Η Διπλωματία της Ταυτόχρονης Υποχώρησης.


 





Πώς ο Πολυπολικός Κόσμος Επιβάλλει τους Όρους της Ειρήνης

«Η πολυπολικότητα βασίζεται στη θεμελιώδη αντίρρηση ότι η Δύση δεν είναι ολόκληρη η ανθρωπότητα, αλλά μόνο ένα μέρος της. Δεν είναι ο πολιτισμός, αλλά ένας από τους πολλούς πολιτισμούς.»
Αλεξάντερ Ντούγκιν


Για περισσότερο από τρεις δεκαετίες, η διεθνής πολιτική οργανώθηκε γύρω από μία θεμελιώδη παραδοχή: ότι υπήρχε ένα και μοναδικό κέντρο ικανό να καθορίζει τους κανόνες του παγκόσμιου συστήματος. Οι στρατιωτικές επεμβάσεις, οι οικονομικές κυρώσεις, οι διπλωματικές πρωτοβουλίες και ακόμη και οι ειρηνευτικές διαδικασίες θεωρούνταν προνόμιο μιας μονοπολικής τάξης, μέσα στην οποία η Δύση και ιδιαίτερα οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούσαν τον ρόλο του τελικού διαιτητή των διεθνών εξελίξεων.

Οι πληροφορίες που άρχισαν να διαρρέουν τις τελευταίες ημέρες γύρω από τις επαφές μεταξύ Ουάσιγκτον, Ισλαμαμπάντ και Τεχεράνης, ανεξάρτητα από το ότι αρκετές από αυτές δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητες πηγές, παρουσιάζουν μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Εάν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε δεν παρακολουθούμε απλώς μία ακόμη μυστική διαμεσολάβηση. Παρακολουθούμε τη στιγμή κατά την οποία η ίδια η λογική της μονοπολικότητας συγκρούεται με τα όριά της.

Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι το Πακιστάν εμφανίζεται να αναλαμβάνει τον ρόλο του διαμεσολαβητή ούτε στο ότι η Κίνα φέρεται να προσφέρει πολιτική κάλυψη στη διαδικασία. Η πραγματική καινοτομία βρίσκεται αλλού. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η προοπτική αποκλιμάκωσης φαίνεται να μην βασίζεται στην επιβολή όρων από μία πλευρά προς την άλλη, αλλά στην ανάγκη μιας ταυτόχρονης υποχώρησης, όπου κανένα από τα εμπλεκόμενα μέρη δεν μπορεί να εμφανιστεί ως ηττημένο.

Αυτή η έννοια της ταυτόχρονης υποχώρησης αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του κόσμου που αναδύεται. Στη μονοπολική εποχή, η ειρήνη παρουσιαζόταν ως αποτέλεσμα της υπεροχής του ισχυρότερου. Στον πολυπολικό κόσμο, αντίθετα, η ειρήνη καθίσταται εφικτή μόνο όταν όλοι οι μεγάλοι δρώντες αναγνωρίζουν ότι κανείς δεν διαθέτει πλέον την ισχύ να επιβάλει μόνος του τη βούλησή του.

Το άρθρο αυτό εξετάζει αυτή τη μετάβαση όχι ως μια ακόμη περιφερειακή κρίση στη Μέση Ανατολή, αλλά ως μία ακόμη ένδειξη της βαθύτερης αναδιάταξης του διεθνούς συστήματος. Πίσω από τις διαρροές, τις μυστικές αποστολές, τις έμμεσες διαπραγματεύσεις και τις αλληλοκαλυπτόμενες διπλωματικές πρωτοβουλίες διαγράφεται η αργή αλλά σταθερή μετάβαση από την εποχή της μονοπολικής ηγεμονίας σε μια διεθνή τάξη όπου πολλοί πολιτισμοί και πολλοί πόλοι ισχύος διεκδικούν πλέον ισότιμο ρόλο στη διαμόρφωση της Ιστορίας.


Η Ταυτόχρονη Υποχώρηση ως Νέα Αρχή της Διπλωματίας

Υπάρχει μια λεπτομέρεια στις τελευταίες πληροφορίες που ίσως αποδειχθεί σημαντικότερη από όλες τις υπόλοιπες. Δεν αφορά το ποιος θα φιλοξενήσει τις συνομιλίες, ούτε ποιος θα λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής. Αφορά τη σειρά των κινήσεων. Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από μία μόνο πηγή και δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, η υπό διαμόρφωση διαδικασία δεν προβλέπει ότι η μία πλευρά θα υποχωρήσει πρώτη και η άλλη θα ακολουθήσει. Προβλέπει ότι και οι δύο θα κινηθούν ταυτόχρονα.

Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί μια απλή τεχνική λεπτομέρεια της διαπραγμάτευσης. Αποτελεί τη βαθύτερη πολιτική και συμβολική αναγνώριση ότι το διεθνές σύστημα έχει αλλάξει. Για δεκαετίες, η αμερικανική διπλωματία στηριζόταν στην αρχή της μονομερούς συμμόρφωσης. Πρώτα ο αντίπαλος όφειλε να εγκαταλείψει τις θέσεις του, να αποδεχθεί τους όρους που του επιβάλλονταν και μόνο τότε μπορούσε να ελπίζει σε χαλάρωση των κυρώσεων ή σε επανέναρξη του διαλόγου. Η διαπραγμάτευση δεν ήταν διαδικασία ισοτιμίας, αλλά επιβεβαίωση της ανισορροπίας ισχύος.

Οι πληροφορίες που κυκλοφορούν σήμερα περιγράφουν μια εντελώς διαφορετική λογική. Η επαναλειτουργία των θαλάσσιων οδών στα Στενά του Ορμούζ, η σταδιακή άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού και η αποδέσμευση ιρανικών οικονομικών πόρων φέρονται να αποτελούν κινήσεις που θα πρέπει να πραγματοποιηθούν ταυτόχρονα, ώστε καμία από τις δύο πλευρές να μη θεωρηθεί ότι υποχώρησε μονομερώς.

Η λέξη «ταυτόχρονα» αποκτά έτσι στρατηγικό περιεχόμενο. Δεν προστατεύει μόνο την αξιοπιστία των διαπραγματευτών. Προστατεύει και τη νομιμοποίηση των ίδιων των πολιτικών ηγεσιών απέναντι στο εσωτερικό τους ακροατήριο. Ούτε η Ουάσιγκτον μπορεί να εμφανιστεί ότι υποχώρησε απέναντι στην Τεχεράνη ούτε η ιρανική ηγεσία μπορεί να παρουσιάσει μια συμφωνία ως αποτέλεσμα μονομερών παραχωρήσεων. Η διπλωματία μετατρέπεται σε μια προσεκτική ισορροπία συμβολισμών, όπου ακόμη και η χρονική στιγμή μιας ανακοίνωσης αποκτά γεωπολιτική σημασία.

Αυτό εξηγεί γιατί αρκετοί αναλυτές αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα τις αισιόδοξες διαρροές. Ακόμη και εάν ένα τέτοιο πλαίσιο έχει πράγματι συζητηθεί, η επιτυχία του εξαρτάται από την απόλυτη συμμετρία των κινήσεων. Μία μόνο καθυστέρηση, μία μονομερής ενέργεια ή μια απρόβλεπτη στρατιωτική εξέλιξη αρκεί για να διαρρήξει την εύθραυστη ισορροπία πάνω στην οποία στηρίζεται ολόκληρη η διαδικασία.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη ιστορική σημασία αυτής της υπόθεσης. Η ειρήνη δεν οικοδομείται πλέον πάνω στην άνευ όρων αποδοχή της βούλησης του ισχυρότερου. Επιχειρεί να οικοδομηθεί πάνω στην αμοιβαία αναγνώριση ότι καμία πλευρά δεν διαθέτει πλέον την ισχύ να επιβάλει μόνη της το αποτέλεσμα. Αυτή είναι ίσως η πιο καθαρή έκφραση της πολυπολικότητας. Όχι η εξαφάνιση των ανταγωνισμών, αλλά η αντικατάσταση της μονομερούς επιβολής από μια ισορροπία όπου ακόμη και οι μεγαλύτερες δυνάμεις υποχρεώνονται να συγχρονίσουν τα βήματά τους.


Το Πακιστάν ως Γέφυρα του Νέου Κόσμου

Από όλες τις χώρες που θα μπορούσαν να αναλάβουν έναν τέτοιο ρόλο, το Πακιστάν ίσως είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας. Για δεκαετίες αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους στρατηγικούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στη Νότια Ασία. Ταυτόχρονα όμως, τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει μια ολοένα στενότερη στρατηγική σχέση με την Κίνα, ενώ διατηρεί σταθερούς διαύλους επικοινωνίας με το Ιράν και τον ευρύτερο ισλαμικό κόσμο. Αυτή η πολλαπλή γεωπολιτική ταυτότητα του επιτρέπει να συνομιλεί με κέντρα ισχύος που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ασύμβατα μεταξύ τους.

Η πρόσφατη αποστολή του στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ στην Τεχεράνη εντάσσεται ακριβώς μέσα σε αυτή τη λογική. Οι επίσημες ανακοινώσεις επιβεβαιώνουν ότι πραγματοποιήθηκαν εκτενείς συνομιλίες με την ιρανική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, με αντικείμενο την αποκλιμάκωση της κρίσης, την ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ και την αναζήτηση ενός νέου πλαισίου διαπραγμάτευσης.

Εκείνο όμως που παρουσιάζει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι ότι, σύμφωνα με πληροφορίες οι οποίες μέχρι στιγμής δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, από το γραφείο του πρωθυπουργού του Πακιστάν φέρεται να προετοιμάζεται ήδη μια δημόσια ανακοίνωση για τα επόμενα στάδια της διαδικασίας. Οι ίδιες πληροφορίες κάνουν λόγο για ένα χρονοδιάγραμμα που θα περιλαμβάνει ταυτόχρονες κινήσεις αποκλιμάκωσης, μια περίοδο εκεχειρίας εξήντα έως ενενήντα ημερών και, στη συνέχεια, την έναρξη έμμεσων διαπραγματεύσεων με το Πακιστάν στον ρόλο του διαμεσολαβητή. Πρόκειται, ωστόσο, για ισχυρισμούς που βασίζονται σε μονοπηγές πληροφορίες και οφείλουν να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα επιφύλαξη μέχρι να υπάρξει επίσημη επιβεβαίωση.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η ίδια αυτή αισιοδοξία δεν γίνεται αποδεκτή χωρίς αντιρρήσεις ούτε από αναλυτές που παρακολουθούν στενά τη διαδικασία. Ορισμένοι επισημαίνουν ότι ακόμη και αν η πακιστανική πλευρά θεωρεί πως έχει διαμορφωθεί ένα κοινό πλαίσιο, ουδείς μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα αν η αμερικανική πολιτική ηγεσία έχει δεσμευθεί οριστικά σε μια τέτοια αλληλουχία κινήσεων. Η ιστορία των αμερικανοϊρανικών σχέσεων είναι γεμάτη από συμφωνίες που έμοιαζαν ώριμες λίγο πριν καταρρεύσουν. Αυτή η επιφύλαξη δεν αποδυναμώνει την αξία των πληροφοριών. Αντιθέτως, υπενθυμίζει ότι η διπλωματία λειτουργεί πάντοτε στο όριο μεταξύ πρόθεσης και πραγματικότητας.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από το αν το συγκεκριμένο σχέδιο θα υλοποιηθεί ή όχι, η ανάδειξη του Πακιστάν σε βασικό διαμεσολαβητή αποτελεί από μόνη της μια ιστορική ένδειξη της μετάβασης προς την πολυπολικότητα. Στη μονοπολική εποχή, οι μεγάλες κρίσεις επιλύονταν σχεδόν αποκλειστικά μέσα από δυτικούς θεσμούς ή υπό την άμεση καθοδήγηση της Ουάσιγκτον. Σήμερα εμφανίζονται νέοι περιφερειακοί δρώντες, οι οποίοι δεν περιορίζονται στον ρόλο του συμμάχου ή του πελάτη, αλλά λειτουργούν ως αυτόνομοι παράγοντες διαμόρφωσης της διεθνούς τάξης.

Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο μήνυμα αυτής της κρίσης. Η πολυπολικότητα δεν εκφράζεται μόνο από τις μεγάλες δυνάμεις, όπως η Κίνα ή η Ρωσία. Εκφράζεται και από την ανάδυση περιφερειακών κρατών που αποκτούν τη δυνατότητα να γεφυρώνουν πολιτισμούς, να διαμορφώνουν ισορροπίες και να επηρεάζουν αποφάσεις οι οποίες μέχρι πριν από λίγα χρόνια λαμβάνονταν αποκλειστικά στα παραδοσιακά κέντρα της δυτικής ισχύος.


Η Διπλωματία της Ταυτόχρονης Υποχώρησης δεν Είναι Συμβιβασμός. Είναι Νέα Ισορροπία Ισχύος.

Το σημαντικότερο στοιχείο των τελευταίων πληροφοριών δεν αφορά το αν θα πραγματοποιηθούν συνομιλίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται να οικοδομηθεί η ίδια η διαδικασία. Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από κύκλους του Πακιστανού πρωθυπουργού και δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, έχει διαμορφωθεί ένα σχέδιο τριών διαδοχικών σταδίων. Στο πρώτο στάδιο, η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ θα πρέπει να πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα με την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού και την έναρξη της αποδέσμευσης ιρανικών οικονομικών πόρων. Στο δεύτερο στάδιο προβλέπεται περίοδος εκεχειρίας εξήντα έως ενενήντα ημερών, χωρίς στρατιωτικές επιχειρήσεις, ώστε να δημιουργηθεί το αναγκαίο περιβάλλον αποκλιμάκωσης. Μόνο τότε θα ακολουθήσει το τρίτο στάδιο, δηλαδή η ανακοίνωση του τόπου όπου θα ξεκινήσουν έμμεσες συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών, με το Πακιστάν να λειτουργεί ως βασικός διαμεσολαβητής.

Κεντρικό στοιχείο του σχεδίου αποτελεί η αρχή της ταυτόχρονης εφαρμογής των μέτρων αποκλιμάκωσης. Η λογική αυτή, που έχει ήδη αναλυθεί, αποσκοπεί στο να μην εμφανιστεί καμία από τις δύο πλευρές ότι υποχώρησε μονομερώς, αντανακλώντας μια διαφορετική αντίληψη για τη διαχείριση των διεθνών κρίσεων.

Ακριβώς όμως σε αυτό το σημείο εμφανίζονται και οι πρώτες σοβαρές επιφυλάξεις. Δύο αναλυτές που συμμετείχαν στην ίδια συζήτηση αμφισβήτησαν δημόσια ότι η διαδικασία έχει ήδη οριστικοποιηθεί. Ο πρώτος επισήμανε ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις πως η αμερικανική πλευρά έχει πράγματι αποδεχθεί αυτή τη σειρά ενεργειών, προειδοποιώντας ότι απαιτείται αναμονή μέχρι να υπάρξουν απτές ενδείξεις. Ο δεύτερος ήταν ακόμη πιο επιφυλακτικός. Υπενθύμισε ότι στο παρελθόν το Ισλαμαμπάντ είχε αρκετές φορές εμφανιστεί πιο αισιόδοξο από όσο επέτρεπαν οι πραγματικές διαθέσεις της Τεχεράνης ή της Ουάσιγκτον και τόνισε ότι ακόμη και ένας αξιωματούχος που συντάσσει μια ανακοίνωση δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα τις τελικές αποφάσεις του Αμερικανού προέδρου. Οι αντιρρήσεις αυτές δεν αποδυναμώνουν τις πληροφορίες. Αντιθέτως, ενισχύουν την αξιοπιστία τους, επειδή παρουσιάζουν μια εικόνα στην οποία ακόμη και οι ίδιοι οι συμμετέχοντες αναγνωρίζουν την αβεβαιότητα της στιγμής.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά επίσης ο ρόλος του Μοχσέν Ρεζαεΐ. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η σημαντικότερη συνάντηση του στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ στην Τεχεράνη δεν ήταν με τον πρόεδρο της χώρας αλλά με τον γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και προσωπικό εκπρόσωπο του Ανώτατου Ηγέτη. Εάν αυτό ισχύει, τότε ο πραγματικός συνομιλητής της πακιστανικής αποστολής δεν ήταν απλώς ένας κυβερνητικός αξιωματούχος αλλά ο άνθρωπος που εκφράζει άμεσα τη στρατηγική βούληση της ανώτατης πολιτικής και θρησκευτικής ηγεσίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Αυτό εξηγεί γιατί αρκετοί θεωρούν ότι οι συνομιλίες στην Τεχεράνη είχαν πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα από μια συνηθισμένη διπλωματική επίσκεψη.

Εξίσου αποκαλυπτικό είναι το οικονομικό υπόβαθρο αυτής της κινητικότητας. Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, ο πραγματικός παράγοντας που επιταχύνει τις εξελίξεις δεν είναι οι διπλωματικές πρωτοβουλίες αλλά η αυξανόμενη πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων. Η παρατεταμένη διαταραχή των ενεργειακών ροών από τον Περσικό Κόλπο, η άνοδος του κόστους του ντίζελ και των αεροπορικών καυσίμων και οι συνέπειες για τις μεταφορές, τη γεωργία και τη βιομηχανία δημιουργούν μια πραγματικότητα που καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αγνοήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, δεν είναι η διπλωματία που επιβάλλει την οικονομία αλλά η οικονομία που επιβάλλει τελικά τη διπλωματία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία και μια τελευταία παρατήρηση που ίσως συνοψίζει ολόκληρη την κρίση. Το ζητούμενο για τον Ντόναλντ Τραμπ, σύμφωνα με την ανάλυση της πηγής, δεν είναι απλώς να τερματιστεί η αντιπαράθεση. Είναι να βρεθεί ένας τρόπος εξόδου χωρίς αυτή να εμφανιστεί ως υποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Το ίδιο ακριβώς ισχύει όμως και για την Τεχεράνη. Καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορεί πολιτικά να εμφανιστεί ότι λύγισε. Γι' αυτό και η ταυτόχρονη εφαρμογή κάθε βήματος δεν αποτελεί μια τεχνική λεπτομέρεια της διαπραγμάτευσης. Αποτελεί τη μόνη φόρμουλα μέσα από την οποία και οι δύο μπορούν να παρουσιάσουν την αποκλιμάκωση ως επιτυχία και όχι ως ήττα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της πολυπολικής εποχής: η ειρήνη δεν επιβάλλεται πλέον από έναν νικητή, αλλά οικοδομείται πάνω στην αμοιβαία αναγνώριση ότι κανείς δεν μπορεί να επιβάλει μόνος του τη βούλησή του.


 

Η Πολυπολικότητα δεν Είναι Θεωρία. Είναι η Νέα Πραγματικότητα της Διπλωματίας

Εάν οι πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί αποδειχθούν έστω και σε μεγάλο βαθμό ακριβείς, τότε η μεγαλύτερη αλλαγή δεν αφορά ούτε το Ιράν ούτε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αφορά την ίδια την αρχιτεκτονική της διεθνούς πολιτικής. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η διαδικασία αποκλιμάκωσης μιας από τις σοβαρότερες διεθνείς κρίσεις δεν φαίνεται να οργανώνεται αποκλειστικά από δυτικά κέντρα ισχύος. Αντίθετα, γύρω από το τραπέζι εμφανίζονται δυνάμεις και περιφερειακοί παράγοντες που πριν από λίγα χρόνια θα είχαν μόνο δευτερεύοντα ρόλο.

Το Πακιστάν εμφανίζεται ως ο άμεσος διαμεσολαβητής. Η Κίνα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, παρέχει την πολιτική υποστήριξη και ενθαρρύνει ενεργά τη διαδικασία, ενώ η πραγματική λήψη αποφάσεων στην Τεχεράνη φαίνεται να πραγματοποιείται μέσω του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και του Μοχσέν Ρεζαεΐ, δηλαδή μέσα από τον πυρήνα της στρατηγικής εξουσίας του ιρανικού κράτους και όχι αποκλειστικά μέσω της εκλεγμένης κυβέρνησης. Παράλληλα, το Πεκίνο έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι στηρίζει τη διατήρηση της δυναμικής των ειρηνευτικών συνομιλιών και θεωρεί ότι οι περιφερειακές κρίσεις πρέπει να επιλύονται μέσω πολιτικού διαλόγου και όχι στρατιωτικής επιβολής.

Η εικόνα αυτή συμπίπτει με μια ευρύτερη στρατηγική αντίληψη που τα τελευταία χρόνια προβάλλεται συστηματικά από τη Ρωσία, την Κίνα και αρκετές χώρες του Παγκόσμιου Νότου. Η βασική της αρχή είναι ότι η ασφάλεια δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στη μονομερή κυριαρχία μιας υπερδύναμης, αλλά σε μια νέα ισορροπία, όπου διαφορετικά κέντρα ισχύος συνδιαμορφώνουν τους κανόνες της διεθνούς τάξης. Η πολυπολικότητα, υπό αυτή την έννοια, δεν αποτελεί ιδεολογικό σύνθημα αλλά μηχανισμό διαχείρισης των συγκρούσεων.

Δεν είναι τυχαίο ότι στις περισσότερες παρεμβάσεις του το κινεζικό Υπουργείο Εξωτερικών αποφεύγει τη γλώσσα της «νίκης» ή της «ήττας». Αντίθετα, επιμένει στις έννοιες της αμοιβαίας ασφάλειας, της κυριαρχίας των κρατών και της πολιτικής διευθέτησης μέσω διαλόγου. Η ίδια φιλοσοφία διαπερνά και τη ρωσική διπλωματική προσέγγιση, η οποία τα τελευταία χρόνια προβάλλει σταθερά την ανάγκη ενός διεθνούς συστήματος χωρίς μονομερείς ηγεμονίες, όπου καμία δύναμη δεν μπορεί να επιβάλλει μόνη της τη βούλησή της.

Από αυτή την οπτική, η αρχή της ταυτόχρονης εφαρμογής των μέτρων αποκλιμάκωσης αποκτά ακόμη βαθύτερη σημασία. Δεν πρόκειται μόνο για έναν τεχνικό μηχανισμό οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Αντανακλά μια νέα αντίληψη για τις διεθνείς σχέσεις, σύμφωνα με την οποία η σταθερότητα δεν μπορεί να προκύψει από τη μονομερή υποχώρηση του ενός μέρους, αλλά μόνο από την αμοιβαία αναγνώριση της ισχύος και της αξιοπρέπειας όλων των εμπλεκομένων.

Εάν αυτή η λογική επικρατήσει, τότε η κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ θα καταγραφεί στην ιστορία όχι μόνο ως μια περιφερειακή διπλωματική επιτυχία. Θα αποτελέσει ακόμη μία ένδειξη ότι η διεθνής τάξη μεταβαίνει σταδιακά από το μονοπολικό μοντέλο της μεταψυχροπολεμικής εποχής σε ένα πολυκεντρικό σύστημα, όπου ακόμη και οι ισχυρότερες δυνάμεις αναγκάζονται να διαπραγματεύονται ως ισότιμοι συνομιλητές και όχι ως αποκλειστικοί διαμορφωτές των εξελίξεων.

 

Το Ορμούζ δεν Είναι Απλώς ένα Στενό. Είναι το Νέο Κέντρο Βάρους της Παγκόσμιας Ισχύος

Μία από τις σημαντικότερες παρατηρήσεις του briefing περνά σχεδόν απαρατήρητη πίσω από τις πληροφορίες για τις διαπραγματεύσεις. Σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσιάζεται, η πραγματική διαπραγμάτευση δεν αφορά μόνο την εκεχειρία ούτε αποκλειστικά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Αφορά τον έλεγχο του σημαντικότερου ενεργειακού περάσματος του πλανήτη.

Σύμφωνα με την ανάλυση του briefing, η Τεχεράνη δεν φαίνεται διατεθειμένη να εγκαταλείψει τον στρατηγικό έλεγχο που ασκεί στα Στενά του Ορμούζ. Αντίθετα, θεωρεί ότι το άνοιγμα της ναυσιπλοΐας μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο υπό όρους που θα διατηρούν την ιρανική στρατηγική επιρροή στην περιοχή. Για τον λόγο αυτό γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στη συνεργασία με το Ομάν, η οποία παρουσιάζεται ως μια προσωρινή διευθέτηση της ναυσιπλοΐας μέχρι να επιτευχθεί μια συνολική πολιτική συμφωνία. Εφόσον οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιωθούν, δείχνουν ότι η Τεχεράνη δεν αντιμετωπίζει το Ορμούζ ως διαπραγματευτικό αντάλλαγμα αλλά ως μόνιμο στρατηγικό πλεονέκτημα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η επισήμανση ότι το Ιράν εξακολουθεί να θεωρεί πως κάθε διέλευση πρέπει να πραγματοποιείται υπό τους δικούς του όρους. Η διάκριση ανάμεσα στην εμπορική ναυσιπλοΐα και στη στρατιωτική παρουσία αποκτά έτσι κρίσιμη σημασία. Η εικόνα που προκύπτει από το briefing είναι ότι η Τεχεράνη εμφανίζεται διατεθειμένη να διευκολύνει την ειρηνική εμπορική κίνηση, χωρίς όμως να αποδεχθεί ότι ξένες στρατιωτικές δυνάμεις θα συνεχίσουν να επιχειρούν ανεμπόδιστα σε μια περιοχή την οποία θεωρεί ζωτικό χώρο ασφαλείας.

Εδώ ακριβώς φαίνεται η βαθύτερη αλλαγή του διεθνούς συστήματος. Στη μονοπολική εποχή, οι θαλάσσιοι διάδρομοι θεωρούνταν διεθνείς χώροι που προστατεύονταν κυρίως από την αμερικανική ναυτική ισχύ. Σήμερα, σύμφωνα με την οπτική που παρουσιάζεται στο briefing, περιφερειακές δυνάμεις διεκδικούν ενεργό ρόλο όχι μόνο στην ασφάλεια αλλά και στη διαχείριση αυτών των στρατηγικών περασμάτων. Το Ορμούζ μετατρέπεται έτσι από απλό εμπορικό δίαυλο σε πεδίο όπου δοκιμάζεται ποιος έχει τη δυνατότητα να διαμορφώνει τους κανόνες της παγκόσμιας οικονομίας.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν εμφανίζεται αποκομμένη από τις ευρύτερες εξελίξεις. Τα τελευταία χρόνια τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα υποστηρίζουν σταθερά, μέσα από τις επίσημες διπλωματικές τους τοποθετήσεις, ότι η ασφάλεια των διεθνών θαλάσσιων οδών δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από μία δύναμη, αλλά πρέπει να βασίζεται στην ισορροπία συμφερόντων και στον σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών. Η λογική αυτή συνδέεται άμεσα με την αντίληψη ενός πολυπολικού διεθνούς συστήματος, όπου οι περιφερειακές δυνάμεις δεν λειτουργούν ως παθητικοί αποδέκτες αποφάσεων αλλά ως ισότιμοι διαμορφωτές των κανόνων.

Εάν η συγκεκριμένη διαδικασία εξελιχθεί όπως περιγράφεται, τότε το Ορμούζ δεν θα αποτελεί απλώς το σημαντικότερο ενεργειακό πέρασμα του πλανήτη. Θα αποτελέσει το πρώτο μεγάλο παράδειγμα όπου μια περιφερειακή δύναμη διαπραγματεύεται με μια υπερδύναμη από θέση στρατηγικής ισοτιμίας. Και αυτό είναι ίσως η ουσία της πολυπολικότητας: όχι η εξαφάνιση της ισχύος, αλλά η αδυναμία οποιουδήποτε κράτους να επιβάλει μόνο του τους όρους της διεθνούς τάξης.


Η Ηγεμονία δεν Καταρρέει. Περιορίζεται.

Ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα που προκύπτει από όλες αυτές τις εξελίξεις είναι ότι η μετάβαση προς έναν πολυπολικό κόσμο δεν πραγματοποιείται μέσα από μια ξαφνική κατάρρευση της αμερικανικής ισχύος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν τη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη, τεράστια οικονομική επιρροή και ένα εκτεταμένο δίκτυο συμμαχιών. Εκείνο που φαίνεται να αλλάζει δεν είναι η ύπαρξη της ισχύος τους, αλλά η δυνατότητά τους να τη μετατρέπουν αυτόματα σε πολιτικό αποτέλεσμα.

Οι ίδιες οι πληροφορίες του briefing δείχνουν αυτή τη μεταβολή. Η Ουάσιγκτον, σύμφωνα με όσα περιγράφονται, δεν καλείται να επιβάλει μονομερώς τους όρους μιας συμφωνίας. Αντίθετα, αναζητά μια διαδικασία μέσα από την οποία θα μπορέσει να εξέλθει από την κρίση χωρίς να εμφανιστεί ότι υπαναχωρεί. Η ανάγκη αυτή αποκαλύπτει ένα νέο είδος ισορροπίας: ακόμη και η ισχυρότερη δύναμη του διεθνούς συστήματος υποχρεώνεται πλέον να λαμβάνει υπόψη τις πολιτικές, οικονομικές και στρατηγικές δυνατότητες των αντιπάλων της.

Η οικονομική διάσταση που παρουσιάστηκε στο briefing ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την εικόνα. Η αύξηση του κόστους του ντίζελ, των αεροπορικών καυσίμων και των μεταφορών δεν πλήττει μόνο τις χώρες που βρίσκονται στο επίκεντρο της κρίσης. Επηρεάζει ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία, συμπεριλαμβανομένων των δυτικών κρατών. Έτσι, η στρατιωτική ισχύς συναντά τα όρια που θέτει η οικονομική πραγματικότητα. Όταν το κόστος της σύγκρουσης αρχίζει να υπερβαίνει τα πιθανά οφέλη της, ακόμη και οι ισχυρότεροι δρώντες αναγκάζονται να αναζητήσουν πολιτικές λύσεις.

Αυτή ακριβώς είναι η ουσία της πολυπολικότητας. Δεν σημαίνει ότι όλες οι χώρες αποκτούν την ίδια ισχύ ούτε ότι οι μεγάλες δυνάμεις παύουν να υπάρχουν. Σημαίνει ότι καμία δύναμη δεν μπορεί πλέον να αγνοεί πλήρως τα συμφέροντα των υπολοίπων. Η διεθνής πολιτική μετατρέπεται σταδιακά από σύστημα επιβολής σε σύστημα διαπραγμάτευσης, όπου η ισχύς εξακολουθεί να παίζει καθοριστικό ρόλο, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να καθορίσει το τελικό αποτέλεσμα.

Από αυτή την άποψη, οι εξελίξεις γύρω από το Ιράν δεν αποτελούν μια μεμονωμένη εξαίρεση. Εντάσσονται σε μια ευρύτερη ιστορική τάση που διακρίνεται τα τελευταία χρόνια και σε άλλα μέτωπα, από την Ουκρανία μέχρι την επέκταση των BRICS και τη σταδιακή ενίσχυση των περιφερειακών οργανισμών της Ευρασίας. Κάθε μία από αυτές τις εξελίξεις δείχνει ότι η διεθνής τάξη μετασχηματίζεται όχι επειδή μια υπερδύναμη εξαφανίζεται, αλλά επειδή ολοένα περισσότερα κράτη αποκτούν τη δυνατότητα να αντιστέκονται, να διαπραγματεύονται και να επηρεάζουν τις τελικές αποφάσεις.

Εάν το σχέδιο που περιγράφεται στο briefing υλοποιηθεί, δεν θα σημαίνει ότι η Αμερική έχασε και το Ιράν νίκησε. Θα σημαίνει κάτι βαθύτερο: ότι ακόμη και μια υπερδύναμη χρειάζεται πλέον τη συναίνεση, την αμοιβαιότητα και την ισορροπία για να επιτύχει τους στρατηγικούς της στόχους. Και αυτό είναι ίσως το σαφέστερο σημάδι ότι η μονοπολική εποχή ανήκει πλέον στο παρελθόν.


Η Ειρήνη ως Ένδειξη της Νέας Διεθνούς Τάξης

Ανεξάρτητα από το αν το συγκεκριμένο σχέδιο θα υλοποιηθεί πλήρως ή αν θα ανατραπεί από τις εξελίξεις των επόμενων ημερών, το ίδιο το γεγονός ότι μια τέτοια αρχιτεκτονική διαπραγμάτευσης βρίσκεται σήμερα στο τραπέζι αποτελεί ήδη μια σημαντική γεωπολιτική εξέλιξη. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η πιθανή αποκλιμάκωση μιας κρίσης αυτού του μεγέθους δεν φαίνεται να βασίζεται στην άνευ όρων αποδοχή των απαιτήσεων της ισχυρότερης δύναμης, αλλά στην αναζήτηση μιας φόρμουλας όπου κάθε πλευρά θα διατηρήσει την πολιτική και στρατηγική της αξιοπρέπεια.

Η λογική αυτή διαφέρει ουσιαστικά από το μοντέλο που κυριάρχησε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Τότε, η διεθνής ειρήνη παρουσιαζόταν συχνά ως αποτέλεσμα της στρατιωτικής επικράτησης της Δύσης και της προσαρμογής των υπολοίπων κρατών στις αποφάσεις της. Στην περίπτωση που εξετάζουμε, όμως, η ίδια η δομή των προτεινόμενων συνομιλιών δείχνει ότι ακόμη και η υπερδύναμη οφείλει να λάβει υπόψη τις κόκκινες γραμμές του αντιπάλου της, καθώς και τον ρόλο τρίτων δυνάμεων που λειτουργούν ως εγγυητές της διαδικασίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε ολόκληρο το briefing η λέξη που επανέρχεται περισσότερο δεν είναι η «νίκη», αλλά η αμοιβαιότητα. Η ταυτόχρονη εφαρμογή των μέτρων, η έμμεση διαπραγμάτευση μέσω του Πακιστάν, η συμμετοχή της Κίνας στο παρασκήνιο και η ανάγκη να μη θεωρηθεί καμία πλευρά ηττημένη συνθέτουν μια νέα αντίληψη για τη διαχείριση των διεθνών κρίσεων. Πρόκειται για μια λογική στην οποία η ισορροπία προηγείται της επιβολής και η διαπραγμάτευση αντικαθιστά σταδιακά τη μονομερή επιβολή όρων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συγκρούσεις θα πάψουν να υπάρχουν ούτε ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων θα εξαφανιστεί. Αντίθετα, ο ανταγωνισμός πιθανότατα θα παραμείνει έντονος. Εκείνο που αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να τερματιστεί μια κρίση. Όσο περισσότερο καμία δύναμη δεν διαθέτει την ικανότητα να επιβάλει μόνη της μια συνολική λύση, τόσο περισσότερο αυξάνεται η ανάγκη για σύνθετες ισορροπίες, αμοιβαίες εγγυήσεις και πολυμερείς διαμεσολαβήσεις.

Οι εξελίξεις αυτές συνδέονται και με μια ευρύτερη τάση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στις διεθνείς σχέσεις. Από τη διεύρυνση των BRICS και την ενίσχυση του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης μέχρι την ολοένα στενότερη συνεργασία Ρωσίας, Κίνας, Ιράν και άλλων κρατών του Παγκόσμιου Νότου, διαμορφώνεται σταδιακά ένα περιβάλλον όπου οι περιφερειακές δυνάμεις διεκδικούν ενεργότερο ρόλο στη διαμόρφωση των διεθνών εξελίξεων. Η κρίση γύρω από το Ορμούζ φαίνεται να εντάσσεται ακριβώς μέσα σε αυτή τη διαδικασία ιστορικής μετάβασης.

Ίσως, λοιπόν, το σημαντικότερο μήνυμα αυτής της υπόθεσης να μην αφορά αποκλειστικά το Ιράν, τις Ηνωμένες Πολιτείες ή το Πακιστάν. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται σταδιακά ο κόσμος του 21ου αιώνα. Ένας κόσμος όπου η ισχύς εξακολουθεί να καθορίζει τις διεθνείς σχέσεις, αλλά δεν αρκεί πλέον από μόνη της για να καθορίσει το αποτέλεσμα. Η ειρήνη, όταν επιτυγχάνεται, δεν είναι πλέον προϊόν μονομερούς επιβολής, αλλά προϊόν ισορροπίας μεταξύ διαφορετικών κέντρων ισχύος, τα οποία αναγκάζονται να αναγνωρίσουν το ένα την ύπαρξη και τα συμφέροντα του άλλου.

Εάν οι πληροφορίες του briefing επιβεβαιωθούν, τότε ίσως να βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια επιτυχημένη διαμεσολάβηση. Ίσως να παρακολουθούμε μία από τις πρώτες μεγάλες διπλωματικές εφαρμογές της πολυπολικής τάξης στην πράξη, όπου η ειρήνη δεν επιβάλλεται από έναν νικητή, αλλά οικοδομείται μέσα από την αναγκαστική ισορροπία μεταξύ πολλών κέντρων ισχύος. Και αυτή η αλλαγή, περισσότερο από οποιαδήποτε επιμέρους συμφωνία, είναι εκείνη που ενδέχεται να μείνει στην Ιστορία.


Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών