Η Σιωπηλή Αναδιάταξη της Ευρασίας: Πόλεμος, Διπλωματία και η Νέα Οικονομική Αρχιτεκτονική.




 







 Η κρίση ΗΠΑ-Ιράν, οι παράλληλοι θεσμοί της Ευρασίας και η σταδιακή διαμόρφωση ενός πολυπολικού οικονομικού συστήματος πέρα από τη δυτική κυριαρχία.


«Η υπέρτατη τέχνη του πολέμου είναι να υποτάσσεις τον εχθρό χωρίς να πολεμήσεις.»
Σουν Τζου, Η Τέχνη του Πολέμου

Η διεθνής προσοχή εξακολουθεί να επικεντρώνεται στις στρατιωτικές εξελίξεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Κάθε νέο πλήγμα, κάθε στρατιωτική μετακίνηση και κάθε δημόσια δήλωση απορροφά το ενδιαφέρον των διεθνών μέσων ενημέρωσης, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η ουσία της κρίσης βρίσκεται αποκλειστικά στο πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Πίσω όμως από αυτή την εικόνα εξελίσσεται μια δεύτερη, λιγότερο ορατή αλλά ενδεχομένως σημαντικότερη διαδικασία. Παράλληλα με τη στρατιωτική αντιπαράθεση, διαμορφώνεται σταδιακά ένα διαφορετικό οικονομικό, χρηματοπιστωτικό και διπλωματικό πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των κρατών της Ευρασίας, το οποίο δεν εξαρτάται άμεσα από την έκβαση μιας συγκεκριμένης σύγκρουσης.

Οι εργασίες του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO), οι προετοιμασίες για τη Σύνοδο Κορυφής των BRICS, η συζήτηση γύρω από εναλλακτικούς μηχανισμούς πληρωμών, η διεύρυνση των συναλλαγών σε εθνικά νομίσματα και η αναζήτηση νέων οικονομικών διαδρόμων αποτελούν ενδείξεις μιας βαθύτερης μεταβολής, η οποία εξελίσσεται με βραδύτερους αλλά περισσότερο διαρκείς ρυθμούς από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Η παρούσα κρίση, επομένως, δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή. Αποτελεί ταυτόχρονα μια δοκιμασία για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, για τις παγκόσμιες ενεργειακές αλυσίδες και για την ικανότητα των αναδυόμενων ευρασιατικών θεσμών να προσφέρουν εναλλακτικές μορφές οικονομικής και πολιτικής συνεργασίας.

Ταυτόχρονα, γύρω από τη σύγκρουση κυκλοφορούν πλήθος πληροφοριών για παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις, ανεπίσημους διαύλους επικοινωνίας και μυστικές διπλωματικές πρωτοβουλίες. Ορισμένες βασίζονται σε δημόσιες δηλώσεις και επιβεβαιωμένα γεγονότα. Άλλες προέρχονται από πηγές που μέχρι στιγμής δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα. Η διάκριση ανάμεσα στα δύο είναι απαραίτητη για οποιαδήποτε σοβαρή γεωπολιτική ανάλυση.

Στις ενότητες που ακολουθούν δεν θα εξετάσουμε μόνο τις στρατιωτικές και διπλωματικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών. Θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε πώς η κρίση ΗΠΑ-Ιράν λειτουργεί ως επιταχυντής μιας ευρύτερης ιστορικής διαδικασίας, κατά την οποία η Ευρασία οικοδομεί σταδιακά νέους οικονομικούς και θεσμικούς μηχανισμούς, μεταβάλλοντας τις ισορροπίες του διεθνούς συστήματος πέρα από το άμεσο πεδίο της στρατιωτικής αντιπαράθεσης.


Η Διπλωματία Σιωπά: Όταν οι Δίαυλοι Επικοινωνίας Αρχίζουν να Κλείνουν

«Δεν υπάρχει περίπτωση ένα κράτος να ωφελήθηκε από έναν παρατεταμένο πόλεμο.»
Σουν Τσου, Η Τέχνη του Πολέμου

Η πιο σημαντική εξέλιξη των τελευταίων ημερών ίσως δεν είναι κάποιο νέο στρατιωτικό πλήγμα στον Περσικό Κόλπο. Είναι η αυξανόμενη ένδειξη ότι οι ανεπίσημοι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης δυσκολεύονται πλέον να παράγουν αποτέλεσμα.

Εδώ απαιτείται μια σαφής διάκριση ανάμεσα στα επιβεβαιωμένα γεγονότα και στις πληροφορίες που προέρχονται από πηγές με πρόσβαση σε διπλωματικούς κύκλους αλλά δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα.

Είναι επιβεβαιωμένο ότι το Κατάρ εξακολουθεί να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στις προσπάθειες διαμεσολάβησης, ενώ το Πακιστάν παραμένει ένας από τους βασικούς περιφερειακούς συνομιλητές τόσο της Ουάσιγκτον όσο και της Τεχεράνης. Παράλληλα, αρκετά μη δυτικά μέσα ενημέρωσης αναφέρουν ότι συνεχίζονται παρασκηνιακές επαφές με στόχο την αποφυγή νέας γενικευμένης σύγκρουσης.

Από την άλλη πλευρά, οι πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η αμερικανική πλευρά φέρεται να πρότεινε δεκαήμερη παύση των εχθροπραξιών ή περιορισμένα αμερικανικά πλήγματα χωρίς ιρανική απάντηση προέρχονται μέχρι στιγμής από μία μόνο πηγή που επικαλείται εσωτερικές επαφές. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν επιβεβαιωθεί ούτε από την ιρανική κυβέρνηση ούτε από το Κατάρ, το Πακιστάν ή άλλους επίσημους διαμεσολαβητές.

Το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές ότι ο αρχηγός του πακιστανικού στρατού, Ασίμ Μουνίρ, διέκοψε την απευθείας επικοινωνία με τον Ντόναλντ Τραμπ. Παρότι το Πακιστάν εξακολουθεί να εμφανίζεται ως σημαντικός μεσολαβητής στις περιφερειακές εξελίξεις, δεν υπάρχει μέχρι στιγμής δημόσια επιβεβαίωση αυτής της συγκεκριμένης πληροφορίας από αξιόπιστες ανεξάρτητες πηγές.

Ωστόσο, ακόμη και χωρίς να υιοθετήσει κανείς αυτές τις ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, η συνολική εικόνα δείχνει ότι η διαπραγματευτική διαδικασία έχει εισέλθει σε πολύ δυσκολότερη φάση.

Η Τεχεράνη συνεχίζει να επιμένει ότι οποιαδήποτε νέα διαπραγμάτευση προϋποθέτει προηγούμενη άρση βασικών οικονομικών κυρώσεων και αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων. Η αμερικανική πλευρά, αντίθετα, εξακολουθεί να χρησιμοποιεί την οικονομική πίεση ως βασικό εργαλείο διαπραγμάτευσης, επιδιώκοντας πρώτα νέες παραχωρήσεις και στη συνέχεια πιθανή χαλάρωση των κυρώσεων.

Έτσι δημιουργείται ένα γνώριμο στρατηγικό αδιέξοδο.

Καμία από τις δύο πλευρές δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να πραγματοποιήσει την πρώτη ουσιαστική υποχώρηση.

Και όσο αυτή η ισορροπία παραμένει αμετάβλητη, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος οι στρατιωτικές εξελίξεις να προηγούνται της διπλωματίας αντί να αποτελούν εργαλείο υποστήριξής της.


Η Γεωοικονομία ως Νέο Πεδίο Αντιπαράθεσης

«Ο πόλεμος είναι απλώς η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα.»
Καρλ φον Κλαούζεβιτς, Περί Πολέμου 

Οι σύγχρονες γεωπολιτικές συγκρούσεις δεν κρίνονται αποκλειστικά στα πεδία των μαχών. Κρίνονται ολοένα και περισσότερο στις ενεργειακές ροές, στα χρηματοπιστωτικά δίκτυα, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στην ικανότητα κάθε κράτους να διατηρεί την οικονομική του ανθεκτικότητα υπό συνθήκες παρατεταμένης πίεσης.

Η αντιπαράθεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεταβολής. Παρά τις συνεχείς στρατιωτικές επιχειρήσεις, το πραγματικό διακύβευμα δεν περιορίζεται στην καταστροφή στρατιωτικών στόχων. Εξίσου σημαντική είναι η προσπάθεια ελέγχου των οικονομικών μηχανισμών που καθορίζουν τη λειτουργία της παγκόσμιας αγοράς.

Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να βασίζει σημαντικό μέρος της στρατηγικής της στις οικονομικές κυρώσεις, στον έλεγχο του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και στη δυνατότητα αποκλεισμού κρατών από το δολαριακό δίκτυο συναλλαγών. Το σύστημα SWIFT, παρότι δεν αποτελεί αμερικανικό κρατικό οργανισμό, έχει καταστεί στην πράξη βασική υποδομή των διεθνών διατραπεζικών συναλλαγών. Η δυνατότητα αποκλεισμού κρατών ή τραπεζών από αυτό έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια σε σημαντικό εργαλείο οικονομικής πίεσης, γεγονός που ενίσχυσε την αναζήτηση εναλλακτικών μηχανισμών πληρωμών. Οι πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ περί εντατικοποίησης των δευτερογενών κυρώσεων εντάσσονται ακριβώς σε αυτή τη λογική, επιδιώκοντας να αυξήσουν το κόστος συνεργασίας με το Ιράν όχι μόνο για την ίδια την Τεχεράνη αλλά και για τρίτες χώρες και επιχειρήσεις.

Από την άλλη πλευρά, η απάντηση που διαμορφώνεται στον ευρασιατικό χώρο δεν περιορίζεται στην αναζήτηση τρόπων παράκαμψης των κυρώσεων. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ευρύτερη προσπάθεια δημιουργίας εναλλακτικών οικονομικών δομών, οι οποίες θα μειώνουν σταδιακά την εξάρτηση από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η διαδικασία αυτή δεν περιορίζεται πλέον στη θεωρία. Η Κίνα έχει αναπτύξει το διασυνοριακό σύστημα πληρωμών CIPS ως εναλλακτικό δίκτυο διακανονισμού διεθνών συναλλαγών, ενώ η Ρωσία δημιούργησε το SPFS ως εγχώρια απάντηση στους περιορισμούς του SWIFT. Παράλληλα, η χρήση εθνικών νομισμάτων στις διμερείς συναλλαγές μεταξύ Κίνας, Ρωσίας, Ιράν και άλλων κρατών της Ευρασίας αυξάνεται σταδιακά, περιορίζοντας σε ορισμένους τομείς την αποκλειστική εξάρτηση από το δολάριο.

Στο πλαίσιο αυτό αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι συζητήσεις εντός του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) για τη δημιουργία ανεξάρτητων μηχανισμών χρηματοδότησης, η αυξανόμενη χρήση εθνικών νομισμάτων στο διμερές εμπόριο μεταξύ κρατών-μελών και οι πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται παράλληλα στο πλαίσιο των BRICS για εναλλακτικά συστήματα διακανονισμού πληρωμών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετές από αυτές τις πρωτοβουλίες βρίσκονται ακόμη σε στάδιο διαμόρφωσης και δεν αποτελούν ολοκληρωμένους θεσμούς. Ωστόσο, η ίδια η κατεύθυνση των εξελίξεων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, σημαντικές οικονομίες της Ευρασίας επιχειρούν να οικοδομήσουν μηχανισμούς που λειτουργούν παράλληλα προς τις δυτικές χρηματοπιστωτικές δομές, περιορίζοντας σταδιακά την αποκλειστική θέση του δολαρίου στις διεθνείς συναλλαγές. Η διαδικασία αυτή, που συχνά περιγράφεται ως «αποδολαριοποίηση», δεν σημαίνει εγκατάλειψη του δολαρίου ούτε την άμεση αντικατάστασή του ως κυρίαρχου διεθνούς νομίσματος. Αναφέρεται κυρίως στη σταδιακή αύξηση της χρήσης εθνικών νομισμάτων στις διμερείς συναλλαγές και στη δημιουργία εναλλακτικών μηχανισμών πληρωμών, οι οποίοι περιορίζουν την αποκλειστική εξάρτηση από το δολαριακό σύστημα.

Έτσι, η οικονομία μετατρέπεται σε αυτόνομο πεδίο γεωπολιτικού ανταγωνισμού.

Η σύγκρουση δεν αφορά πλέον μόνο τον έλεγχο εδαφών ή θαλάσσιων διαδρόμων. Αφορά εξίσου τον έλεγχο των νομισμάτων, των χρηματοπιστωτικών δικτύων, των ενεργειακών αγορών και των κανόνων που διέπουν το διεθνές οικονομικό σύστημα.

Και ίσως σε αυτό το επίπεδο να κρίνεται η βαθύτερη σημασία της σημερινής κρίσης. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις μπορεί να διαρκέσουν εβδομάδες ή μήνες. Οι οικονομικοί θεσμοί που δημιουργούνται ως απάντηση σε αυτές μπορούν να επηρεάσουν την ισορροπία ισχύος για δεκαετίες.


Οι Παράλληλοι Θεσμοί της Ευρασίας: Η Αμφισβήτηση της Οικονομικής Μονοπολικότητας

«Δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη χωρίς ισορροπία ισχύος.»
Χένρι Κίσινγκερ, Diplomacy

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν να κατέχουν μια μοναδική θέση στο διεθνές οικονομικό σύστημα. Η κυριαρχία του δολαρίου, η επιρροή θεσμών όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα, καθώς και ο έλεγχος των βασικών μηχανισμών διεθνών πληρωμών, δημιούργησαν ένα περιβάλλον στο οποίο η οικονομική ισχύς μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.

Οι οικονομικές κυρώσεις κατά του Ιράν αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής. Η πρόσβαση στο διεθνές τραπεζικό σύστημα, η δυνατότητα πραγματοποίησης συναλλαγών σε δολάρια και η συνεργασία με μεγάλους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς μετατράπηκαν σταδιακά σε μέσα άσκησης γεωπολιτικής πίεσης.

Ακριβώς αυτή η πραγματικότητα οδήγησε αρκετές ευρασιατικές δυνάμεις στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων.

Τα τελευταία χρόνια, η Κίνα και η Ρωσία ενίσχυσαν σημαντικά τις συναλλαγές τους σε εθνικά νομίσματα, ενώ αντίστοιχες πρακτικές άρχισαν να υιοθετούνται και από άλλα κράτη που συμμετέχουν στους BRICS και στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης. Παράλληλα, συζητείται η ανάπτυξη νέων μηχανισμών χρηματοδότησης, εναλλακτικών συστημάτων διακανονισμού πληρωμών και θεσμών που θα περιορίζουν σταδιακά την εξάρτηση από τις δυτικές χρηματοπιστωτικές υποδομές.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η στάση της Ινδίας. Παρότι διατηρεί στενές σχέσεις με τις δυτικές οικονομίες, συμμετέχει ενεργά τόσο στους BRICS όσο και στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης, ακολουθώντας μια στρατηγική αυτονομίας. Η επιλογή αυτή αντανακλά μια ευρύτερη τάση πολλών αναδυόμενων δυνάμεων να αποφεύγουν την αποκλειστική ένταξη σε ένα μόνο γεωπολιτικό μπλοκ.

Η διαδικασία αυτή δεν σημαίνει ότι το διεθνές οικονομικό σύστημα αλλάζει από τη μία ημέρα στην άλλη. Το δολάριο εξακολουθεί να αποτελεί το κυρίαρχο διεθνές αποθεματικό νόμισμα και οι δυτικοί χρηματοπιστωτικοί θεσμοί διατηρούν καθοριστικό ρόλο στην παγκόσμια οικονομία.

Ωστόσο, η σημασία των σημερινών εξελίξεων βρίσκεται αλλού.

Για πρώτη φορά μετά το 1991 παρατηρείται μια συστηματική προσπάθεια δημιουργίας παράλληλων θεσμών, οι οποίοι δεν αποσκοπούν απαραίτητα στην άμεση αντικατάσταση της υφιστάμενης οικονομικής τάξης, αλλά στη σταδιακή διεύρυνση των επιλογών που διαθέτουν τα κράτη της Ευρασίας.

Η κρίση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν λειτουργεί ως επιταχυντής αυτής της διαδικασίας. Κάθε νέα δέσμη κυρώσεων, κάθε περιορισμός στις διεθνείς συναλλαγές και κάθε προσπάθεια οικονομικής απομόνωσης ενισχύει τα κίνητρα για την ανάπτυξη εναλλακτικών χρηματοπιστωτικών δομών.

Με αυτόν τον τρόπο, η γεωπολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται πέρα από τα πεδία των μαχών και τις διπλωματικές διαπραγματεύσεις. Μεταφέρεται στους ίδιους τους κανόνες λειτουργίας της παγκόσμιας οικονομίας, εκεί όπου διαμορφώνονται οι μακροπρόθεσμοι συσχετισμοί ισχύος.


Η Ευρασία Οικοδομεί Παράλληλους Θεσμούς

«Η κοινή ανθρώπινη πολιτεία δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει.»

Νικολάι Ντανιλέφσκι, Η Ρωσία και η Ευρώπη

Ενώ η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί τις στρατιωτικές εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο, ένα διαφορετικό σύνολο διεργασιών εξελίσσεται σχεδόν αθόρυβα στην ευρασιατική ήπειρο. Δεν αφορά την ανάπτυξη νέων οπλικών συστημάτων ούτε τη συγκρότηση στρατιωτικών συνασπισμών. Αφορά τη σταδιακή δημιουργία θεσμών που επιδιώκουν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα από τις δομές που κυριάρχησαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εξέλιξης. Αν και δημιουργήθηκε αρχικά ως μηχανισμός περιφερειακής ασφάλειας, τα τελευταία χρόνια διευρύνει σταθερά τη δραστηριότητά του προς την οικονομία, τις μεταφορές, την ενέργεια, την τεχνολογία και τις χρηματοπιστωτικές συνεργασίες. Η πλήρης ένταξη του Ιράν το 2023 και της Λευκορωσίας το 2024 ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τον γεωπολιτικό του ρόλο.

Παράλληλα, αναπτύσσονται και μεγάλα έργα διασυνδεσιμότητας που ενισχύουν αυτή τη θεσμική μεταβολή. Ο Διεθνής Διάδρομος Μεταφορών Βορρά-Νότου (INSTC), ο οποίος συνδέει τη Ρωσία με το Ιράν και την Ινδία, καθώς και η κινεζική Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» (Belt and Road Initiative), επιδιώκουν να δημιουργήσουν νέες εμπορικές και ενεργειακές διαδρομές που μειώνουν την εξάρτηση από παραδοσιακούς θαλάσσιους κόμβους και δυτικά ελεγχόμενες υποδομές.

Παράλληλα, στη Σύνοδο της Μπισκέκ επανήλθε στο προσκήνιο η συζήτηση για τη δημιουργία ενός αναπτυξιακού χρηματοπιστωτικού μηχανισμού του SCO, ο οποίος θα μπορεί να χρηματοδοτεί έργα υποδομών και επενδύσεις χρησιμοποιώντας κυρίως τα εθνικά νομίσματα των κρατών-μελών. Αν και οι σχετικές πρωτοβουλίες βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, αποτυπώνουν τη βούληση αρκετών ασιατικών κρατών να μειώσουν την εξάρτησή τους από τους παραδοσιακούς δυτικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

Ανάλογη δυναμική παρατηρείται και στους BRICS. Η διεύρυνση της ομάδας με νέα μέλη από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ασία δεν έχει μόνο συμβολική σημασία. Συνοδεύεται από μια σταδιακή προσπάθεια ενίσχυσης των εμπορικών συναλλαγών σε τοπικά νομίσματα, ανάπτυξης εναλλακτικών συστημάτων πληρωμών και ενίσχυσης της Νέας Αναπτυξιακής Τράπεζας ως συμπληρωματικού θεσμού της παγκόσμιας οικονομίας. Η Νέα Αναπτυξιακή Τράπεζα δεν επιδιώκει να αντικαταστήσει άμεσα την Παγκόσμια Τράπεζα ή το ΔΝΤ, αλλά να προσφέρει συμπληρωματικές επιλογές χρηματοδότησης χωρίς ορισμένες από τις πολιτικές προϋποθέσεις που συνοδεύουν συχνά τους δυτικούς οργανισμούς.

Η εικόνα αυτή δεν σημαίνει ότι έχει ήδη διαμορφωθεί ένα πλήρως λειτουργικό εναλλακτικό οικονομικό σύστημα. Οι περισσότερες πρωτοβουλίες βρίσκονται ακόμη υπό διαμόρφωση και αντιμετωπίζουν σημαντικές τεχνικές, θεσμικές και πολιτικές δυσκολίες. Ωστόσο, η κατεύθυνση είναι πλέον σαφής. Αντί να επιδιώκουν απλώς μεγαλύτερη συμμετοχή στους υφιστάμενους δυτικούς θεσμούς, αρκετά κράτη της Ευρασίας επιχειρούν να δημιουργήσουν δικές τους δομές συνεργασίας, περισσότερο προσαρμοσμένες στις δικές τους οικονομικές και γεωπολιτικές προτεραιότητες.

Υπό αυτό το πρίσμα, η κρίση ΗΠΑ-Ιράν αποκτά μια ευρύτερη σημασία. Δεν λειτουργεί μόνο ως περιφερειακή σύγκρουση αλλά και ως καταλύτης που επιταχύνει διαδικασίες θεσμικής αυτονόμησης οι οποίες είχαν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται τα προηγούμενα χρόνια. Κάθε νέος γύρος κυρώσεων, κάθε διακοπή εμπορικών ροών και κάθε χρηματοπιστωτικός περιορισμός ενισχύει τα κίνητρα για την ανάπτυξη παράλληλων οικονομικών μηχανισμών.

Έτσι, η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον στο ποιος θα επικρατήσει σε μια συγκεκριμένη κρίση. Το βαθύτερο ερώτημα αφορά το ποιοι θεσμοί θα διαμορφώσουν το οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο της επόμενης διεθνούς τάξης.


Η Κρίση ως Σύμπτωμα της Μετάβασης στον Πολυπολικό Κόσμο

«Η ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται μόνο από τον στρατό του, αλλά από την ικανότητά του να οργανώνει τον χώρο γύρω του.»
Καρλ Χάουσχοφερ

Η αντιπαράθεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δεν αποτελεί ένα απομονωμένο περιφερειακό επεισόδιο. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη ιστορική διαδικασία κατά την οποία το διεθνές σύστημα μεταβάλλεται σταδιακά από μια μονοπολική δομή προς ένα περισσότερο κατανεμημένο σύστημα ισχύος.

Για περισσότερο από τρεις δεκαετίες μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, η Ουάσιγκτον διέθετε την οικονομική, στρατιωτική και χρηματοπιστωτική υπεροχή ώστε να επιβάλλει σε μεγάλο βαθμό τους κανόνες λειτουργίας του διεθνούς συστήματος. Οι στρατιωτικές επεμβάσεις συνοδεύονταν από κυρώσεις, διπλωματική απομόνωση και οικονομική πίεση, δημιουργώντας ένα ενιαίο πλαίσιο άσκησης ισχύος.

Σήμερα, όμως, η εικόνα εμφανίζεται περισσότερο σύνθετη.

Οι στρατιωτικές δυνατότητες των Ηνωμένων Πολιτειών παραμένουν αναμφισβήτητα κορυφαίες σε παγκόσμιο επίπεδο. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της ισχύος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ποσότητα των στρατιωτικών μέσων. Εξαρτάται επίσης από την ύπαρξη ενός διεθνούς περιβάλλοντος που αποδέχεται ή τουλάχιστον ανέχεται την άσκησή της.

Αυτό ακριβώς φαίνεται να αλλάζει.

Η Κίνα διευρύνει σταθερά το οικονομικό και τεχνολογικό της αποτύπωμα. Η Ρωσία διατηρεί σημαντικό στρατηγικό ρόλο στην ευρασιατική ασφάλεια. Η Ινδία ακολουθεί μια πολιτική στρατηγικής αυτονομίας, αποφεύγοντας την πλήρη ταύτιση με οποιοδήποτε μπλοκ. Παράλληλα, κράτη της Μέσης Ανατολής, όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ιράν, επιδιώκουν ολοένα συχνότερα μια περισσότερο πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, συνεργαζόμενα ταυτόχρονα με διαφορετικά κέντρα ισχύος. Παράλληλα, αρκετά κράτη της Νοτιοανατολικής Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής επιδιώκουν ολοένα συχνότερα να διατηρούν σχέσεις με περισσότερα από ένα κέντρα ισχύος, αποφεύγοντας την αποκλειστική ένταξη σε ένα μόνο γεωπολιτικό στρατόπεδο. Η τάση αυτή αντανακλά τη σταδιακή ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας ενός μεγάλου μέρους του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου.

Η πραγματική μεταβολή, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στην άνοδο νέων δυνάμεων. Βρίσκεται στο γεγονός ότι αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των κρατών που δεν επιθυμούν πλέον να εξαρτούν όλες τις στρατηγικές τους επιλογές από μία μόνο υπερδύναμη.

Υπό αυτή την έννοια, η κρίση ΗΠΑ-Ιράν λειτουργεί ως ένας επιταχυντής ήδη υπαρχουσών εξελίξεων.

Κάθε νέα στρατιωτική κλιμάκωση ενισχύει τις προσπάθειες διαφοροποίησης των ενεργειακών διαδρομών. Κάθε νέος γύρος οικονομικών κυρώσεων επιταχύνει την αναζήτηση εναλλακτικών χρηματοπιστωτικών μηχανισμών. Κάθε διπλωματικό αδιέξοδο αυξάνει το ενδιαφέρον περιφερειακών δυνάμεων να αναπτύξουν δικούς τους θεσμούς συνεργασίας.

Έτσι, η πολυπολικότητα δεν εμφανίζεται ως αποτέλεσμα μιας μοναδικής πολιτικής απόφασης ούτε ως προϊόν κάποιας ιδεολογικής διακήρυξης. Διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από τη συσσώρευση οικονομικών, τεχνολογικών, θεσμικών και γεωπολιτικών μεταβολών, οι οποίες περιορίζουν προοδευτικά τη δυνατότητα οποιουδήποτε κράτους να λειτουργεί ως αποκλειστικό κέντρο του διεθνούς συστήματος.

Η σημερινή κρίση ίσως να μην είναι η αιτία αυτής της μετάβασης. Είναι όμως μία από τις χαρακτηριστικότερες εκδηλώσεις της.


Η Οικονομία του Πολέμου και το Μέλλον της Πολυπολικότητας

«Το κράτος που κατανοεί πρώτα τις μεταβολές των συσχετισμών ισχύος αποκτά στρατηγικό πλεονέκτημα.»
Χένρι Κίσινγκερ, Diplomacy

Η κρίση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν επιβεβαιώνει ότι οι σύγχρονες διεθνείς συγκρούσεις δεν μπορούν πλέον να αναλυθούν αποκλειστικά με στρατιωτικούς όρους. Τα πολεμικά μέτωπα εξακολουθούν να έχουν σημασία, όμως πίσω από αυτά εξελίσσεται ένας δεύτερος ανταγωνισμός, λιγότερο ορατός αλλά πιθανόν περισσότερο καθοριστικός: ο ανταγωνισμός για τον έλεγχο των οικονομικών θεσμών, των ενεργειακών διαδρομών, των χρηματοπιστωτικών μηχανισμών και των κανόνων που θα διέπουν τη μελλοντική διεθνή τάξη.

Η στρατιωτική κλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο επηρεάζει άμεσα τις τιμές της ενέργειας, τις θαλάσσιες μεταφορές, τις ασφαλιστικές αγορές και τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Παράλληλα, οι οικονομικές κυρώσεις, οι περιορισμοί στις διεθνείς πληρωμές και η αυξανόμενη χρήση του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως εργαλείου εξωτερικής πολιτικής ενθαρρύνουν πολλές χώρες να αναζητήσουν εναλλακτικούς μηχανισμούς συνεργασίας.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι εξελίξεις στον ευρασιατικό χώρο. Οι BRICS, ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης και άλλες περιφερειακές πρωτοβουλίες δεν συνιστούν ακόμη ένα ολοκληρωμένο αντίπαλο οικονομικό σύστημα. Αποτελούν όμως ενδείξεις ότι ένα σημαντικό μέρος του πλανήτη επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και μεγαλύτερη δυνατότητα επιλογών στις διεθνείς του σχέσεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η μετάβαση προς έναν πολυπολικό κόσμο είναι προδιαγεγραμμένη ούτε ότι θα πραγματοποιηθεί χωρίς αντιφάσεις και συγκρούσεις. Οι ίδιες οι αναδυόμενες δυνάμεις έχουν διαφορετικές προτεραιότητες, διαφορετικά συμφέροντα και συχνά αντικρουόμενες επιδιώξεις. Ωστόσο, η γενική κατεύθυνση των εξελίξεων δείχνει ότι το διεθνές σύστημα γίνεται ολοένα πιο σύνθετο και λιγότερο συγκεντρωτικό από ό,τι υπήρξε τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η κρίση ΗΠΑ-Ιράν δεν δημιούργησε αυτή τη διαδικασία. Ανέδειξε όμως με ιδιαίτερη ένταση τις δομικές μεταβολές που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη. Κάθε νέα στρατιωτική σύγκρουση επιταχύνει τη συζήτηση για εναλλακτικές ενεργειακές διαδρομές. Κάθε νέος γύρος κυρώσεων ενισχύει την αναζήτηση νέων χρηματοπιστωτικών εργαλείων. Και κάθε διπλωματικό αδιέξοδο ωθεί περισσότερα κράτη να επενδύσουν σε πολυμερείς θεσμούς που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τη Δύση.

Ίσως, λοιπόν, η σημαντικότερη συνέπεια της σημερινής κρίσης να μην είναι ποιος θα επικρατήσει σε μια ακόμη περιφερειακή αντιπαράθεση. Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι αν οι εξελίξεις αυτές επιταχύνουν τη διαμόρφωση ενός διεθνούς συστήματος στο οποίο η ισχύς, η οικονομία και η διπλωματία θα κατανέμονται ανάμεσα σε περισσότερα κέντρα αποφάσεων.

Η ιστορία δείχνει ότι οι μεγάλες μεταβολές στη διεθνή τάξη δεν ανακοινώνονται ποτέ επίσημα. Γίνονται αντιληπτές εκ των υστέρων, όταν οι οικονομικοί θεσμοί, οι εμπορικές διαδρομές, τα νομίσματα και οι συσχετισμοί ισχύος έχουν ήδη μεταβληθεί. Υπό αυτή την έννοια, η κρίση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη περιφερειακή αντιπαράθεση. Είναι πιθανό να καταγραφεί στο μέλλον ως μία ακόμη φάση της μακράς μετάβασης από τη μονοπολική τάξη που διαμορφώθηκε μετά το 1991 προς ένα περισσότερο πολυκεντρικό διεθνές σύστημα.

Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός Ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών