ΜΕΓΑΛΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΔΥΝΑΜΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΑΣΙΑ

 









Η περίφημη ''ατζέντα ελευθερίας'', που με τόση θέρμη διεκήρυξε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ George Bush Jr. κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο ύπατο αξίωμα της χώρας του (2001-2008), θα μπορούσε σε μια ελεύθερη ερμηνεία να ταυτιστεί με τη συνειδητή υπονόμευση (ή την προσπάθεια υπονόμευσης) της δομής ενός ξένου Έθνους, με τελικό σκοπό την αλλαγή καθεστώτος ή την επίτευξη άλλων πολιτικών στόχων. Όπως συμβαίνει με όλες τις ανατρεπτικές ενέργειες, η προπαγάνδα αποτελεί το βασικότερο εργαλείο της υπονόμευσης ''ανεπιθυμήτων'' κυβερνήσεων ή χωρών και περιλαμβάνει τη σκόπιμη διάδοση ψευδών ειδήσεων και τη δυσφήμιση καθεστώτων στο εσωτερικό και το εξωτερικό.

Τυπικό παράδειγμα σε σχέση με τα ανωτέρω, αποτελεί η στρατιωτική εισβολή ενός συνασπισμού χωρών -υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών- στο Ιράκ τον Μάρτιο του 2003, πριν από είκοσι χρόνια. Κατά το δραματικό χρονικό διάστημα που προηγήθηκε της εισβολής, ο τότε Πρόεδρος της χώρας Saddam Hussein κατηγορήθηκε επανειλημμένως για κατοχή όπλων μαζικής καταστροφής και για δεσμούς με την οργάνωση Al Qaeda- εντελώς άδικα και ανυπόστατα, όπως αποδείχθηκε αργότερα.



''Έγχρωμες'' επαναστάσεις.

Η προπαγάνδα μπορεί να διαδοθεί αρκετά εύκολα μέσω των δυτικών κρατικών και ιδιωτικών ΜΜΕ, τα οποία έχουν παγκόσμια εμβέλεια. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα κατά τους πολέμους που εξαπέλυσε η Δύση ενάντια στο Ιράκ (1990-91 και 2003), τη Σερβία(1999) και το Αφγανιστάν (2001). Όσον αφορά το πρακτικό σκέλος, η πυροδότηση εσωτερικών αναταραχών με διάφορες μεθοδεύσεις αλλά και διάφορα προσχήματα, παραμένει ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο στα χέρια των παγκοσμιοποιητών της Δύσης, απαλλάσσοντάς τους από το -οικονομικό και πολιτικό- κόστος των ανοιχτών εισβολών. Κρίσιμο ρόλο εδώ έρχονται να διαδραματίσουν οι αμερικανικές ''φιλανθρωπικές'' και δικαιωματιστικές οργανώσεις όπως το National Endowment for Democracy (NED), το National Democratic Institute (NDI), το USAID, το Freedom House, τα ιδρύματα της ''Open Society'' του George Soros, αλλά -φυσικά- και η CIA.

Πολλές από τις εν λόγω οργανώσεις υποστήριξαν και χρηματοδότησαν τις λεγόμενες ''έγχρωμες επαναστάσεις'', σε χώρες όπως η Γεωργία (2003), η Ουκρανία (2004) και το Κιργιστάν (2005). Και στις τρεις περιπτώσεις, πρόκειται για ανεξάρτητα κράτη που γεωγραφικώς γειτνιάζουν με τη Ρωσία και είναι πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες. Φυσικά, δεν υπάρχει καμία σύμπτωση. Οι ''έγχρωμες επαναστάσεις'' ήταν ξεκάθαρα ένα βολικό μέσο για την κυβέρνηση G. Bush, προκειμένου να συνεχίσει την πολιτική περικύκλωσης της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Τον Φεβρουάριο του 2005, η ευρείας κυκλοφορίας και απήχησης (διεθνώς) εφημερίδα ''Wall Street Journal'' παραδέχθηκε ότι οργανώσεις όπως η USAID, η NED και το ''Open Society'' του Soros χρηματοδοτούσαν την αντιπολίτευση στο Κιργιστάν, πριν και κατά τη διάρκεια της αποκαλουμένης ''επανάστασης της τουλίπας'' στη χώρα αυτή της Κεντρικής Ασίας. Σύμφωνα με την ίδια εφημερίδα εξάλλου, κατά τα προηγούμενα χρόνια η USAID είχε λάβει πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, ώστε να είναι σε θέση να προωθήσει παρόμοιες ανατρεπτικές δραστηριότητες. Κράτη όπως το Κιργιστάν, που βρίσκονται στον στενό δακτύλιο της Ρωσίας, εξυπακούεται ότι θεωρούνται κάτι παραπάνω από σημαντικά για την αμερικανική εξωτερική πολιτική - όχι μόνο για την ταπείνωση του ρωσικού γοήτρου(με την περιαγωγή τους στη δυτική σφαίρα επιρροής) ή για την αποκοπή της Ρωσικής Ομοσπονδίας από τον ''ζωτικό χώρο'' της, αλλά και ως εφαλτήριο για στρατιωτικές επιθέσεις των ΗΠΑ κατά του ρωσικού εδάφους σε περίπτωση γενικευμένης σύγκρουσης.



Οι Αμερικανοί στην Κεντρική Ασία και στην Κασπία Θάλασσα.

Από τον Δεκέμβριο του 2001 οι Αμερικανοί είχαν αρχίσει να φθάνουν στο Κιργιστάν, χρησιμοποιώντας (κατόπιν συμφωνίας) την πρωτεύουσα Μπισκέκ και το αεροδρόμιό της ''Μανάς'' ως κέντρο υλικοτεχνικής υποστήριξης για την εισβολή τους στο Αφγανιστάν (και μετέπειτα στο Ιράκ),στα πλαίσια του ''Παγκοσμίου Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας''. Η Ουάσιγκτον προσπαθούσε επίσης την ίδια εποχή να ενισχύσει την παρουσία της στις περιοχές της Κασπίας και της Μαύρης Θάλασσας, αμφισβητώντας περαιτέρω τη ρωσική επιρροή στην πάλαι ποτέ σοβιετική επικράτεια. Η Ουκρανία και η Γεωργία έμοιαζαν ελκυστικοί ''στόχοι'', ωστόσο οι Αμερικανοί δεν ήθελαν με τίποτα να προκαλέσουν αστάθεια στο νότιο Καύκασο και κυρίως στο κράτος του Αζερμπαϊτζάν, άλλη μία πρώην Σοβιετική Δημοκρατία (βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της Γεωργίας). Εκεί, αντιθέτως, οι Αμερικανοί χρειάζονταν ένα σταθερό περιβάλλον, επειδή είχαν ήδη εξασφαλίσει μακροχρόνια και επικερδή συμβόλαια στο έργο της εξόρυξης πετρελαίου και της μεταφοράς του από τα ενεργειακά πεδία του Μπακού (πρωτεύουσας του Αζερμπαϊτζάν)προς το μεσογειακό λιμάνι Τζεϊχάν, στη νότιο Τουρκία. Το Τζεϊχάν μπορούσε ναφιλοξενήσει μεγάλα δεξαμενόπλοια, με δυνατότητα μεταφοράς πάνω από 300.000 τόνους το καθένα.

Τα κοιτάσματα του Μπακού είχαν εφοδιάσει κατά το παρελθόν τον Κόκκινο Στρατό, με το 80% τουλάχιστον της συνολικής ποσότητας πετρελαίου που κατανάλωσε κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου (1941-1945). Η αποτυχία της Wehrmacht μάλιστα να φθάσει ως το Αζερμπαϊτζάν και να θέσει υπό τον έλεγχό της τα πλούσια ενεργειακά του αποθέματα, πρέπει να λογίζεται ως ένας από τους κύριους λόγους κατάρρευσης των γερμανικών σχεδίων κατάκτησης της ΕΣΣΔ. Η χώρα εξακολουθεί βεβαίως και σήμερα να διαθέτει αξιολογότατα κοιτάσματα υδρογονανθράκων, άρα η στρατηγική (γεωοικονομική) της αξία δεν έχει μειωθεί στο ελάχιστο. Το Αζερμπαϊτζάν έχει μια εκτεταμένη ακτογραμμή στην Κασπία Θάλασσα, ενώ οι ενεργειακές αρτηρίες που εκκινούν από το έδαφός του φθάνουν ως την Κεντρική Ασία. Ο (πασίγνωστος) Zbigniew Brzezinski, από την εποχή που ήταν Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ (1977-1981), είχε μελετήσει κατά τρόπο συστηματικό την περιοχή και τον ενεργειακό της χάρτη και είχε αναφερθεί λεπτομερώς στα γραπτά του σε αυτήν. Φυσικά το Πεντάγωνο απέφυγε να στείλει απ' ευθείας αμερικανικά στρατεύματα στην Κασπία (θεωρώντας ίσως ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε τεράστια πρόκληση προς τη Ρωσία) και, αντ' αυτού, ανέθεσε την προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή σε ''εργολάβους'', προερχομένους από ιδιωτικές στρατιωτικές εταιρείες (PMC) όπως τη διαβόητη Blackwater. Οι μισθοφόροι αυτοί βρέθηκαν ξαφνικά να περιφρουρούν τα οικονομικά συμφέροντα των αμερικανικών πετρελαϊκών κολοσσών, πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις ΗΠΑ, κυριολεκτικώς κάτω από το βλέμμα (και τα νύχια) της ρωσικής Άρκτου.

Η Κασπία Θάλασσα, η μεγαλύτερη λίμνη της γης, εξαιρετικά πλούσια σε φυσικούς πόρους, είναι ''μια από τις παλαιότερες πετρελαιοπαραγωγούς περιοχές στον κόσμο'' και ''μια ολοένα και πιο σημαντική πηγή παραγωγής ενέργειας παγκοσμίως'', σύμφωνα με την ''Υπηρεσία Διαχείρισης Ενεργειακών Πληροφοριών'' των ΗΠΑ (EIA- Energy Information Administration). Η EIA εκτίμησε το 2012 ότι η Κασπία Θάλασσα και τα περίχωρά της κρύβουν αποδεδειγμένα τεράστιες ποσότητες πετρελαίου, ύψους περίπου 48 δισεκατομμυρίων βαρελιών, ποσότητες δηλαδή μεγαλύτερες από αυτές που υπάρχουν είτε στις Ηνωμένες Πολιτείες είτε στην Λ.Δ. της Κίνας. Το Αμερικανικό Γεωλογικό Ινστιτούτο εξάλλου, υπολόγισε σε έκθεσή του ότι τα πραγματικά πετρελαϊκά αποθέματα της Κασπίας είναι σημαντικά μεγαλύτερα από τις επιβεβαιωμένες ποσότητες- κάπου 20 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου επιπλέον, που μένει να ανακαλυφθούν.

Το 2012 η περιοχή της Κασπίας παρήγε κατά μέσο όρο 2,6 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου την ημέρα, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 3,4% της παγκόσμιας παραγωγής. Μεγάλο μέρος της ποσότητας αυτής εξάγεται σε πολύ κοντινές αποστάσεις από τις ακτές της Κασπίας. Συνολικά, η παραγωγή πετρελαίου της Κασπίας πιστεύεται ότι έχει ξεπεράσει αυτή της Βόρειας Θάλασσας. Στην τελευταία, οι ερευνητικές γεωτρήσεις πετρελαίου μειώθηκαν από 44 πηγάδια το 2008 σε μόλις 12 το 2014. (Ωστόσο, υπολογίζεται ότι υπάρχουν επιπλέον 16 δισεκατομμύρια ανακτήσιμα βαρέλια πετρελαίου, πλησίον των ακτών της σκωτσέζικης πόλης Αμπερντήν και δυτικώς των Νήσων Σέτλαντ, βορειότερα.) Εκτός από το πετρέλαιο, η Κασπία Θάλασσα φαίνεται πως κρύβει ''πιθανά αποθέματα 292 τρισεκατομμυρίων κυβικών ποδών φυσικού αερίου'', σύμφωνα με την Energy Information Administration των ΗΠΑ, ενώ το Αμερικανικό Γεωλογικό Ινστιτούτο εικάζει ότι υπάρχουν άλλα 243 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια μη ανακαλυφθέντος φυσικού αερίου στην ευρύτερη περιοχή της Κασπίας. Το μεγαλύτερο μέρος των κοιτασμάτων φυσικού αερίου φαίνεται πως βρίσκεται στη λεκάνη της νότιας Κασπίας, ενώ πρέπει να έχουμε στον νου μας ότι η Ρωσική Ομοσπονδία και το Καζακστάν ελέγχουν το μεγαλύτερο τμήμα αυτής της τεράστιας υδάτινης έκτασης.

Στην 4η Σύνοδο Κορυφής της Κασπίας που συγκλήθηκε στο Αστραχάν της Ρωσίας στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, τα πέντε έθνη που μοιράζονται την ακτογραμμή της Κασπίας Θάλασσας – Ρωσία, Ιράν, Αζερμπαϊτζάν, Τουρκμενιστάν και Καζακστάν – απεφάσισαν ομοφώνως ότι στο μέλλον θα προασπίσουν την ασφάλεια της περιοχής και θα αποτρέψουν τη διείσδυση εξωτερικών Δυνάμεων. Αυτή η απόφαση σηματοδότησε επί της ουσίας μια τεράστια γεωπολιτική στροφή, αφού αποσκοπούσε στην προστασία της ίδιας της καρδιάς της Ευρασίας από τον επεκτατισμό των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Οι Αμερικανοί, αφού πρώτα αναγκάστηκαν να μειώσουν τη στρατιωτική παρουσία τους στην Κεντρική Ασία στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, είδαν στη συνέχεια και την περιοχή της Κασπίας Θάλασσας να ''κλείνει'' οριστικώς για εκείνους, παρά τα φιλόδοξα σχέδια του Προέδρου Barack Obama. Έτσι, οι παλαιότερες στενές σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με το Αζερμπαϊτζάν, το Τουρκμενιστάν και το Καζακστάν (από την εποχή της εισβολής στο Αφγανιστάν,το 2001) δεν είχαν ανάλογη συνέχεια. Μαζί κατέρρευσαν και τα μεγαλεπήβολα σχέδια των ΗΠΑ και της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας για εξασφάλιση μόνιμης στρατιωτικής παρουσίας στις οροσειρές Hindu Kush και Pamir της Κεντρικής Ασίας, όπως και στον Καύκασο. Πρέπει να επισημανθεί εδώ ότι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, όπως η Βρεττανία, η Γερμανία, η Ιταλία και ο Καναδάς ήσαν πρόθυμες να στηρίξουν αυτή τη μεμακρυσμένη προβολή στρατιωτικής ισχύος της συλλογικής Δύσης, σύμφωνη και με τα νέα δόγματα της Συμμαχίας που φιλοδοξούσαν να μετατρέψουν το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο σε ένα καθαρώς επιθετικό εργαλείο μακρού βεληνεκούς.



Οι Αμερικανοί στον Νότιο Καύκασο.

Τον Μάιο του 2005 ο Πρόεδρος των ΗΠΑ George Bush Jr. είχε επισκεφθεί την πρωτεύουσα της Γεωργίας Τιφλίδα, όπου -μέσα σε πανηγυρικό κλίμα- δήλωσε μεταξύ άλλων ότι η Γεωργία είχε καταστεί ''φάρος της ελευθερίας'' στην ευρύτερη περιοχή της οροσειράς του Καυκάσου. Ο Αμερικανός Πρόεδρος θεωρούσε τον έλεγχο του Νοτίου Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας ως ζωτικής σημασίας για την επίτευξη στρατιωτικής νίκης στο Αφγανιστάν, πιο ανατολικά. Στο μέτωπο του Αφγανιστάν οι πρώτες δυσκολίες επικράτησης της πολεμικής μηχανής των Ηνωμένων Πολιτειών είχαν αρχίσει να γίνονται αισθητές , αλλά ο Λευκός Οίκος παρέμενε αισιόδοξος για το μέλλον έχοντας εξασφαλίσει και κάποιες κομβικές στρατιωτικές βάσεις στην Κεντρική Ασία, όπως στο νότιο Ουζμπεκιστάν και στο βόρειο Κιργιστάν (αεροπορική βάση ''Μανάς'', κοντά στην πρωτεύουσα Μπισκέκ).

Ο προφανής στόχος των Αμερικανών ήταν να εγκαταστήσουν τα στρατεύματά τους στον άξονα (από τα ανατολικά προς τα δυτικά) Κεντρική Ασία- Κασπία Θάλασσα- Νότιος Καύκασος. Η ευόδωση των αμερικανικών σχεδίων θα σήμαινε -με όρους Γεωπολιτικής - ότι η Θαλάσσια Δύναμη είχε κατορθώσει να ελέγξει την ίδια την καρδιά της Ευρασίας. Αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν,στην καρδιά της νότιας πλευράς του Καυκάσου, θα σήμαιναν από την άλλη ότι τα στρατεύματα του ΝΑΤΟ ήσαν εγκατεστημένα σε απόσταση αναπνοής από τα πολεμικά μέτωπα στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Εκτός αυτού, οι στρατιωτικές βάσεις στη Γεωργία θα λειτουργούσαν συμπληρωματικώς ως προς τις στρατηγικού χαρακτήρα βάσεις των ΗΠΑ στην Τουρκία (που βρίσκεται πολύ κοντά στη Γεωργία),ενώ μια ισχυρή αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Αζερμπαϊτζάν θα έδινε στην κυβέρνηση των ΗΠΑ την ευχέρεια να εξαπολύσει επίθεση κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, όποτε το έκρινε σκόπιμο. Αυτό το σενάριο συζητείτο πολύ έντονα εκείνη την εποχή στην Ουάσιγκτον (στην πραγματικότητα ποτέ δεν έπαψε να συζητείται),οι αμερικανικές ελίτ ωστόσο συνειδητοποίησαν εγκαίρως ότι μία εισβολή στο Ιράν θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη και θα είχε μικρές πιθανότητες επιτυχίας. Ο Αμερικανικός Στρατός αντιμετώπιζε ήδη μεγάλες δυσκολίες στο Ιράκ, μια χώρα μικρότερη και πιο αδύναμη από το Ιράν, της οποίας η ισχύς είχε υπονομευθεί σε μεγάλο βαθμό από τις μακροχρόνιες κυρώσεις της Δύσης πολύ πριν από την αγγλοαμερικανική επίθεση του 2003.

Η επιτυχημένη ρωσική στρατιωτική επέμβαση στη Γεωργία το καλοκαίρι του 2008, ήρθε να υπενθυμίσει στη Δύση ότι ο Καύκασος (όπως και η Κασπία ή οι ανατολικές και βόρειες ακτές της Μαύρης Θάλασσας) βρίσκεται στη σφαίρα επιρροής της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η Μόσχα δεν ήταν διατεθειμένη να επιτρέψει την περαιτέρω διείσδυση των Αμερικανών. Η Γεωργία ήταν η πρώην Σοβιετική Δημοκρατία που είχε ευθυγραμμιστεί περισσότερο με τις ΗΠΑ, ιδιαιτέρως μετά την ''Επανάσταση των Ρόδων'' στα τέλη του 2003, μία ''έγχρωμη επανάσταση'' η οποία υποστηρίχθηκε ανοικτά από το αμερικανικό Πεντάγωνο και χρηματοδοτήθηκε από ομάδες που συνδέονται με την κυβέρνηση των ΗΠΑ (NED, Freedom House, κλπ.) και το ''Open Society Foundation'' του δισεκατομμυριούχου George Soros.Ο φιλοδυτικός Mikheil Saakashvili ανέλαβε τα ηνία της εξουσίας στη χώρα σε ηλικία μόλις 36 ετών, και ξεκίνησε μια σειρά οικονομικών μεταρρυθμίσεων με στόχο να προσελκύσει ξένες επενδύσεις και να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού. Ωστόσο, ο βαθμός στον οποίο ήταν εξηρτημένος από τους υπερατλαντικούς πάτρωνές του έγινε σαφής τον Αύγουστο του 2008, όταν κατόπιν εντολών του ο Γεωργιανός Στρατός εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση εναντίον της αυτόνομης (και φιλορωσικής) επαρχίας της Νοτίου Οσσετίας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του πρώην πρεσβευτή της Γεωργίας στη Ρωσική Ομοσπονδία Erosi Kitsmarishvili, οι Αμερικανοί όχι μόνο γνώριζαν τις προθέσεις του Saakashvili αλλά και τον ενεθάρρυναν αποφασιστικώς να προχωρήσει στην επίθεσή του, με τον Αμερικανό Αντιπρόεδρο Dick Cheney να παρεμβαίνει τηλεφωνικώς και να διαβεβαιώνει ''We have your back'' -σε περίπτωση σύγκρουσης με τη Ρωσία. Όπως αποδείχθηκε, οι Ρώσοι ήταν προετοιμασμένοι για κάθε ενδεχόμενο. Με μια αστραπιαία επίθεση και ύστερα από μάχες 5 περίπου ημερών, βρέθηκαν σε απόσταση αναπνοής από την πρωτεύουσα Τιφλίδα και εξανάγκασαν τους Γεωργιανούς σε συνθηκολόγηση. Στην πραγματικότητα οι Αμερικανοί ελάχιστα μπορούσαν ή ήσαν διατεθειμένοι να κάνουν για να τους σώσουν.



Ο στρατιωτικός ανταγωνισμός με τη Ρωσία.

Αυτό που συχνά (και σκοπίμως ίσως) λησμονείται από πολλούς αναλυτές στη Δύση είναι ότι η Σοβιετική Ένωση (της οποίας διάδοχο κράτος είναι εν πολλοίς η Ρωσική Ομοσπονδία), εν αντιθέσει προς τη Γερμανία ή την Ιαπωνία του 1945, κατέρρευσε μεν οικονομικώς αλλά δεν ηττήθηκε ποτέ στρατιωτικώς. Κατά συνέπεια η στρατιωτική της δύναμη παρέμεινε σχετικώς άθικτη, αν και η κακή οικονομική κατάσταση της δεκαετίας του 1990 είχε οπωσδήποτε δραματικές επιπτώσεις και στο επίπεδο των στρατιωτικών ικανοτήτων της Ρωσίας- με κυριότερη την τεχνολογική υστέρηση σε πολλούς τομείς. Παρά ταύτα,στην αυγή του 21ου αιώνα η Ρωσία είχε 1,2 εκατομμύρια ενεργό προσωπικό στις Ένοπλες Δυνάμεις της και διέθετε 14.000 πυρηνικές κεφαλές, από τις οποίες οι 5.192 ήταν επιχειρησιακές. Οι ΗΠΑ από την άλλη πλευρά, διέθεταν 9.962 πυρηνικές κεφαλές το 2006, εκ των οποίων οι 5.736 ήταν επιχειρησιακές, ενώ ο αμερικανικός στρατός είχε 1,3 εκατομμύρια ενεργά μέλη. Δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ των δύο Δυνάμεων επομένως και η Ρωσία διαθέτει περισσότερα από αρκετά όπλα, όχι μόνο για να υπερασπίσει τον εαυτό της αλλά και για να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ. Ωστόσο, ο Πρόεδρος George Bush Jr., συνεχίζοντας την πολιτική της κυβέρνησης του Bill Clinton, δεν έπαψε να προκαλεί ασκόπως τη Ρωσία. Λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του το 2001, ο Bush απέσυρε τις ΗΠΑ από τη Συνθήκη κατά των Bαλλιστικών Πυραύλων (ABMΤ/ Anti-Ballistic Missile Treaty ) που είχε υπογραφεί το 1972 με τη Σοβιετική Ένωση, προκειμένου να προωθήσει το σχέδιο της λεγομένης ''αντιπυραυλικής ασπίδας'' στο έδαφος των ΗΠΑ αλλά και στην Ευρώπη και να μειώσει έτσι τη (δήθεν) απειλή των ρωσικών πυρηνικών όπλων.

Ο George Bush Jr. συνέχισε τις επικίνδυνες κινήσεις του, εγκαθιστώντας πυραυλικές υποδομές στην ανατολική περιφέρεια του ΝΑΤΟ (στην Πολωνία και την Τσεχία) και οδηγώντας το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο στα σύνορα της Ρωσίας, με την ένταξη σε αυτό και των χωρών της Βαλτικής (Λιθουανία, Λεττονία, Εσθονία) το 2004. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ αρνήθηκε να επικυρώσει τη Συνθήκη Πλήρους Απαγόρευσης των Πυρηνικών Δοκιμών (Comprehensive Nuclear- Test-Ban Treaty, CTBT, 1996), όπως και κάποιες βελτιώσεις στη Συνθήκη SALT- 2 (Strategic Arms Limitations Treaty-2) του 1979 για τη μείωση των στρατηγικών όπλων των δύο πλευρών (Συνθήκη START -2 , Strategic Arms Reduction -2, 1993).



Η ρωσική οικονομία.

Μπορούμε να υποθέσουμε βασίμως ότι η ιδέα της πλήρους συντριβής και του διαμελισμού της Ρωσίας δεν έφυγε ποτέ από το μυαλό των Δυτικών. Ωστόσο, το έδαφος της Ρωσίας δεν κατελήφθη ποτέ από ξένες δυνάμεις, όπως το γερμανικό έδαφος από το 1945 και έπειτα. Σε αντίθεση με τη Γερμανία μάλιστα, η Ρωσική Ομοσπονδία είναι ένα εκτεταμένο και ισχυρό δημογραφικώς κράτος, πλούσιο σε φυσικούς πόρους και εδραζόμενο σε μια κομβική γεωγραφική περιοχή της Ευρασίας. Η Ρωσία επιπλέον έχει τη δυνατότητα να υπαγορεύει ενεργειακές συμφωνίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικώς με τις σημαντικές παραδόσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι Ευρωπαίοι εξαρτώνται πολύ περισσότερο από τους Ρώσους, απ' όσο εξαρτώνται οι ίδιοι οι Ρώσοι από την Ευρώπη.

Μετά την τεράστια αναταραχή της δεκαετίας του 1990, η Ρωσία ανέκαμψε στις αρχές του 21ου αιώνα και έκτοτε συνεχίζει να ισχυροποιείται οικονομικώς. Το 1998 περισσότερο από το 35% των Ρώσων ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας, αλλά μέχρι το 2013 ο αριθμός αυτός είχε μειωθεί στο 11%. Την ίδια περίπου εποχή (2014) στις ΗΠΑ, τουλάχιστον το 15% των πολιτών ζούσε σε συνθήκες απόλυτης ένδειας.

Για μια ολόκληρη εικοσαετία, η Ρωσία επωφελήθηκε από τις υψηλές τιμές και την τεράστια ζήτηση του πετρελαίου και του φυσικού αερίου στη διεθνή αγορά.Ταυτοχρόνως, η βιομηχανική της ανάπτυξη γιγαντώθηκε, με εγχώριες και ξένες επενδύσεις, ιδίως στην αυτοκινητοβιομηχανία (αύξηση στον κλάδο κατά 125%). Τέλος, το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε θεαματικά (γύρω στο 70%), τοποθετώντας τη ρωσική οικονομία μεταξύ των μεγαλυτέρων οικονομιών του Κόσμου.



Φίλιππος Μπουράτογλου – Απόφοιτος του Κέντρου Γεωπολιτικών Αναλύσεων του NewYorkCollege - Ιστορικός ερευνητης - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών