαρίου ή των υφιστάμενων θεσμών. Αντίθετα, αποτυπώνουν την προσπάθεια πολλών κρατών να διευρύνουν τις διαθέσιμες επιλογές τους και να αποκτήσουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι σε οικονομικές κυρώσεις, διακυμάνσεις των διεθνών αγορών ή γεωπολιτικές εντάσεις.
Υπό αυτή την έννοια, η γεωοικονομία και η ασφάλεια λειτουργούν ολοένα και περισσότερο ως δύο αλληλένδετες διαστάσεις της ίδιας διαδικασίας. Οι νέοι εμπορικοί διάδρομοι απαιτούν ασφαλείς θαλάσσιες και χερσαίες διαδρομές, ενώ οι νέοι περιφερειακοί θεσμοί ασφαλείας διευκολύνουν την ανάπτυξη μακροχρόνιων οικονομικών συνεργασιών. Η πολυπολικότητα, επομένως, δεν εκφράζεται μόνο μέσω της στρατιωτικής ισορροπίας αλλά και μέσω της σταδιακής διαφοροποίησης των οικονομικών θεσμών που στηρίζουν το διεθνές σύστημα.
Πιθανά Σενάρια: Οι Κρίσιμοι Παράγοντες των Επόμενων Μηνών
Η εξέλιξη της κρίσης δεν θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Το ίδιο καθοριστικό θα αποδειχθεί το εάν οι θεσμικές και γεωοικονομικές πρωτοβουλίες που βρίσκονται σήμερα σε εξέλιξη θα αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα ή θα περιοριστούν ως απαντήσεις σε μια συγκυριακή κρίση.
Ένα πρώτο σημείο που αξίζει να παρακολουθείται είναι η οργανωτική συγκρότηση της νέας περιφερειακής αμυντικής δομής με έδρα το Ριάντ. Σύμφωνα με πληροφορίες και αναλύσεις που προέρχονται κυρίως από μη δυτικές πηγές, αναμένεται ο ορισμός του πρώτου Γενικού Γραμματέα, καθώς και η σταδιακή στελέχωση των επιμέρους τομέων διοίκησης. Εφόσον οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιωθούν στην πράξη, θα πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα προς τη θεσμοποίηση μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.
Παράλληλα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ενδεχόμενο διεύρυνσης της συμμετοχής και άλλων κρατών. Έχουν διατυπωθεί εκτιμήσεις ότι αρκετές χώρες εξετάζουν την ένταξή τους, χωρίς όμως να υπάρχουν μέχρι στιγμής επίσημες ανακοινώσεις που να επιβεβαιώνουν ποια κράτη θα συμμετάσχουν τελικά. Η πιθανή διεύρυνση θα αποτελέσει σημαντικό δείκτη της πραγματικής εμβέλειας του εγχειρήματος.
Εξίσου σημαντικές θα είναι οι εξελίξεις στους BRICS και στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO). Τα τελευταία χρόνια οι δύο οργανισμοί έχουν διευρύνει τη θεματολογία τους, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στη χρήση εθνικών νομισμάτων, στην ανάπτυξη εναλλακτικών μηχανισμών πληρωμών και στη μεταρρύθμιση της διεθνούς οικονομικής διακυβέρνησης. Παρά τις εσωτερικές διαφωνίες μεταξύ ορισμένων μελών, η γενική κατεύθυνση δείχνει αυξημένη διάθεση θεσμικής συνεργασίας πέρα από τα παραδοσιακά δυτικά πλαίσια.
Στο διπλωματικό επίπεδο, αρκετοί αναλυτές αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο ενδεχόμενο μιας συνάντησης υψηλού επιπέδου μεταξύ των ηγετών των Ηνωμένων Πολιτειών, της Κίνας και της Ρωσίας μέσα στους επόμενους μήνες. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση για το περιεχόμενο ή τα πιθανά αποτελέσματα μιας τέτοιας συνάντησης. Ωστόσο, η ίδια η συζήτηση γύρω από αυτό το ενδεχόμενο αντανακλά την αναγνώριση ότι οι σημαντικότερες διεθνείς κρίσεις δύσκολα μπορούν πλέον να αντιμετωπιστούν χωρίς συνεννόηση μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Παράλληλα, συνεχίζει να υπάρχει αβεβαιότητα γύρω από τη στρατιωτική διάσταση της κρίσης. Οι εκτιμήσεις που διατυπώνονται από διάφορους στρατιωτικούς αναλυτές σχετικά με την αποτελεσματικότητα νέων οπλικών συστημάτων, τις δυνατότητες αποτροπής ή τις μελλοντικές επιλογές των εμπλεκομένων πλευρών παραμένουν ακριβώς αυτό: εκτιμήσεις. Ορισμένες έχουν μέχρι σήμερα επιβεβαιωθεί από τις εξελίξεις, άλλες όμως θα πρέπει να αξιολογηθούν με βάση τα πραγματικά γεγονότα καθώς αυτά θα προκύπτουν.
Ίσως, τελικά, οι σημαντικότεροι δείκτες να μην είναι οι καθημερινές στρατιωτικές ανακοινώσεις αλλά οι θεσμικές αποφάσεις που λαμβάνονται σχεδόν αθόρυβα. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις μπορεί να μεταβληθούν γρήγορα. Οι νέοι οργανισμοί, οι οικονομικοί μηχανισμοί και οι δομές συνεργασίας, αντίθετα, εφόσον παγιωθούν, έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τις διεθνείς ισορροπίες για πολλά χρόνια.
Μια Μετάβαση που Εξελίσσεται Μπροστά στα Μάτια μας
Οι κρίσεις συχνά αξιολογούνται μέσα από τις εικόνες που κυριαρχούν στην επικαιρότητα. Πύραυλοι, στρατιωτικές επιχειρήσεις, διπλωματικές δηλώσεις και έκτακτες σύνοδοι καταλαμβάνουν τα πρωτοσέλιδα. Ωστόσο, η ιστορία δείχνει ότι οι βαθύτερες αλλαγές στις διεθνείς σχέσεις συνήθως πραγματοποιούνται πιο αργά και λιγότερο θεαματικά, μέσα από τη δημιουργία νέων θεσμών, την αναδιάρθρωση των οικονομικών σχέσεων και τη σταδιακή μεταβολή των ισορροπιών ισχύος.
Η σημερινή κρίση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν φαίνεται να αποτελεί μία ακόμη έκφραση αυτής της διαδικασίας. Η στρατιωτική αντιπαράθεση είναι το πιο ορατό επίπεδο της σύγκρουσης. Παράλληλα όμως εξελίσσεται ένας λιγότερο εμφανής ανταγωνισμός γύρω από την οικονομική αρχιτεκτονική, τις περιφερειακές δομές ασφαλείας, τις ενεργειακές διαδρομές και τους θεσμούς που ενδέχεται να διαμορφώσουν το διεθνές περιβάλλον των επόμενων δεκαετιών.
Οι εξελίξεις στους BRICS, στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO), η ενίσχυση της Νέας Αναπτυξιακής Τράπεζας (NDB), οι επενδύσεις της AIIB, η αυξανόμενη χρήση εθνικών νομισμάτων και η ανάπτυξη νέων περιφερειακών μηχανισμών ασφαλείας δείχνουν ότι ένα σημαντικό μέρος της Ευρασίας επιδιώκει να διευρύνει τις στρατηγικές του αυτονομίες σε οικονομικό, θεσμικό και γεωπολιτικό επίπεδο.
Ταυτόχρονα, πολλές από τις πληροφορίες που κυκλοφορούν γύρω από τις τρέχουσες εξελίξεις, ιδιαίτερα όσες αφορούν παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις, στρατιωτικούς σχεδιασμούς ή μελλοντικές πολιτικές αποφάσεις, παραμένουν αντικείμενο εκτίμησης και δεν έχουν επιβεβαιωθεί επίσημα. Η διάκριση ανάμεσα στα επιβεβαιωμένα γεγονότα, στις αξιόπιστες ενδείξεις και στις αναλυτικές εκτιμήσεις δεν αποδυναμώνει την έρευνα. Αντίθετα, αποτελεί βασική προϋπόθεση για μια σοβαρή γεωπολιτική προσέγγιση.
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις μάχες. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται στις αίθουσες διαπραγματεύσεων, από τους οικονομικούς θεσμούς που δημιουργούνται, από τις εμπορικές διαδρομές που αλλάζουν και από τα κράτη που επιλέγουν να αναζητήσουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα σχετικά με το ποια θα είναι η τελική μορφή της νέας διεθνούς τάξης. Εκείνο που μπορεί ήδη να διαπιστωθεί είναι ότι το διεθνές σύστημα βρίσκεται σε περίοδο αναπροσαρμογής. Το αν η διαδικασία αυτή θα οδηγήσει σε έναν σταθερότερο πολυπολικό κόσμο ή σε μια παρατεταμένη περίοδο ανταγωνισμού θα αποτελέσει ένα από τα κεντρικά ζητήματα της διεθνούς πολιτικής κατά τις επόμενες δεκαετίες.
Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών






