Οι Κυρώσεις σε Έναν Κόσμο που Αλλάζει. Όταν η οικονομική πίεση συναντά μια νέα ευρασιατική αρχιτεκτονική συνεργασίας.




 





«Η ιστορία δεν κινείται από μεμονωμένα γεγονότα, αλλά από τη μεταβολή των σχέσεων ισχύος που τα συνδέουν.»
Henry Kissinger

Στη γεωπολιτική, κανένα γεγονός δεν εμφανίζεται αποκομμένο από το προηγούμενο ούτε αποκτά νόημα από μόνο του. Οι διπλωματικές αποστολές, οι οικονομικές κυρώσεις, οι στρατιωτικές συμφωνίες και οι δημόσιες δηλώσεις αποτελούν κρίκους μιας ευρύτερης αλυσίδας εξελίξεων, η οποία αποκαλύπτεται μόνο όταν εξεταστεί ως ενιαίο σύνολο. Η ισχύς δεν ασκείται μόνο με στρατούς ή κεφάλαια, αλλά μέσα από τη διαμόρφωση νέων δικτύων συνεργασίας και νέων κέντρων αποφάσεων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι τελευταίες εξελίξεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Ο στρατάρχης του Πακιστάν Asim Munir πραγματοποίησε επίσκεψη στην Τεχεράνη, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον ανακοίνωνε νέο πακέτο οικονομικών κυρώσεων κατά του Ιράν και ταυτόχρονα επιδίωκε, σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί αλλά δεν έχουν επιβεβαιωθεί πλήρως, τη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας μέσω του ίδιου του Πακιστάν. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με πηγές που μέχρι στιγμής παραμένουν μη ανεξάρτητα επιβεβαιωμένες, το Ιράν φέρεται να έχει προσκληθεί να συμμετάσχει στη Συμφωνία της Μέκκας, ενώ η Τεχεράνη εξετάζει θετικά την πρόταση στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο.

Παράλληλα, στις 22 Αυγούστου, ο γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν προειδοποίησε δημόσια ότι κάθε κράτος που θα συμμετάσχει στον αμερικανικό οικονομικό πόλεμο κατά της χώρας θα αντιμετωπιστεί ως εχθρική δύναμη. Λίγες ημέρες αργότερα, ο υπουργός Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών Scott Bessent παρουσίασε το νέο πακέτο κυρώσεων, το οποίο χαρακτηρίστηκε από την Ουάσιγκτον ως η ισχυρότερη οικονομική επίθεση που έχει εξαπολυθεί εναντίον της Τεχεράνης, χωρίς όμως να κατονομάζει εξαρχής συγκεκριμένα κράτη ή να ενεργοποιεί άμεσα δευτερογενείς κυρώσεις κατά των βασικών εμπορικών εταίρων του Ιράν.

Το παρόν άρθρο διακρίνει αυστηρά τα επιβεβαιωμένα γεγονότα από τις πληροφορίες που βασίζονται σε ειδικές πηγές και δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα. Σκοπός του δεν είναι να παρουσιάσει εικασίες ως βεβαιότητες, αλλά να εξετάσει εάν οι εξελίξεις αυτές αποτελούν τα πρώτα ορατά σημάδια μιας βαθύτερης μεταβολής: της σταδιακής μετάβασης από ένα σύστημα όπου οι οικονομικές κυρώσεις αποτελούσαν το κυρίαρχο εργαλείο επιβολής ισχύος, σε μια νέα πολυπολική πραγματικότητα, όπου οι περιφερειακές συμμαχίες, οι χερσαίοι διάδρομοι, τα εναλλακτικά χρηματοπιστωτικά δίκτυα και η στρατηγική συνεργασία της Ευρασίας αναδιαμορφώνουν τις ισορροπίες ισχύος.


Οι Κυρώσεις ως Εργαλείο Ισχύος σε Μετάβαση

«Η ισχύς ενός κράτους δεν εξαρτάται μόνο από την ικανότητά του να επιβάλλει κυρώσεις, αλλά και από την ικανότητα των άλλων να τις παρακάμπτουν.»
Susan Strange

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, οι οικονομικές κυρώσεις αποτέλεσαν το αποτελεσματικότερο εργαλείο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η κυριαρχία του δολαρίου, η κεντρική θέση των δυτικών τραπεζών στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και η εξάρτηση του παγκόσμιου εμπορίου από θεσμούς που επηρεάζονται από την Ουάσιγκτον επέτρεψαν στις Ηνωμένες Πολιτείες να ασκούν πίεση πολύ πέρα από τα όρια της στρατιωτικής τους ισχύος.

Το νέο πακέτο κυρώσεων που παρουσίασε ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Scott Bessent επιχειρεί να συνεχίσει ακριβώς αυτή τη στρατηγική. Η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε την επέκταση της πολιτικής «μέγιστης οικονομικής πίεσης», προειδοποιώντας ότι κάθε κράτος ή οικονομικός φορέας που συνεχίζει να συναλλάσσεται με το Ιράν μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με αμερικανικές δευτερογενείς κυρώσεις. Παράλληλα, ανακοινώθηκαν νέες κυρώσεις σε δεκάδες φυσικά και νομικά πρόσωπα, ενώ διατηρήθηκε η απειλή περαιτέρω μέτρων εναντίον όσων συνεχίσουν οικονομικές σχέσεις με την Τεχεράνη.

Ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, παρά τη σκληρή ρητορική περί «οικονομικής D-Day», το πρώτο πακέτο μέτρων δεν στράφηκε άμεσα εναντίον των μεγαλύτερων χρηματοπιστωτικών διαύλων μέσω των οποίων εξακολουθεί να πραγματοποιείται σημαντικό μέρος του ιρανικού εμπορίου. Αναλυτές επισήμαναν ότι η αμερικανική κυβέρνηση διατήρησε περιθώριο κλιμάκωσης, αντί να ενεργοποιήσει αμέσως το σύνολο των δευτερογενών κυρώσεων που είχε προαναγγείλει.

Σύμφωνα με την ανάλυση που εξετάζουμε, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν οι κυρώσεις είναι αυστηρότερες από τις προηγούμενες, αλλά εάν εξακολουθούν να πλήττουν το ίδιο οικονομικό σύστημα. Η βασική θέση είναι ότι το Ιράν, σε συνεργασία με την Κίνα και άλλους εταίρους του, έχει ήδη μεταφέρει σημαντικό μέρος των οικονομικών του συναλλαγών εκτός του παραδοσιακού δυτικού χρηματοπιστωτικού πλαισίου, αξιοποιώντας κινεζικά τραπεζικά δίκτυα, συναλλαγές σε εθνικά νομίσματα και εναλλακτικούς μηχανισμούς πληρωμών. Το συγκεκριμένο επιχείρημα αποτελεί αναλυτική εκτίμηση και όχι ανεξάρτητα επιβεβαιωμένο γεγονός, όμως εξηγεί γιατί αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από την αυστηρότητά τους, αλλά από το κατά πόσο ο διεθνής οικονομικός συσχετισμός ισχύος έχει ήδη αρχίσει να μεταβάλλεται.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο, η οικονομική διάσταση συνδέεται με τη γεωπολιτική. Εάν οι σημαντικότεροι εμπορικοί εταίροι του Ιράν επιλέξουν να συνεχίσουν τις συναλλαγές τους μέσω εναλλακτικών χρηματοπιστωτικών διαδρόμων, τότε η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων θα εξαρτηθεί λιγότερο από την αμερικανική βούληση και περισσότερο από την προθυμία τρίτων κρατών να συμμορφωθούν. Και αυτή ακριβώς είναι η μεταβλητή που φαίνεται να αλλάζει στη σημερινή ευρασιατική πραγματικότητα.


Το Πακιστάν ως Νέος Κρίσιμος Διαμεσολαβητής

«Η γεωπολιτική είναι η επιστήμη της ισχύος μέσα στον χώρο.»
Karl Haushofer

Οι τελευταίες εξελίξεις αναδεικνύουν το Πακιστάν σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες της περιφερειακής εξίσωσης. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, η Ισλαμαμπάντ θεωρούνταν κυρίως ένας παραδοσιακός σύμμαχος της Δύσης στον τομέα της ασφάλειας. Σήμερα, όμως, φαίνεται να επιχειρεί μια πολύ πιο σύνθετη στρατηγική: να διατηρεί ανοικτούς διαύλους τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με την Τεχεράνη, ενώ ταυτόχρονα εμβαθύνει τη συνεργασία της με την Κίνα και τις υπόλοιπες ευρασιατικές δυνάμεις.

Η επίσκεψη του στρατάρχη Asim Munir στην Τεχεράνη εντάσσεται σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Η επίσκεψη επιβεβαιώθηκε επισήμως από τις δύο πλευρές και πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο ιδιαίτερα αυξημένης έντασης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Σύμφωνα με δημόσιες πληροφορίες, βασικός στόχος της αποστολής ήταν η διατήρηση των διαύλων επικοινωνίας και η διερεύνηση δυνατοτήτων αποκλιμάκωσης της κρίσης.

Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες που δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump επικοινώνησε με τον Munir πριν από την αναχώρησή του, ζητώντας να διερευνηθεί μια πιθανή οδός επανέναρξης του διαλόγου με την Τεχεράνη. Οι ίδιες πηγές υποστηρίζουν ότι το μήνυμα μεταφέρθηκε στην ιρανική ηγεσία, η οποία εμφανίστηκε πρόθυμη να το ακούσει, χωρίς ωστόσο να μεταβάλει τις βασικές της θέσεις. Οι συγκεκριμένες πληροφορίες παραμένουν SOURCED και πρέπει να αξιολογούνται με τη δέουσα επιφύλαξη, μέχρι να υπάρξει ανεξάρτητη επιβεβαίωση.

Την ίδια στιγμή, η ίδια επίσκεψη φέρεται να περιλάμβανε και ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό σκέλος. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, το Πακιστάν μετέφερε επίσημη πρόσκληση προς το Ιράν για συμμετοχή στη Συμφωνία της Μέκκας, την αμυντική συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ Πακιστάν, Σαουδικής Αραβίας και Τουρκίας. Η πληροφορία αυτή δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί επισήμως, όμως, εφόσον επιβεβαιωθεί, θα σηματοδοτήσει μια βαθιά αναδιάταξη της περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, καθώς για πρώτη φορά η Τεχεράνη θα καλείται να συμμετάσχει σε έναν μηχανισμό όπου συνυπάρχουν σημαντικές σουνιτικές και σιιτικές δυνάμεις.

Η σημασία αυτής της εξέλιξης υπερβαίνει κατά πολύ τις διμερείς σχέσεις Ιράν και Πακιστάν. Εάν πράγματι η Ισλαμαμπάντ λειτουργεί ταυτόχρονα ως δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, αλλά και ως φορέας μιας νέας περιφερειακής αμυντικής πρωτοβουλίας, τότε ο ρόλος της μεταβάλλεται ποιοτικά. Δεν περιορίζεται πλέον σε εκείνον του περιφερειακού συμμάχου ή του μεσολαβητή, αλλά εξελίσσεται σε κρίσιμο κόμβο της ευρασιατικής γεωπολιτικής, συνδέοντας τη Νότια Ασία, τη Μέση Ανατολή και τις ευρύτερες στρατηγικές επιδιώξεις της Κίνας και της Ρωσίας.

Αυτό ακριβώς είναι ίσως το ουσιαστικότερο συμπέρασμα των τελευταίων εβδομάδων. Η προσοχή δεν πρέπει να επικεντρώνεται αποκλειστικά στο περιεχόμενο των συνομιλιών, αλλά στον ίδιο τον μηχανισμό μέσω του οποίου αυτές πραγματοποιούνται. Όταν διαφορετικά κέντρα ισχύος επιλέγουν τον ίδιο διαμεσολαβητή, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι η ισορροπία του διεθνούς συστήματος βρίσκεται ήδη σε διαδικασία μετασχηματισμού.


Η Κίνα και η Νέα Ευρασιατική Αρχιτεκτονική

«Η ανώτερη στρατηγική δεν είναι να αντιδράς στις κινήσεις του αντιπάλου, αλλά να διαμορφώνεις το πεδίο όπου θα αναγκαστεί να κινηθεί.»
Σουν Τσου

Οι πρόσφατες εξελίξεις δύσκολα μπορούν να ερμηνευθούν ως αποτέλεσμα αποκλειστικά πακιστανικών ή ιρανικών πρωτοβουλιών. Αντίθετα, φαίνεται να εντάσσονται σε μια ευρύτερη διαδικασία αναδιάταξης της ευρασιατικής γεωπολιτικής, στην οποία η Κίνα επιχειρεί να διαμορφώσει ένα νέο περιφερειακό σύστημα συνεργασίας, ικανό να λειτουργεί παράλληλα με τις παραδοσιακές δομές ασφαλείας που κυριάρχησαν μετά τον Ψυχρό Πόλεμο.

Η αφετηρία αυτής της διαδικασίας τοποθετείται συνήθως στον Μάρτιο του 2023, όταν το Πεκίνο μεσολάβησε στην αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν. Για πρώτη φορά έπειτα από δεκαετίες, δύο από τις σημαντικότερες περιφερειακές δυνάμεις συμφώνησαν να επαναφέρουν τις διπλωματικές τους σχέσεις όχι υπό δυτική διαμεσολάβηση, αλλά με την Κίνα να λειτουργεί ως εγγυήτρια της συμφωνίας.

Ακολούθησαν μια σειρά εξελίξεων που, αν εξεταστούν συνολικά, παρουσιάζουν αξιοσημείωτη στρατηγική συνοχή. Η ενίσχυση της συνεργασίας Μόσχας και Πεκίνου, οι συνεχείς επαφές Κίνας και Ιράν, η προώθηση χερσαίων εμπορικών διαδρόμων μέσω της πρωτοβουλίας Belt and Road, καθώς και η σταδιακή εμβάθυνση της συνεργασίας Πακιστάν, Ρωσίας και Ιράν, δείχνουν ότι η οικονομική ολοκλήρωση συνοδεύεται πλέον και από μια αντίστοιχη αναζήτηση νέων μηχανισμών ασφαλείας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φερόμενη πρόσκληση προς το Ιράν για συμμετοχή στη Συμφωνία της Μέκκας αποκτά διαφορετική σημασία. Δεν παρουσιάζεται απλώς ως μια ακόμη διμερής ή τριμερής πρωτοβουλία, αλλά ως πιθανό επόμενο βήμα μιας διαδικασίας που επιδιώκει να μειώσει τις παραδοσιακές διαιρέσεις της Μέσης Ανατολής και να δημιουργήσει ένα ευρύτερο σύστημα περιφερειακής συνεργασίας. Η πληροφορία αυτή παραμένει μη ανεξάρτητα επιβεβαιωμένη, ωστόσο η στρατηγική της λογική εντάσσεται σε μια ήδη ορατή τάση περιφερειακής προσέγγισης.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η εκτίμηση ότι η κινεζική πολιτική απέναντι στο Πακιστάν και στο Ιράν δεν αντιμετωπίζει πλέον τις δύο χώρες ως ξεχωριστούς εταίρους, αλλά ως τμήματα ενός ενιαίου γεωοικονομικού χώρου. Εάν αυτή η προσέγγιση αντανακλά πράγματι τη στρατηγική του Πεκίνου, τότε η δημιουργία χερσαίων διαδρόμων μεταφορών, ενεργειακών δικτύων και εναλλακτικών χρηματοπιστωτικών μηχανισμών δεν αποτελεί απλώς οικονομική επιλογή. Αποτελεί τη γεωπολιτική υποδομή ενός αναδυόμενου πολυπολικού συστήματος, όπου η ισχύς δεν βασίζεται αποκλειστικά στη στρατιωτική αποτροπή, αλλά στην ικανότητα διασύνδεσης κρατών, αγορών και πολιτισμικών χώρων.

Υπό αυτό το πρίσμα, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν μια συγκεκριμένη συμφωνία θα υπογραφεί άμεσα ή αν μία ακόμη δέσμη κυρώσεων θα εφαρμοστεί. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν βρισκόμαστε μπροστά στη σταδιακή συγκρότηση μιας νέας ευρασιατικής αρχιτεκτονικής, στην οποία η οικονομική συνεργασία, οι περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες και οι εναλλακτικοί χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί αρχίζουν να λειτουργούν ως αλληλένδετα στοιχεία ενός διαφορετικού διεθνούς συστήματος. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η βαθύτερη γεωπολιτική σημασία των τελευταίων εξελίξεων.


Όταν οι Κυρώσεις Συναντούν μια Νέα Οικονομική Γεωγραφία

«Η γεωγραφία είναι ο πιο μόνιμος παράγοντας της εξωτερικής πολιτικής.»
Nicholas Spykman

Οι οικονομικές κυρώσεις υπήρξαν για δεκαετίες ένα από τα αποτελεσματικότερα εργαλεία προβολής αμερικανικής ισχύος. Η αποτελεσματικότητά τους όμως βασιζόταν σε μία θεμελιώδη προϋπόθεση: ότι οι σημαντικότερες χρηματοπιστωτικές, εμπορικές και ενεργειακές ροές περνούσαν μέσα από ένα διεθνές σύστημα στο οποίο η Ουάσιγκτον διατηρούσε καθοριστική επιρροή.

Σήμερα, σύμφωνα με αρκετές αναλύσεις, αυτή η προϋπόθεση φαίνεται να μεταβάλλεται σταδιακά. Η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν και άλλες αναδυόμενες δυνάμεις επενδύουν εδώ και χρόνια στη δημιουργία εναλλακτικών διαδρόμων μεταφορών, τραπεζικών μηχανισμών και εμπορικών δικτύων, τα οποία περιορίζουν την εξάρτησή τους από το παραδοσιακό δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Χαρακτηριστική είναι η στάση του Πεκίνου απέναντι στις αμερικανικές δευτερογενείς κυρώσεις. Η Κίνα έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι απορρίπτει την εξωεδαφική εφαρμογή αμερικανικών νόμων, ενώ έχει ενεργοποιήσει το δικό της θεσμικό πλαίσιο προστασίας κινεζικών επιχειρήσεων απέναντι σε ξένες κυρώσεις. Η θέση αυτή δεν αφορά μόνο το Ιράν, αλλά αντανακλά μια ευρύτερη στρατηγική επιλογή υπέρ της οικονομικής αυτονομίας και της πολυκεντρικής διακυβέρνησης του διεθνούς εμπορίου.

Παράλληλα, σύμφωνα με την ανάλυση που εξετάζουμε, το Ιράν έχει ήδη μεταφέρει σημαντικό μέρος των εμπορικών και χρηματοπιστωτικών του συναλλαγών προς ασιατικά δίκτυα πληρωμών, αξιοποιώντας κινεζικές τράπεζες και συναλλαγές σε εθνικά νομίσματα. Αν και η έκταση αυτής της μεταβολής δεν μπορεί να αποτιμηθεί με ακρίβεια από δημόσια διαθέσιμα στοιχεία, η γενικότερη τάση της αποδολαριοποίησης αποτελεί πλέον αντικείμενο ευρύτερης διεθνούς συζήτησης.

Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ενεργειακή διάσταση της κρίσης. Σύμφωνα με την ανάλυση του briefing, σημαντικό ποσοστό των αμερικανικών διυλιστηρίων έχει σχεδιαστεί για την επεξεργασία βαρέος και υψηλής περιεκτικότητας σε θείο αργού πετρελαίου (sour crude), το οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν παράγουν σε επαρκείς ποσότητες. Η εκτίμηση αυτή χρησιμοποιείται για να υποστηριχθεί ότι μια παρατεταμένη κρίση στον Περσικό Κόλπο ή νέα προβλήματα στις ενεργειακές ροές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πιέσεις όχι μόνο στις διεθνείς αγορές, αλλά και στην ίδια την αμερικανική οικονομία. Πρόκειται για αναλυτική εκτίμηση και όχι για επιβεβαιωμένο συμπέρασμα, ωστόσο αναδεικνύει τη στενή διασύνδεση μεταξύ ενεργειακής ασφάλειας και γεωπολιτικής ισχύος.

Υπό αυτή την οπτική, το βασικό ερώτημα δεν είναι εάν οι κυρώσεις μπορούν να προκαλέσουν οικονομικό κόστος. Αυτό έχει αποδειχθεί επανειλημμένα. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν μπορούν ακόμη να επιβάλουν πολιτική μεταβολή σε ένα περιβάλλον όπου διαμορφώνονται εναλλακτικοί εμπορικοί, χρηματοπιστωτικοί και ενεργειακοί άξονες. Εάν η απάντηση είναι αρνητική, τότε δεν αλλάζει απλώς η αποτελεσματικότητα ενός εργαλείου εξωτερικής πολιτικής· μεταβάλλεται σταδιακά ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο κατανέμεται η ισχύς στο διεθνές σύστημα.


Από την Περιφερειακή Ισορροπία στη Νέα Πολυπολική Τάξη

«Η πραγματική ισχύς δεν βρίσκεται στην κυριαρχία ενός κράτους, αλλά στην ισορροπία μεταξύ πολλών κέντρων ισχύος.»
Γεβγκένι Πριμακόφ

Ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα των τελευταίων εξελίξεων δεν αφορά ούτε τις κυρώσεις ούτε τις επιμέρους διπλωματικές επαφές. Αφορά την ίδια τη δομή του διεθνούς συστήματος.

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, η Μέση Ανατολή οργανώθηκε γύρω από μια σχετικά σταθερή γεωπολιτική λογική. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούσαν τον κυρίαρχο εξωτερικό παράγοντα ασφαλείας, οι μοναρχίες του Κόλπου στηρίζονταν στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία και το Ιράν παρέμενε απομονωμένο μέσω ενός πλέγματος κυρώσεων, πολιτικών πιέσεων και περιφερειακών ανταγωνισμών.

Σήμερα, όμως, αρκετές από αυτές τις παραδοχές φαίνεται να επανεξετάζονται.

Η κινεζική διαμεσολάβηση μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν, η αυξανόμενη συνεργασία της Μόσχας με την Τεχεράνη, η εμβάθυνση των σχέσεων Κίνας και Πακιστάν, αλλά και οι πληροφορίες περί διεύρυνσης της Συμφωνίας της Μέκκας συνθέτουν μια εικόνα στην οποία η περιφερειακή ασφάλεια παύει σταδιακά να εξαρτάται αποκλειστικά από τις δυτικές δομές ισχύος.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση του Μπαχρέιν. Σύμφωνα με πληροφορίες που παραμένουν μη ανεξάρτητα επιβεβαιωμένες, η ηγεσία του φέρεται να διερεύνησε μορφές στενότερης στρατιωτικής συνεργασίας με το Πακιστάν, όχι όμως μέσω της Συμφωνίας της Μέκκας αλλά μέσω ενός διαφορετικού διμερούς αμυντικού πλαισίου. Αν η πληροφορία αυτή επιβεβαιωθεί, αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς το Μπαχρέιν εξακολουθεί να φιλοξενεί τον 5ο Στόλο των Ηνωμένων Πολιτειών, γεγονός που αναδεικνύει τη σύνθετη και πολυδιάστατη φύση των σημερινών περιφερειακών ισορροπιών.

Εξίσου σημαντική είναι και η ίδια η φιλοσοφία που φαίνεται να διαμορφώνεται. Οι νέες πρωτοβουλίες δεν επιδιώκουν απαραίτητα τη δημιουργία ενός νέου ηγεμόνα που θα αντικαταστήσει τον προηγούμενο. Αντίθετα, προβάλλεται η ιδέα ενός συστήματος στο οποίο περισσότερα κέντρα ισχύος συνυπάρχουν, διαπραγματεύονται και αλληλεπιδρούν χωρίς την αποκλειστική κυριαρχία ενός μόνο παίκτη.

Αυτή ακριβώς είναι και η ουσία της πολυπολικότητας. Δεν σημαίνει την εξαφάνιση των μεγάλων δυνάμεων ούτε την κατάργηση των ανταγωνισμών. Σημαίνει ότι καμία δύναμη δεν μπορεί πλέον να επιβάλλει μόνη της τους κανόνες του διεθνούς συστήματος χωρίς να λάβει υπόψη τις στρατηγικές επιλογές των υπολοίπων.

Εάν οι πληροφορίες που εξετάσαμε επιβεβαιωθούν το επόμενο διάστημα, τότε η πιθανή συμμετοχή του Ιράν σε μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας δεν θα αποτελεί απλώς μία ακόμη διπλωματική επιτυχία της Τεχεράνης ή του Πακιστάν. Θα αποτελεί ένδειξη ότι η Ευρασία δεν περιορίζεται πλέον σε μια γεωγραφική έννοια, αλλά εξελίσσεται σταδιακά σε έναν πολιτικό, οικονομικό και στρατηγικό χώρο, όπου οι ισορροπίες διαμορφώνονται όλο και περισσότερο από τη συνεργασία περιφερειακών δυνάμεων και όλο και λιγότερο από την παρέμβαση ενός μοναδικού εξωτερικού κέντρου ισχύος.


Η Πραγματική Δοκιμασία Δεν Είναι οι Κυρώσεις, αλλά ο Χρόνος

«Οι μεγάλες ιστορικές μεταβολές δεν γίνονται αντιληπτές όταν αρχίζουν, αλλά όταν έχουν ήδη αλλάξει το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται τα κράτη.»
Αλεξάντρ Ντούγκιν

Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να υποστηριχθεί με βεβαιότητα ότι η διεθνής τάξη έχει ήδη αλλάξει. Αρκετές από τις πληροφορίες που εξετάστηκαν σε αυτό το άρθρο, όπως η πιθανή πρόσκληση του Ιράν στη Συμφωνία της Μέκκας ή οι παρασκηνιακές διπλωματικές επαφές μεταξύ Ουάσιγκτον, Ισλαμαμπάντ και Τεχεράνης, παραμένουν μη ανεξάρτητα επιβεβαιωμένες και οφείλουν να αξιολογούνται με την απαραίτητη προσοχή.

Ωστόσο, ακόμη και αν αφαιρεθούν όλες οι πληροφορίες που βασίζονται αποκλειστικά σε ειδικές πηγές, παραμένει μια σειρά επιβεβαιωμένων εξελίξεων που δύσκολα μπορούν να αγνοηθούν. Η κινεζική διαμεσολάβηση μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας, η ολοένα στενότερη στρατηγική συνεργασία Κίνας, Ρωσίας και Ιράν, η αυξανόμενη σημασία του Πακιστάν ως διαμεσολαβητή και οι προσπάθειες ανάπτυξης εναλλακτικών οικονομικών και χρηματοπιστωτικών μηχανισμών αποτελούν ήδη μέρος της σύγχρονης γεωπολιτικής πραγματικότητας.

Αυτό σημαίνει ότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν ισχύ. Η στρατιωτική, οικονομική και τεχνολογική τους επιρροή παραμένει εξαιρετικά μεγάλη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό: αρκεί πλέον αυτή η ισχύς για να καθορίζει μονομερώς τη συμπεριφορά ενός ολοένα μεγαλύτερου αριθμού κρατών;

Ακριβώς εδώ θα κριθεί και η αποτελεσματικότητα της πολιτικής των κυρώσεων. Εάν οι νέοι εμπορικοί διάδρομοι, οι εναλλακτικοί μηχανισμοί πληρωμών και οι περιφερειακές συμμαχίες συνεχίσουν να εδραιώνονται, τότε η δυνατότητα άσκησης οικονομικής πίεσης ενδέχεται να μειωθεί όχι επειδή οι κυρώσεις έγιναν ηπιότερες, αλλά επειδή το ίδιο το διεθνές σύστημα μέσα στο οποίο λειτουργούσαν θα έχει αρχίσει να μετασχηματίζεται.

Η ιστορία δείχνει ότι οι αυτοκρατορίες δεν χάνουν την επιρροή τους μέσα σε μία ημέρα. Συνήθως προηγείται μια μακρά περίοδος κατά την οποία τα εργαλεία ισχύος που άλλοτε θεωρούνταν αδιαμφισβήτητα αρχίζουν να αποδίδουν ολοένα και λιγότερο. Οι εξελίξεις που παρακολουθούμε σήμερα ίσως αποτελούν μία ακόμη τέτοια στιγμή. Το αν πρόκειται για μια προσωρινή αναπροσαρμογή ή για την απαρχή μιας βαθύτερης μετάβασης προς έναν περισσότερο πολυπολικό κόσμο, θα το δείξουν οι αποφάσεις των επόμενων μηνών και ετών.


Συμπεράσματα

«Εκείνος που κατανοεί τις μεταβολές πριν γίνουν ορατές στους άλλους, έχει ήδη αποκτήσει το στρατηγικό πλεονέκτημα.»
Σουν Τσου

Οι εξελίξεις που εξετάστηκαν σε αυτό το άρθρο δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι η διεθνής τάξη έχει ήδη αλλάξει. Δείχνουν, όμως, ότι βρίσκεται σε μια περίοδο έντονης αναδιάταξης, όπου παλαιά εργαλεία ισχύος και νέες μορφές συνεργασίας συνυπάρχουν και ανταγωνίζονται.

Οι αμερικανικές κυρώσεις εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό μέσο άσκησης πίεσης. Την ίδια στιγμή, όμως, η εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ Κίνας, Ρωσίας, Ιράν, Πακιστάν και άλλων περιφερειακών δυνάμεων δημιουργεί εναλλακτικές οικονομικές, ενεργειακές και στρατηγικές διαδρομές που πριν από λίγα χρόνια είτε δεν υπήρχαν είτε βρίσκονταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο.

Η πιθανή διεύρυνση της Συμφωνίας της Μέκκας, οι νέοι χερσαίοι εμπορικοί διάδρομοι, οι προσπάθειες συναλλαγών σε εθνικά νομίσματα και η ανάδειξη περιφερειακών κρατών ως αυτόνομων διαμεσολαβητών αποτελούν στοιχεία μιας ευρύτερης διαδικασίας, ανεξάρτητα από το αν όλες οι πληροφορίες που κυκλοφορούν σήμερα επιβεβαιωθούν τελικά ή όχι. Η γεωπολιτική σημασία τους βρίσκεται λιγότερο στην κάθε επιμέρους είδηση και περισσότερο στην κατεύθυνση προς την οποία φαίνεται να κινούνται.

Ακριβώς γι' αυτό, η συζήτηση δεν αφορά αποκλειστικά το Ιράν, το Πακιστάν ή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αφορά τη σταδιακή διαμόρφωση ενός διεθνούς συστήματος στο οποίο περισσότερα κέντρα ισχύος διεκδικούν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση των κανόνων του παιχνιδιού. Η μετάβαση αυτή δεν είναι στιγμιαία ούτε απαλλαγμένη από αντιφάσεις. Είναι μια διαδικασία που εξελίσσεται μέσα από διαπραγματεύσεις, ανταγωνισμούς, κρίσεις και νέες ισορροπίες.

Όπως έχουμε επισημάνει και στα προηγούμενα άρθρα της σειράς, κανένα γεωπολιτικό γεγονός δεν κρέμεται μόνο του. Κάθε διπλωματική πρωτοβουλία, κάθε οικονομική κύρωση, κάθε νέα συμφωνία αποκτά το πραγματικό της νόημα μόνο όταν ενταχθεί στο ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται.

Η πραγματική πρόκληση, επομένως, δεν είναι να προβλέψουμε με βεβαιότητα κάθε επόμενη κίνηση των μεγάλων δυνάμεων. Είναι να κατανοήσουμε τη λογική που συνδέει τις κινήσεις αυτές μεταξύ τους. Διότι η γεωπολιτική δεν είναι η καταγραφή της επικαιρότητας. Είναι η μελέτη των δομών που γεννούν την επικαιρότητα.

Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών