ΓΑΛΙΚΙΑ.ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ.

 









Η Γαλικία (ή Ρουθηνία) ταυτίζεται περίπου με την περιοχή της σημερινής δυτικής Ουκρανίας (και μέρους της ανατολικής Πολωνίας). Τα εδάφη αυτά, τμήμα κάποτε του λεγομένου ''Ρωσικού Κόσμου'', βρέθηκαν για πολλούς αιώνες υπό την πολιτική -αλλά και την πολιτισμική- κυριαρχία της Δύσης .Το αποτέλεσμα αυτής της κυριαρχίας, ήταν μια ριζική μετάλλαξη του πνευματικού προσανατολισμού και της κοσμοαντίληψης των πληθυσμών της περιοχής και η σταδιακή μετατροπή της σε εστία αντι-ρωσικού πνεύματος.Οι ρίζες της σημερινής αιματηρής πολεμικής σύγκρουσης στην Ουκρανία θα μπορούσαν ίσως να αναζητηθούν στην ιστορική αυτή διαδικασία, την οποία θα προσπαθήσουμε να φωτίσουμε παρακάτω.



Στην αρχαία Ρωσία.

Από τον 9ο έως τις αρχές του 12ου αιώνα μετά Χριστόν, η Ανατολική Γαλικία αποτελούσε τμήμα του αρχαίου Ρωσικού Κράτους (Ρωσία του Κιέβου), ως Πριγκιπάτο Vladimir-Volyn. Στο δεύτερο μισό του 11ου αιώνα τα ημι-ανεξάρτητα Πριγκιπάτα Volodar και Vasilko εμφανίστηκαν στο έδαφός της, με κυριότερα κέντρα τις πόλεις Przemysl, Zvenigorod, Terebovl και Galich. Το 1144 το πολιτικό κέντρο της περιοχής μεταφέρθηκε στο Galich. Λόγω της νευραλγικής γεωγραφικής του θέσης, το Πριγκιπάτο της Γαλικίας(Galich) αναδείχθηκε ταχύτατα στο πλουσιότερο και ισχυρότερο ρωσικό κρατίδιο. Μετά την πτώση της δυναστείας των Ροστισλάβιτς το 1199, το Πριγκιπάτο της Γαλικίας προσχώρησε στο γειτονικό Πριγκιπάτο Vladimir-Volynsky, που βρισκόταν υπό την κυριαρχία του Roman Volynsky. Γιος του τελευταίου ήταν ο Daniil Romanovich ''Galitsky'', ο οποίος το 1253 αποδέχθηκε τον τίτλο του ''Βασιλιά της Ρουθηνίας'' από τον Πάπα Ιννοκέντιο Δ'. Στην αρχαία Ρωσία τα Πριγκιπάτα της Γαλικίας και της Γαλικίας-Βολύν εθεωρούντο τα δυτικότερα πολιτικά κέντρα, ήσαν στενά συνδεδεμένα ωστόσο με τα ρωμαιοκαθολικά βασίλεια της Πολωνίας και της Ουγγαρίας. Χαρακτηρίζονταν βεβαίως από παρόμοιο με τις ανατολικές ρωσικές ηγεμονίες φεουδαρχικό τρόπο διακυβέρνησης, με τους βογιάρους(φεουδαρχική -αριστοκρατική τάξη) να έχουν τον κεντρικό ρόλο στις διαδικασίες λήψης πολιτικών αποφάσεων. Παρά ταύτα, τα κρατίδια αυτά αντιπροσώπευαν μια ξεχωριστή γεωπολιτική και κοινωνική οντότητα σε σχέση με το Rus Vladimir-Suzdal ή - αλλιώς- Μεγάλο Δουκάτο του Vladimir (1157-1331), από το οποίο μπορούμε να πούμε ότι προέρχεται το σύγχρονο Ρωσικό Κράτος.



Στην Πολωνο-Λιθουανική Συνομοσπονδία.

Κατά τον 13ο-14ο αιώνα, η Γαλικία δέχθηκε πλήθος εισβολών από Πολωνούς, Ούγγρους, Μογγολο-Τάταρους και Λιθουανούς. Τελικώς, μεταξύ των ετών 1349 και 1387, οι Πολωνοί κατέκτησαν το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Γαλικίας, διαχωρίζοντάς την στις επαρχίες της Γαλικίας, του Lvov, του Przemysl, του Sanock, του Kholm και του Belz, με επικεφαλής αντίστοιχους βασιλικούς αξιωματούχους. Στα μέσα του 15ου αιώνα, στα εδάφη του παλαιού Πριγκιπάτου της Γαλικίας-Βολύν, ο Πολωνός βασιλιάς Vladislav III Varnenchik σχημάτισε τη λεγομένη ''ρωσική'' επαρχία (''Ρωσικό Βοεβοδάτο''), διοικητικό κέντρο της οποίας ήταν η πόλη Lvov.

Στις αρχές του 16ου αιώνα, οι κοινωνικές ελίτ της Γαλικίας άλλαξαν το θρησκευτικό τους δόγμα, μεταπήδησαν από την Ορθοδοξία στον Καθολικισμό και εκπολωνίσθηκαν. Παράλληλα, στους αιώνες που ακολούθησαν την '' Ένωση της Βρέστης'' το 1596 (η ιδρυτική πράξη της λεγομένης ''Ελληνόρυθμης Καθολικής Εκκλησίας'' της Ουκρανίας), η Ουνία ρίζωσε στη Γαλικία (όχι μόνο μεταξύ των ελίτ ,αλλά και στα λαϊκά στρώματα) και έγινε παραδοσιακή θρησκεία για πολλούς από τους κατοίκους της.

Τον 17ο αιώνα, οι κάτοικοι της Ανατολικής Γαλικίας συμμετείχαν στην εξέγερση των Κοζάκων της Ζαπορίζια, με επικεφαλής τον B. M. Khmelnytsky. Οι στρατιωτικές μονάδες των Κοζάκων υποστηρίχθηκαν από τον αγροτικό πληθυσμό και από κατοίκους των πόλεων(κυρίως Εβραίους) ενάντια στην κυβέρνηση της Πολωνο-Λιθουανικής Συνομοσπονδίας. Το Lvov πολιορκήθηκε δύο φορές από τον στρατό του Khmelnytsky, αλλά δεν καταλήφθηκε τελικώς- μόνο για τον λόγο ότι η εξέγερση τερματίστηκε, με την ικανοποίηση των αιτημάτων των ανταρτών.



Υπό τους Αψβούργους.

Μετά τον σταδιακό διαμελισμό και τη διάλυση της Πολωνο-Λιθουανικής Συνομοσπονδίας, στα τέλη του 18ου αιώνα, η Αυστρία των Αψβούργων κατέλαβε την περιοχή και σχημάτισε στα εδάφη της Ανατολικής Γαλικίας το -εξαρτώμενο από την ίδια- ''Βασίλειο της Γαλικίας και της Λοδομερίας''(1774). Πρωτεύουσα του Βασιλείου ήταν η πόλη Lvov ή Lemberg.Tο κρατικό αυτό μόρφωμα απολάμβανε ευρεία εσωτερική αυτονομία, καθώς είχε τον δικό του ξεχωριστό -διορισμένο ή εκλεγμένο- διοικητικό μηχανισμό. Τα ουκρανικά εδάφη λοιπόν, την εποχή της επικυριαρχίας των Αψβούργων, απετέλεσαν τον εδαφικό κορμό του Βασιλείου της Γαλικίας και της Λοδομερίας , από το 1774 έως το 1849. Εκείνη τη χρονιά, αφενός μεν το Βασίλειο ανεκηρύχθη σε ''Γη του Στέμματος'' (κάτι που σήμαινε ότι υπαγόταν πλέον απευθείας στη δικαιοδοσία της Αυτοκρατορικής Αρχής), αφετέρου δε προικοδοτήθηκε με κάποια νέα εδάφη, ενώ απώλεσε άλλα όπως το λεγόμενο ''Δουκάτο της Μπουκοβίνα'', στα σύνορα Ουγγαρίας και Ρουμανίας. Οι ανωτέρω ρυθμίσεις διατηρήθηκαν έως το τέλος της Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας, το 1918.

Ήταν ακριβώς αυτή την εποχή της Αψβουργικής επικυριαρχίας που ο όρος ''Γαλικία'' άρχισε να χρησιμοποιείται ευρύτατα- ως προσδιορισμός μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής και μιας πολιτικής οντότητας, συνδεδεμένης με δυναστικούς δεσμούς με τον αυτοκρατορικό Οίκο των Αψβούργων.

Αντιθέτως, την εποχή της Πολωνο-Λιθουανικής Συνομοσπονδίας το όνομα ''Γαλικία'' δε χρησιμοποιείτο σχεδόν καθόλου. Η νεώτερη ρωσο-ουκρανική ονομασία "Galicia" είναι και αυτή όψιμη, προερχομένη επί της ουσίας από το γερμανικό Galizien (Königreich Galizien und Lodomerien). Και ο γερμανικός όρος, με τη σειρά του, ανάγεται στα (γραμμένα στη Λατινική) ουγγρικά χρονικά του 12ου αιώνα,τα οποία απέδωσαν παραφθαρμένο τον τίτλο των Πριγκίπων του Galich και του Vladimir-Volynsky (Rex Galiciae et Lodomeriae).

Οι βασιλείς της Ουγγαρίας είχαν αναμειχθεί παλαιότερα στις υποθέσεις της εν λόγω περιοχής (μάλιστα ο βασιλιάς Koloman είχε καθίσει, για σύντομο χρονικό διάστημα, στον θρόνο του Πριγκιπάτου Γαλικίας-Βολύν κατά τον 13ο αιώνα),γεγονός που υποτίθεται ότι θεμελίωνε το ηθικό δικαίωμα των Αψβούργων(οι οποίοι κατείχαν και τον βασιλικό τίτλο της Ουγγαρίας) να προσαρτήσουν αυτά τα εδάφη. Το 1741, η Αυτοκράτειρα της Αυστρίας Μαρία Θηρεσία,αφού στέφθηκε με το ουγγρικό στέμμα του Αγίου Στεφάνου,έλαβε επίσης τον τίτλο της Βασίλισσας της Γαλικίας και της Λοδομερίας, δηλαδή των παλαιών Πριγκιπάτων της Γαλικίας και του Vladimir-Volyn.Το 1769, η Αυτοκράτειρα συμπεριέλαβε στη σφραγίδα της τα οικόσημα των παλαιοτέρων ηγεμόνων των Πριγκιπάτων,ενώ τρία χρόνια αργότερα (1772) οι Αψβούργοι αναμείχθηκαν ενεργώς στην πρώτη διχοτόμηση της Πολωνίας και κατέλαβαν τμήμα της υπό κατάρρευση Πολωνο-Λιθουανικής Συνομοσπονδίας.

Δεδομένου ότι οι διεκδικήσεις των Αψβούργων επί των εδαφών της Πολωνο-Λιθουανικής Συνομοσπονδίας βασίζονταν στη δυναστική αρχή, η ονομασία ''Γαλικία'' επεκτάθηκε και σε εδάφη τα οποία ουδέποτε είχαν υπάρξει τμήμα των Πριγκιπάτων της Γαλικίας και του Vladimir-Volyn. Η χρήση του όρου έφθασε να νομιμοποιεί την αρπαγή εδαφών εκ μέρους των Αψβούργων, ως βασιλέων (και) της Ουγγαρίας.

Έτσι, ''Δυτική'' ή ''Νέα'' Γαλικία ονομάζονταν πλέον σχεδόν όλα τα εδάφη της πρώην Πολωνο-Λιθουανικής Συνομοσπονδίας, με ορισμένες εξαιρέσεις, όπως τα εδάφη του πρώην Λούμπλιν και Σαντομιέζ, καθώς και τμήματα της Κρακοβίας, της Μαζοβίας, του Ρωσικού Βοεβοδάτου, του Μπρεστ-Λιτόφσκ και της Ποντλάσα (οι τελευταίες περιοχές απετέλεσαν μάλιστα και ξεχωριστή διοικητική μονάδα, από το έτος 1803).

Η Αυτοκρατορία των Αψβούργων προσάρτησε τελικώς, μετά από επίμονες προσπάθειες, τα εδάφη των παλαιών Πριγκιπάτων Γαλικίας και Vladimir-Volyn, με τον πρώτο διαμελισμό της Πολωνο-Λιθουανικής Συνομοσπονδίας το 1772, και τα εδάφη που η ίδια αποκαλούσε ''Δυτική Γαλικία'' με τον τρίτο διαμελισμό του 1795.Στη συνέχεια, η Ανατολική και η Δυτική Γαλικία συνενώθηκαν σε μια ενιαία πολιτική οντότητα,στο ''Βασίλειο της Γαλικίας και Λοδομερίας'', που αποτελούσε τμήμα της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων.

Τα όρια του Βασιλείου άλλαξαν αρκετές φορές:

• το 1786-1849 περιελάμβανε την Μπουκοβίνα(Δουκάτο της Μπουκοβίνα),το 1795-1809 το έδαφος μεταξύ των ποταμών West Bug και Pilica.

• Το 1809-15 η περιοχή Ternopil ήταν μέρος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.

• το 1809-46 η περιοχή της Κρακοβίας χωρίστηκε από το Βασίλειο, ενώ το 1815 δημιουργήθηκε η ''Δημοκρατία της Κρακοβίας'' (υπό ρωσική κυριαρχία).Η Κρακοβία επέστράφη τελικώς στους Αψβούργους το 1846.

Οι πολυάριθμες αλλαγές συνόρων οφείλονταν φυσικά στους Ναπολεόντειους Πολέμους,αλλά και στην εσωτερική αναδιάρθρωση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων κατά τη δεκαετία του 1840. Με την αναδιάρθρωση αυτή, δίπλα στο ''Βασίλειο της Γαλικίας και Λοδομερίας'' δημιουργήθηκαν το ''Μεγάλο Δουκάτο της Κρακοβίας'' και τα Δουκάτα του Άουσβιτς και του Ζατόρ. Κατά την ύστερη εποχή της Αψβουργικής κυριαρχίας ωστόσο, οι όροι ''Ανατολική'' και ''Δυτική'' Γαλικία συνέχισαν να χρησιμοποιούνται, αν και οι αντίστοιχες διοικητικές περιφέρειες εξαφανίστηκαν.

Μετά το 1850, ο όρος ''Ανατολική Γαλικία'' χρησιμοποιείτο για τις περιφέρειες Stanislavov, Ternopil, Przemysl , Yaroslav, Bzhozuv και Sanok.Η πόλη Lvov αποτελούσε το διαχωριστικό όριο μεταξύ ανατολικού και δυτικού τμήματος, ενώ ως δυτική Γαλικία φαίνεται πως εθεωρείτο η ευρύτερη περιφέρεια της Κρακοβίας.

Από το 1867, με τη δημιουργία της Δυαδικής Μοναρχίας ή Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας, η Γαλικία υπήχθη στον έλεγχο της Αυτοκρατορικής Αρχής στη Βιέννη και όχι στον έλεγχο του Βασιλείου της Ουγγαρίας. Ως εκ τούτου, η Αυτοκρατορία αποδυνάμωσε τη βασική αρχή που ''νομιμοποιούσε'' τις διεκδικήσεις της στα συγκεκριμένα εδάφη: την (πλασματική βεβαίως) δυναστική σύνδεσή τους με το Βασίλειο της Ουγγαρίας. Δύο χρόνια αργότερα, το 1869, η πολωνική έγινε η επίσημη γλώσσα της διοίκησης στη Γαλικία.

Από τα τέλη του 19ου αιώνα παρατηρείται μια τάση μαζικής μετανάστευσης των Rusyns (Ρουθηνών ή Ουκρανών), από τα εδάφη της Γαλικίας προς τις ΗΠΑ, τον Καναδά και τη Νότιο Αμερική. Ταυτοχρόνως, η άνοδος του πολωνικού δημοκρατικού κινήματος ξεκίνησε στη Γαλικία, όπου το 1913 ιδρύθηκε το κόμμα PIAST (Πολωνικό Λαϊκό ή Αγροτικό Κόμμα). Επίσης, λίγο πριν την έκρηξη του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, το ''Πολωνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα'' απελάμβανε ευρεία υποστήριξη στη Γαλικία, με αποτέλεσμα ο ηγέτης του τελευταίου J. Pilsudski να δημιουργήσει στη Γαλικία έναν παραστρατιωτικό μηχανισμό, που υπήρξε και η βάση στρατολόγησης των μετέπειτα Πολωνικών Λεγεώνων.

Τα ανωτέρω πιστοποιούν, κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο, τον έντονο πολωνικό χαρακτήρα της περιοχής. Κατά τη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, η Γαλικία υπήρξε το θέατρο σκληρών συγκρούσεων μεταξύ του Αυτοκρατορικού Στρατού της Ρωσίας και των δυνάμεων της Αυστρο- Ουγγαρίας. Η περιοχή, λόγω της μεικτής σύνθεσης του πληθυσμού, ήταν η βάση των εθνικών κινημάτων Πολωνών και Ουκρανών. Οι αυστροουγγρικές αρχές από την πλευρά τους, έδειχναν ανοιχτά την υποστήριξή τους προς τους Ουκρανούς εθνικιστές, ως αντίπαλον δέος τόσο προς τις τάσεις ανεξαρτησίας των Πολωνών όσο και προς τις διεκδικήσεις της Τσαρικής Ρωσίας στα εδάφη της Γαλικίας. Οι Ουκρανοί εθνικιστές βεβαίως, βρίσκονταν σε ανοιχτή αντιπαράθεση τόσο με τους Πολωνούς όσο και με τη Ρωσία,αν και μια μεγάλη μερίδα του τοπικού πληθυσμού τασσόταν υπέρ της Ρωσίας και υπέρ της διατήρησης του παλαιού ονόματος "Rusyns", αντί ''Ουκρανοί''.

Η κυβέρνηση της Αυστρο-Ουγγαρίας εξετόπισε πολύ σύντομα τη ρωσόφιλη διανόηση της περιοχής στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Τάλερχοφ και του Τερεζίν. Οι Ρώσοι από την πλευρά τους, προετοίμαζαν το έδαφος για την προσάρτηση των εδαφών της Γαλικίας στην Τσαρική Αυτοκρατορία. Ως αντίδραση, η αυστριακή ηγεσία διεκήρυξε την πρόθεσή της να συμπεριλάβει εδάφη που ανήκαν στη Ρωσία στο ''Μεγάλο Δουκάτο της Ουκρανίας'', που δημιουργήθηκε με βάση τη Γαλικία. Οι Ουκρανοί της Γαλικίας στρατολογήθηκαν σε πολύ μεγάλη κλίμακα στον αυστρο-ουγγρικό στρατό και ρίχτηκαν στο μέτωπο, ενώ ο Αρχιδούκας της Αυστροουγγαρίας Wilhelm Franz των Αψβούργων-Λωρραίνης διεκδίκησε τον θρόνο του -υπό δημιουργίαν- Ουκρανικού Δουκάτου.



Ως τμήμα της Πολωνίας.

Ο αιματηρός 1ος Παγκόσμιος Πόλεμος οδήγησε τελικώς σε εντελώς απροσδόκητες εξελίξεις. Η Ρωσική Αυτοκρατορία κατέρρευσε το 1917, η Αυστρο-Ουγγαρία των Αψβούργων ακολούθησε το επόμενο έτος. Με την κατάρρευση της παλαιάς πολυεθνικής Αυτοκρατορίας και τη συνακόλουθη ανάδυση νέων εθνικών κρατών στα εδάφη της, η Δυτική Γαλικία έγινε επαρχία της νεοσύστατης Δημοκρατίας της Πολωνίας. Στην Ανατολική Γαλικία, όπου υπήρχε η αυτοαποκαλούμενη ''Λαϊκή Δημοκρατία της Δυτικής Ουκρανίας'' μεταξύ των ετών 1918-1919, σκληρές εχθροπραξίες ξέσπασαν σύντομα μεταξύ ουκρανικών και πολωνικών στρατευμάτων και ο πολωνικός στρατός προήλασε ανατολικά ως το Κίεβο,διεκδικώντας όλα εκείνα τα εδάφη που -κατά την άποψη των Πολωνών- ανήκαν ιστορικώς στην Πολωνία. Η αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού εναντίον των Πολωνών,κατά το θέρος του 1920, οδήγησε στη συγκρότηση της βραχύβιας ''Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γαλικίας'', στο έδαφος της ανατολικής Γαλικίας. Ωστόσο, μετά την ήττα των Μπολσεβίκων στις πύλες της Βαρσοβίας και τη Συνθήκη Ειρήνης της Ρίγας του 1921, που τερμάτισε τον πόλεμο μεταξύ Πολωνικής Δημοκρατίας και Σοβιετικών, η Ανατολική Γαλικία πέρασε στην Πολωνία.Τα χρόνια της πολωνικής κυριαρχίας, η ονομασία ''Ανατολική Γαλικία'' σταδιακά εγκαταλείφθηκε υπέρ του όρου ''Μικρή Ανατολική Πολωνία'', κάτι που αντανακλούσε τις πολωνικές επιδιώξεις για πλήρη απορρόφηση της περιοχής. Ο πληθυσμός ήταν μεικτός - στις πόλεις ζούσαν κατά κύριο λόγο Εβραίοι και Πολωνοί,στην ύπαιθρο Ουκρανοί (Rusyn). Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920, ένα ουκρανικό εθνικιστικό κίνημα αναπτύχθηκε στα εδάφη της Ανατολικής Γαλικίας, υπό την καθοδήγηση της ''Οργάνωσης Ουκρανών Εθνικιστών ''(έτος ίδρυσης 1929, στη Βιέννη).



Κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μετά τον Γερμανο-Πολωνικό πόλεμο του 1939, η Δυτική Γαλικία κατελήφθη εξ ολοκλήρου από τον γερμανικό στρατό και συμπεριελήφθη στη λεγομένη ''Γενική Κυβέρνηση'',ενώ η Ανατολική Γαλικία προσαρτήθηκε στην ΕΣΣΔ. Στο έδαφος της Ανατολικής Γαλικίας σχηματίστηκαν οι περιφέρειες Drogobych, Lvov, Stanislav και Ternopil, της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας(ΣΣΔ) της Ουκρανίας. Με τις συμφωνίες μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Γερμανικού Ράιχ, ο γερμανικός πληθυσμός της Ανατολικής Γαλικίας επανεγκαταστάθηκε (στις αρχές του 1940) σε έδαφος ελεγχόμενο από τους Γερμανούς, ενώ παράλληλα Ουκρανοί, Ρώσοι και Λευκορώσοι μεταφέρθηκαν από τη Δυτική Γαλικία στην ΕΣΣΔ. Το 1941, με την έναρξη της επιχείρησης ''Barbarossa'',η Ανατολική Γαλικία κατελήφθη από τα γερμανικά στρατεύματα και προσαρτήθηκε στη ''Γενική Κυβέρνηση''. Την περίοδο της ναζιστικής κυριαρχίας, ο εβραϊκός πληθυσμός της Γαλικίας εξοντώθηκε ολοσχερώς στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς, που λειτουργούσε στο έδαφος της Δυτικής Γαλικίας. Την ίδια εποχή (το 1943 συγκεκριμένα) η 14η Εθελοντική Μεραρχία Πεζικού των SS ''Galicia'' ( 14. Waffen Grenadier Division der SS ''Galizien'' ή 14. SS-Freiwilligen Division ''Galizien'') δημιουργήθηκε στο Lvov από μέλη της Οργάνωσης Ουκρανών Εθνικιστών και πολέμησε στο ανατολικό μέτωπο,στην κεντρική Ευρώπη και στα Βαλκάνια έως το τέλος του πολέμου το 1945. Στις αρχές του 1945, ολόκληρη η Γαλικία απελευθερώθηκε από τον Κόκκινο Στρατό και επέστρεψε στην Πολωνία και την ΕΣΣΔ.



Από το 1945 έως σήμερα.

Μετά τη Διάσκεψη της Γιάλτας (4-11 Φεβρουαρίου 1945), η Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας της Πολωνίας, που σχηματίστηκε στις 16 Αυγούστου 1945, υπέγραψε συμφωνία με την ΕΣΣΔ για τα σύνορα.

Ως αποτέλεσμα αυτής της συμφωνίας, το Lvov και οι περιοχές στα ανατολικά του, καθώς και οι περιφέρειες Stanislav και Ternopil αποδόθηκαν στη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ουκρανίας (συνιστώσα της ΕΣΣΔ). Από το σύνολο της Ανατολικής Γαλικίας, μόνο η ορεινή περιοχή του Przemysl, τα περίχωρα των πόλεων Yaroslaw, Lubachow, Sanok, Lesko και η δυτική πλευρά της οροσειράς Beskydy παρέμειναν εντός των πολωνικών συνόρων. Ταυτοχρόνως, οι πολωνικές και οι σοβιετικές αρχές πραγματοποίησαν ανταλλαγή πληθυσμών στα εδάφη που είχαν υπό τον έλεγχό τους. Πολωνοί και Εβραίοι επανεγκαταστάθηκαν από την ΕΣΣΔ στην Πολωνία και Ουκρανοί από την Πολωνία στην ΕΣΣΔ. Ένας σημαντικός πληθυσμός Ουκρανών, παρά ταύτα, παρέμεινε στην Πολωνία, έως ότου εκδιώχθηκε από τα εδάφη της πρώην Δυτικής Γαλικίας το 1947. Οι άνθρωποι αυτοί (κάπου 150000) μετεγκαταστάθηκαν σε πρώην γερμανικά εδάφη που κατελήφθησαν από την Πολωνία (στην Πομερανία και τη Σιλεσία).Η μετεγκατάσταση ήταν κανονική κοινή πολωνο-σοβιετική στρατιωτική επιχείρηση (Επιχείρηση "Vistula"), που είχε ως αντικειμενικό σκοπό τη διακοπή της παροχής υποστήριξης προς τον ''Ουκρανικό Επαναστατικό Στρατό'' του Stepan Bandera από τον τοπικό πληθυσμό. Το 1951, τα σύνορα μεταξύ Πολωνίας και ΕΣΣΔ άλλαξαν ξανά. Στις 15 Φεβρουαρίου 1951, η Πολωνία παραχώρησε στην ΕΣΣΔ περιοχή 480 τετραγωνικών χιλιομέτρων με τις πόλεις Sokal, Belz και Kristinopol (Chervonograd) και σε αντάλλαγμα έλαβε την περιοχή Nizhne-Ustritsky στην περιφέρεια του Drogobych της ΣΣΔ της Ουκρανίας. Τα νέα σοβιετικά εδάφη προσαρτήθηκαν στην περιφέρεια του Lvov την ίδια χρονιά.

Σαράντα χρόνια αργότερα,το 1991, με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας των Δημοκρατιών της πρώην ΕΣΣΔ , τα δυτικά σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης, στο έδαφος της Ουκρανικής ΣΣΔ, έγιναν τα σύνορα μεταξύ της (ανεξάρτητης πλέον) Ουκρανίας και της Πολωνίας.



Συμπεράσματα.

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η ονομασία ''Γαλικία'' είχε διαφορετικό γεωγραφικό και πολιτικό περιεχόμενο κατά τις διάφορες ιστορικές περιόδους, από τον Μεσαίωνα και μετά. Η ονομασία ανάγεται βεβαίως στα Πριγκιπάτα της Γαλικίας και της Γαλικίας-Βολύν. Και τα δύο υπήρξαν αναπόσπαστα τμήματα του μεσαιωνικού Ρωσικού Κόσμου,αν και διατηρούσαν δεσμούς με τα ισχυρά ρωμαιοκαθολικά βασίλεια της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Ωστόσο, η ''Γαλικία'' -με τη σύγχρονη σημασία του όρου- εμφανίστηκε ως προϊόν των αυτοκρατορικών διεκδικήσεων της Μοναρχίας των Αψβούργων επί εδαφών της Πολωνίας, αλλά και επί εδαφών που ήσαν κάποτε μέρος του αρχαίου Ρωσικού Κράτους. Στην πορεία, η έννοια του ''Ρωσικού Βοεβοδάτου'' αντικαταστάθηκε από την έννοια της ''Γαλικίας''. Και αυτή η λαθροχειρία διογκώθηκε τεχνηέντως- και επεκτάθηκε σε εδάφη που ουδεμία ιστορική σχέση είχαν με το Πριγκιπάτο της Γαλικίας-Βολύν. Έτσι τα σύνορα της ''Γαλικίας'' άλλαξαν, αντανακλώντας κυρίως την πολιτική του αυτοκρατορικού κέντρου στη Βιέννη, παρά οποιαδήποτε ιστορική και γεωγραφική πραγματικότητα.



Εξ απόψεως γεωπολιτικής -ή γεωπολιτισμικής, όπως θα ήταν το ορθότερον- οι περιοχές της πρώην Δυτικής και της πρώην Ανατολικής Γαλικίας δεν αποτελούν τίποτε άλλο παρά μια συνοριακή ζώνη ,που είναι ταυτοχρόνως και μία ζώνη επαφής και επικοινωνίας μεταξύ Ανατολικών(Ρώσων,Λευκορώσων, μέρους των Ουκρανών) και Δυτικών (Πολωνών και μέρους των Ουκρανών) Σλάβων. Η διαφοροποίηση εδράζεται επί θρησκευτικής και πολιτισμικής βάσεως κατά κύριο λόγο, με τους Ανατολικούς Σλάβους να έχουν υιοθετήσει,ιστορικώς, το Ορθόδοξο Χριστιανικό Δόγμα και το βυζαντινό πολιτικό-πολιτισμικό πρότυπο, ενώ οι Δυτικοί Σλάβοι ασπάζονται τον Ρωμαιοκαθολικό Χριστιανισμό(και στην εκδοχή της Ουνιτικής Εκκλησίας) και το πολιτικό-πολιτισμικό πρότυπο της Δυτικής Ευρώπης.

Οι ανταλλαγές γης και πληθυσμών που έλαβαν χώρα λιγότερο από έναν αιώνα πριν, καταδεικνύουν οπωσδήποτε την απουσία φυσικών ορίων στην περιοχή. Και αν αρκετά πρόσφατα - με ιστορικούς όρους- ήταν δυνατό να μετακινηθεί ένας πληθυσμός ή να αλλάξει χέρια μια πόλη αρκετές φορές, τότε γιατί δεν είναι δυνατό να συμβεί αυτό και στο μέλλον;





ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Η Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, υπήρξε μία δυναστική ένωση μεταξύ Πολωνικού Βασιλείου και Μεγάλου Δουκάτου της Λιθουανίας.Υφίστατο de facto από το 1386,αν και συγκροτήθηκε επισήμως μόλις το 1569. Με τους τρεις διαδοχικούς διαμελισμούς του 1772, του 1793 και του 1795, η Κοινοπολιτεία διαλύθηκε και διαμοιράστηκε μεταξύ του Βασιλείου της Πρωσίας, της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.Η Πολωνία έχασε την ανεξαρτησία της (το ίδιο συνέβη και με τη Λιθουανία), την οποία απεκατέστησε μόλις το 1918, με την ίδρυση της Δημοκρατίας της Πολωνίας.Την ίδια περίπου εποχή δημιουργήθηκε και η βραχύβια Δημοκρατία της Λιθουανίας , η οποία το 1940 κατελήφθη από τη Σοβιετική Ένωση.

2. Η Αυτοκρατορία των Αψβούργων,υπήρξε μία κρατική οντότητα που άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα της στη Νεώτερη Ιστορία της Ευρώπης. Στην ουσία επρόκειτο για μια τεράστια(και χαλαρή) συνένωση ετερογενών χωρών και λαών υπό το σκήπτρο του δυναστικού Οίκου των Αψβούργων, οι εκάστοτε επικεφαλής του οποίου ελάμβαναν και τα στέμματα των αντιστοίχων περιοχών.Η ιστορική διαδρομή της Αυτοκρατορίας ξεκίνησε το 1526 (οι απαρχές της πηγαίνουν ακόμη παλαιότερα) και η μορφή της παρέμεινε περίπου αμετάβλητη έως το 1804, αν και τα όριά της μεταβλήθηκαν αρκετές φορές στη διάρκεια αυτών των τριών περίπου αιώνων. Με την ενοποίηση όλων των κτήσεων της Αυτοκρατορίας εκείνο το έτος, έχουμε τη μετεξέλιξή της σε Αυστριακή Αυτοκρατορία(εφόσον το πολιτικό κέντρο βρισκόταν στη Βιέννη), και από το 1867 σε Αυστρο-Ουγγρική Αυτοκρατορία ή Αυστρο- Ουγγαρία.Το τέλος της Μοναρχίας των Αψβούργων επήλθε με τη λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου το 1918, οπότε στη θέση της δημιουργήθηκαν τα εθνικά κράτη της Αυστρίας, της Ουγγαρίας και της Τσεχοσλοβακίας,ενώ διάφορες κτήσεις της ενσωματώθηκαν στη Ρουμανία, την Ιταλία, την Γιουγκοσλαβία,την Πολωνία και την ΕΣΣΔ.

3. Οι Πολωνικές Λεγεώνες ήσαν πολωνικοί στρατιωτικοί σχηματισμοί που έδρασαν κατά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο(1914-1918), πολεμώντας αρχικώς υπέρ των Κεντρικών Αυτοκρατοριών(κυρίως στις τάξεις του Στρατού της Αυστρο-Ουγγαρίας) και επιδιώκοντας την ανεξαρτησία της Πολωνίας. Όταν οι άνδρες τους διεπίστωσαν ότι οι υποσχέσεις περί ανεξαρτησίας ήσαν μάλλον κενές περιεχομένου, μετεστράφησαν και, κατά το μεγαλύτερό τους μέρος, πολέμησαν κατά των Κεντρικών Δυνάμεων,υπό την αιγίδα του Τσαρικού Στρατού.

4. ''Γενική Κυβέρνηση'' (Generalgouvernement) ήταν η γεωγραφική περιοχή της Κεντρικής Πολωνίας , στην οποία το Τρίτο Ράιχ είχε χορηγήσει καθεστώς ημι-αυτόνομης περιοχής,μεταξύ των ετών 1939-1944. Στην πραγματικότητα, η πολιτική και στρατιωτική διοίκηση της ''Γενικής Κυβερνήσεως'' ήταν στελεχωμένη αποκλειστικώς από Γερμανούς, και το ειδικό καθεστώς της περιοχής αποσκοπούσε στην ευχερέστερη υλοποίηση των σχεδίων εξόντωσης των Εβραίων και στην εκμετάλλευση του πολωνικού εργατικού δυναμικού.Η περιοχή απελευθερώθηκε από τον Κόκκινο Στρατό στα τέλη του 1944,οπότε και η ''Γενική Κυβέρνηση'' έπαψε να υφίσταται.

Φίλιππος Μπουράτογλου – Απόφοιτος του Κέντρου Γεωπολιτικών Αναλύσεων του NewYorkCollege - Ιστορικός ερευνητης - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών