Η ρωσική προέλαση, η ουκρανική αντεπίθεση και η νέα στρατηγική γεωμετρία του μετώπου.
Στον πόλεμο της Ουκρανίας, ο χάρτης παραμένει απαραίτητος, αλλά δεν αρκεί πλέον για να εξηγήσει όσα συμβαίνουν στο πεδίο. Η κατάληψη ενός οικισμού, η μετατόπιση της γραμμής επαφής κατά μερικά χιλιόμετρα ή ακόμη και η δημιουργία μιας νέας προεξοχής αποκτούν πραγματική στρατηγική σημασία μόνο όταν εξεταστούν σε σχέση με το ευρύτερο μέτωπο και με τις επιλογές που αφήνουν στον αντίπαλο.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου 2026, η εξέλιξη των επιχειρήσεων από την περιφέρεια του Σούμι και το βόρειο Χάρκοβο έως το Ντονμπάς και τη Ζαπορίζια παρουσιάζει ακριβώς αυτή την πολυπλοκότητα. Οι ρωσικές δυνάμεις ασκούν πίεση σε πολλαπλές κατευθύνσεις και σε ορισμένους τομείς καταγράφονται νέες προωθήσεις. Την ίδια στιγμή, όμως, οι ουκρανικές δυνάμεις εξακολουθούν να πραγματοποιούν τοπικές αντεπιθέσεις, με ιδιαίτερη σημασία στις επιχειρήσεις γύρω από τον άξονα του Λιμάν. Η εικόνα, επομένως, δεν είναι εκείνη μιας απλής και ομοιόμορφης κίνησης του μετώπου προς μία κατεύθυνση.
Αυτό που αποκτά μεγαλύτερη σημασία είναι η σχέση μεταξύ των διαφορετικών μετώπων. Κάθε νέα εστία πίεσης δημιουργεί απαιτήσεις σε ανθρώπινο δυναμικό, πυρομαχικά, μη επανδρωμένα συστήματα, πυροβολικό, αντιαεροπορική προστασία και εφεδρείες. Και κάθε απόφαση ενίσχυσης ενός τομέα δημιουργεί αναπόφευκτα το ερώτημα τι μπορεί να αποδυναμωθεί σε κάποιον άλλο.
Εδώ βρίσκεται ίσως το ουσιαστικότερο στοιχείο της σημερινής φάσης του πολέμου. Η στρατιωτική ισχύς δεν μετριέται αποκλειστικά σε τετραγωνικά χιλιόμετρα. Μετριέται επίσης στην ικανότητα μιας πλευράς να διατηρεί την πρωτοβουλία, να δημιουργεί διαδοχικά διλήμματα στον αντίπαλο και να τον αναγκάζει να κατανέμει περιορισμένους πόρους ανάμεσα σε ταυτόχρονες απειλές.
Υπό αυτή την έννοια, η έννοια της «αφαίρεσης επιλογών» μπορεί να αποδειχθεί χρησιμότερη από μια απλή καταγραφή εδαφικών κερδών. Δεν σημαίνει ότι η Ουκρανία έχει χάσει την ικανότητα αντίδρασης ούτε ότι κάθε ρωσική προώθηση οδηγεί αναπόφευκτα σε επιχειρησιακή διάρρηξη. Σημαίνει ότι πρέπει να εξεταστεί αν η πίεση σε πολλαπλούς άξονες αρχίζει να περιορίζει την ελευθερία με την οποία η ουκρανική διοίκηση μπορεί να επιλέγει πού, πότε και με ποιες δυνάμεις θα αντιδράσει.
Για να απαντηθεί αυτό, πρέπει πρώτα να εγκαταλείψουμε τις γενικεύσεις και να επιστρέψουμε στο ίδιο το μέτωπο. Από το Σούμι και το Βολτσάνσκ έως το Κουπιάνσκ, το Λιμάν, το Ποκρόβσκ και τη Ζαπορίζια, οι επιμέρους κινήσεις σχηματίζουν μια ευρύτερη στρατηγική γεωμετρία. Και μόνο όταν αυτή αποτυπωθεί καθαρά μπορούμε να εξετάσουμε αν πρόκειται απλώς για μια σειρά τοπικών μαχών ή για μια βαθύτερη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται ο πόλεμος.
1. Σούμι: ένα μέτωπο πίεσης χωρίς τη μεγάλη διάρρηξη
Η βόρεια απόληξη αυτής της νέας γεωμετρίας βρίσκεται στην περιφέρεια του Σούμι. Πρόκειται για έναν τομέα όπου η σημασία των επιχειρήσεων δεν προκύπτει μέχρι στιγμής από κάποια θεαματική διάρρηξη της ουκρανικής άμυνας, αλλά από τη σταδιακή διεύρυνση της ζώνης των μαχών και τη διατήρηση μιας ακόμη ενεργού κατεύθυνσης κατά μήκος του εκτεταμένου μετώπου.
Οι ρωσικές επιχειρησιακές αναφορές των τελευταίων ημερών περιγράφουν σκληρές μάχες σε περισσότερα από ένα σημεία. Στην περιοχή του Σούμι αναφέρονται επιχειρήσεις γύρω από Χοτέν, Κιγιανίτσα, Μαρίνο και Μάλα Ριμπίτσα, ενώ βορειότερα, στον τομέα της Σόστκα, η ρωσική πίεση επικεντρώθηκε στις περιοχές Ουλάνοβο και Τολστοντούμποβο. Ανατολικότερα, στον τομέα του Κρασνοπόλιε, συνεχίζονται μάχες γύρω από το Στέποκ. Η εικόνα που προκύπτει δεν είναι εκείνη μιας ενιαίας αιχμής που κινείται προς την πόλη του Σούμι, αλλά μιας σειράς παράλληλων σημείων πίεσης.
Η εξέλιξη στο Ουλάνοβο αποτελεί την πιο σαφή μεταβολή των τελευταίων ημερών. Στις 26 Σεπτεμβρίου ο Rybar κατέγραφε διεύρυνση της ρωσικής ζώνης ελέγχου στις προσβάσεις του οικισμού, με ρωσικές ομάδες εφόδου να έχουν ήδη εισέλθει σε αυτόν και τις ουκρανικές δυνάμεις, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ρωσική πηγή, να υποχωρούν σταδιακά προς τον ποταμό Λόκνια. Δύο ημέρες αργότερα, στις 28 Σεπτεμβρίου, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι μονάδες της Ομάδας Δυνάμεων «Βορράς» είχαν αποκτήσει τον έλεγχο του Ουλάνοβο. Η ανακοίνωση αυτή αποτελεί επίσημο ρωσικό ισχυρισμό για αλλαγή ελέγχου και πρέπει να διακρίνεται από ανεξάρτητη επιβεβαίωση της ακριβούς γραμμής επαφής.
Η εξέλιξη δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Τις προηγούμενες ημέρες οι ρωσικές πηγές κατέγραφαν σταδιακές προωθήσεις γύρω από το Ουλάνοβο και το Τολστοντούμποβο, παράλληλα με μάχες γύρω από Χοτέν και Κιγιανίτσα. Ο Rybar περιέγραφε ήδη από τις 25 Σεπτεμβρίου συνεχιζόμενη ρωσική κίνηση στον τομέα της Σόστκα, ενώ σε προηγούμενη ενημέρωση έκανε λόγο για προώθηση ρωσικών ομάδων εφόδου σε δεκάδες επιμέρους σημεία γύρω από Χοτέν και Κιγιανίτσα. Η εικόνα που δίνουν αυτές οι αναφορές είναι περισσότερο εκείνη μιας σταδιακής διεύρυνσης της ρωσικής ζώνης επιχειρήσεων παρά μιας γρήγορης μηχανοκίνητης διάρρηξης.
Παράλληλα, οι ίδιες ρωσικές πηγές αναγνωρίζουν ότι οι ουκρανικές δυνάμεις δεν εγκαταλείπουν τον τομέα. Αναφέρονται ενίσχυση θέσεων, αναδιάταξη μονάδων και μεταφορά αποκατεστημένων τεθωρακισμένων στην περιφέρεια του Σούμι. Οι μάχες χαρακτηρίζονται επίμονα ως βαριές και σε αρκετές περιοχές ως καθαρά θέσης. Αυτό είναι σημαντικό, διότι δεν επιτρέπει να μετατραπεί η κατάληψη ενός μικρού αριθμού οικισμών σε αφήγημα γενικής κατάρρευσης της ουκρανικής άμυνας στον βορρά.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη επιχειρησιακή σημασία του μετώπου του Σούμι. Η αξία του δεν πρέπει να μετρηθεί αποκλειστικά με βάση το πόσα τετραγωνικά χιλιόμετρα αλλάζουν έλεγχο. Όσο οι ρωσικές δυνάμεις διατηρούν ενεργές ταυτόχρονα τις κατευθύνσεις Χοτέν–Κιγιανίτσα, Μαρίνο, Ουλάνοβο–Τολστοντούμποβο και Στέποκ, η ουκρανική διοίκηση έχει λόγο να διατηρεί δυνάμεις, πυροβολικό, μη επανδρωμένα συστήματα και εφεδρείες σε έναν βόρειο τομέα που βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τα κύρια πεδία μάχης του Ντονμπάς.
Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή στοιχεία για να μεταφραστεί αυτή η πίεση σε επικείμενη επιχείρηση κατάληψης της ίδιας της πόλης του Σούμι. Μια τέτοια διατύπωση θα ξεπερνούσε όσα δείχνουν σήμερα οι διαθέσιμες επιχειρησιακές αναφορές. Αυτό που μπορεί να υποστηριχθεί με μεγαλύτερη ασφάλεια είναι ότι η ρωσική πλευρά επιχειρεί να διατηρήσει και να διευρύνει μια ζώνη πίεσης στη βόρεια Ουκρανία, αναγκάζοντας την αντίπαλη διοίκηση να αντιμετωπίζει ακόμη μία μόνιμη απαίτηση κατανομής δυνάμεων.
Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη για την κεντρική υπόθεση του άρθρου. Το Σούμι δεν χρειάζεται να αποτελέσει τον τόπο μιας μεγάλης στρατηγικής διάρρηξης για να επηρεάσει τη συνολική ισορροπία του μετώπου. Αρκεί η πίεση εκεί να απαιτεί πόρους που, σε διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο Κουπιάνσκ, στο Λιμάν, στο Ποκρόβσκ ή στη Ζαπορίζια. Η πραγματική αξία του βόρειου μετώπου, επομένως, μπορεί να βρίσκεται λιγότερο στο έδαφος που καταλαμβάνεται και περισσότερο στις δυνάμεις που υποχρεώνει τον αντίπαλο να κρατά δεσμευμένες.
2. Βολτσάνσκ και βόρειο Χάρκοβο: η σταδιακή διεύρυνση της ρωσικής πίεσης
Νοτιότερα από το Σούμι, η εικόνα στο βόρειο τμήμα της περιφέρειας του Χάρκοβο παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Εδώ η ρωσική πίεση δεν περιορίζεται στη διατήρηση μιας συνοριακής ζώνης επιχειρήσεων. Οι μεταβολές των τελευταίων εβδομάδων έχουν δημιουργήσει ένα ευρύτερο πλέγμα ρωσικών κινήσεων γύρω από το Βολτσάνσκ και ανατολικότερα, με στόχο τη διεύρυνση της ζώνης ελέγχου και την πίεση των ουκρανικών θέσεων κατά μήκος περισσότερων από έναν άξονες.
Το Βολτσάνσκ παραμένει το βασικό σημείο αναφοράς. Η μάχη για την περιοχή δεν εξελίχθηκε ως μία γρήγορη κατάληψη και προέλαση προς το Χάρκοβο, αλλά ως παρατεταμένη επιχείρηση φθοράς γύρω από την πόλη, τον ποταμό Βόλτσια και τις γειτονικές δασικές και αγροτικές εκτάσεις. Στις ρωσικές επιχειρησιακές αναφορές του Σεπτεμβρίου εμφανίζεται σταδιακή μετατόπιση της πίεσης πέρα από τον ίδιο τον αστικό χώρο, με προσπάθεια περιορισμού και απομόνωσης ουκρανικών θέσεων στην ευρύτερη περιοχή.
Σημαντική είναι η εξέλιξη ανατολικότερα του Βολτσάνσκ. Στις 24 Σεπτεμβρίου, η χαρτογράφηση του LostArmour κατέγραψε ως αλλαγές ελέγχου τα Μπούζοβο και Χίζνιακοβο στην περιφέρεια του Χάρκοβο. Οι μεταβολές αυτές δεν αποτελούν από μόνες τους μεγάλη επιχειρησιακή διάρρηξη, αλλά διευρύνουν την περιοχή στην οποία οι ουκρανικές δυνάμεις πρέπει να αντιμετωπίζουν ρωσικές κινήσεις μακριά από τον στενό άξονα του Βολτσάνσκ.
Παράλληλα, οι ρωσικές αναφορές των τελευταίων ημερών περιγράφουν επιχειρήσεις γύρω από Κρασνί Γιαρ, Ποτιχόνοβο και Ρούμπλενοε, παρουσιάζοντας την κατάσταση ως προσπάθεια δημιουργίας τοπικών θυλάκων και αποκοπής ουκρανικών θέσεων. Στις 23 Σεπτεμβρίου ρωσικές στρατιωτικές πηγές υποστήριζαν ότι η κατάληψη του Κρασνί Γιαρ δημιουργούσε απειλή περικύκλωσης ουκρανικών δυνάμεων στην περιοχή του Ρεζνίκοβο και ότι η κίνηση στο Ποτιχόνοβο αύξανε την πίεση προς το Ρούμπλενοε. Πρόκειται για ρωσικές επιχειρησιακές εκτιμήσεις και όχι για ανεξάρτητα επιβεβαιωμένη πλήρη περικύκλωση.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τον τρόπο με τον οποίο διαβάζουμε τον χάρτη. Στο σύγχρονο πεδίο μάχης, η παρουσία ομάδων εφόδου πίσω ή δίπλα από μία αμυντική θέση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχει δημιουργηθεί ένας πλήρως κλειστός «λέβητας». Μεταξύ μιας απειλούμενης οδού ανεφοδιασμού, μιας επιχειρησιακής ημιπερικύκλωσης και μιας πραγματικής φυσικής περικύκλωσης υπάρχει σημαντική διαφορά. Η τελευταία προϋποθέτει ότι οι διαθέσιμες οδοί εξόδου και ανεφοδιασμού έχουν ουσιαστικά αποκοπεί.
Η γενικότερη τάση, ωστόσο, είναι αξιοσημείωτη. Το LostArmour καταγράφει μέσα στον Σεπτέμβριο σειρά μεταβολών στην περιφέρεια του Χάρκοβο, ενώ οι ρωσικές πηγές περιγράφουν συνεχή δραστηριότητα από το Βολτσάνσκ προς τις ανατολικότερες συνοριακές περιοχές. Αυτό υποδηλώνει ότι η πίεση δεν επικεντρώνεται πλέον αποκλειστικά σε μία πόλη αλλά επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ευρύτερο επιχειρησιακό τόξο.
Ταυτόχρονα, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν την παρουσίαση αυτών των κινήσεων ως έναρξη άμεσης επίθεσης προς την ίδια την πόλη του Χάρκοβο. Η γεωγραφική απόσταση, η κλίμακα των δυνάμεων που θα απαιτούσε μια τέτοια επιχείρηση και η απουσία τεκμηριωμένης μεγάλης μηχανοκίνητης διάρρηξης καθιστούν διαφορετική την πραγματική επιχειρησιακή εικόνα από τους συχνά εντυπωσιακούς τίτλους περί «πορείας προς το Χάρκοβο».
Η σημασία του βόρειου Χάρκοβο βρίσκεται αλλού. Μαζί με το μέτωπο του Σούμι δημιουργεί μια εκτεταμένη βόρεια ζώνη στην οποία η ουκρανική διοίκηση δεν μπορεί να θεωρήσει τα σύνορα ασφαλή και να μεταφέρει ελεύθερα όλες τις διαθέσιμες μονάδες προς το Ντονμπάς. Κάθε νέα ρωσική προώθηση, κάθε απειλή τοπικής περικύκλωσης και κάθε διεύρυνση της ζώνης μάχης αυξάνει τις απαιτήσεις επιτήρησης, επάνδρωσης και υποστήριξης ενός ήδη πολύ μεγάλου μετώπου.
Το Βολτσάνσκ επομένως έχει σημασία όχι μόνο ως τοπική μάχη. Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας διατήρησης πίεσης στον βορρά, την ώρα που οι κύριες επιχειρήσεις συνεχίζονται εκατοντάδες χιλιόμετρα νοτιότερα. Και όσο περισσότερο αυτή η πίεση εξαπλώνεται γεωγραφικά, τόσο περισσότερο το πρόβλημα για την ουκρανική διοίκηση μετατρέπεται από το ερώτημα «ποια θέση πρέπει να υπερασπιστώ;» στο δυσκολότερο ερώτημα «σε πόσες θέσεις μπορώ ταυτόχρονα να διατηρήσω επαρκείς δυνάμεις;».
Βόρειο Χάρκοβο – άξονας Μπουρλούκ, 20–23 Σεπτεμβρίου 2026. Η χαρτογράφηση του Rybar αποτυπώνει τη δική του εκτίμηση για τις περιοχές ελέγχου, τις αμφισβητούμενες ζώνες και τις κατευθύνσεις των επιχειρήσεων στον ευρύτερο τομέα Βολτσάνσκ–Βελίκι Μπουρλούκ. Πηγή: Rybar.
3. Κουπιάνσκ: ο Όσκιλ και η μάχη για έναν συγκοινωνιακό κόμβο
Από το βόρειο Χάρκοβο, η γραμμή της ανάλυσης μετακινείται νοτιότερα προς το Κουπιάνσκ, έναν από τους σημαντικότερους συγκοινωνιακούς κόμβους της βορειοανατολικής Ουκρανίας. Εδώ η στρατηγική αξία του εδάφους γίνεται περισσότερο εμφανής. Το Κουπιάνσκ δεν έχει σημασία μόνο ως πόλη· η θέση του πάνω στον Όσκιλ, οι οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις της περιοχής και το Κουπιάνσκ-Ουζλοβόι νοτιότερα συνδέουν τη μάχη για τον αστικό χώρο με το ευρύτερο ζήτημα της μετακίνησης και του ανεφοδιασμού δυνάμεων.
Η γεωγραφία καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και τη μορφή των επιχειρήσεων. Ο ποταμός Όσκιλ λειτουργεί ταυτόχρονα ως φυσικό αμυντικό εμπόδιο και ως γραμμή που πρέπει να διασχίζεται για τη διατήρηση των δυνάμεων και στις δύο όχθες. Για τον επιτιθέμενο, η ύπαρξη και διεύρυνση προγεφυρωμάτων δημιουργεί δυνατότητες πίεσης σε μεγαλύτερο βάθος. Για τον αμυνόμενο, η διατήρηση ασφαλών διαβάσεων και γραμμών ανεφοδιασμού είναι απαραίτητη ώστε οι μονάδες που επιχειρούν κοντά στον ποταμό να μη βρεθούν απομονωμένες.
Οι μάχες των προηγούμενων μηνών έδειξαν ακριβώς αυτή τη σημασία. Ρωσικές δυνάμεις επιχείρησαν επανειλημμένα να σταθεροποιήσουν και να διευρύνουν τις θέσεις τους γύρω από τον Όσκιλ, ενώ η ουκρανική πλευρά πραγματοποίησε αντεπιθέσεις με στόχο να περιορίσει τα ρωσικά προγεφυρώματα και να αποκαταστήσει ασφαλέστερη σύνδεση με τις θέσεις της στην περιοχή. Η γραμμή επαφής μετακινήθηκε επανειλημμένα, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα επικίνδυνη κάθε απλουστευτική περιγραφή του Κουπιάνσκ ως μιας πόλης της οποίας η τύχη έχει ήδη οριστικά κριθεί.
Η σημασία του Κουπιάνσκ-Ουζλοβόι ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την εικόνα. Ο σιδηροδρομικός κόμβος νοτιότερα της πόλης αποτελεί μέρος του δικτύου που συνδέει την περιοχή με βαθύτερους άξονες της ουκρανικής άμυνας. Συνεπώς, η πίεση προς αυτή την κατεύθυνση έχει διαφορετική στρατηγική βαρύτητα από την απλή κατάληψη ενός μικρού οικισμού. Η δυνατότητα παρεμπόδισης ή περιορισμού της χρήσης ενός τέτοιου κόμβου μπορεί να επηρεάσει τον ανεφοδιασμό και την αναδιάταξη δυνάμεων σε ευρύτερη περιοχή.
Αυτός είναι και ο λόγος που χρειάζεται προσοχή στους όρους «περικύκλωση» και «αποκοπή». Η φυσική παρουσία ρωσικών ομάδων σε διαφορετικές πλευρές μιας ουκρανικής θέσης δεν συνεπάγεται αυτομάτως πλήρη επιχειρησιακό αποκλεισμό. Για να αποκτήσει πραγματική στρατηγική σημασία μια τέτοια κίνηση πρέπει να επηρεάζει τις διαβάσεις του Όσκιλ, τις οδικές συνδέσεις και τελικά την ικανότητα της ουκρανικής διοίκησης να τροφοδοτεί, να ενισχύει ή να αποσύρει τις μονάδες της.
Οι πρόσφατες επιχειρησιακές αναφορές εξακολουθούν να παρουσιάζουν τον τομέα ως ενεργό και αμφισβητούμενο. Δεν υπάρχει επαρκής βάση ώστε κάθε αναφορά για παρουσία ρωσικών ομάδων σε τμήματα του αστικού χώρου να μετατραπεί σε ισχυρισμό πλήρους και σταθερού ελέγχου της πόλης. Αντίστοιχα, οι ουκρανικές αντεπιθέσεις και οι προσπάθειες περιορισμού των ρωσικών θέσεων γύρω από τον Όσκιλ δείχνουν ότι η μάχη εξακολουθεί να έχει αμφίδρομο χαρακτήρα.
Αυτό όμως δεν μειώνει τη σημασία του Κουπιάνσκ για τη συνολική ρωσική πίεση. Αντίθετα, την εξηγεί. Η διατήρηση ενός ενεργού μετώπου γύρω από έναν σημαντικό συγκοινωνιακό κόμβο υποχρεώνει την ουκρανική διοίκηση να διαθέτει εκεί δυνάμεις που δεν μπορούν ταυτόχρονα να χρησιμοποιηθούν νοτιότερα. Η υπεράσπιση δεν αφορά μόνο κατοικημένες περιοχές αλλά γέφυρες, διαβάσεις, οδικούς άξονες, σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις και τις προσβάσεις προς το Κουπιάνσκ-Ουζλοβόι.
Το Κουπιάνσκ επομένως μας φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στην κεντρική έννοια αυτού του άρθρου. Η στρατηγική αξία μιας επιχείρησης δεν βρίσκεται πάντοτε στην κατάληψη της πόλης που εμφανίζεται με μεγάλα γράμματα στον χάρτη. Μπορεί να βρίσκεται στην πίεση των υποδομών που επιτρέπουν στον αντίπαλο να μετακινεί δυνάμεις, να τροφοδοτεί το μέτωπο και, κυρίως, να διατηρεί ανοικτές εναλλακτικές επιλογές.
Και ακριβώς νοτιότερα από το Κουπιάνσκ βρίσκεται ο τομέας όπου αυτή η σχέση μεταξύ πρωτοβουλίας και επιλογών γίνεται ακόμη πιο καθαρή. Στον άξονα του Λιμάν, η ουκρανική διοίκηση δεν περιορίστηκε στην άμυνα. Συγκέντρωσε δυνάμεις και πέρασε σε οργανωμένη αντεπιθετική ενέργεια, δημιουργώντας την πρώτη σοβαρή δοκιμή της ρωσικής πολυαξονικής πίεσης.
Κουπιάνσκ – επιχειρησιακή κατάσταση στις 23 Σεπτεμβρίου 2026. Η χαρτογράφηση του Rybar αποτυπώνει τη δική του εκτίμηση για τις περιοχές ελέγχου, τις αμφισβητούμενες ζώνες και τις κύριες κατευθύνσεις επιχειρήσεων γύρω από το Κουπιάνσκ και τον ποταμό Όσκιλ. Πηγή: Rybar.
4. Λιμάν: η ουκρανική αντεπίθεση και η μάχη για την πρωτοβουλία
Αν το Σούμι, το Βολτσάνσκ και το Κουπιάνσκ αποτυπώνουν διαφορετικές μορφές της ρωσικής πίεσης, ο άξονας του Λιμάν προσφέρει την απαραίτητη αντίστροφη εικόνα. Εδώ, κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου, οι ουκρανικές δυνάμεις δεν περιορίστηκαν στη συγκράτηση των ρωσικών επιθέσεων. Συγκέντρωσαν εφεδρείες και πέρασαν σε οργανωμένες αντεπιθετικές ενέργειες, επιδιώκοντας να περιορίσουν τις ρωσικές προεξοχές και να ανακτήσουν μεγαλύτερη επιχειρησιακή ελευθερία βόρεια και βορειοδυτικά της πόλης.
Η σημασία αυτής της εξέλιξης γίνεται μεγαλύτερη επειδή αναγνωρίζεται και από ρωσικές επιχειρησιακές πηγές. Ο Rybar περιέγραψε την κατάσταση στον άξονα ως ανησυχητική για τις ρωσικές δυνάμεις, σημειώνοντας ότι σε ορισμένα σημεία η πρωτοβουλία είχε περάσει στην ουκρανική πλευρά. Σύμφωνα με τη δική του αποτίμηση, οι ουκρανικές δυνάμεις επιχειρούν να εξαλείψουν ρωσικές προεξοχές, να πιέσουν το βόρειο πλευρό και να επηρεάσουν τη συνοχή της ρωσικής διάταξης γύρω από το Λιμάν.
Το βασικό γεωγραφικό στοιχείο της ουκρανικής προσπάθειας βρίσκεται στον ποταμό Ζέρεμπετς. Ήδη από τις αρχές Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με τον Rybar, η αποκατάσταση ουκρανικών θέσεων στην πρώην προεξοχή του Σβιατογκόρσκ επέτρεψε την απελευθέρωση σημαντικών εφεδρειών, οι οποίες μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιηθούν για επιθέσεις προς τον Ζέρεμπετς. Κατά τη δεύτερη δεκαήμερη περίοδο του μήνα, ουκρανικές δυνάμεις κινήθηκαν βορειότερα κατά μήκος της δεξιάς όχθης του ποταμού και έφθασαν προς τις παρυφές της Γιαμπολόβκα, ενώ παράλληλα επιχειρούσαν να διευρύνουν την περιοχή ελέγχου γύρω από το Στάβκι.
Ιδιαίτερη σημασία απέκτησε το βόρειο πλευρό. Οι ουκρανικές επιθέσεις μεταξύ Νόβε, Κατερίνοβκα, Ρεντκόντουμπ και Καρπόβκα αύξησαν την πίεση πάνω στις ρωσικές θέσεις. Ρωσικές πηγές αναγνώρισαν ότι ουκρανικές μονάδες κατάφεραν να εγκατασταθούν σε ορισμένα σημεία μεταξύ Νόβε και Κατερίνοβκα, ενώ η περιοχή γύρω από το Ρεντκόντουμπ μετατράπηκε σε ευρύτερη αμφισβητούμενη ή «γκρίζα» ζώνη. Οι ίδιες αναφορές κατέγραφαν ουκρανική δραστηριότητα προς την Καρπόβκα και προσπάθειες διείσδυσης μικρών ομάδων προς το Ζαρέτσνοε και το Τέρνι.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ολόκληρος ο άξονας πέρασε υπό ουκρανική πρωτοβουλία ούτε ότι οι ρωσικές δυνάμεις εγκατέλειψαν τις προσβάσεις του Λιμάν. Οι ρωσικές θέσεις παρέμειναν ενεργές και οι μάχες συνεχίστηκαν σε πολλαπλά σημεία. Σημαίνει όμως ότι η εικόνα μιας αδιάκοπης και μονόδρομης ρωσικής προέλασης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική πολυπλοκότητα του συγκεκριμένου τομέα.
Η ουκρανική πλευρά παρουσίασε τις επιχειρήσεις αυτές ως μέρος της ευρύτερης επιχείρησης «Vivaldi» και ανακοίνωσε σημαντικά εδαφικά αποτελέσματα. Οι ακριβείς ουκρανικές εκτιμήσεις για το μέγεθος της ανακαταληφθείσας περιοχής και τον αριθμό των αιχμαλώτων δεν πρέπει να θεωρούνται αυτομάτως ανεξάρτητα επιβεβαιωμένα δεδομένα. Εκείνο όμως που μπορεί να υποστηριχθεί με μεγαλύτερη ασφάλεια είναι ότι υπήρξε πραγματική ουκρανική συγκέντρωση δυνάμεων και ουσιαστική αντεπιθετική δραστηριότητα, αφού οι μεταβολές αυτές καταγράφονται και από ρωσικές πηγές.
Ακριβώς γι' αυτό το Λιμάν αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την κεντρική υπόθεση αυτού του άρθρου. Αποδεικνύει ότι η «αφαίρεση επιλογών» δεν πρέπει να συγχέεται με την εξαφάνιση των επιλογών του αντιπάλου. Η ουκρανική διοίκηση εξακολουθεί να μπορεί να συγκεντρώνει δυνάμεις, να δημιουργεί τοπική αριθμητική ή τακτική υπεροχή και να επιχειρεί να ανατρέψει μια δυσμενή κατάσταση σε επιλεγμένο σημείο του μετώπου.
Το πραγματικό στρατηγικό ερώτημα βρίσκεται ένα επίπεδο βαθύτερα: τι απαιτείται για να δημιουργηθεί αυτή η τοπική συγκέντρωση ισχύος; Εάν σημαντικές εφεδρείες πρέπει να μετακινηθούν προς το Λιμάν, από ποιους άλλους τομείς προέρχονται; Πόσο πυροβολικό, πόσα μη επανδρωμένα συστήματα και πόσα μέσα υποστήριξης απαιτούνται για να διατηρηθεί η επιχείρηση; Και, κυρίως, τι συμβαίνει εάν την ίδια στιγμή η πίεση συνεχίζεται στο Κουπιάνσκ, στο βόρειο Χάρκοβο, στο Ποκρόβσκ και στη Ζαπορίζια;
Υπό αυτή την έννοια, η ουκρανική αντεπίθεση στο Λιμάν δεν αναιρεί κατ' ανάγκην την υπόθεση της πολυαξονικής πίεσης. Τη μετατρέπει σε κάτι που μπορεί να εξεταστεί στην πράξη. Αν η Ουκρανία μπορεί να ενισχύει έναν κρίσιμο άξονα χωρίς να δημιουργούνται σοβαρές αδυναμίες αλλού, τότε η ρωσική πίεση δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε πραγματικό στρατηγικό περιορισμό. Αν όμως κάθε επιτυχής συγκέντρωση δυνάμεων σε έναν τομέα αυξάνει το κόστος ή τον κίνδυνο σε κάποιον άλλο, τότε η έννοια της «αφαίρεσης επιλογών» αρχίζει να αποκτά συγκεκριμένο επιχειρησιακό περιεχόμενο.
Το Λιμάν, επομένως, δεν είναι παρένθεση στην εικόνα της ρωσικής προέλασης. Είναι ένα από τα σημεία όπου μπορεί να μετρηθεί η αντοχή ολόκληρης της στρατηγικής. Διότι σε έναν πόλεμο φθοράς το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος μπορεί να επιτεθεί. Είναι ποιος μπορεί να επιτίθεται, να αμύνεται και να μεταφέρει εφεδρείες ταυτόχρονα σε περισσότερα μέτωπα χωρίς να δημιουργεί ένα κενό που ο αντίπαλος θα μπορέσει να εκμεταλλευτεί.
5. Κονσταντίνοβκα: από τη μάχη για την πόλη στη μάχη για τον επόμενο αμυντικό χώρο
Νοτιότερα από το Λιμάν, η εικόνα μεταβάλλεται ξανά. Στον άξονα της Κονσταντίνοβκα, η ρωσική πίεση έχει πλέον αποκτήσει διαφορετικό χαρακτήρα από εκείνον των βόρειων μετώπων. Εδώ δεν πρόκειται απλώς για τη δημιουργία μιας ακόμη απειλής που καθηλώνει ουκρανικές εφεδρείες. Η μάχη συνδέεται άμεσα με τη διαμόρφωση του αμυντικού χώρου μπροστά από το ευρύτερο αστικό σύμπλεγμα της Ντρουζκόβκα, του Κραματόρσκ και του Σλαβιάνσκ.
Οι πρόσφατες ρωσικές επιχειρησιακές αναφορές παρουσιάζουν τις δυνάμεις της Ομάδας «Νότος» να συνεχίζουν επιχειρήσεις μέσα και γύρω από την Κονσταντίνοβκα, ενώ παράλληλα καταγράφονται κινήσεις στα πλευρά της πόλης. Ο Rybar αναφέρει εκκαθάριση θέσεων στις παρυφές και προώθηση προς την κατεύθυνση της Αλεξέεβο-Ντρουζκόβκα, ενώ σε μεταγενέστερες ενημερώσεις καταγράφει ρωσικές κινήσεις στην περιοχή της Νοβοσελόβκα και της Νοβοντμίτροφκα. Πρόκειται για εκτίμηση της συγκεκριμένης ρωσικής επιχειρησιακής πηγής και όχι για ανεξάρτητη πιστοποίηση κάθε επιμέρους γραμμής ελέγχου.
Η σημασία αυτών των κινήσεων βρίσκεται κυρίως στη γεωγραφία. Η Κονσταντίνοβκα αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου δικτύου πόλεων και οδικών αξόνων του βόρειου Ντονμπάς. Βορειότερα βρίσκονται η Ντρουζκόβκα και το Κραματόρσκ, ενώ ακόμη βορειότερα το Σλαβιάνσκ. Επομένως, οποιαδήποτε σταθερή μετατόπιση της γραμμής πέρα από την Κονσταντίνοβκα δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο ως μάχη για έναν ακόμη αστικό χώρο αλλά ως μεταβολή των νοτιότερων προσβάσεων προς αυτό το μεγαλύτερο σύστημα πόλεων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ανοίγει αυτομάτως ένας ανεμπόδιστος δρόμος προς το Κραματόρσκ ή το Σλαβιάνσκ. Μεταξύ της προώθησης σε έναν τομέα και της δυνατότητας πραγματοποίησης μιας νέας μεγάλης επιχείρησης μεσολαβούν αμυντικές γραμμές, οικισμοί, εφεδρείες, εφοδιασμός και η δυνατότητα του αντιπάλου να πραγματοποιεί τοπικές αντεπιθέσεις. Η μετατροπή κάθε ρωσικής επιτυχίας σε ισχυρισμό περί επικείμενης πτώσης ολόκληρου του βόρειου Ντονμπάς θα ήταν περισσότερο προπαγανδιστική πρόβλεψη παρά στρατιωτική ανάλυση.
Η Κονσταντίνοβκα έχει, ωστόσο, μία ακόμη διάσταση που μας ενδιαφέρει. Η συνέχιση των επιχειρήσεων βόρεια και βορειοδυτικά της πόλης δημιουργεί την ανάγκη διατήρησης ουκρανικών δυνάμεων σε έναν χώρο που βρίσκεται ανάμεσα στον άξονα του Λιμάν–Σλαβιάνσκ και στον νοτιότερο άξονα Ποκρόβσκ–Ντομπρόπολιε. Η ουκρανική διοίκηση επομένως δεν αντιμετωπίζει αυτά τα μέτωπα ως εντελώς ανεξάρτητες μάχες. Οι κινήσεις σε έναν τομέα επηρεάζουν το διαθέσιμο περιθώριο αντίδρασης στους γειτονικούς.
Και εδώ αρχίζει να γίνεται εμφανής η επιχειρησιακή σχέση με το Ποκρόβσκ και το Ντομπρόπολιε. Οι ρωσικές δυνάμεις δεν επιχειρούν μόνο ανατολικά και βόρεια της Κονσταντίνοβκα. Νοτιότερα, η Ομάδα «Κέντρο» διατηρεί ταυτόχρονα πίεση στον ευρύτερο χώρο Ποκρόβσκ–Μιρνογκράντ–Ντομπρόπολιε. Έτσι σχηματίζονται δύο γειτονικές αλλά διακριτές περιοχές πίεσης, των οποίων η στρατηγική σημασία προκύπτει από τη μεταξύ τους σχέση.
Στον άξονα Ποκρόβσκ–Μιρνογκράντ, ο Rybar καταγράφει πρόσφατη ρωσική προώθηση στις προσβάσεις του Γκρίσινο. Σύμφωνα με τη χαρτογράφησή του, ρωσικές μονάδες απώθησαν ουκρανικές δυνάμεις από αγροτοβιομηχανική εγκατάσταση στην περιοχή, δημιουργώντας ακόμη μία κατεύθυνση επίθεσης προς τον οικισμό. Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή το Γκρίσινο βρίσκεται στην ευρύτερη δυτική και βορειοδυτική περίμετρο του Ποκρόβσκ.
Παράλληλα, στον άξονα του Ντομπρόπολιε, οι ρωσικές επιχειρήσεις έχουν δημιουργήσει πολύ πιο σύνθετη κατάσταση. Στις 22 Σεπτεμβρίου το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι ουκρανικές μονάδες στην περιοχή της πόλης είχαν περιέλθει σε «περικύκλωση». Η ANNA News αναπαρήγαγε την ανακοίνωση, αναφέροντας ως εγκλωβισμένα τμήματα της 4ης και 15ης ταξιαρχίας της ουκρανικής Εθνοφρουράς και του 425ου Συντάγματος Εφόδου. Ο ισχυρισμός περί πλήρους περικύκλωσης προέρχεται επομένως από τη ρωσική πλευρά και δεν πρέπει να μετατρέπεται χωρίς πρόσθετη τεκμηρίωση σε ανεξάρτητα επιβεβαιωμένο γεγονός.
Δύο ημέρες αργότερα, στις 24 Σεπτεμβρίου, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε επίσης την κατάληψη του μικρότερου οικισμού Ντομπρόπολιε νοτίως της ομώνυμης πόλης. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η κίνηση διεύρυνε τον εξωτερικό δακτύλιο της ρωσικής επιχείρησης στην περιοχή. Η διάκριση ανάμεσα στον μικρό οικισμό και στην ίδια την πόλη του Ντομπρόπολιε είναι απαραίτητη· η ταύτιση των δύο θα δημιουργούσε εντελώς λανθασμένη εικόνα για την πραγματική εξέλιξη του μετώπου.
Οι νεότερες αναφορές του Rybar παρουσιάζουν επίσης ρωσικές δυνάμεις να επιχειρούν στις προσβάσεις του Ντομπρόπολιε με μικρές ομάδες και να συνεχίζουν μάχες κατά μήκος της γραμμής επαφής. Αυτό από μόνο του δείχνει γιατί χρειάζεται προσοχή στον όρο «περικύκλωση». Μια περιοχή μπορεί να βρίσκεται υπό ισχυρή πίεση πυρός, οι βασικές οδοί της να απειλούνται και οι κινήσεις των αμυνόμενων να περιορίζονται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει δημιουργηθεί ένας πλήρως κλειστός φυσικός κλοιός.
Το σημαντικότερο, επομένως, δεν είναι να αναζητήσουμε έναν εντυπωσιακό χαρακτηρισμό. Είναι να εξετάσουμε τι συμβαίνει στις γραμμές επικοινωνίας και ανεφοδιασμού. Εάν η πίεση γύρω από το Γκρίσινο, το Ποκρόβσκ και το Ντομπρόπολιε περιορίζει σταδιακά τους ασφαλείς δρόμους μέσω των οποίων η ουκρανική διοίκηση μεταφέρει προσωπικό, πυρομαχικά και εφεδρείες, τότε το επιχειρησιακό αποτέλεσμα μπορεί να είναι σημαντικό ακόμη και χωρίς την άμεση κατάληψη μιας μεγάλης πόλης.
Εδώ η αρχή «Ισχύς ≠ Έλεγχος» αποκτά συγκεκριμένο γεωγραφικό περιεχόμενο. Δεν χρειάζεται να ελέγχεις κάθε σημείο του χάρτη για να επηρεάζεις τις επιλογές του αντιπάλου. Αρκεί σε ορισμένες περιπτώσεις να μπορείς να απειλείς τους δρόμους που χρειάζεται, να τον υποχρεώνεις να διατηρεί εφεδρείες σε περισσότερες κατευθύνσεις και να αυξάνεις το κόστος κάθε προσπάθειας αναδιάταξης.
Η Κονσταντίνοβκα, το Ποκρόβσκ και το Ντομπρόπολιε πρέπει επομένως να διαβαστούν ως τμήματα ενός ευρύτερου επιχειρησιακού προβλήματος. Στα βόρεια, η ουκρανική διοίκηση χρειάζεται δυνάμεις για να συγκρατήσει και να αντεπιτεθεί στον άξονα του Λιμάν. Νοτιότερα πρέπει να προστατεύσει τις προσβάσεις προς το Κραματόρσκ και τη Ντρουζκόβκα. Και ακόμη νοτιότερα αντιμετωπίζει την πίεση γύρω από Ποκρόβσκ και Ντομπρόπολιε.
Αν αυτές οι απαιτήσεις μπορούν να καλυφθούν ταυτόχρονα, η ουκρανική άμυνα διατηρεί σημαντικό βαθμό επιχειρησιακής ελευθερίας. Αν όμως η ενίσχυση του ενός άξονα αρχίζει να δημιουργεί κενά στον άλλο, τότε οι τοπικές ρωσικές προωθήσεις αποκτούν σημασία πολύ μεγαλύτερη από τα τετραγωνικά χιλιόμετρα που εμφανίζονται καθημερινά στον χάρτη.
Κεντρικό Ντονμπάς – Κονσταντίνοβκα, Ντομπρόπολιε και Ποκρόβσκ, 28 Σεπτεμβρίου 2026. Η χαρτογράφηση του WarGonzo αποτυπώνει τη δική του εκτίμηση για τη γραμμή επαφής και τις κύριες ζώνες επιχειρήσεων στον κεντρικό τομέα του Ντονμπάς. Πηγή: WarGonzo.
6. Ζαπορίζια: το νότιο άκρο της πολυαξονικής πίεσης
Η επιχειρησιακή εικόνα ολοκληρώνεται νοτιότερα, στην περιφέρεια της Ζαπορίζια. Εδώ οι μάχες εξελίσσονται σε διαφορετικό γεωγραφικό και επιχειρησιακό περιβάλλον από εκείνο του Ντονμπάς, όμως η σημασία τους για τη συνολική εικόνα είναι άμεση: η ουκρανική διοίκηση καλείται να διατηρεί δυνάμεις και εφεδρείες σε έναν ακόμη εκτεταμένο τομέα, την ίδια στιγμή που αντιμετωπίζει πίεση εκατοντάδες χιλιόμετρα βορειότερα.
Οι επιχειρήσεις διακρίνονται ουσιαστικά σε δύο ευρύτερες κατευθύνσεις. Στον δυτικότερο άξονα, γύρω από το Ορέχοβο και τη Μάλα Τοκμάτσκα, συνεχίζονται οι μάχες για τις προσβάσεις προς την ουκρανική αμυντική ζώνη. Ανατολικότερα, η ρωσική Ομάδα Δυνάμεων «Ανατολή» επιχειρεί σε διαφορετικό άξονα, όπου κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου καταγράφηκαν διαδοχικές μεταβολές της γραμμής επαφής.
Η Μάλα Τοκμάτσκα έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω της θέσης της ανατολικά του Ορέχοβο. Η περιοχή αποτελεί τμήμα της αμυντικής ζώνης που προστατεύει τις ανατολικές και νοτιοανατολικές προσβάσεις προς την πόλη. Οι πρόσφατες ρωσικές επιχειρησιακές αναφορές περιγράφουν συνέχιση των επιθέσεων στην περιοχή, χωρίς όμως να τεκμηριώνουν μέχρι στιγμής μια μεγάλης κλίμακας διάρρηξη που θα επέτρεπε να θεωρηθεί ότι το Ορέχοβο βρίσκεται μπροστά σε άμεση κατάληψη.
Ανατολικότερα, η εικόνα εμφανίζεται περισσότερο κινητική. Η χαρτογράφηση του LostArmour κατέγραψε στις 24 Σεπτεμβρίου μεταβολές στην περιοχή Τσερβόνα Κρινίτσα–Μάλα Τοκμάτσκα, καθώς και αλλαγή ελέγχου στη Σβέτλαγια Ντολίνα. Η ANNA News παρουσίασε επίσης υλικό από τη Σβέτλαγια Ντολίνα μετά την είσοδο ρωσικών δυνάμεων στον οικισμό. Η παρουσία οπτικού υλικού ενισχύει την τεκμηρίωση της ρωσικής παρουσίας στο συγκεκριμένο σημείο, χωρίς αυτό να καθορίζει από μόνο του την ακριβή γραμμή ελέγχου σε ολόκληρη την περιβάλλουσα περιοχή.
Οι επόμενες ρωσικές αναφορές περιέγραψαν συνέχιση της πίεσης προς το Ομελνίκ και σε γειτονικούς οικισμούς. Και εδώ όμως απαιτείται η ίδια διάκριση που εφαρμόστηκε στους προηγούμενους τομείς. Η είσοδος ομάδων εφόδου σε έναν οικισμό, η παρουσία σε παρυφές ή η δημιουργία μιας ευρείας «γκρίζας ζώνης» δεν ταυτίζονται αυτομάτως με πλήρη και σταθερό εδαφικό έλεγχο.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στη Ζαπορίζια, όπου ακόμη και ρωσικές επιχειρησιακές πηγές έχουν επισημάνει την ύπαρξη εκτεταμένων αμφισβητούμενων περιοχών. Η πραγματική γραμμή επαφής μπορεί να είναι πολύ λιγότερο καθαρή από όσο υποδηλώνει ένας χάρτης με δύο συμπαγή χρώματα. Μικρές ομάδες εφόδου, μη επανδρωμένα συστήματα και ζώνες πυρός μπορούν να δημιουργήσουν περιοχές στις οποίες καμία πλευρά δεν ασκεί συνεχή φυσικό έλεγχο.
Η σημασία του μετώπου της Ζαπορίζια επομένως δεν εξαντλείται στο ερώτημα εάν ένας ακόμη μικρός οικισμός άλλαξε χέρια. Η συνέχιση των ρωσικών επιχειρήσεων τόσο στον άξονα του Ορέχοβο όσο και ανατολικότερα υποχρεώνει την ουκρανική πλευρά να διατηρεί επαρκείς δυνάμεις σε ένα μέτωπο που δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί για χάρη των αναγκών στο Ποκρόβσκ, στην Κονσταντίνοβκα ή στο Λιμάν.
Με τη Ζαπορίζια κλείνει έτσι η γεωγραφική ακολουθία που ξεκίνησε εκατοντάδες χιλιόμετρα βορειότερα, στην περιφέρεια του Σούμι. Σούμι, βόρειο Χάρκοβο, Κουπιάνσκ, Λιμάν, Κονσταντίνοβκα, Ποκρόβσκ–Ντομπρόπολιε και Ζαπορίζια δεν αποτελούν μία ενιαία μάχη ούτε εξελίσσονται όλα προς την ίδια κατεύθυνση. Σε ορισμένους τομείς καταγράφονται ρωσικές προωθήσεις, σε άλλους η γραμμή παραμένει περισσότερο στατική και στο Λιμάν η ουκρανική πλευρά έχει επιδείξει ουσιαστική αντεπιθετική ικανότητα.
Αυτό ακριβώς είναι όμως το στοιχείο που ενώνει τις διαφορετικές μάχες σε επίπεδο στρατηγικής. Η ουκρανική διοίκηση δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίσει καθεμία ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες. Μία ταξιαρχία που μετακινείται προς έναν άξονα δεν βρίσκεται πλέον σε κάποιον άλλο. Ένα σύστημα αντιαεροπορικής άμυνας, μία μονάδα μη επανδρωμένων συστημάτων ή μια ποσότητα πυρομαχικών που διατίθεται για την ενίσχυση ενός τομέα δεν μπορεί ταυτόχρονα να χρησιμοποιηθεί εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά.
Επομένως, μετά την εξέταση ολόκληρου του μετώπου, το βασικό ερώτημα μπορεί πλέον να διατυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια. Δεν είναι απλώς πόσο έδαφος καταλαμβάνει η Ρωσία ή πόσο έδαφος μπορεί να ανακτήσει η Ουκρανία με μια τοπική αντεπίθεση. Είναι αν η συσσώρευση ταυτόχρονων απαιτήσεων αρχίζει να μεταβάλλει την ίδια την ελευθερία επιλογής με την οποία οι δύο πλευρές κατανέμουν τις δυνάμεις τους.
Από αυτό το σημείο και μετά, η ανάλυση παύει να είναι απλώς χαρτογραφική. Περνά από την κίνηση της γραμμής επαφής στη σχέση ανάμεσα στην ισχύ, στις εφεδρείες και στην ικανότητα κάθε πλευράς να επιβάλλει στον αντίπαλο όλο και δυσκολότερες επιλογές.
7. Από την προέλαση στην αφαίρεση επιλογών
Η εξέταση του μετώπου από το Σούμι έως τη Ζαπορίζια αποκαλύπτει μια εικόνα πιο σύνθετη από εκείνη που δημιουργούν οι καθημερινές ανακοινώσεις περί κατάληψης οικισμών. Οι ρωσικές δυνάμεις δεν προελαύνουν με τον ίδιο ρυθμό σε όλες τις κατευθύνσεις, ούτε η ουκρανική άμυνα παρουσιάζει παντού την ίδια αντοχή. Σε ορισμένους τομείς η Ρωσία έχει καταγράψει εδαφικά κέρδη, σε άλλους οι επιχειρήσεις παραμένουν περισσότερο στατικές, ενώ στον άξονα του Λιμάν η ουκρανική πλευρά απέδειξε ότι εξακολουθεί να διαθέτει τη δυνατότητα συγκέντρωσης δυνάμεων και πραγματοποίησης σοβαρών αντεπιθετικών ενεργειών.
Αν περιοριστούμε λοιπόν στη μέτρηση των τετραγωνικών χιλιομέτρων, κινδυνεύουμε να χάσουμε ένα σημαντικότερο στοιχείο. Η στρατηγική αξία μιας προέλασης δεν καθορίζεται μόνο από το έδαφος που αλλάζει χέρια, αλλά και από το τι υποχρεώνει τον αντίπαλο να κάνει εξαιτίας αυτής της μεταβολής.
Κάθε ενεργός άξονας δημιουργεί μια απαίτηση. Το Σούμι απαιτεί επιτήρηση της βόρειας μεθορίου και διατήρηση δυνάμεων στην περιοχή. Το βόρειο Χάρκοβο απαιτεί αντιμετώπιση της πίεσης γύρω από το Βολτσάνσκ και τις ανατολικότερες προσβάσεις. Το Κουπιάνσκ συνδέεται με τον Όσκιλ, τις διαβάσεις και το συγκοινωνιακό δίκτυο. Το Λιμάν απαιτεί δυνάμεις όχι μόνο για άμυνα αλλά, όπως έδειξαν οι πρόσφατες επιχειρήσεις, και για την υποστήριξη ουκρανικών αντεπιθέσεων. Η Κονσταντίνοβκα, το Ποκρόβσκ και το Ντομπρόπολιε συνδέονται με τις γραμμές επικοινωνίας του κεντρικού Ντονμπάς, ενώ η Ζαπορίζια παραμένει ένα μέτωπο που δεν μπορεί να αφεθεί χωρίς σημαντική στρατιωτική παρουσία.
Καθεμία από αυτές τις απαιτήσεις μπορεί να αντιμετωπιστεί μεμονωμένα. Το πραγματικό πρόβλημα εμφανίζεται όταν πρέπει να αντιμετωπιστούν ταυτόχρονα.
Μια ταξιαρχία που μεταφέρεται προς το Λιμάν για να υποστηρίξει μια αντεπίθεση δεν μπορεί την ίδια στιγμή να βρίσκεται στο Ποκρόβσκ. Πυρομαχικά πυροβολικού που διοχετεύονται σε έναν τομέα δεν είναι διαθέσιμα σε έναν άλλο. Μονάδες μη επανδρωμένων συστημάτων, μηχανικού, ηλεκτρονικού πολέμου και αντιαεροπορικής άμυνας αποτελούν επίσης πόρους που πρέπει να κατανεμηθούν. Το ίδιο ισχύει για τις μεταφορές, τη συντήρηση, την αναπλήρωση απωλειών και, τελικά, για τον χρόνο που διαθέτει μια διοίκηση προκειμένου να αντιδράσει σε μια νέα απειλή.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η έννοια της αφαίρεσης επιλογών.
Δεν σημαίνει ότι ο αντίπαλος παύει να έχει επιλογές. Σημαίνει ότι οι διαθέσιμες επιλογές του γίνονται σταδιακά ακριβότερες και περισσότερο αλληλοεξαρτώμενες. Η ενίσχυση ενός τομέα μπορεί να αυξάνει τον κίνδυνο σε έναν άλλο. Μια επιτυχημένη αντεπίθεση μπορεί να απαιτεί εφεδρείες που διαφορετικά θα παρέμεναν διαθέσιμες για την αντιμετώπιση μιας νέας διάρρηξης. Και η διατήρηση ισχυρών δυνάμεων σε ολόκληρο το μέτωπο μπορεί να περιορίζει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας μεγάλης στρατηγικής εφεδρείας στο βάθος.
Αυτός είναι και ο λόγος που η ουκρανική αντεπίθεση στο Λιμάν έχει ιδιαίτερη αναλυτική αξία. Δεν αποτελεί απλώς εξαίρεση στην εικόνα της ρωσικής πίεσης. Αποδεικνύει ότι η ουκρανική διοίκηση εξακολουθεί να μπορεί να συγκεντρώνει δυνάμεις και να δημιουργεί τοπικά προβλήματα στη ρωσική πλευρά. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν μπορεί να το επαναλαμβάνει σε περισσότερους άξονες ταυτόχρονα και για πόσο χρονικό διάστημα, χωρίς η συγκέντρωση ισχύος σε ένα σημείο να δημιουργεί αυξημένο κίνδυνο αλλού.
Το ίδιο ερώτημα ισχύει, φυσικά, και για τη Ρωσία. Η διατήρηση επιθετικών επιχειρήσεων από τον βορρά έως τον νότο απαιτεί προσωπικό, πυρομαχικά, μη επανδρωμένα συστήματα, μηχανικό, μεταφορές και συνεχή αναπλήρωση απωλειών. Η ύπαρξη πολλών ενεργών αξόνων δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι υπάρχει ένα ενιαίο και επιτυχές σχέδιο εξάντλησης των ουκρανικών εφεδρειών. Για να υποστηριχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα πρέπει να εξεταστεί εάν η ρωσική πλευρά μπορεί να διατηρεί την πίεση χωρίς να εξαντλεί δυσανάλογα τις δικές της δυνατότητες.
Επομένως, η πολυαξονική πίεση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως σύνθημα αλλά ως υπόθεση που ελέγχεται στο πεδίο. Εάν η Ρωσία μπορεί να συνεχίζει να δημιουργεί νέες απαιτήσεις σε περισσότερους τομείς από όσους η Ουκρανία μπορεί να ενισχύσει ταυτόχρονα, τότε η εδαφική προέλαση αρχίζει πράγματι να μετατρέπεται σε περιορισμό της ουκρανικής επιχειρησιακής ελευθερίας. Εάν, αντίθετα, η Ουκρανία μπορεί να αναπληρώνει δυνάμεις, να μετακινεί εφεδρείες και να πραγματοποιεί αντεπιθέσεις χωρίς να δημιουργούνται εκμεταλλεύσιμα κενά, τότε η ρωσική πρόοδος παραμένει περισσότερο ένα σύνολο τοπικών επιτυχιών παρά μια αποφασιστική μεταβολή της στρατηγικής ισορροπίας.
Από εδώ προκύπτει και μια βασική αρχή για την κατανόηση του πολέμου: ισχύς δεν σημαίνει αυτομάτως έλεγχος.
Ο έλεγχος μιας περιοχής αποτελεί μόνο μία μορφή άσκησης στρατιωτικής ισχύος. Μια δύναμη μπορεί να επηρεάζει τη συμπεριφορά του αντιπάλου χωρίς να κατέχει ακόμη το έδαφος που βρίσκεται μπροστά της. Η απειλή εναντίον μιας οδού ανεφοδιασμού, η δυνατότητα προσβολής μιας διάβασης, η δημιουργία ενός πλευρικού κινδύνου ή η υποχρέωση μεταφοράς εφεδρειών μπορούν να έχουν επιχειρησιακή αξία πριν ακόμη μετακινηθεί σημαντικά η γραμμή του χάρτη.
Υπό αυτή την έννοια, ο πραγματικός ανταγωνισμός δεν αφορά μόνο το ποιος ελέγχει περισσότερα τετραγωνικά χιλιόμετρα. Αφορά το ποιος διατηρεί περισσότερη ελευθερία δράσης και ποιος μπορεί να υποχρεώσει τον αντίπαλο να αντιδρά περισσότερο από όσο σχεδιάζει ο ίδιος.
Και σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς, αυτό το ερώτημα οδηγεί αναπόφευκτα έξω από το ίδιο το πεδίο της μάχης. Διότι οι εφεδρείες, τα πυρομαχικά, τα συστήματα αεράμυνας, τα τεθωρακισμένα και τα μη επανδρωμένα συστήματα δεν εμφανίζονται πάνω στον χάρτη από το πουθενά. Πρέπει να παραχθούν, να χρηματοδοτηθούν, να μεταφερθούν και να αντικατασταθούν.
Έτσι, το ερώτημα της επιχειρησιακής αντοχής της Ουκρανίας οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα μεγαλύτερο ερώτημα: ποια είναι η δυνατότητα του συστήματος που βρίσκεται πίσω της να συνεχίζει να αναπληρώνει τις στρατιωτικές επιλογές που καταναλώνονται στο μέτωπο;
8. Όταν ο πόλεμος των εφεδρειών γίνεται πόλεμος συστημάτων
Η έννοια της «αφαίρεσης επιλογών» δεν σταματά στη γραμμή επαφής. Εάν κάθε ενεργός άξονας καταναλώνει ανθρώπινο δυναμικό, πυρομαχικά, μη επανδρωμένα συστήματα, μέσα ηλεκτρονικού πολέμου, τεθωρακισμένα και αντιαεροπορική προστασία, τότε η πραγματική διάρκεια αυτής της στρατηγικής εξαρτάται από κάτι βαθύτερο: από την ικανότητα κάθε πλευράς να αναπληρώνει όσα καταναλώνονται.
Σε αυτό το σημείο ο πόλεμος παύει να είναι αποκλειστικά αντιπαράθεση δύο στρατών. Μετατρέπεται σε σύγκρουση μηχανισμών παραγωγής, χρηματοδότησης, εκπαίδευσης, μεταφορών και πολιτικής αντοχής.
Η Ρωσία και η Ουκρανία δεν εισέρχονται σε αυτή την αντιπαράθεση με την ίδια δομή. Η Μόσχα διαθέτει δική της κρατική και βιομηχανική βάση και έχει προσαρμόσει σημαντικό μέρος της οικονομικής και παραγωγικής της λειτουργίας στις ανάγκες ενός παρατεταμένου πολέμου. Η Ουκρανία διατηρεί εγχώρια παραγωγική ικανότητα, ιδιαίτερα σε τομείς όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα, αλλά η δυνατότητά της να συνεχίζει έναν πόλεμο αυτής της έντασης συνδέεται επίσης στενά με την εξωτερική στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη.
Αυτό μεταβάλλει και τη φύση του προβλήματος των εφεδρειών. Μια απώλεια στο πεδίο δεν είναι μόνο ένας αριθμός που αφαιρείται από μια μονάδα. Ένα κατεστραμμένο σύστημα αεράμυνας πρέπει να αντικατασταθεί. Ένα πυροβόλο χρειάζεται πυρομαχικά και ανταλλακτικά. Μια μονάδα μη επανδρωμένων συστημάτων χρειάζεται συνεχή ροή ηλεκτρονικών εξαρτημάτων. Μια ταξιαρχία που έχει υποστεί σοβαρές απώλειες χρειάζεται προσωπικό, εκπαίδευση, διοικητική συνοχή και χρόνο.
Έτσι, η στρατιωτική φθορά μετατρέπεται σταδιακά σε βιομηχανική και πολιτική φθορά.
Για τη Ρωσία, το ερώτημα είναι κατά πόσο μπορεί να διατηρεί ταυτόχρονα επιχειρήσεις σε πολλούς άξονες χωρίς το κόστος σε προσωπικό και υλικό να υπονομεύει τη δυνατότητα συνέχισης της πίεσης. Για την Ουκρανία, το αντίστοιχο ερώτημα είναι διπλό: πόσο μπορεί να αναπληρώνει η ίδια τις απώλειές της και πόσο σταθερά μπορούν οι εξωτερικοί της υποστηρικτές να καλύπτουν εκείνα που η εγχώρια βάση δεν μπορεί να παράγει στην απαιτούμενη κλίμακα.
Από αυτή την άποψη, το μέτωπο της Ουκρανίας αποτελεί μόνο το ορατό τμήμα ενός πολύ μεγαλύτερου συστήματος.
Πίσω από μια ουκρανική μονάδα που επιχειρεί στο Λιμάν ή στο Ποκρόβσκ βρίσκεται μια αλυσίδα που μπορεί να εκτείνεται από τα ουκρανικά εργοστάσια και κέντρα εκπαίδευσης έως ευρωπαϊκές γραμμές παραγωγής, κρατικούς προϋπολογισμούς, αποθέματα πυρομαχικών και πολιτικές αποφάσεις στις πρωτεύουσες κρατών του ΝΑΤΟ. Αντίστοιχα, πίσω από μια ρωσική μονάδα βρίσκεται το ρωσικό στρατιωτικοβιομηχανικό σύστημα, η κρατική χρηματοδότηση, οι μεταφορές, η επισκευαστική βάση και οι οικονομικές σχέσεις που επιτρέπουν στη Μόσχα να διατηρεί την πολεμική της παραγωγή.
Επομένως, η πραγματική εξίσωση δεν είναι απλώς:
Ρωσία εναντίον Ουκρανίας.
Είναι επίσης μια δοκιμασία της δυνατότητας διαφορετικών πολιτικών και οικονομικών συστημάτων να μετατρέπουν πόρους σε διατηρήσιμη στρατιωτική ισχύ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η σύγκρουση μπορεί να περιγραφεί απλουστευτικά ως «Ρωσία εναντίον ολόκληρης της Δύσης». Τα κράτη που υποστηρίζουν την Ουκρανία δεν αποτελούν έναν ενιαίο μηχανισμό με ταυτόσημες οικονομικές δυνατότητες, πολιτικές προτεραιότητες και αντιλήψεις κινδύνου. Ούτε η Ρωσία και οι σημαντικοί μη δυτικοί εταίροι της αποτελούν ένα ενιαίο στρατιωτικοπολιτικό μπλοκ. Η πολυπλοκότητα αυτών των σχέσεων είναι ακριβώς εκείνη που καθιστά τον πόλεμο συστημικό.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι η αναπλήρωση των επιλογών.
Όσο η ουκρανική διοίκηση μπορεί να λαμβάνει νέο υλικό, πυρομαχικά, χρηματοδότηση και τεχνολογίες, η απώλεια μιας επιχειρησιακής δυνατότητας στο μέτωπο μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να αντισταθμιστεί. Η αφαίρεση επιλογών από τη ρωσική πίεση δεν είναι επομένως μόνιμη εφόσον το ευρύτερο σύστημα πίσω από την Ουκρανία μπορεί να δημιουργεί νέες.
Το ίδιο ισχύει αντίστροφα. Εάν η ρωσική πλευρά καταναλώνει περισσότερες δυνάμεις και μέσα από όσα μπορεί να αναπληρώσει, η πολυαξονική πίεση μπορεί να μετατραπεί από πλεονέκτημα σε δική της πηγή φθοράς.
Γι' αυτό η εξέλιξη του πολέμου δεν μπορεί να διαβαστεί μόνο μέσα από την ημερήσια μεταβολή της γραμμής επαφής. Το πραγματικό στρατηγικό ισοζύγιο βρίσκεται στη σχέση μεταξύ ρυθμού κατανάλωσης και ρυθμού αναπλήρωσης.
Και ακριβώς εδώ η σύγκρουση της Ουκρανίας συναντά τη μεγαλύτερη αντιπαράθεση Ρωσίας και Δύσης.
Στο Valdai, ο Timofei Bordachev προτείνει μια ακόμη ευρύτερη ανάγνωση αυτής της σχέσης. Στην ανάλυσή του για την Ευρώπη και τη σύγκρουση στην Ουκρανία, δεν αντιμετωπίζει το ουκρανικό ζήτημα μόνο ως αντιπαράθεση Μόσχας και Κιέβου. Το εντάσσει στη μεταβολή της ίδιας της διατλαντικής αρχιτεκτονικής και στη σχέση ισχύος ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Δυτική Ευρώπη.
Κατά την ερμηνεία του Bordachev, η Ουκρανία έχει μετατραπεί και σε πεδίο πάνω στο οποίο εκδηλώνεται μια ευρύτερη ενδοδυτική δυναμική. Υποστηρίζει ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιχειρούν ταυτόχρονα να αντιπαρατεθούν στη Ρωσία και να διατηρήσουν ή να βελτιώσουν τη θέση τους μέσα σε μια διατλαντική σχέση που αναδιαρθρώνεται.
Αυτή είναι μια ρωσική στρατηγική ερμηνεία και όχι ουδέτερο δεδομένο. Έχει όμως ιδιαίτερη χρησιμότητα για την ανάλυσή μας, επειδή μεταφέρει το ερώτημα της «αφαίρεσης επιλογών» από το στρατιωτικό στο γεωπολιτικό επίπεδο.
Στο μέτωπο, η πίεση περιορίζει τις επιλογές μιας στρατιωτικής διοίκησης.
Στο διεθνές σύστημα, η εξάρτηση από συμμαχίες, βιομηχανικές δυνατότητες, χρηματοδότηση και εξωτερική προστασία μπορεί αντίστοιχα να περιορίζει τις επιλογές ενός κράτους.
Έτσι, το ερώτημα που ξεκίνησε από έναν χάρτη του Σούμι ή του Λιμάν αποκτά πολύ μεγαλύτερη διάσταση: ποιος διαθέτει πραγματική στρατηγική αυτονομία να συνεχίσει, να κλιμακώσει, να διαπραγματευτεί ή να αλλάξει πορεία όταν οι συνθήκες μεταβληθούν;
Και σε αυτό το σημείο η συζήτηση περνά πλέον από τη στρατηγική του πολέμου στη γεωπολιτική δομή του διεθνούς συστήματος.
9. Από την Ουκρανία στην Ευρασία: η σύγκρουση ως μέρος της μετάβασης προς την πολυπολικότητα
Αν το επιχειρησιακό επίπεδο του πολέμου αφορά την κατάκτηση εδάφους και τον περιορισμό των στρατιωτικών επιλογών του αντιπάλου, το γεωπολιτικό επίπεδο αφορά κάτι ευρύτερο: την ικανότητα ενός κράτους να διατηρεί τη δική του ελευθερία στρατηγικής απόφασης μέσα στο διεθνές σύστημα.
Από αυτή την οπτική, ο πόλεμος στην Ουκρανία μπορεί να διαβαστεί όχι μόνο ως σύγκρουση μεταξύ Μόσχας και Κιέβου, αλλά και ως μέρος μιας μακρύτερης αντιπαράθεσης γύρω από τη θέση της Ρωσίας στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας και τη δυνατότητά της να λειτουργεί ως αυτόνομο κέντρο ισχύος.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η ευρασιατική ερμηνεία.
Στη θεωρία της πολυπολικότητας του Αλεξάντρ Ντούγκιν, η Ρωσία δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα ακόμη εθνικό κράτος που ανταγωνίζεται άλλα κράτη για έδαφος ή επιρροή. Περιγράφεται ως ιδιαίτερο «κράτος-πολιτισμός», ένας ξεχωριστός γεωπολιτικός πόλος με δική του ιστορική, πολιτισμική και στρατηγική ταυτότητα. Στην ίδια θεωρητική κατασκευή, η Κίνα, η Ινδία και άλλοι μεγάλοι πολιτισμικοί χώροι μπορούν επίσης να αποτελούν αυτόνομους πόλους χωρίς να χρειάζεται να ενσωματωθούν σε ένα ενιαίο ιδεολογικό ή πολιτικό σύστημα.
Υπό αυτή την ερμηνεία, πολυπολικότητα δεν σημαίνει απλώς ότι υπάρχουν πολλές μεγάλες δυνάμεις.
Σημαίνει ότι υπάρχουν περισσότερα από ένα κέντρα ικανά να καθορίζουν τις δικές τους στρατηγικές προτεραιότητες, να διαμορφώνουν διαφορετικές αντιλήψεις για την ασφάλεια και να αρνούνται την καθολική πολιτική ή ιδεολογική υπαγωγή σε έναν μοναδικό πόλο.
Σε πρόσφατη παρέμβασή του, ο Ντούγκιν υποστηρίζει ότι αυτή η διαδικασία έχει περάσει πλέον από τη θεωρία στην πρακτική διεθνή πολιτική. Βλέπει την ενίσχυση των BRICS, τη στενότερη συνεργασία Ρωσίας, Κίνας και Ινδίας και τις συζητήσεις για τη μεταρρύθμιση της παγκόσμιας διακυβέρνησης ως ενδείξεις ότι η μεταψυχροπολεμική μονοπολική στιγμή έχει υποχωρήσει.
Πρόκειται για ιδεολογική και γεωπολιτική ερμηνεία, όχι για ουδέτερη περιγραφή ενός ολοκληρωμένου νέου διεθνούς συστήματος. Η ύπαρξη πολλών σημαντικών κέντρων ισχύος είναι διαφορετικό ζήτημα από το εάν έχει ήδη δημιουργηθεί μια σταθερή και θεσμικά ολοκληρωμένη πολυπολική τάξη.
Άλλωστε, οι ίδιες οι σχέσεις μεταξύ των μη δυτικών δυνάμεων αποκαλύπτουν τα όρια μιας απλουστευμένης εικόνας περί ενιαίου «αντιδυτικού μπλοκ».
Η Ρωσία και η Κίνα διαθέτουν στενή στρατηγική συνεργασία, αλλά δεν αποτελούν ένα ενιαίο κράτος ούτε τα συμφέροντά τους ταυτίζονται σε κάθε περιοχή. Η Ινδία συμμετέχει στους BRICS και διατηρεί βαθιές σχέσεις με τη Ρωσία, ενώ παράλληλα ακολουθεί δική της εξωτερική πολιτική και συνεργάζεται με δυτικά κράτη σε άλλους θεσμούς και πεδία. Αντίστοιχα, το Ιράν επιδιώκει τη δική του στρατηγική αυτονομία και περιφερειακή θέση.
Ακριβώς αυτή η δυνατότητα διαφορετικών πόλων να συνεργάζονται χωρίς να χάνουν πλήρως την αυτονομία τους βρίσκεται στον πυρήνα της θεωρίας της πολυπολικότητας.
Γι' αυτό και οι BRICS δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ένα ανατολικό αντίγραφο του ΝΑΤΟ. Δεν αποτελούν στρατιωτική συμμαχία με ενιαία διοίκηση, κοινό αμυντικό δόγμα ή υποχρέωση συλλογικής άμυνας. Η σημασία τους βρίσκεται περισσότερο στη δημιουργία ενός χώρου συντονισμού μεταξύ κρατών που επιδιώκουν μεγαλύτερο ρόλο στη διαμόρφωση των κανόνων της διεθνούς οικονομίας και πολιτικής.
Εδώ η ουκρανική σύγκρουση αποκτά διαφορετική σημασία μέσα στην ευρασιατική σκέψη.
Η δυνατότητα της Ρωσίας να διατηρήσει την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική της αυτονομία υπό συνθήκες πολέμου και εξωτερικής πίεσης αντιμετωπίζεται από αυτή τη σχολή ως δοκιμασία της δυνατότητας ύπαρξης ενός ανεξάρτητου ρωσικού πόλου. Υπό αυτή την οπτική, το ουκρανικό μέτωπο δεν αποτελεί ολόκληρη τη μετάβαση προς την πολυπολικότητα. Αποτελεί όμως ένα από τα πεδία στα οποία δοκιμάζεται στην πράξη η δυνατότητα ενός μεγάλου κράτους να αντιστέκεται σε περιορισμούς που θεωρεί ασύμβατους με τη δική του στρατηγική αυτονομία.
Η σύνδεση αυτή μας επιστρέφει στην έννοια που διατρέχει ολόκληρη την ανάλυση.
Αφαίρεση επιλογών.
Στο τακτικό επίπεδο, μπορεί να σημαίνει ότι μια μονάδα χάνει έναν δρόμο ανεφοδιασμού.
Στο επιχειρησιακό επίπεδο, ότι μια διοίκηση αναγκάζεται να μεταφέρει εφεδρείες από έναν τομέα σε έναν άλλο.
Στο στρατηγικό επίπεδο, ότι ένα κράτος βλέπει το κόστος ορισμένων στρατιωτικών επιλογών να αυξάνεται.
Και στο γεωπολιτικό επίπεδο, ότι η δομή του διεθνούς συστήματος μπορεί να περιορίζει το εύρος των αποφάσεων που ένα κράτος είναι πραγματικά σε θέση να λάβει ανεξάρτητα.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη σχέση μεταξύ πολυπολικότητας και στρατηγικής αυτονομίας. Ένας πραγματικός πόλος δεν ορίζεται μόνο από το μέγεθος του πληθυσμού του, το ΑΕΠ ή τον αριθμό των πυραύλων του. Ορίζεται επίσης από το κατά πόσο μπορεί να λαμβάνει κρίσιμες αποφάσεις χωρίς η επιβίωσή του να εξαρτάται από την έγκριση ενός ισχυρότερου εξωτερικού κέντρου.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η πολυπολικότητα εξαλείφει τις σχέσεις ισχύος. Ούτε συνεπάγεται ισότητα μεταξύ των πόλων. Η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία και οι υπόλοιπες αναδυόμενες δυνάμεις διαθέτουν διαφορετικά δημογραφικά, οικονομικά, στρατιωτικά και τεχνολογικά μεγέθη. Η πολυπολικότητα, επομένως, δεν περιγράφει έναν κόσμο ίσων δυνάμεων. Περιγράφει έναν κόσμο στον οποίο περισσότερα κέντρα διεκδικούν επαρκή αυτονομία ώστε κανένα από αυτά να μην μπορεί εύκολα να καθορίζει μόνο του τους κανόνες για όλους τους υπόλοιπους.
Υπό αυτή την οπτική, η Ρωσία δεν χρειάζεται να γίνει ισχυρότερη από το σύνολο της Δύσης για να λειτουργήσει ως ανεξάρτητος πόλος. Χρειάζεται να διαθέτει αρκετή στρατιωτική, οικονομική, τεχνολογική και διπλωματική αντοχή ώστε οι αποφάσεις που αφορούν τα θεμελιώδη συμφέροντά της να μην μπορούν να καθορίζονται αποκλειστικά έξω από αυτήν.
Εδώ όμως εμφανίζεται και η αντίστροφη πλευρά της εξίσωσης. Η στρατηγική αυτονομία δεν είναι χαρακτηριστικό που απλώς δηλώνεται. Πρέπει να υποστηρίζεται από πραγματικές δυνατότητες. Ο Ντούγκιν, σε άλλο πρόσφατο κείμενό του για την οικονομική κυριαρχία της Ρωσίας, φτάνει μάλιστα στο σημείο να υποστηρίζει ότι η πολιτική ανεξαρτησία παραμένει ευάλωτη εάν δεν συνοδεύεται από επαρκή οικονομική και παραγωγική αυτονομία.
Έτσι κλείνει ο κύκλος που ξεκίνησε από το πεδίο της μάχης.
Οι επιχειρήσεις στο Σούμι, στο Κουπιάνσκ, στο Λιμάν ή στο Ποκρόβσκ μπορεί αρχικά να φαίνονται πολύ μακριά από τις θεωρίες περί πολυπολικού κόσμου. Στην πραγματικότητα όμως θέτουν, σε διαφορετική κλίμακα, το ίδιο θεμελιώδες ερώτημα:
Πόσες πραγματικές επιλογές διαθέτει ένας δρών όταν έρθει η στιγμή να αποφασίσει;
Για έναν στρατιωτικό διοικητή, αυτό εξαρτάται από εφεδρείες, πυρομαχικά και γραμμές ανεφοδιασμού.
Για ένα κράτος, εξαρτάται από στρατιωτική ισχύ, οικονομία, τεχνολογία, συμμαχίες και παραγωγική βάση.
Και για ένα διεθνές σύστημα, εξαρτάται τελικά από το εάν η δυνατότητα λήψης των μεγάλων αποφάσεων παραμένει συγκεντρωμένη σε ένα κέντρο ή κατανέμεται μεταξύ περισσότερων αυτόνομων πόλων.
Υπό αυτή την έννοια, η μάχη για την «αφαίρεση επιλογών» στην Ουκρανία μπορεί να ιδωθεί, μέσα από την ευρασιατική οπτική, ως μικρογραφία μιας πολύ μεγαλύτερης αντιπαράθεσης: της διαμάχης γύρω από το ποιος θα διαθέτει τη δυνατότητα να ορίζει τις επιλογές του στον κόσμο που διαμορφώνεται μετά τη μονοπολική στιγμή.
Συμπέρασμα: Η μάχη για τις επιλογές
Η εικόνα του μετώπου στα τέλη Σεπτεμβρίου 2026 δεν επιτρέπει εύκολες διακηρύξεις περί επικείμενης κατάρρευσης της μίας ή της άλλης πλευράς. Η Ρωσία ασκεί πίεση σε ένα εκτεταμένο τόξο από τον βορρά έως τη Ζαπορίζια και σε αρκετούς τομείς έχει καταγράψει εδαφικές προωθήσεις. Την ίδια στιγμή, η ουκρανική αντεπίθεση στον άξονα του Λιμάν δείχνει ότι το Κίεβο εξακολουθεί να διαθέτει δυνατότητα συγκέντρωσης δυνάμεων και ανάκτησης της τοπικής πρωτοβουλίας. Το ουσιαστικό ερώτημα επομένως δεν είναι εάν ένας ακόμη οικισμός άλλαξε χέρια, αλλά εάν η συσσώρευση ταυτόχρονων πιέσεων αρχίζει να περιορίζει την ελευθερία με την οποία η ουκρανική διοίκηση κατανέμει εφεδρείες, πυρομαχικά και κρίσιμα συστήματα.
Σε αυτό βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην κατάκτηση εδάφους και την αφαίρεση επιλογών. Η στρατιωτική ισχύς δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε έλεγχο, μπορεί όμως να δημιουργήσει διλήμματα στον αντίπαλο πριν ακόμη αλλάξει δραματικά ο χάρτης. Αν η ενίσχυση του Λιμάν αποδυναμώνει το Ποκρόβσκ, αν η προστασία του Κουπιάνσκ περιορίζει τις διαθέσιμες εφεδρείες για το Χάρκοβο ή αν η διατήρηση δυνάμεων στη Ζαπορίζια δυσκολεύει την αντίδραση στο Ντονμπάς, τότε η επίδραση μιας πολυαξονικής πίεσης είναι μεγαλύτερη από το άθροισμα των εδαφικών κερδών της. Αυτό όμως παραμένει μια στρατηγική διαδικασία που πρέπει να αποδεικνύεται από την εξέλιξη των επιχειρήσεων και όχι ένα προκαθορισμένο συμπέρασμα.
Η ίδια λογική οδηγεί αναπόφευκτα πέρα από το πεδίο της μάχης. Σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς, κρίσιμο γίνεται το ποια πλευρά μπορεί να αναπληρώνει τις επιλογές που καταναλώνει. Η Ουκρανία συνδέεται με την παραγωγική, οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη των εταίρων της, ενώ η Ρωσία δοκιμάζει τη δυνατότητα του δικού της κρατικού και παραγωγικού συστήματος να συντηρεί έναν πόλεμο μεγάλης διάρκειας. Γι' αυτό η σχέση ανάμεσα στον ρυθμό φθοράς και στον ρυθμό αναπλήρωσης μπορεί τελικά να αποδειχθεί σημαντικότερη από οποιαδήποτε ημερήσια μεταβολή της γραμμής επαφής.
Σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα, η ίδια έννοια συναντά τη συζήτηση για τη στρατηγική αυτονομία και την πολυπολικότητα. Το Valdai έχει θέσει ρητά το ζήτημα της ισχύος ως παράγοντα που περιορίζει τις επιλογές άλλων δρώντων σε ένα διεθνές σύστημα όπου οι παλαιοί κανόνες αμφισβητούνται. Ο Bordachev εντάσσει παράλληλα την ουκρανική σύγκρουση στη μεταβαλλόμενη σχέση ΗΠΑ και Ευρώπης, ενώ ο Ντούγκιν ερμηνεύει την ενίσχυση διαφορετικών κέντρων ισχύος ως μετάβαση από τη μονοπολική περίοδο προς έναν πολυπολικό κόσμο. Πρόκειται για διαφορετικές ρωσικές στρατηγικές και ιδεολογικές ερμηνείες, όχι για αποδεδειγμένη κατάληξη της διεθνούς τάξης.
Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών










