Πώς το Πακιστάν, η Κίνα και το Ιράν οικοδομούν τον πολυπολικό κόσμο πίσω από τις κάμερες, ενώ η αμερικανική ηγεμονία αναγκάζεται να ζητήσει διαμεσολάβηση.
«Η μονοπολικότητα είναι η άρνηση της Ιστορίας. Η πολυπολικότητα είναι η επιστροφή της.»
Αλεξάντερ Ντούγκιν
Για περισσότερο από τρεις δεκαετίες η Δύση πίστεψε ότι είχε αποκτήσει το αποκλειστικό δικαίωμα να ορίζει τους κανόνες της διεθνούς πολιτικής. Οι πόλεμοι άρχιζαν όταν το αποφάσιζε η Ουάσιγκτον, οι ειρηνευτικές διαδικασίες προχωρούσαν όταν το επέτρεπαν οι δυτικές πρωτεύουσες και οι διαπραγματεύσεις θεωρούνταν προέκταση της αμερικανικής ισχύος. Ολόκληρη η μεταψυχροπολεμική εποχή οικοδομήθηκε πάνω στην πεποίθηση ότι υπήρχε ένα μόνο κέντρο αποφάσεων και ότι όλοι οι υπόλοιποι λαοί όφειλαν να προσαρμοστούν σε αυτό.
Οι τελευταίες όμως εξελίξεις γύρω από το Ιράν δείχνουν ότι αυτή η εποχή πλησιάζει στο τέλος της. Όχι επειδή εμφανίστηκε μια νέα αυτοκρατορία για να αντικαταστήσει την προηγούμενη, αλλά επειδή η ίδια η δομή της παγκόσμιας ισχύος μεταβάλλεται. Η διπλωματία παύει να είναι μονοδιάστατη και μετατρέπεται σε ένα σύνθετο δίκτυο πολιτισμών, περιφερειακών δυνάμεων και παράλληλων διαύλων επικοινωνίας που λειτουργούν πέρα από τα παραδοσιακά δυτικά κέντρα εξουσίας.
Οι πληροφορίες που κυκλοφόρησαν τις τελευταίες ημέρες, αν και αρκετές από αυτές δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα και πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα επιφύλαξη, παρουσιάζουν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον γεωπολιτικό μοτίβο. Σύμφωνα με αυτές, η Ουάσιγκτον φέρεται να ζήτησε από το Πακιστάν να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής προς την Τεχεράνη, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα το Πεκίνο εμφανίζεται να διαβιβάζει μήνυμα πλήρους πολιτικής στήριξης προς την ίδια αποστολή. Εάν οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε δεν πρόκειται απλώς για ακόμη μία μυστική διπλωματική πρωτοβουλία. Πρόκειται για μια σιωπηλή αναγνώριση ότι ακόμη και η ισχυρότερη δύναμη του πλανήτη δεν μπορεί πλέον να επιβάλει μόνη της τις εξελίξεις.
Αυτό ακριβώς είναι το ουσιαστικότερο στοιχείο της υπόθεσης. Δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία ποιος πραγματοποίησε το τηλεφώνημα ή ποιος μετέφερε το μήνυμα. Η πραγματική είδηση βρίσκεται αλλού. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να αναζητά διαύλους μέσω τρίτων κρατών, ενώ η Κίνα δεν περιορίζεται στον ρόλο του οικονομικού εταίρου, αλλά αρχίζει να λειτουργεί ως στρατηγικός εγγυητής μιας νέας αρχιτεκτονικής διεθνών σχέσεων.
Η διπλωματία της σκιάς δεν είναι μια παρένθεση στην Ιστορία. Είναι το πρώτο χαρακτηριστικό του πολυπολικού κόσμου που αναδύεται.
Η Σιωπηλή Επιστροφή της Διαμεσολάβησης
Για πολλά χρόνια, η αμερικανική εξωτερική πολιτική στηρίχθηκε σε μία θεμελιώδη παραδοχή: ότι η ίδια μπορούσε να επιλέγει πότε θα ανοίγει και πότε θα κλείνει τους διαύλους επικοινωνίας με τους αντιπάλους της. Η διπλωματία δεν λειτουργούσε ως διαδικασία αμοιβαίας συνεννόησης αλλά ως εργαλείο διαχείρισης της ισχύος. Όποιος επιθυμούσε διάλογο όφειλε πρώτα να αποδεχθεί τους όρους της Ουάσιγκτον.
Οι πληροφορίες που άρχισαν να διαρρέουν τις τελευταίες ημέρες παρουσιάζουν μια εικόνα εντελώς διαφορετική.
Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πηγές που μέχρι στιγμής δεν έχουν επιβεβαιωθεί επισήμως, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών φέρεται να ζήτησε από τον αρχηγό του πακιστανικού στρατού, στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ, να αναλάβει διαμεσολαβητική αποστολή προς την Τεχεράνη, με σκοπό την επαναλειτουργία ενός διαύλου επικοινωνίας που είχε ουσιαστικά παγώσει μετά την κατάρρευση των προηγούμενων επαφών.
Εφόσον οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια εξέλιξη με ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία.
Όχι επειδή το Πακιστάν αναλαμβάνει έναν νέο διπλωματικό ρόλο. Τα κράτη άλλωστε χρησιμοποιούν συχνά τρίτους διαμεσολαβητές όταν οι απευθείας επαφές καθίστανται πολιτικά δύσκολες.
Η ουσία βρίσκεται αλλού.
Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η ίδια η υπερδύναμη εμφανίζεται να αναζητά έναν ενδιάμεσο για να αποκαταστήσει έναν δίαυλο που η ίδια είχε εγκαταλείψει.
Η λεπτομέρεια αυτή ίσως αποδειχθεί σημαντικότερη από ολόκληρη την αποστολή.
Οι αυτοκρατορίες διαμεσολαβούν.
Σπανίως διαμεσολαβούνται.
Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι η πακιστανική αντιπροσωπεία παρέμεινε στην Τεχεράνη περισσότερο από όσο είχε αρχικά προγραμματιστεί, πραγματοποιώντας διαδοχικές συναντήσεις με κορυφαίους αξιωματούχους της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Το γεγονός αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει την ύπαρξη συμφωνίας. Υποδηλώνει όμως ότι οι συνομιλίες δεν περιορίστηκαν σε μια εθιμοτυπική ανταλλαγή απόψεων.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια δεύτερη πληροφορία, σύμφωνα με την οποία, μετά την επιστροφή του στο Ισλαμαμπάντ, ο υπουργός Εσωτερικών του Πακιστάν μετέβη σχεδόν αμέσως στην αμερικανική διπλωματική αποστολή για να μεταφέρει τα αποτελέσματα της αποστολής. Εάν η πληροφορία αυτή επιβεβαιωθεί, τότε η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη μιας κλασικής «διπλωματίας εκκρεμούς», όπου ένα τρίτο κράτος λειτουργεί ως αγγελιοφόρος μεταξύ δύο αντιπάλων που αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να συνομιλήσουν απευθείας.
Το ενδιαφέρον, όμως, δεν περιορίζεται στην τεχνική της διαπραγμάτευσης.
Αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο.
Η εποχή κατά την οποία η Ουάσιγκτον μπορούσε να θεωρεί αυτονόητο ότι όλοι οι δίαυλοι επικοινωνίας περνούν αποκλειστικά μέσα από τη δική της διπλωματική αρχιτεκτονική φαίνεται να υποχωρεί. Στη θέση της αναδύεται ένα πολύ πιο σύνθετο σύστημα, όπου περιφερειακές δυνάμεις, αυτόνομα πολιτικά κέντρα και νέοι γεωπολιτικοί άξονες αποκτούν τη δυνατότητα να επηρεάζουν καθοριστικά τις διεθνείς εξελίξεις.
Η διπλωματία δεν μετακινείται απλώς από το φως στη σκιά.
Μετακινείται από τη μονοπολικότητα στην πολυπολικότητα.
Το Μήνυμα του Πεκίνου
Εάν η αποστολή του Πακιστάν προς την Τεχεράνη αποδειχθεί ότι αποτέλεσε τον δίαυλο επικοινωνίας της Ουάσιγκτον, τότε το σημαντικότερο γεγονός δεν ήταν η ίδια η διαμεσολάβηση.
Ήταν αυτό που φέρεται να συνέβη παράλληλα με αυτήν.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, κατά τη διάρκεια των συνομιλιών στην Τεχεράνη διαβιβάστηκε προς την πακιστανική αντιπροσωπεία μήνυμα από το γραφείο του υπουργού Εξωτερικών της Κίνας, Ουάνγκ Γι. Το περιεχόμενο του μηνύματος, εφόσον αποδίδεται ορθά, ήταν εξαιρετικά σαφές. Το Πεκίνο δήλωνε ότι στηρίζει πλήρως κάθε κοινή απόφαση που θα λάμβαναν το Πακιστάν και το Ιράν και ότι βρίσκεται πολιτικά πίσω από τη διαδικασία.
Η πληροφορία αυτή δεν έχει επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα και οφείλει να αντιμετωπίζεται με τη δέουσα προσοχή. Ωστόσο, ακόμη και ως ένδειξη, αποτυπώνει μια πραγματικότητα που έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται στη διεθνή σκηνή.
Η Κίνα δεν αρκείται πλέον στον ρόλο του οικονομικού γίγαντα που επενδύει σε λιμάνια, σιδηροδρόμους και ενεργειακά έργα.
Αναλαμβάνει σταδιακά και πολιτικό βάρος.
Δεν επιδιώκει να υποκαταστήσει την αμερικανική ηγεμονία δημιουργώντας μια νέα μονοπολική τάξη. Αντιθέτως, επιχειρεί να οικοδομήσει ένα σύστημα στο οποίο οι περιφερειακές δυνάμεις θα διαθέτουν μεγαλύτερη αυτονομία και οι μεγάλες αποφάσεις δεν θα λαμβάνονται αποκλειστικά σε μία πρωτεύουσα.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η βαθύτερη διαφορά ανάμεσα στη μονοπολική και την πολυπολική αντίληψη της διεθνούς πολιτικής.
Στη μονοπολικότητα, οι σύμμαχοι λειτουργούν ως προεκτάσεις του κέντρου ισχύος.
Στην πολυπολικότητα, τα κράτη μετατρέπονται σε αυτόνομους πόλους που συνεργάζονται χωρίς να χάνουν την κυριαρχία τους.
Το Πακιστάν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης. Για δεκαετίες υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους στρατηγικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών στη Νότια Ασία. Σήμερα, όμως, συμμετέχει ενεργά στους κινεζικούς διαδρόμους του Belt and Road Initiative, διατηρεί στενή στρατηγική συνεργασία με το Πεκίνο και ταυτόχρονα συνομιλεί με την Τεχεράνη και την Ουάσιγκτον.
Δεν πρόκειται για διπλωματική ασάφεια.
Πρόκειται για την πολιτική συμπεριφορά ενός κόσμου που δεν αποδέχεται πλέον αποκλειστικές σφαίρες επιρροής.
Εάν πράγματι το Πεκίνο προσέφερε πολιτική κάλυψη στην πακιστανική πρωτοβουλία, τότε η εικόνα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος. Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να αναζητά έναν διαμεσολαβητή, ενώ πίσω από τον διαμεσολαβητή βρίσκεται μια δεύτερη μεγάλη δύναμη, ικανή να εγγυηθεί ότι οι συνομιλίες δεν θα εξαρτώνται αποκλειστικά από την αμερικανική βούληση.
Αυτή είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική εικόνα της νέας εποχής.
Οι μεγάλες δυνάμεις δεν συνομιλούν πλέον μόνο μεταξύ τους.
Συνομιλούν μέσα από ένα πλέγμα περιφερειακών πολιτισμών, στρατηγικών αξόνων και γεωπολιτικών ισορροπιών που καμία αυτοκρατορία δεν μπορεί πλέον να ελέγξει μόνη της.
Η διπλωματία της σκιάς αποκαλύπτει έτσι κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια μυστική αποστολή.
Αποκαλύπτει ότι η αρχιτεκτονική του πολυπολικού κόσμου δεν οικοδομείται με θεαματικές διακηρύξεις, αλλά με αθόρυβες συμμαχίες που, μία προς μία, αφαιρούν από τη μονοπολική τάξη το προνόμιο να θεωρεί τον εαυτό της μοναδικό διαχειριστή της Ιστορίας.
Η Τεχεράνη δεν Ζήτησε Ειρήνη. Ζήτησε Ισοτιμία.
Εάν υπάρχει ένα στοιχείο που ξεχωρίζει από όλες τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί γύρω από τις πρόσφατες επαφές, αυτό δεν αφορά την πιθανότητα επανέναρξης των συνομιλιών. Αφορά τους όρους υπό τους οποίους η Ισλαμική Δημοκρατία εμφανίζεται διατεθειμένη να επιστρέψει στο τραπέζι.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, η ιρανική πλευρά δεν πρότεινε μια νέα συμφωνία ούτε παρουσίασε ένα διαφορετικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης. Αντιθέτως, φέρεται να επανέλαβε ότι εξακολουθεί να αποδέχεται το προηγούμενο μνημόνιο κατανόησης που είχε συμφωνηθεί στο Ισλαμαμπάντ, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι αυτή τη φορά οι δεσμεύσεις θα τηρηθούν και από την άλλη πλευρά.
Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.
Δεν πρόκειται για υποχώρηση της Τεχεράνης.
Δεν πρόκειται για αλλαγή στρατηγικής.
Πρόκειται για την επανάληψη μιας θέσης που, σύμφωνα με το ίδιο το Ιράν, δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ.
Η διαφορά είναι ότι σήμερα δεν εμφανίζεται η Τεχεράνη να αναζητά τρόπο επιστροφής στις συνομιλίες. Εμφανίζεται η Ουάσιγκτον να αναζητά τρόπο επιστροφής σε έναν διάλογο που η ίδια είχε οδηγήσει σε αδιέξοδο.
Αυτή η αντιστροφή των ρόλων είναι ίσως σημαντικότερη από οποιαδήποτε πιθανή συμφωνία.
Για δεκαετίες η αμερικανική διπλωματία λειτουργούσε με την παραδοχή ότι οι συνομιλίες αποτελούσαν προνόμιο της ισχύος. Η συμμετοχή σε αυτές παρουσιαζόταν σχεδόν ως ανταμοιβή προς εκείνον που αποδεχόταν τους όρους της Δύσης.
Η σημερινή εικόνα δείχνει κάτι διαφορετικό.
Το Ιράν εμφανίζεται να θεωρεί ότι δεν έχει λόγο να μεταβάλει τις βασικές του θέσεις μόνο και μόνο επειδή η άλλη πλευρά επιθυμεί την επανέναρξη του διαλόγου. Η διαπραγμάτευση παύει να αποτελεί διαδικασία επιβολής όρων και μετατρέπεται, τουλάχιστον σε επίπεδο αρχής, σε σχέση αμοιβαίας αναγνώρισης.
Παράλληλα, δημοσιογραφικές πηγές κάνουν λόγο για έναν νέο μηχανισμό συνεννόησης, ο οποίος θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την επανεκκίνηση της διαδικασίας. Οι πληροφορίες αυτές παραμένουν ανεπιβεβαίωτες και δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθούν ως δεδομένο γεγονός. Ωστόσο, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται τόσο στις επιμέρους τεχνικές λεπτομέρειες όσο στη συνολική πολιτική κατεύθυνση που αποτυπώνουν.
Το Ιράν εμφανίζεται να επιδιώκει μια συνολική αναδιάταξη των όρων ασφαλείας στην περιοχή και όχι μια αποσπασματική συμφωνία περιορισμένη αποκλειστικά στο πυρηνικό του πρόγραμμα. Η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών, η διακοπή των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η άρση των μέτρων αποκλεισμού και η δημιουργία συνθηκών που θα επιτρέψουν την ομαλή οικονομική λειτουργία της χώρας παρουσιάζονται ως στοιχεία του ίδιου προβλήματος και όχι ως ξεχωριστά ζητήματα προς διαπραγμάτευση.
Αυτό αποκαλύπτει μια βαθύτερη αλλαγή.
Η Τεχεράνη δεν αντιμετωπίζει πλέον τον εαυτό της ως ένα κράτος που βρίσκεται υπό διαρκή διαπραγμάτευση με τη Δύση.
Αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως έναν αυτόνομο γεωπολιτικό πόλο, ο οποίος θεωρεί ότι διαθέτει την ισχύ και τις συμμαχίες ώστε να διαπραγματεύεται από θέση στρατηγικής ισοτιμίας.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ανατροπή της μεταψυχροπολεμικής εποχής.
Δεν αλλάζουν μόνο οι συσχετισμοί ισχύος.
Αλλάζει η ίδια η ψυχολογία της διεθνούς πολιτικής. Οι πολιτισμοί που επί δεκαετίες καλούνταν να προσαρμοστούν στη μονοπολική τάξη εμφανίζονται πλέον να απαιτούν κάτι πολύ διαφορετικό.
Όχι προνόμια. Ισοτιμία.
Η Πυρηνική Αποτροπή και το Τέλος της Πολιτικής των Κυρώσεων
Για περισσότερες από δύο δεκαετίες, ολόκληρη η δυτική στρατηγική απέναντι στο Ιράν οικοδομήθηκε πάνω σε μία βασική παραδοχή. Ότι η οικονομική πίεση, οι χρηματοπιστωτικές κυρώσεις και η διεθνής απομόνωση θα ανάγκαζαν τελικά την Τεχεράνη να εγκαταλείψει τις στρατηγικές της επιλογές.
Η πραγματικότητα φαίνεται να εξελίχθηκε διαφορετικά.
Αντί να περιοριστεί, το Ιράν επένδυσε συστηματικά στην αυτάρκεια, στην τεχνολογική του ανάπτυξη και στη δημιουργία ενός πολύ ευρύτερου πλέγματος στρατηγικών συνεργασιών με κράτη που επίσης αμφισβητούν τη μονοπολική τάξη. Οι κυρώσεις προκάλεσαν σοβαρό οικονομικό κόστος, δεν κατάφεραν όμως να κάμψουν την πολιτική βούληση της χώρας ούτε να ανατρέψουν το γεωπολιτικό της δόγμα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι πρόσφατες πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η ανώτατη πολιτική ηγεσία του Ιράν φέρεται να έχει εγκρίνει, τουλάχιστον σε επίπεδο πολιτικής εξουσιοδότησης, το ενδεχόμενο εμπλουτισμού ουρανίου σε ποσοστό που προσεγγίζει το 90%.
Η πληροφορία αυτή δεν έχει επιβεβαιωθεί από επίσημες ιρανικές πηγές ούτε υπάρχουν δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι μια τέτοια απόφαση έχει ήδη υλοποιηθεί. Είναι κρίσιμο να διαχωρίζεται η πολιτική έγκριση από την πραγματική τεχνική εφαρμογή, διότι πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα με διαφορετικές γεωπολιτικές συνέπειες.
Ωστόσο, ακόμη και η συζήτηση γύρω από ένα τέτοιο ενδεχόμενο αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο.
Η πυρηνική τεχνολογία έχει πάψει να αποτελεί αποκλειστικά επιστημονικό ή στρατιωτικό ζήτημα.
Έχει μετατραπεί σε εργαλείο γεωπολιτικής αποτροπής.
Το μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει η Τεχεράνη δεν είναι απαραίτητα ότι επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικού όπλου. Το μήνυμα είναι ότι διαθέτει πλέον τις επιστημονικές, τεχνολογικές και βιομηχανικές δυνατότητες ώστε κανείς να μην μπορεί να αγνοήσει το κόστος μιας στρατιωτικής αναμέτρησης.
Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί η πολιτική των κυρώσεων εμφανίζει ολοένα και μικρότερη αποτελεσματικότητα.
Οι κυρώσεις σχεδιάστηκαν για έναν κόσμο όπου η Δύση έλεγχε σχεδόν αποκλειστικά το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, τις τεχνολογικές αλυσίδες και τις βασικές εμπορικές ροές. Σήμερα όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η Κίνα αποτελεί τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο του Ιράν. Η συμμετοχή της χώρας στους BRICS, στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης και στους ευρασιατικούς διαδρόμους μεταφορών δημιουργεί εναλλακτικά δίκτυα οικονομικής επιβίωσης που πριν από λίγα χρόνια δεν υπήρχαν.
Δεν είναι τυχαίο ότι η κινεζική διπλωματία εξακολουθεί να απορρίπτει τις μονομερείς κυρώσεις ως μέσο άσκησης διεθνούς πολιτικής. Η θέση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια διπλωματική διαφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντανακλά τη σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για την παγκόσμια τάξη. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η λογική της οικονομικής τιμωρίας ως εργαλείου διατήρησης της ηγεμονίας. Από την άλλη αναδύεται ένα σύστημα που επιχειρεί να οικοδομήσει παράλληλους οικονομικούς θεσμούς, ικανούς να περιορίσουν την αποτελεσματικότητα αυτής της πίεσης.
Ίσως λοιπόν το σημαντικότερο συμπέρασμα να μην αφορά το αν το Ιράν θα φθάσει ή όχι σε υψηλότερα επίπεδα εμπλουτισμού ουρανίου.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η Δύση εξακολουθεί να διαθέτει τα μέσα για να επιβάλει μονομερώς τις στρατηγικές της επιλογές σε έναν κόσμο που, μέρα με τη μέρα, αποκτά εναλλακτικά κέντρα ισχύος.
Γιατί όταν οι κυρώσεις παύουν να αλλάζουν τη συμπεριφορά των κρατών, δεν αποδυναμώνεται μόνο το κράτος που τις υφίσταται.
Αποδυναμώνεται και το ίδιο το εργαλείο της ηγεμονίας.
Οι Κυρώσεις δεν Στοχεύουν το Ιράν. Στοχεύουν την Ευρασία.
Στη δημόσια ρητορική της Δύσης, οι νέες κυρώσεις παρουσιάζονται ως ακόμη ένα μέσο πίεσης προς την Τεχεράνη. Η επίσημη επιχειρηματολογία παραμένει γνώριμη: αποτροπή του πυρηνικού προγράμματος, προστασία της περιφερειακής ασφάλειας και διατήρηση της διεθνούς σταθερότητας.
Η πραγματική γεωπολιτική εικόνα, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη.
Το Ιράν δεν αποτελεί πλέον μια απομονωμένη οικονομία που μπορεί να αποκλειστεί εύκολα από τις διεθνείς αγορές. Είναι πλέον οργανικό τμήμα ενός ευρύτερου ευρασιατικού συστήματος, μέσα στο οποίο η Κίνα, η Ρωσία και οι αναδυόμενες δυνάμεις του Παγκόσμιου Νότου οικοδομούν εναλλακτικές οικονομικές, ενεργειακές και χρηματοπιστωτικές δομές.
Η συμμετοχή της Τεχεράνης στους BRICS, στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης και στους κινεζικούς διαδρόμους της Belt and Road Initiative δεν αποτελεί απλή διπλωματική επιλογή.
Αποτελεί στοιχείο μιας νέας γεωοικονομικής πραγματικότητας.
Η Κίνα έχει εξελιχθεί στον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο του Ιράν. Οι ενεργειακές συμφωνίες των δύο χωρών δεν περιορίζονται στην αγορά πετρελαίου, αλλά εντάσσονται σε έναν μακροχρόνιο στρατηγικό σχεδιασμό που περιλαμβάνει επενδύσεις, υποδομές, μεταφορές και τεχνολογική συνεργασία. Υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε προσπάθεια οικονομικής απομόνωσης της Τεχεράνης επηρεάζει αναπόφευκτα και τα κινεζικά συμφέροντα.
Γι' αυτό και οι τελευταίες κυρώσεις δεν μπορούν να αναγνωστούν αποκλειστικά ως μέτρο πίεσης προς το Ιράν.
Στην πραγματικότητα αποτελούν δοκιμασία αντοχής ολόκληρης της ευρασιατικής αρχιτεκτονικής που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια.
Εάν η Ουάσιγκτον επεκτείνει τις κυρώσεις σε μεγάλες κινεζικές τράπεζες ή επιχειρήσεις που συνεργάζονται με την Τεχεράνη, η σύγκρουση παύει να αφορά αποκλειστικά το ιρανικό ζήτημα.
Μετατρέπεται σε άμεση οικονομική αντιπαράθεση με την ίδια την Κίνα.
Και εκεί ακριβώς αναδεικνύεται το στρατηγικό αδιέξοδο της μονοπολικής λογικής.
Για τριάντα χρόνια οι οικονομικές κυρώσεις λειτούργησαν επειδή σχεδόν ολόκληρη η παγκόσμια οικονομία εξαρτιόταν από ένα ενιαίο χρηματοπιστωτικό σύστημα, από το δολάριο και από θεσμούς που ελέγχονταν σε μεγάλο βαθμό από τη Δύση.
Σήμερα όμως η πραγματικότητα μεταβάλλεται με ταχύτητα.
Κάθε νέα μονομερής κύρωση λειτουργεί ταυτόχρονα και ως κίνητρο για την ανάπτυξη εναλλακτικών μηχανισμών πληρωμών, νέων τραπεζικών δικτύων και εμπορικών συναλλαγών εκτός του δυτικού χρηματοπιστωτικού πλαισίου.
Με άλλα λόγια, το ίδιο το όπλο της οικονομικής ηγεμονίας αρχίζει να φθείρεται από την υπερβολική χρήση του. Η Ιστορία δείχνει ότι κάθε αυτοκρατορία, όταν διαθέτει ένα αποτελεσματικό εργαλείο ισχύος, τείνει να το χρησιμοποιεί ολοένα και συχνότερα. Μέχρι τη στιγμή που η επανάληψη παύει να παράγει φόβο και αρχίζει να παράγει προσαρμογή. Ίσως αυτό ακριβώς να συμβαίνει σήμερα. Οι κυρώσεις δεν καταρρέουν επειδή έγιναν λιγότερο αυστηρές. Καταρρέουν επειδή ο υπόλοιπος κόσμος έπαψε να θεωρεί ότι δεν υπάρχει ζωή έξω από το σύστημα που τις παράγει.
Και όταν οι πολιτισμοί αρχίζουν να οικοδομούν τους δικούς τους οικονομικούς θεσμούς, τις δικές τους ενεργειακές διαδρομές και τους δικούς τους χρηματοπιστωτικούς μηχανισμούς, τότε η μονοπολικότητα δεν χάνει απλώς ένα εργαλείο πίεσης.
Χάνει το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδόμησε την παγκόσμια κυριαρχία της.
Η Κίνα δεν αντικαθιστά την Αυτοκρατορία. Την Καθιστά Περιττή.
Αν υπάρχει μία πληροφορία που ξεχωρίζει μέσα από όλες τις διαρροές για την αποστολή του Ασίμ Μουνίρ στην Τεχεράνη, δεν είναι οι ίδιες οι συνομιλίες με τους Ιρανούς αξιωματούχους. Είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με την πηγή, κατά τη διάρκεια των επαφών μεταφέρθηκε μήνυμα από το γραφείο του Ουάνγκ Γι προς την πακιστανική αντιπροσωπεία. Το περιεχόμενο ήταν λιτό αλλά στρατηγικά βαρύ: η Κίνα στηρίζει πλήρως όποια κοινή απόφαση λάβουν το Πακιστάν και το Ιράν. Η πληροφορία παραμένει μονοπηγή και δεν μπορεί να θεωρηθεί επιβεβαιωμένη. Ωστόσο, ακόμη και ως ένδειξη, ταιριάζει απόλυτα με τη μακροπρόθεσμη κινεζική στρατηγική, η οποία εδώ και χρόνια αποφεύγει τις θεαματικές κινήσεις και προτιμά να μεταβάλλει αθόρυβα τους συσχετισμούς ισχύος.
Η Δύση έχει συνηθίσει να αντιλαμβάνεται τη γεωπολιτική μέσα από την εικόνα του ηγεμόνα που επιβάλλει τη βούλησή του. Η αμερικανική ισχύς στηρίχθηκε σε στρατιωτικές βάσεις, αεροπλανοφόρα, κυρώσεις, έλεγχο του χρηματοπιστωτικού συστήματος και στην ικανότητα να μετατρέπει κάθε περιφερειακή κρίση σε υπόθεση της Ουάσιγκτον. Η κινεζική αντίληψη κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν επιδιώκει να βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε διαπραγμάτευσης. Επιδιώκει να δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου οι υπόλοιποι δρώντες θα μπορούν να συνεννοούνται χωρίς να χρειάζονται την αμερικανική έγκριση. Αυτή είναι η ουσία της πολυπολικότητας. Δεν πρόκειται για αντικατάσταση μιας αυτοκρατορίας από μια άλλη, αλλά για τη διάλυση του ίδιου του μηχανισμού που καθιστά αναγκαία την ύπαρξη μιας μοναδικής αυτοκρατορικής αρχής.
Αν πράγματι μεταφέρθηκε αυτό το μήνυμα, τότε η αποστολή του Μουνίρ άλλαξε χαρακτήρα. Δεν ήταν πλέον ένας μεσολαβητής που ενεργούσε αποκλειστικά κατ' εντολή της Ουάσιγκτον. Ήταν ένας διαμεσολαβητής που γνώριζε ότι πίσω από την προσπάθεια βρισκόταν και η σιωπηρή υποστήριξη της μεγαλύτερης οικονομικής δύναμης της Ασίας. Αυτό μεταβάλλει την ψυχολογία της διαπραγμάτευσης. Η Τεχεράνη δεν εμφανίζεται πλέον ως απομονωμένος συνομιλητής που πιέζεται να υποχωρήσει, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου ευρασιατικού πλαισίου, μέσα στο οποίο υπάρχουν εναλλακτικές οικονομικές, ενεργειακές και διπλωματικές διαδρομές.
Εδώ αποκαλύπτεται και η βαθύτερη αδυναμία της μονοπολικής λογικής. Για δεκαετίες θεωρούσε δεδομένο ότι κάθε διεθνής κρίση θα κατέληγε αναγκαστικά στην αμερικανική διαμεσολάβηση, επειδή δεν υπήρχε άλλη αξιόπιστη αρχιτεκτονική ασφαλείας. Σήμερα όμως διαμορφώνεται σταδιακά ένα διαφορετικό σύστημα. Δεν στηρίζεται στην επιβολή, αλλά στη διασύνδεση. Δεν στηρίζεται στον φόβο, αλλά στην αμοιβαία εξάρτηση. Και όσο επεκτείνονται οι BRICS, ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, οι χερσαίοι διάδρομοι της Ευρασίας και οι συναλλαγές εκτός δολαρίου, τόσο δυσκολότερο γίνεται για οποιαδήποτε δύναμη να επιβάλει μονομερώς τη θέλησή της.
Αυτό ίσως είναι και το σημαντικότερο μήνυμα που αφήνει πίσω της αυτή η υπόθεση. Η πραγματική δύναμη της Κίνας δεν βρίσκεται στο ότι μπορεί να διαδεχθεί τις Ηνωμένες Πολιτείες ως νέα παγκόσμια ηγεμονία. Βρίσκεται στο ότι συμβάλλει στη δημιουργία ενός κόσμου όπου καμία ηγεμονία δεν είναι πλέον απαραίτητη. Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου η μονοπολικότητα παύει να αποτελεί ιστορικό πεπρωμένο και μετατρέπεται σε μια εποχή που φτάνει σταδιακά στο τέλος της.
Η Αυτοκρατορία Διαπραγματεύεται Μόνο όταν Παύει να Επιβάλλεται
Υπάρχει ένας άγραφος κανόνας στην ιστορία των αυτοκρατοριών. Όσο διατηρούν την πεποίθηση ότι μπορούν να επιβάλουν τη βούλησή τους, δεν διαπραγματεύονται πραγματικά. Οι συνομιλίες λειτουργούν ως εργαλείο πίεσης, οι συμφωνίες ως μέσο κατοχύρωσης ήδη ειλημμένων αποφάσεων και η διπλωματία ως προέκταση της ισχύος. Όταν όμως η στρατηγική πραγματικότητα αλλάζει, τότε αλλάζει και η γλώσσα της εξουσίας. Η διπλωματία παύει να είναι πολυτέλεια και μετατρέπεται σε ανάγκη.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να υποδηλώνουν οι πληροφορίες γύρω από την πρόσφατη πακιστανική αποστολή στην Τεχεράνη. Εάν πράγματι η πρωτοβουλία ξεκίνησε ύστερα από αμερικανικό αίτημα, τότε η σημασία της δεν βρίσκεται μόνο στο ότι ανοίγει ένας ακόμη δίαυλος επικοινωνίας. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η Ουάσιγκτον εμφανίζεται, για πρώτη φορά μετά από καιρό, να αναζητά έναν τρόπο αποκλιμάκωσης χωρίς να μπορεί να υπαγορεύσει εκ των προτέρων τους όρους της.
Η στάση της Τεχεράνης είναι αποκαλυπτική. Σύμφωνα με όσα μεταφέρθηκαν, η ιρανική ηγεσία δεν παρουσίασε κάποιο νέο πακέτο παραχωρήσεων ούτε επιχείρησε να διαμορφώσει μια διαφορετική βάση διαπραγμάτευσης. Αντιθέτως, επανέλαβε ότι μπορεί να επιστρέψει στο ήδη υπάρχον πλαίσιο κατανόησης, εφόσον αυτό γίνει σεβαστό και εφαρμοστεί στην πράξη. Με άλλα λόγια, το Ιράν δεν εμφανίζεται ως η πλευρά που αναζητά διέξοδο από την απομόνωση, αλλά ως εκείνη που θεωρεί ότι η άλλη πλευρά είναι αυτή που οφείλει να αποφασίσει αν θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της.
Η διαφορά είναι ουσιαστική. Στη μονοπολική εποχή, η διαπραγμάτευση ξεκινούσε συνήθως από την παραδοχή ότι ο αντίπαλος όφειλε πρώτα να υποχωρήσει και στη συνέχεια να συζητήσει. Σήμερα, οι διαθέσιμες ενδείξεις δείχνουν μια αντιστροφή αυτής της λογικής. Η Τεχεράνη δεν δείχνει διατεθειμένη να διαπραγματευθεί υπό πίεση. Αντίθετα, αφήνει να εννοηθεί ότι ο διάλογος μπορεί να επανεκκινήσει μόνο εφόσον εγκαταλειφθεί η αντίληψη της μονομερούς επιβολής.
Αυτή η μεταβολή δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως ένδειξη αδυναμίας των Ηνωμένων Πολιτειών ούτε ως απόδειξη μιας δήθεν «ήττας» τους. Οι μεγάλες δυνάμεις εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστια στρατιωτική, οικονομική και τεχνολογική ισχύ. Εκείνο που αλλάζει είναι κάτι βαθύτερο. Η ισχύς αυτή δεν αρκεί πλέον από μόνη της για να παράγει τα πολιτικά αποτελέσματα που παρήγαγε πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια.
Η μετάβαση από τη μονοπολικότητα στην πολυπολικότητα δεν πραγματοποιείται με μία μάχη ούτε με μία συνθήκη. Εκδηλώνεται μέσα από δεκάδες μικρές στιγμές, στις οποίες η πραγματικότητα υποχρεώνει ακόμη και τον ισχυρότερο δρώντα να αναγνωρίσει ότι δεν είναι πλέον ο μοναδικός ρυθμιστής των εξελίξεων. Και ίσως αυτή η αθόρυβη μεταβολή να είναι ιστορικά σημαντικότερη από οποιαδήποτε στρατιωτική επιχείρηση, γιατί σηματοδοτεί το σημείο όπου η αυτοκρατορική βεβαιότητα αρχίζει να δίνει τη θέση της στην αναζήτηση ισορροπίας.
Η Πυρηνική Αποτροπή δεν Είναι Επιθετικό Δόγμα. Είναι το Όριο της Αυτοκρατορίας.
Ένα από τα πλέον ανησυχητικά στοιχεία των τελευταίων μηνών δεν είναι μόνο η ένταση στη Μέση Ανατολή, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα των πυρηνικών όπλων. Όλο και συχνότερα, αναλυτές, στρατιωτικοί και πολιτικοί αντιμετωπίζουν την πιθανότητα πυρηνικής κλιμάκωσης σαν να αποτελεί απλώς ένα ακόμη στάδιο μιας συμβατικής σύγκρουσης. Η ίδια η ιδέα ότι τα πυρηνικά μπορούν να ενταχθούν σε έναν «διαχειρίσιμο» πόλεμο αποκαλύπτει πόσο επικίνδυνα έχει μεταβληθεί η στρατηγική σκέψη.
Στις πληροφορίες που κυκλοφόρησαν για τις συνομιλίες της Τεχεράνης περιλαμβάνεται και ένας ιδιαίτερα ευαίσθητος ισχυρισμός. Σύμφωνα με μία και μόνο πηγή, ο Μοτζτάμπα Χαμενεΐ φέρεται να έχει εγκρίνει πολιτικά το ενδεχόμενο εμπλουτισμού ουρανίου σε επίπεδο 90%, χωρίς όμως να υπάρχει καμία ανεξάρτητη επιβεβαίωση ότι μια τέτοια απόφαση εφαρμόστηκε στην πράξη. Η ίδια η εκπομπή από την οποία προέρχεται η πληροφορία έκανε μια κρίσιμη διάκριση: άλλο η πολιτική έγκριση μιας δυνατότητας και άλλο η πραγματική υλοποίησή της. Η διαφορά αυτή δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια στρατηγική επιλογή και σε μια ιστορική τομή.
Ακόμη όμως και η συζήτηση γύρω από ένα τέτοιο ενδεχόμενο αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο. Η πυρηνική αποτροπή δεν είναι απλώς στρατιωτική ισχύς. Είναι πολιτική γλώσσα. Είναι η δήλωση ότι υπάρχει ένα όριο πέρα από το οποίο καμία δύναμη, όσο ισχυρή και αν είναι, δεν μπορεί να επιβάλει μονομερώς τη βούλησή της. Γι' αυτό και οι πυρηνικές δυνατότητες, πραγματικές ή δυνητικές, δεν αλλάζουν μόνο τις στρατιωτικές ισορροπίες. Μεταβάλλουν ολόκληρη τη διπλωματική αρχιτεκτονική.
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η λεγόμενη Αμοιβαία Εξασφαλισμένη Καταστροφή δεν λειτούργησε επειδή οι υπερδυνάμεις εμπιστεύονταν η μία την άλλη. Λειτούργησε επειδή και οι δύο αναγνώριζαν ότι υπήρχε ένα σημείο πέρα από το οποίο η νίκη έχανε κάθε νόημα. Η ισορροπία δεν γεννήθηκε από την καλή θέληση, αλλά από την κοινή επίγνωση ότι η ολοκληρωτική σύγκρουση θα κατέστρεφε τους πάντες.
Σήμερα, καθώς ο κόσμος μεταβαίνει από τη μονοπολικότητα στην πολυπολικότητα, αυτή η λογική αποκτά νέα σημασία. Όσο περισσότερα κράτη αποκτούν την τεχνολογική, βιομηχανική ή στρατηγική δυνατότητα να αποτρέψουν μια μονομερή επίθεση, τόσο δυσκολότερο γίνεται για οποιαδήποτε αυτοκρατορική δύναμη να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική υπεροχή ως απόλυτο εργαλείο πολιτικής επιβολής. Η ισχύς εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά δεν μπορεί πλέον να μετατρέπεται αυτόματα σε πολιτικό αποτέλεσμα.
Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο μήνυμα της σημερινής κρίσης. Η εποχή κατά την οποία μία μόνο δύναμη μπορούσε να καθορίζει τους κανόνες επειδή διέθετε αδιαμφισβήτητη στρατιωτική υπεροχή πλησιάζει στο τέλος της. Όχι επειδή η ισχύς εξαφανίστηκε, αλλά επειδή απέναντί της αναδύθηκαν νέες μορφές αποτροπής, νέες στρατηγικές ισορροπίες και νέοι πολιτισμικοί πόλοι που αρνούνται να αποδεχθούν ότι η ασφάλειά τους θα εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση ενός και μόνο κέντρου εξουσίας.