Το κίνημα των ευρασιανιστών παίρνει ...μορφή μερικές δεκαετίες μετά τον θάνατο του Ντανιλέβσκι, στις γραμμές των Ρώσων μεταοκτωβριανών πολιτικών προσφύφων, τους αποκαλούμενους «λευκούς πρόσφυγες». Τότε είναι που, στις αρχές του Κ΄ αιώνος, διαμορφώνεται πλήρως η ευρασιανική φόρμουλα. Ιδρυτές είναι ο πρίγκιψ Νικόλαος Τρουμπετσκόΐ, ο Πέτρος Σαβίτσκι, ο Πέτρος Σουβτσίνσκι και Φλορόβσκι. Η ιστορία του ευρασιανισμού σαν βασική κατεύθυνση της ρωσικής φιλοσοφικής σκέψεως ξεκινά το 1912, όταν στην Σόφια εκδίδεται το συλλογικό έργο «Έξοδος προς την Ανατολή», μα άρθρα των Τρουμπετσκόΐ,Σαβίκτσκι, Σουβτσίνσκι και Φλορόβσκι. Η συλλογή αυτή είναι θεμελιώδους σημασίας για την μετέπειτα εξέλιξη του ευρασιανισμού, διότι αποτελεί ουσιαστικά την σπονδυλική στήλη της θεωρίας, καθώς και το βασικό μανιφέστο του ευρασιανισμού, με σαφείς προγραμματικές θέσεις και κανόνες.
Το 1922 στο Βερολίνο εκδίδεται δεύτερη ευρασιανική συλλογή με τίτλο «Έν οδώ». Το βιβλίο αυτό αποτελεί σημαντικό σταθμό, την στιγμή που ο ευρασιανισμός αρχίζει πλέον να αποαφηνίζεται ως τέτοιος. Το κεντρικό συμπέρασμα της συλλογής είναι πως η Ρωσία αποτελεί έναν ιδιαίτερο κόσμο, ο οποίος σε πολιτισμικό-ιστορικό επίπεδο δεν ανήκει ούτε στην Δύση, ούτε στην Ανατολή. Κατά τον Σαβίτσκι ο ιδιαίτερος αυτός κόσμος καταλαμβάνει τον μέσο χώρο του λεγόμενου Παλαιού Κόσμου, από τον ποταμό Νέμαν (Νιέμεν) στην Λιθουανία (Δύση) έως τα κινέζικα σύνορα και το Θιβέτ (Ανατολή). Οι λαοί που διαβιούν σε αυτά τα εδάφη ευρίσκονται σε συνεχή επαφή μεταξύ τους και διαμοιράζονται κοινές κοινωνικοΐστορικές νομοτέλειες. Δεν είναι παρεμφερή ούτε με τον δυτικό (ευρωπαΐκό) πολιτισμό, ούτε με τα χαρακτηριστικά βιογνωρίσματα των λαών της Άπω Ανατολής. Αύτο το ιδιόρυθμο εδαφικό και πολιτικό σύνολο, επί τη βάσει του οποίου η Ρωσία ξεχωρίζει, σηματοδοτεί το «τρίτο δεδομένο» (tertium datur) , το οποίο δεν είναι ούτε το «ένα» ( η Ευρώπη) ούτε το «άλλο» ( η Ασία) αλλά το «διαφορετικό» , η σύνθεση που συμπυκνώνεται στην Ευρασία !
Τα έργα του πρίγκιπος Τρουμπετσκόΐ καταδεικνύουν τις πλήρεις διαστάσεις του ευρασιανισμού και λόγω του ότι θεωρούνται ως η αληθινή σύνθεση του ευρασιανικού λόγου, ρόλο που λίγες δεκαετίες αργότερα θα αναλάβη να παίξη με τις μελέτες του ο λεγόμενος « τελευταίος των ευρασιανιστών», ο Λέβ Γκουμιλιόβ. Στην αρχή της αναλυτικής του εργασίας, ο Τρουμπετσκόΐ συγκρίνει δυο διαφορετικούς ορισμούς αναφορικά με το «εθνικό ζήτημα»: τον σωβινισμό και τον κοσμοπολιτισμό. Ο Τρουμπετσκόΐ πιστεύει ότι οι δύο αυτοί ορισμοί στην ουσία αλληλοκαλύπτονται, εφ’όσον αμφότεροι προέρχονται από την ίδια δεξαμενή, δηλαδή τον περίφημο «γερμανο-ρωμαίκο» πολιτισμό. Σύμφωνα με τον Ρώσο πρίγκιπα, ο υπερβατικός χαρακτήρας αυτού του τύπου πολιτισμού αναπόφευκτα οδηγεί στην αποδοχή κάποιας ιμπεριαλιστικής δυναμικής, που αργά ή γρήγορα παρεμναίνει στην γενική συμπεριφορά του έν λόγω πολιτισμού.
Ο Τρουμπετσκόΐ επεκτείνει την σκέψη του, θεωρώντας ότι ο δυτικός (γερμανο-ρωμαίκος) πολιτισμός, με τον ακραίο εγωκεντρισμό του, οδεύει προς μια ουσιαστική , αλλά και φυλετική απομόνωση, αφού στα θεμέλια του ευρίσκεται η πεποίθηση ότι αυτός αποτελεί το λίκνο του πανανθρώπινου πολιτισμού, της επιστήμης και της τέχνης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργείται το βασικό δυτικό σχήμα – δόγμα που εμπεριέχεται στην φράση: ο δυτικοευρωπαΐκός πολιτισμός είναι ανεπτυγμένος σε σχέση με τον πολιτισμό την Ανατολής, που είναι καθυστερημένος.
Ο Ρώσος στοχαστής ερευνά αν πράγματι υφίσταται δυνατότητα ο δυτικοευρωπαικός πολιτισμός να είναι τελειώτερος και πιο εξελιγμένος σε σχέση με τους υπόλοιπους πολιτισμούς του πλανήτου. Ο Τρουμπετσκόΐ πιστεύει πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, εφ’όσον ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι τόσο πολυμορφικός και πολύπλοκος, ώστε να μην δυνάμεθα εκ των προτέρων να ανακαλύψουμε τελείως όμοια πολιτισμικά συστήματα που συγχωνεύονται μεταξύ τους. Με δυό λόγια, τα διαφορετικά συστατικά των γηγενών πολιτισμών υψώνουν ένα αποφασιστικό εμπόδιο κατά ενός μερικού ή ολικού συγκρητισμού. Υπ’ αυτές τις συνθήκες δεν δυνάμεθα καθόλου να ισχυρισθούμε ότι για την ανθρωπότητα ο γερμανο-ρωμαΐκός πολιτισμός είναι σημαντικώτερος οιουδήποτε άλλου.
Ο Τρουμπετσκόΐ είναι πεπεισμένος ότι η Ρωσία δεν είναι μέρος του κόσμου εκείνου που αποκαλείται Δύση και, το κυριώτερο , ουδέποτε θα δυνηθή να γίνη μέρος του. Η Ρωσία, ως χώρα ευρωπαΐκή και συνάμα ασιατική, είναι η πραγματική καρδιά της Ευρασίας. Όλα τα άλλα και ειδικώτερα η τάση της να προσωρήση στην Ευρώπη, αποτελούν μιμητικότητα χαμηλού επιπέδου, είναι πιθηκισμός για τα μάτια της Δύσεως. Τα γεωγραφικά όρια της Ευρασίας συμπίπτουν κατά προσσέγιση με εκείνα της Ρωσίας. Στις αντιλήψεις των ευρασιανιστών ο ευρωπαΐκός χώρος εξαντλείται στα όρια της Δυτικής Ευρώπης, της οποίας οι γεωγραφικές συνθήκες είναι ωκεανικές, ενώ η Ανατολική Ευρώπη είναι εκ φύσεως ηπειρωτική, άρα αυτή η τελευταία είναι τελικά κομμάτι όχι της Ευρώπης, αλλα της Ασίας. Δεν πρέπει όμως η Ευρασία να ταυτίζεται με την Ασία. Τα εδάφη της Ευρασίας οριοθετούνται από τις περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης, την δυτική Σιβηρία, τις πεδιάδες του Τουρκεστάν και τα βουνά, τα οποία ευρίσκονται στην εν λόγω περιφέρεια ανατολικά, νοτιοανατολικά και νότια.
Για τους ευρασιανιστές η Ευρώπη, η Ασία και η Ευρασία είναι κυρίως όροι γεωγραφικοί, «γεωγραφικοί κόσμοι», δηλαδή χώροι που χαρακτηρίζονται από γνωρίσματα γεωγραφικής φύσεως. Η Ευρασία αποτελείται από χώρο που καλύπτει δάση, τούνδρες, στέπες και ερήμους, ενώ διασχίζεται, από ποταμούς και οροσειρές. Ενδεικτικό είναι ότι στην επικράτειά της δεν υπάρχει ανοικτή έξοδος στον ωκεανό και λείπουν παντελώς οι παράκτιες ζώνες, χαρακτηριστικές της Δυτικής Ευρώπης, της Ανατολικής και της Νότιας Ασίας. Το κλίμα της Ευρασίας δν εόναι θαλασσινό, αλλά ηπειρωτικό, με απότομες μεταβολές θερμοκρασίας ανάμεσα στο θέρος και τον χειμώνα. Η μορφή της αυτή προσδίδει πλήρη γεωγραφική ενότητα και την καθιστά διαφορετική και από την Ευρώπη και από την Ασία.
Στην βάση της γεωπολιτικής θέσεως των ευρασιανιστών, όπως αυτή εσχηματοποιήθη από τον Σαβίτσκι, υπάρχει η έννοια του αναπτυξιακού περιβάλλοντος. Ο Σαβίτσκι θεωρεί ότι κάθε έθνος είναι οργανικά συνδεδεμένο με το δικό του αποκλειστικό αναπτυξιακό περιβάλλον. Πρόκειται για την ιδέα του «landschaft» (το τοπίο ή περιβάλλον), που είναι κεντρικής σημασίας τόσο για τον ευρασιανισμό, όσο και αργότερα για τον «αντιγραφέα» του, δηλαδή την δυτική γεωπολιτική. Η εν λόγω ιδέα του Σαβίτσκι μετατρέπει αυτόματα τον ευρασιανισμό σε «θεωρία του εδάφους». Σύμφωνα με τον Σαβίτσκι, ο ορισμός του γεωγραφικού χώρου, σε αντίθεση με τον γεωμετρικό, είναι όχι μόνο ποσοτικός, αλλά και ποιοτικός. Η κοινωνικοΐστορική εξέλιξη των λαών λαμβάνει χώρα όχι εντός κάποιου άμορφου χώρου, αλλά εντός ενός μοναδικού και ανεπαναλήπτου γεωγραφικού περιβάλλοντος. Με την ιδική του γεωλογική δόμηση, κλίμα, ποιότητα εδάφους και ιδιάζουσα βλάστηση, το γεωγραφικό περιβάλλον δύναται να χωρισθή σε διαφορετικές κατηγορίες. Οι λαοί, στον κοινωνικοΐστορικό τους βίο, προσαρμόζονται σε ορισμένο γεωγραφικό περιβάλλον και με την σειρά του και αυτό προσαρμόζεται στις ιδιαιτερότητες εκάστοτε λαού. Το συμπέρασμα του Σαβίτσκι είναι πολύ σπουδαίο για την επιστήμη της γεωπολιτικής: το γεωγραφικό περιβάλλον καθορίζει την προσωπικότητα των λαών. Άρα, από γεωγραφική οπτική γωνία, ο διαχωρισμός του Παλαιού Κόσμου στα δύο (Ευρώπη και Ασία) δεν στέκει. Ο φυσικός διαχωρισμός, με γεωγραφικά κριτήρια, ξεχωρίζει όχι δύο, αλλά τρεις ηπείρους, την Ευρώπη, την Ασία και την Ευρασία, εφ’όσον με αυτόν τον τυρόπο διαφαίνονται τα ακριή αναπτυξιακά περιβάλλοντα, τα οποία είναι διαφορετικά στον έκαστο από τους τρεις γεωγραφικούς χώρους.
Σύμφωνα με τους ευρασιανιστές, «χωρίς τον ταταρισμό δεν θα υπήρχε Ρωσία». Ο Σαβίτσκι πιστεύει ότι «η Ρωσία είναι κληρονόμος των μεγάλων Χάνηδων, συνεχίζοντας το έργο του Τζένγκις Χάν και του Ταμερλάνου και συνενώνοντας την Ασία». Ο δε Τρουμπετσκόΐ είναι της γνώμης πως «κάθε Ρώσος πρέπει να έχη συνείδηση ότι ανήκει όχι μόνον στον άριο, αλλά και στον τουρανικό εθνοψυχολογικό τύπο, για να δυνηθή να κατευθυνθή προς την προσωπική και εθνική του αυτογνωσία».
Από την άλλη όμως πλευρά, ο Νικόλαος Μπερντιάεβ ασκεί κριτική στος ευρασιανιστές για την εισαγωγή τουρανικών στοιχείων στην ρωσική ανθρωπολογική και πνευματική ταυτότητα και πιστεύει ότι εκείνοι προτιμούν φανερά τον αμφίβολο πολιτισμό του Τζένγκις Χάν από το χριστιανικό έργο του Αγίου Βλαδιμήρου του Βαπτιστού.
Ο Λέβ Γκουμιλιόβ, ο άνθρωπος που ανέπτυξε περαιτέρω την ευρασιανική θεωρία, μερικές δεκαετίες μετά το πέρασμα του πρώτου ευρασιανικού πνευματικού ρεύματος, θεμελιώνοντας τον νεοευρασιανισμό, πιστεύει επίσης ότι ο ρωσικός λαός έχει μέχρι ενός σημείου τουρκομογγολική καταγωγή. Είναι δε κατηγορηματικά ενάντιος στην ευρωκεντρική θέση περί του δήθεν βαρβάρου ταταρομογγολικού ζυγού και περί της προαιωνίου αντιπαλότητας νομαδικής Στέπας και αγροτικού Δάσους. Κεντρική θέση στην θεωρία του Γκουμιλιόβ καταλαμβάνει η ιδέα του πασιοναρισμού. Κατά τον στοχαστή, οι πασιοναρικές ωθήσεις είναι εκείνες ακριβώς που ορίζουν τους ρυθμούς της Ευρασίας. Αυτές οι ωθήσεις προσέδωσαν το «ιστορικό προβάδισμα» στην μία ή την άλλη εθνοτική ομάδα του χώρου στιςδιάφορες περιόδους διαμορφώσεως αυτής της μεγαηπείρου, της Ευρασίας.
Ο Γκουμιλιόβ θεωρεί πως οι διαφορές μεταξύ των εθνών δεν καθορίζονταιαπό χαρακτηριστικά, όπως η «κουλτούρα», ή «ικανότητα της παραγωγής» και άλλα παρόμοια. Τα έθνη διαφοροποιούνται ανάμεσά τους με βάση το στερεότυπο της συμπεριφοράς τους. Στο έθνος, σε αντίθεση με την κοινωνία, λειτουργούν όχι συνειδητές αποφάσεις, αλλά αισθήσεις και συμβατικές αντιδράσεις. Όπως ο άνθρωπος, έτσι και το έθνος προσαρμόζεται στο γεωγραφικό και το διεθνικό περιβάλλον. Έτσι το κάθε έθνος χαρακτηρίζεται από τον πασιοναρικό παράγοντα («παράγων Χ»). Ο παράγων αυτός έχει την αρχική του ώθηση ως «πλήρη άνθηση», ύστερα περνά στην «ήρεμη φάση» και, στο τέλος, στην «φάση της μνήμης». Αυτά τα τρία στάδια –ακμή, πτώση, θάνατος- χαράζουν την ζωή του έθνους.
Το παρόν αποτελεί τμήμα του βιβλίου του καθηγητή Δημητρίου Κιτσίκη :Εθνικομπολσεβικισμός πέραν του φασισμού και του κομμουνισμού και είναι ο πρόλογος του Δρ. Ησαϊα Κωνσταντινίδη.






