Πώς ο Πολυπολικός Κόσμος Επιβάλλει τους Όρους της Ειρήνης
«Η πολυπολικότητα βασίζεται στη θεμελιώδη αντίρρηση ότι η Δύση δεν είναι ολόκληρη η ανθρωπότητα, αλλά μόνο ένα μέρος της. Δεν είναι ο πολιτισμός, αλλά ένας από τους πολλούς πολιτισμούς.»Αλεξάντερ Ντούγκιν
Η Ταυτόχρονη Υποχώρηση ως Νέα Αρχή της Διπλωματίας
Υπάρχει μια λεπτομέρεια στις τελευταίες πληροφορίες που ίσως αποδειχθεί σημαντικότερη από όλες τις υπόλοιπες. Δεν αφορά το ποιος θα φιλοξενήσει τις συνομιλίες, ούτε ποιος θα λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής. Αφορά τη σειρά των κινήσεων. Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από μία μόνο πηγή και δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, η υπό διαμόρφωση διαδικασία δεν προβλέπει ότι η μία πλευρά θα υποχωρήσει πρώτη και η άλλη θα ακολουθήσει. Προβλέπει ότι και οι δύο θα κινηθούν ταυτόχρονα.
Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί μια απλή τεχνική λεπτομέρεια της διαπραγμάτευσης. Αποτελεί τη βαθύτερη πολιτική και συμβολική αναγνώριση ότι το διεθνές σύστημα έχει αλλάξει. Για δεκαετίες, η αμερικανική διπλωματία στηριζόταν στην αρχή της μονομερούς συμμόρφωσης. Πρώτα ο αντίπαλος όφειλε να εγκαταλείψει τις θέσεις του, να αποδεχθεί τους όρους που του επιβάλλονταν και μόνο τότε μπορούσε να ελπίζει σε χαλάρωση των κυρώσεων ή σε επανέναρξη του διαλόγου. Η διαπραγμάτευση δεν ήταν διαδικασία ισοτιμίας, αλλά επιβεβαίωση της ανισορροπίας ισχύος.
Οι πληροφορίες που κυκλοφορούν σήμερα περιγράφουν μια εντελώς διαφορετική λογική. Η επαναλειτουργία των θαλάσσιων οδών στα Στενά του Ορμούζ, η σταδιακή άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού και η αποδέσμευση ιρανικών οικονομικών πόρων φέρονται να αποτελούν κινήσεις που θα πρέπει να πραγματοποιηθούν ταυτόχρονα, ώστε καμία από τις δύο πλευρές να μη θεωρηθεί ότι υποχώρησε μονομερώς.
Η λέξη «ταυτόχρονα» αποκτά έτσι στρατηγικό περιεχόμενο. Δεν προστατεύει μόνο την αξιοπιστία των διαπραγματευτών. Προστατεύει και τη νομιμοποίηση των ίδιων των πολιτικών ηγεσιών απέναντι στο εσωτερικό τους ακροατήριο. Ούτε η Ουάσιγκτον μπορεί να εμφανιστεί ότι υποχώρησε απέναντι στην Τεχεράνη ούτε η ιρανική ηγεσία μπορεί να παρουσιάσει μια συμφωνία ως αποτέλεσμα μονομερών παραχωρήσεων. Η διπλωματία μετατρέπεται σε μια προσεκτική ισορροπία συμβολισμών, όπου ακόμη και η χρονική στιγμή μιας ανακοίνωσης αποκτά γεωπολιτική σημασία.
Αυτό εξηγεί γιατί αρκετοί αναλυτές αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα τις αισιόδοξες διαρροές. Ακόμη και εάν ένα τέτοιο πλαίσιο έχει πράγματι συζητηθεί, η επιτυχία του εξαρτάται από την απόλυτη συμμετρία των κινήσεων. Μία μόνο καθυστέρηση, μία μονομερής ενέργεια ή μια απρόβλεπτη στρατιωτική εξέλιξη αρκεί για να διαρρήξει την εύθραυστη ισορροπία πάνω στην οποία στηρίζεται ολόκληρη η διαδικασία.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη ιστορική σημασία αυτής της υπόθεσης. Η ειρήνη δεν οικοδομείται πλέον πάνω στην άνευ όρων αποδοχή της βούλησης του ισχυρότερου. Επιχειρεί να οικοδομηθεί πάνω στην αμοιβαία αναγνώριση ότι καμία πλευρά δεν διαθέτει πλέον την ισχύ να επιβάλει μόνη της το αποτέλεσμα. Αυτή είναι ίσως η πιο καθαρή έκφραση της πολυπολικότητας. Όχι η εξαφάνιση των ανταγωνισμών, αλλά η αντικατάσταση της μονομερούς επιβολής από μια ισορροπία όπου ακόμη και οι μεγαλύτερες δυνάμεις υποχρεώνονται να συγχρονίσουν τα βήματά τους.
Το Πακιστάν ως Γέφυρα του Νέου Κόσμου
Από όλες τις χώρες που θα μπορούσαν να αναλάβουν έναν τέτοιο ρόλο, το Πακιστάν ίσως είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας. Για δεκαετίες αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους στρατηγικούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στη Νότια Ασία. Ταυτόχρονα όμως, τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει μια ολοένα στενότερη στρατηγική σχέση με την Κίνα, ενώ διατηρεί σταθερούς διαύλους επικοινωνίας με το Ιράν και τον ευρύτερο ισλαμικό κόσμο. Αυτή η πολλαπλή γεωπολιτική ταυτότητα του επιτρέπει να συνομιλεί με κέντρα ισχύος που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ασύμβατα μεταξύ τους.
Η πρόσφατη αποστολή του στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ στην Τεχεράνη εντάσσεται ακριβώς μέσα σε αυτή τη λογική. Οι επίσημες ανακοινώσεις επιβεβαιώνουν ότι πραγματοποιήθηκαν εκτενείς συνομιλίες με την ιρανική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, με αντικείμενο την αποκλιμάκωση της κρίσης, την ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ και την αναζήτηση ενός νέου πλαισίου διαπραγμάτευσης.
Εκείνο όμως που παρουσιάζει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι ότι, σύμφωνα με πληροφορίες οι οποίες μέχρι στιγμής δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, από το γραφείο του πρωθυπουργού του Πακιστάν φέρεται να προετοιμάζεται ήδη μια δημόσια ανακοίνωση για τα επόμενα στάδια της διαδικασίας. Οι ίδιες πληροφορίες κάνουν λόγο για ένα χρονοδιάγραμμα που θα περιλαμβάνει ταυτόχρονες κινήσεις αποκλιμάκωσης, μια περίοδο εκεχειρίας εξήντα έως ενενήντα ημερών και, στη συνέχεια, την έναρξη έμμεσων διαπραγματεύσεων με το Πακιστάν στον ρόλο του διαμεσολαβητή. Πρόκειται, ωστόσο, για ισχυρισμούς που βασίζονται σε μονοπηγές πληροφορίες και οφείλουν να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα επιφύλαξη μέχρι να υπάρξει επίσημη επιβεβαίωση.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η ίδια αυτή αισιοδοξία δεν γίνεται αποδεκτή χωρίς αντιρρήσεις ούτε από αναλυτές που παρακολουθούν στενά τη διαδικασία. Ορισμένοι επισημαίνουν ότι ακόμη και αν η πακιστανική πλευρά θεωρεί πως έχει διαμορφωθεί ένα κοινό πλαίσιο, ουδείς μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα αν η αμερικανική πολιτική ηγεσία έχει δεσμευθεί οριστικά σε μια τέτοια αλληλουχία κινήσεων. Η ιστορία των αμερικανοϊρανικών σχέσεων είναι γεμάτη από συμφωνίες που έμοιαζαν ώριμες λίγο πριν καταρρεύσουν. Αυτή η επιφύλαξη δεν αποδυναμώνει την αξία των πληροφοριών. Αντιθέτως, υπενθυμίζει ότι η διπλωματία λειτουργεί πάντοτε στο όριο μεταξύ πρόθεσης και πραγματικότητας.
Ωστόσο, ανεξάρτητα από το αν το συγκεκριμένο σχέδιο θα υλοποιηθεί ή όχι, η ανάδειξη του Πακιστάν σε βασικό διαμεσολαβητή αποτελεί από μόνη της μια ιστορική ένδειξη της μετάβασης προς την πολυπολικότητα. Στη μονοπολική εποχή, οι μεγάλες κρίσεις επιλύονταν σχεδόν αποκλειστικά μέσα από δυτικούς θεσμούς ή υπό την άμεση καθοδήγηση της Ουάσιγκτον. Σήμερα εμφανίζονται νέοι περιφερειακοί δρώντες, οι οποίοι δεν περιορίζονται στον ρόλο του συμμάχου ή του πελάτη, αλλά λειτουργούν ως αυτόνομοι παράγοντες διαμόρφωσης της διεθνούς τάξης.
Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο μήνυμα αυτής της κρίσης. Η πολυπολικότητα δεν εκφράζεται μόνο από τις μεγάλες δυνάμεις, όπως η Κίνα ή η Ρωσία. Εκφράζεται και από την ανάδυση περιφερειακών κρατών που αποκτούν τη δυνατότητα να γεφυρώνουν πολιτισμούς, να διαμορφώνουν ισορροπίες και να επηρεάζουν αποφάσεις οι οποίες μέχρι πριν από λίγα χρόνια λαμβάνονταν αποκλειστικά στα παραδοσιακά κέντρα της δυτικής ισχύος.
Η Διπλωματία της Ταυτόχρονης Υποχώρησης δεν Είναι Συμβιβασμός. Είναι Νέα Ισορροπία Ισχύος.
Το σημαντικότερο στοιχείο των τελευταίων πληροφοριών δεν αφορά το αν θα πραγματοποιηθούν συνομιλίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο επιχειρείται να οικοδομηθεί η ίδια η διαδικασία. Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από κύκλους του Πακιστανού πρωθυπουργού και δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, έχει διαμορφωθεί ένα σχέδιο τριών διαδοχικών σταδίων. Στο πρώτο στάδιο, η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ θα πρέπει να πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα με την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού και την έναρξη της αποδέσμευσης ιρανικών οικονομικών πόρων. Στο δεύτερο στάδιο προβλέπεται περίοδος εκεχειρίας εξήντα έως ενενήντα ημερών, χωρίς στρατιωτικές επιχειρήσεις, ώστε να δημιουργηθεί το αναγκαίο περιβάλλον αποκλιμάκωσης. Μόνο τότε θα ακολουθήσει το τρίτο στάδιο, δηλαδή η ανακοίνωση του τόπου όπου θα ξεκινήσουν έμμεσες συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών, με το Πακιστάν να λειτουργεί ως βασικός διαμεσολαβητής.
Κεντρικό στοιχείο του σχεδίου αποτελεί η αρχή της ταυτόχρονης εφαρμογής των μέτρων αποκλιμάκωσης. Η λογική αυτή, που έχει ήδη αναλυθεί, αποσκοπεί στο να μην εμφανιστεί καμία από τις δύο πλευρές ότι υποχώρησε μονομερώς, αντανακλώντας μια διαφορετική αντίληψη για τη διαχείριση των διεθνών κρίσεων.
Ακριβώς όμως σε αυτό το σημείο εμφανίζονται και οι πρώτες σοβαρές επιφυλάξεις. Δύο αναλυτές που συμμετείχαν στην ίδια συζήτηση αμφισβήτησαν δημόσια ότι η διαδικασία έχει ήδη οριστικοποιηθεί. Ο πρώτος επισήμανε ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις πως η αμερικανική πλευρά έχει πράγματι αποδεχθεί αυτή τη σειρά ενεργειών, προειδοποιώντας ότι απαιτείται αναμονή μέχρι να υπάρξουν απτές ενδείξεις. Ο δεύτερος ήταν ακόμη πιο επιφυλακτικός. Υπενθύμισε ότι στο παρελθόν το Ισλαμαμπάντ είχε αρκετές φορές εμφανιστεί πιο αισιόδοξο από όσο επέτρεπαν οι πραγματικές διαθέσεις της Τεχεράνης ή της Ουάσιγκτον και τόνισε ότι ακόμη και ένας αξιωματούχος που συντάσσει μια ανακοίνωση δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα τις τελικές αποφάσεις του Αμερικανού προέδρου. Οι αντιρρήσεις αυτές δεν αποδυναμώνουν τις πληροφορίες. Αντιθέτως, ενισχύουν την αξιοπιστία τους, επειδή παρουσιάζουν μια εικόνα στην οποία ακόμη και οι ίδιοι οι συμμετέχοντες αναγνωρίζουν την αβεβαιότητα της στιγμής.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά επίσης ο ρόλος του Μοχσέν Ρεζαεΐ. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η σημαντικότερη συνάντηση του στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ στην Τεχεράνη δεν ήταν με τον πρόεδρο της χώρας αλλά με τον γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και προσωπικό εκπρόσωπο του Ανώτατου Ηγέτη. Εάν αυτό ισχύει, τότε ο πραγματικός συνομιλητής της πακιστανικής αποστολής δεν ήταν απλώς ένας κυβερνητικός αξιωματούχος αλλά ο άνθρωπος που εκφράζει άμεσα τη στρατηγική βούληση της ανώτατης πολιτικής και θρησκευτικής ηγεσίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Αυτό εξηγεί γιατί αρκετοί θεωρούν ότι οι συνομιλίες στην Τεχεράνη είχαν πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα από μια συνηθισμένη διπλωματική επίσκεψη.
Εξίσου αποκαλυπτικό είναι το οικονομικό υπόβαθρο αυτής της κινητικότητας. Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, ο πραγματικός παράγοντας που επιταχύνει τις εξελίξεις δεν είναι οι διπλωματικές πρωτοβουλίες αλλά η αυξανόμενη πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων. Η παρατεταμένη διαταραχή των ενεργειακών ροών από τον Περσικό Κόλπο, η άνοδος του κόστους του ντίζελ και των αεροπορικών καυσίμων και οι συνέπειες για τις μεταφορές, τη γεωργία και τη βιομηχανία δημιουργούν μια πραγματικότητα που καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αγνοήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, δεν είναι η διπλωματία που επιβάλλει την οικονομία αλλά η οικονομία που επιβάλλει τελικά τη διπλωματία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία και μια τελευταία παρατήρηση που ίσως συνοψίζει ολόκληρη την κρίση. Το ζητούμενο για τον Ντόναλντ Τραμπ, σύμφωνα με την ανάλυση της πηγής, δεν είναι απλώς να τερματιστεί η αντιπαράθεση. Είναι να βρεθεί ένας τρόπος εξόδου χωρίς αυτή να εμφανιστεί ως υποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Το ίδιο ακριβώς ισχύει όμως και για την Τεχεράνη. Καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορεί πολιτικά να εμφανιστεί ότι λύγισε. Γι' αυτό και η ταυτόχρονη εφαρμογή κάθε βήματος δεν αποτελεί μια τεχνική λεπτομέρεια της διαπραγμάτευσης. Αποτελεί τη μόνη φόρμουλα μέσα από την οποία και οι δύο μπορούν να παρουσιάσουν την αποκλιμάκωση ως επιτυχία και όχι ως ήττα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της πολυπολικής εποχής: η ειρήνη δεν επιβάλλεται πλέον από έναν νικητή, αλλά οικοδομείται πάνω στην αμοιβαία αναγνώριση ότι κανείς δεν μπορεί να επιβάλει μόνος του τη βούλησή του.
Η Πολυπολικότητα δεν Είναι Θεωρία. Είναι η Νέα Πραγματικότητα της Διπλωματίας
Εάν οι πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί αποδειχθούν έστω και σε μεγάλο βαθμό ακριβείς, τότε η μεγαλύτερη αλλαγή δεν αφορά ούτε το Ιράν ούτε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αφορά την ίδια την αρχιτεκτονική της διεθνούς πολιτικής. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η διαδικασία αποκλιμάκωσης μιας από τις σοβαρότερες διεθνείς κρίσεις δεν φαίνεται να οργανώνεται αποκλειστικά από δυτικά κέντρα ισχύος. Αντίθετα, γύρω από το τραπέζι εμφανίζονται δυνάμεις και περιφερειακοί παράγοντες που πριν από λίγα χρόνια θα είχαν μόνο δευτερεύοντα ρόλο.
Το Πακιστάν εμφανίζεται ως ο άμεσος διαμεσολαβητής. Η Κίνα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, παρέχει την πολιτική υποστήριξη και ενθαρρύνει ενεργά τη διαδικασία, ενώ η πραγματική λήψη αποφάσεων στην Τεχεράνη φαίνεται να πραγματοποιείται μέσω του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας και του Μοχσέν Ρεζαεΐ, δηλαδή μέσα από τον πυρήνα της στρατηγικής εξουσίας του ιρανικού κράτους και όχι αποκλειστικά μέσω της εκλεγμένης κυβέρνησης. Παράλληλα, το Πεκίνο έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι στηρίζει τη διατήρηση της δυναμικής των ειρηνευτικών συνομιλιών και θεωρεί ότι οι περιφερειακές κρίσεις πρέπει να επιλύονται μέσω πολιτικού διαλόγου και όχι στρατιωτικής επιβολής.
Η εικόνα αυτή συμπίπτει με μια ευρύτερη στρατηγική αντίληψη που τα τελευταία χρόνια προβάλλεται συστηματικά από τη Ρωσία, την Κίνα και αρκετές χώρες του Παγκόσμιου Νότου. Η βασική της αρχή είναι ότι η ασφάλεια δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στη μονομερή κυριαρχία μιας υπερδύναμης, αλλά σε μια νέα ισορροπία, όπου διαφορετικά κέντρα ισχύος συνδιαμορφώνουν τους κανόνες της διεθνούς τάξης. Η πολυπολικότητα, υπό αυτή την έννοια, δεν αποτελεί ιδεολογικό σύνθημα αλλά μηχανισμό διαχείρισης των συγκρούσεων.
Δεν είναι τυχαίο ότι στις περισσότερες παρεμβάσεις του το κινεζικό Υπουργείο Εξωτερικών αποφεύγει τη γλώσσα της «νίκης» ή της «ήττας». Αντίθετα, επιμένει στις έννοιες της αμοιβαίας ασφάλειας, της κυριαρχίας των κρατών και της πολιτικής διευθέτησης μέσω διαλόγου. Η ίδια φιλοσοφία διαπερνά και τη ρωσική διπλωματική προσέγγιση, η οποία τα τελευταία χρόνια προβάλλει σταθερά την ανάγκη ενός διεθνούς συστήματος χωρίς μονομερείς ηγεμονίες, όπου καμία δύναμη δεν μπορεί να επιβάλλει μόνη της τη βούλησή της.
Από αυτή την οπτική, η αρχή της ταυτόχρονης εφαρμογής των μέτρων αποκλιμάκωσης αποκτά ακόμη βαθύτερη σημασία. Δεν πρόκειται μόνο για έναν τεχνικό μηχανισμό οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Αντανακλά μια νέα αντίληψη για τις διεθνείς σχέσεις, σύμφωνα με την οποία η σταθερότητα δεν μπορεί να προκύψει από τη μονομερή υποχώρηση του ενός μέρους, αλλά μόνο από την αμοιβαία αναγνώριση της ισχύος και της αξιοπρέπειας όλων των εμπλεκομένων.
Εάν αυτή η λογική επικρατήσει, τότε η κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ θα καταγραφεί στην ιστορία όχι μόνο ως μια περιφερειακή διπλωματική επιτυχία. Θα αποτελέσει ακόμη μία ένδειξη ότι η διεθνής τάξη μεταβαίνει σταδιακά από το μονοπολικό μοντέλο της μεταψυχροπολεμικής εποχής σε ένα πολυκεντρικό σύστημα, όπου ακόμη και οι ισχυρότερες δυνάμεις αναγκάζονται να διαπραγματεύονται ως ισότιμοι συνομιλητές και όχι ως αποκλειστικοί διαμορφωτές των εξελίξεων.






