Η Μεταϊδεολογία και ο 21ος Αιώνας.




Πέρα από τον Εθνικισμό, το Έθνος-Κράτος και τις Ιδεολογίες της Νεωτερικότητας.



Ο Αιώνας των Ιδεολογιών Τελείωσε

Ο εικοστός αιώνας έχει πλέον τελειώσει, όμως μόνο σήμερα αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε πραγματικά το βάθος της ιστορικής του εξόδου.

Έχει ειπωθεί πολλές φορές ότι ο εικοστός αιώνας υπήρξε ο αιώνας των Ιδεολογιών. Αν στους προηγούμενους αιώνες οι κοινωνικές τάξεις, τα έθνη, οι θρησκείες, οι δυναστείες, οι αυτοκρατορίες και οι τοπικές κοινωνικές δομές διαμόρφωναν την πολιτική πραγματικότητα, στον εικοστό αιώνα η Πολιτική οργανώθηκε σε μεγάλο βαθμό γύρω από μεγάλες ιδεολογικές αντιπαραθέσεις.

Οι ιδεολογίες δεν περιορίστηκαν στην πολιτική θεωρία. Διαμόρφωσαν κράτη, κοινωνίες, οικονομικά συστήματα και, τελικά, την ίδια τη γεωγραφία του κόσμου. Έθνη και πολιτισμοί βρέθηκαν ενταγμένα σε ευρύτερα πολιτικά και ιδεολογικά σχήματα, ενώ η σύγκρουση ανάμεσα στα διαφορετικά ιδεολογικά συστήματα καθόρισε μεγάλο μέρος της παγκόσμιας ιστορίας.

Η άνοδος αυτών των ιδεολογιών συνδέθηκε με τη μεγάλη πολιτική και πνευματική μεταβολή που ξεκίνησε από τη Γαλλική Επανάσταση και την ευρωπαϊκή νεωτερικότητα. Ο Ρομαντισμός, η νέα αντίληψη για το έθνος και η δημιουργία του σύγχρονου έθνους-κράτους αποτέλεσαν βασικά στοιχεία αυτής της μετάβασης. Ο Εθνικισμός υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές εκφράσεις της νέας εποχής, προσφέροντας στην Ευρώπη ένα νέο πλαίσιο πολιτικής και συλλογικής ταυτότητας. 

Στη συνέχεια, όμως, ο Εθνικισμός δεν έμεινε μόνος. Στον εικοστό αιώνα εμφανίστηκαν και συγκρούστηκαν μεταξύ τους διαφορετικές μεγάλες πολιτικές θεωρίες, με τον Φιλελευθερισμό, τον Μαρξισμό και τον Φασισμό να αποτελούν τους βασικούς πόλους της ιδεολογικής σύγκρουσης.

Σήμερα όμως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα διαφορετικό ιστορικό περιβάλλον.

Ο εικοστός αιώνας τελείωσε. Τα μεγάλα ιδεολογικά συστήματα που καθόρισαν την εποχή του έχασαν την προηγούμενη ισχύ τους και η παγκόσμια τάξη που δημιουργήθηκε μετά το 1991 αρχίζει επίσης να μετασχηματίζεται.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς ποια ιδεολογία θα αντικαταστήσει την προηγούμενη.

Το βαθύτερο ερώτημα είναι αν ο ίδιος ο κόσμος των κλασικών ιδεολογιών έχει πλέον εξαντλήσει τα ιστορικά του όρια.

Και αν αυτό συμβαίνει, τότε πρέπει να τεθεί ένα ακόμη δυσκολότερο ερώτημα:

Τι έρχεται μετά την εποχή των ιδεολογιών;

Εδώ αρχίζει η συζήτηση για τη Μεταϊδεολογία.


ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ

Φιλελευθερισμός – Μαρξισμός – Φασισμός

Ο εικοστός αιώνας δεν μπορεί να γίνει κατανοητός χωρίς την αντιπαράθεση των τριών μεγάλων πολιτικών θεωριών που κυριάρχησαν στη διάρκειά του: του Φιλελευθερισμού, του Μαρξισμού και του Φασισμού.

Δεν εμφανίστηκαν ταυτόχρονα ούτε είχαν την ίδια ιστορική αφετηρία. Αποτελούσαν διαφορετικές απαντήσεις στα προβλήματα της νεωτερικότητας και πρότειναν διαφορετικές αντιλήψεις για τον άνθρωπο, την κοινωνία, την οικονομία και την πολιτική εξουσία.

Ο Φιλελευθερισμός υπήρξε η πρώτη από τις μεγάλες νεωτερικές πολιτικές ιδεολογίες. Συνδέθηκε με τον Διαφωτισμό, την ατομική ελευθερία, την πολιτική αντιπροσώπευση και, σταδιακά, με την ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας.

Ο Μαρξισμός εμφανίστηκε τον 19ο αιώνα ως ριζική απάντηση στην κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα που είχε δημιουργήσει ο καπιταλιστικός φιλελευθερισμός. Στο επίκεντρό του τοποθέτησε την κοινωνική τάξη και την ταξική σύγκρουση, επιχειρώντας να ερμηνεύσει την ιστορία μέσα από τις υλικές σχέσεις παραγωγής.

Ο Φασισμός, που εμφανίστηκε στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, αποτέλεσε μία διαφορετική απάντηση στη νεωτερικότητα και στην κρίση της φιλελεύθερης κοινωνίας. Ανέπτυξε μια πολιτική αντίληψη βασισμένη σε συλλογικές ταυτότητες, στην πολιτική κινητοποίηση των μαζών και στην υπέρβαση του φιλελεύθερου ατομικισμού και του μαρξιστικού ταξικού διεθνισμού. 

Έτσι διαμορφώθηκε ένας ολόκληρος αιώνας ιδεολογικής σύγκρουσης.

Φιλελευθερισμός, Μαρξισμός και Φασισμός δεν ήταν απλώς διαφορετικές πολιτικές παρατάξεις. Ήταν διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο θεμελιώδες ερώτημα:

Ποιος πρέπει να είναι ο άνθρωπος μέσα στην πολιτική κοινότητα και ποια πρέπει να είναι η μορφή της κοινωνίας που θα οικοδομήσει;

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε το μεγάλο σημείο καμπής. Μετά το 1945, η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε κυρίως ανάμεσα στον δυτικό φιλελεύθερο κόσμο και τη σοβιετική κομμουνιστική πλευρά. Η παλιά τριπλή ιδεολογική αντιπαράθεση έδωσε τη θέση της στον Ψυχρό Πόλεμο.

Και όταν το 1991 κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, φάνηκε ότι η ιστορική διαδρομή είχε πλέον κλείσει.

Ο Φιλελευθερισμός είχε μείνει χωρίς ισοδύναμο παγκόσμιο αντίπαλο.

Αλλά εδώ βρίσκεται και το παράδοξο.

Η νίκη μιας ιδεολογίας δεν σημαίνει απαραίτητα και το τέλος της ιστορίας της. Μπορεί να σημαίνει την αρχή της κρίσης της.


ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ

Άτομο – Τάξη – Έθνος – Κράτος

Κάθε μεγάλη Πολιτική Θεωρία χρειάζεται ένα πολιτικό υποκείμενο. Χρειάζεται, δηλαδή, να απαντήσει στο θεμελιώδες ερώτημα: ποιος είναι εκείνος που δρα μέσα στην Ιστορία και γύρω από τον οποίο οργανώνεται η πολιτική κοινότητα;

Οι τρεις μεγάλες πολιτικές θεωρίες του εικοστού αιώνα έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις.

Για τον Μαρξισμό, το κεντρικό πολιτικό υποκείμενο ήταν η κοινωνική τάξη. Η ιστορία ερμηνευόταν μέσα από τη σύγκρουση των τάξεων και η πολιτική πράξη συνδεόταν με την απελευθέρωση της εργατικής τάξης και την ανατροπή των σχέσεων που τη συνέδεαν με το καπιταλιστικό σύστημα.

Στον Φασισμό, το υποκείμενο δεν ήταν το άτομο ως απομονωμένη μονάδα. Η πολιτική κοινότητα, το Κράτος και, στις διαφορετικές εθνικές εκδοχές του, το έθνος και η φυλετική κοινότητα απέκτησαν κεντρική θέση. Το άτομο αποκτούσε νόημα μέσα σε ένα ευρύτερο συλλογικό σύνολο.

Ο Φιλελευθερισμός ακολούθησε διαφορετικό δρόμο.

Το πολιτικό του υποκείμενο είναι πρωτίστως το άτομο.

Το άτομο αντιμετωπίζεται ως φορέας δικαιωμάτων και ελευθερίας και ως αυτόνομη πολιτική μονάδα. Στη μεταγενέστερη εξέλιξη του φιλελεύθερου συστήματος, αυτή η αυτονομία μπορεί να οδηγήσει σε μια ολοένα μεγαλύτερη αποσύνδεση του ατόμου από τις παραδοσιακές συλλογικές ταυτότητες, τις κοινότητες, τη θρησκεία, την ιστορική μνήμη και την εθνική παράδοση. 

Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της εποχής μας.

Αν ο Μαρξισμός είχε την τάξη, ο Φασισμός και οι συγγενείς του είχαν το έθνος, το κράτος ή άλλες συλλογικές μορφές, και ο Φιλελευθερισμός έχει το άτομο, τότε ποιο θα μπορούσε να είναι το πολιτικό υποκείμενο μιας νέας εποχής;

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο μετά το 1991.

Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, ο Φιλελευθερισμός έπαψε να εμφανίζεται απλώς ως μία πολιτική θεωρία ανάμεσα σε άλλες. Για ένα διάστημα παρουσιάστηκε ως η τελική μορφή της πολιτικής οργάνωσης της ανθρωπότητας. Η αντίληψη αυτή συνδέθηκε χαρακτηριστικά με τη θεωρία του «Τέλους της Ιστορίας», ενώ η παγκόσμια αγορά και η οικονομική παγκοσμιοποίηση απέκτησαν ολοένα μεγαλύτερη σημασία. 

Έτσι, η πολιτική μετατοπίστηκε σταδιακά από το συλλογικό στο ατομικό.

Το Έθνος, ο Πολιτισμός, η Παράδοση, η Θρησκεία και η Ιστορική Μνήμη άρχισαν να αντιμετωπίζονται ως στοιχεία που μπορούσαν να περιορίζουν την απόλυτη αυτονομία του ατόμου.

Και εδώ εμφανίζεται η μεγάλη αντίφαση.

Ο Φιλελευθερισμός, έχοντας επικρατήσει απέναντι στους μεγάλους ιδεολογικούς του αντιπάλους, επιχείρησε να παρουσιάσει την απελευθέρωση του ατόμου ως καθολικό μοντέλο για ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Όμως μια ανθρωπότητα αποτελούμενη αποκλειστικά από άτομα δεν είναι το ίδιο πράγμα με μια ανθρωπότητα αποτελούμενη από λαούς, πολιτισμούς, ιστορικές κοινότητες και διαφορετικές παραδόσεις.

Και ακριβώς εδώ αρχίζει να διαμορφώνεται το πρόβλημα που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια.

Αν το άτομο δεν μπορεί πλέον να αποτελεί από μόνο του το πλήρες πολιτικό υποκείμενο της Ιστορίας, τότε ποιο συλλογικό υποκείμενο μπορεί να πάρει τη θέση του;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς η επιστροφή σε μία από τις παλιές ιδεολογίες.

Πρέπει να αναζητηθεί πέρα από αυτές. 

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς ποιος κατέχει την πολιτική εξουσία, αλλά ποια συλλογική πραγματικότητα μπορεί να αποτελέσει το νέο υποκείμενο της Ιστορίας. Για να απαντήσουμε, πρέπει πρώτα να εξετάσουμε τι συνέβη όταν ο Φιλελευθερισμός έμεινε χωρίς έναν ισοδύναμο ιδεολογικό αντίπαλο.


Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ

Από το 1991 στο «Τέλος της Ιστορίας»

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 δεν αποτέλεσε απλώς το τέλος ενός κράτους. Σήμανε την κατάρρευση του βασικού ιδεολογικού και γεωπολιτικού αντιπάλου του φιλελεύθερου κόσμου.

Για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Φιλελευθερισμός βρέθηκε χωρίς έναν αντίστοιχης εμβέλειας αντίπαλο που να διεκδικεί καθολική ισχύ.

Η στιγμή αυτή δημιούργησε την αίσθηση μιας οριστικής νίκης.

Οι φιλελεύθερες κοινωνίες δεν αντιμετώπιζαν πλέον τον Μαρξισμό ως ένα ισότιμο εναλλακτικό μοντέλο παγκόσμιας οργάνωσης. Η φιλελεύθερη δημοκρατία, η οικονομία της αγοράς και η παγκοσμιοποίηση άρχισαν να παρουσιάζονται όχι απλώς ως μία ιστορική επιλογή, αλλά ως η κατεύθυνση προς την οποία θα κινούνταν τελικά ολόκληρη η ανθρωπότητα.

Σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκε και η γνωστή αντίληψη περί «Τέλους της Ιστορίας».

Η λογική ήταν απλή: αν οι μεγάλες ιδεολογικές συγκρούσεις είχαν οδηγήσει τελικά στην επικράτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της οικονομίας της αγοράς, τότε ίσως η ανθρωπότητα να είχε φτάσει πλέον στο τελικό στάδιο της πολιτικής της εξέλιξης.

Όμως εδώ βρίσκεται το πρώτο μεγάλο παράδοξο.

Πώς μπορεί να τελειώνει η Ιστορία τη στιγμή ακριβώς που ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό σύστημα θριαμβεύει πάνω στα υπόλοιπα;

Η εξέλιξη αυτή είχε και μια δεύτερη συνέπεια.

Η Πολιτική άρχισε να συνδέεται όλο και περισσότερο με την Οικονομία.

Η παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, η ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, η παγκοσμιοποίηση και η σταδιακή αποδυνάμωση των οικονομικών συνόρων δημιούργησαν ένα νέο περιβάλλον στο οποίο οι εθνικές κοινωνίες άρχισαν να εντάσσονται σε ένα ευρύτερο παγκόσμιο σύστημα.

Το κράτος δεν εξαφανίστηκε. Όμως η δυνατότητά του να λειτουργεί ως αποκλειστικός οργανωτής της οικονομικής και κοινωνικής ζωής περιορίστηκε.

Παράλληλα, η φιλελεύθερη αντίληψη για το άτομο απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Το άτομο δεν ήταν πλέον απλώς ένας πολίτης μέσα σε μία συγκεκριμένη ιστορική και πολιτισμική κοινότητα. Όλο και περισσότερο αντιμετωπιζόταν ως μια αυτόνομη μονάδα, αποσυνδεδεμένη από τις παραδοσιακές συλλογικές ταυτότητες.

Έτσι δημιουργήθηκε μία νέα παγκόσμια αντίληψη: η ανθρωπότητα ως σύνολο ατόμων, περισσότερο παρά ως σύνολο ιστορικών λαών και πολιτισμών.

Όμως η ιστορία δεν σταμάτησε.

Τα έθνη δεν εξαφανίστηκαν. Οι πολιτισμοί δεν εξαφανίστηκαν. Η θρησκεία δεν εξαφανίστηκε. Η γεωπολιτική δεν εξαφανίστηκε.

Και κυρίως, ο άνθρωπος δεν έπαψε να αναζητά συλλογική ταυτότητα.

Αυτό σημαίνει ότι η φιλελεύθερη νίκη του 1991 μπορεί να ιδωθεί και διαφορετικά.

Δεν ήταν το τέλος της Ιστορίας.

Ήταν η αρχή μιας νέας ιστορικής φάσης, στην οποία το ίδιο το φιλελεύθερο μοντέλο θα άρχιζε να αντιμετωπίζει τα όρια της παγκόσμιας καθολίκευσής του.

Και από εδώ προκύπτει το επόμενο ερώτημα:

Αν ο Φιλελευθερισμός προσπάθησε να υπερβεί τις παλιές συλλογικές ταυτότητες, τι συμβαίνει όταν αυτές επιστρέφουν;

Η απάντηση θα μας οδηγήσει στο επόμενο μεγάλο ζήτημα του άρθρου:

την κρίση του Έθνους-Κράτους και τα ιστορικά όρια του Εθνικισμού.


Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥ-ΚΡΑΤΟΥΣ

Από τη Γαλλική Επανάσταση στην Παγκοσμιοποίηση

Η κρίση του Φιλελευθερισμού δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από την κρίση μιας άλλης μεγάλης πολιτικής κατασκευής της νεωτερικότητας: του Έθνους-Κράτους.

Η Γαλλική Επανάσταση αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα σημεία καμπής στη διαμόρφωση της σύγχρονης Ευρώπης. Η ιδέα του έθνους απέκτησε νέα πολιτική μορφή και ο Εθνικισμός εξελίχθηκε σε μία από τις κυρίαρχες δυνάμεις της νεωτερικής εποχής. Το έθνος δεν αποτελούσε πλέον μόνο μια ιστορική ή πολιτισμική κοινότητα. Μετατράπηκε σε βάση πολιτικής οργάνωσης και κρατικής κυριαρχίας. 

Το Έθνος-Κράτος αποτέλεσε έτσι ένα από τα βασικά εργαλεία μέσα από τα οποία οργανώθηκε η Ευρώπη των τελευταίων δύο αιώνων.

Όμως η πολιτική πραγματικότητα της Ευρώπης δεν ξεκίνησε από μηδενική βάση.

Πριν από την επικράτηση του έθνους-κράτους υπήρχαν αυτοκρατορίες, βασίλεια, θρησκευτικές κοινότητες και ευρύτεροι πολιτισμικοί χώροι μέσα στους οποίους συνυπήρχαν διαφορετικοί λαοί και γλωσσικές ή θρησκευτικές ομάδες.

Η μετάβαση στο εθνικό κράτος άλλαξε αυτή τη γεωγραφία.

Λαοί και πολιτισμικές κοινότητες άρχισαν να συνδέονται με συγκεκριμένα εδαφικά σύνορα και να αποκτούν κρατική υπόσταση. Σε αρκετές περιπτώσεις αυτό δημιούργησε νέες πολιτικές δυνατότητες. Σε άλλες, όμως, οι νέες συνοριακές γραμμές δεν ταυτίζονταν απαραίτητα με τις παλαιότερες ιστορικές, πολιτισμικές και γεωγραφικές πραγματικότητες. 

Το πρόβλημα, επομένως, δεν βρίσκεται στην ίδια την ύπαρξη του έθνους, αλλά στην απόλυτη ταύτιση του έθνους με το κράτος. Ένας ιστορικός λαός μπορεί να διαθέτει πολιτισμική συνέχεια πολύ μεγαλύτερη από τα όρια του κράτους που δημιουργήθηκε σε μία συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Όταν αυτή η διάκριση εξαφανίζεται, η κρατική επικράτεια μετατρέπεται από πολιτικό εργαλείο σε μοναδικό κριτήριο ταυτότητας. Και τότε η Ιστορία αναγκάζεται να χωρέσει μέσα σε σύνορα που δεν δημιούργησε η ίδια.

Εδώ βρίσκεται και η ελληνική ιδιαιτερότητα.

Η ελληνική ιστορική ταυτότητα δεν δημιουργήθηκε μαζί με το ελληνικό κράτος του 1830. Προϋπήρχε αυτού για αιώνες και συνδεόταν με έναν πολύ ευρύτερο ιστορικό χώρο: την αρχαία Ελλάδα, τον ελληνιστικό κόσμο, την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, την Ορθοδοξία και τις ελληνικές κοινότητες της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων.

Γι' αυτό και η δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους δημιούργησε εξαρχής ένα δύσκολο ερώτημα:

Είναι ο Ελληνισμός ταυτόσημος με το ελληνικό κράτος ή το ελληνικό κράτος αποτελεί μόνο μία από τις ιστορικές μορφές μέσα από τις οποίες εκφράστηκε ο Ελληνισμός; 

Το ελληνικό κράτος είναι πολιτική και νομική οντότητα. Ο Ελληνισμός είναι ιστορική και πολιτισμική οντότητα. Το πρώτο έχει συγκεκριμένα σύνορα. Ο δεύτερος έχει ιστορική διάρκεια. Το πρώτο αποτελεί μία συγκεκριμένη μορφή πολιτικής οργάνωσης. Ο δεύτερος εκφράζεται μέσα από τη γλώσσα, την παιδεία, τη μνήμη, την παράδοση και τον πολιτισμό.

Το παλιό κείμενο χρησιμοποιεί χαρακτηριστικά την παράδοση που αποδίδεται στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, σύμφωνα με την οποία η ελληνική επανάσταση συνδεόταν στη λαϊκή ιστορική συνείδηση με την Κωνσταντινούπολη και τον παλαιότερο ελληνικό αυτοκρατορικό κόσμο. Παράλληλα, αντιπαραθέτει αυτή την αντίληψη με την ιδέα μιας περιορισμένης «μικρής πλην τίμιας Ελλάδας». Η αντιπαράθεση αυτή αποτελεί στο κείμενο ερμηνεία της ελληνικής ιστορικής συνείδησης, όχι απλώς περιγραφή της δημιουργίας του ελληνικού κράτους. 

Το κρίσιμο σημείο, επομένως, δεν είναι να απορρίψουμε μηχανικά το Έθνος-Κράτος.

Το Έθνος-Κράτος υπήρξε μία ιστορικά σημαντική μορφή πολιτικής οργάνωσης. Το ζήτημα είναι αν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό και τελικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να νοείται ένας ιστορικός πολιτισμός.

Και εδώ συναντούμε ξανά την παγκοσμιοποίηση.

Από τη μία πλευρά, η νεωτερικότητα δημιούργησε το Έθνος-Κράτος.

Από την άλλη, η μεταγενέστερη παγκοσμιοποίηση άρχισε να αποδυναμώνει ορισμένα από τα σύνορα που αυτό είχε δημιουργήσει.

Έτσι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα παράδοξο:

ο Εθνικισμός γεννήθηκε ως απάντηση στη διάλυση παλαιότερων πολιτικών κόσμων, ενώ η παγκοσμιοποίηση επιχειρεί σήμερα να υπερβεί τα ίδια τα εθνικά όρια που η νεωτερικότητα είχε δημιουργήσει.

Μήπως, λοιπόν, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη της εθνικής ταυτότητας, αλλά η ταύτισή της με μία και μοναδική πολιτική μορφή;

Αυτό μας οδηγεί στο επόμενο βήμα.

Γιατί Εθνικισμός και Ελληνισμός δεν είναι κατ' ανάγκη ταυτόσημες έννοιες.

Και αν πράγματι δεν είναι, τότε η αναζήτηση μιας νέας πολιτικής θεωρίας δεν χρειάζεται να οδηγήσει ούτε στην κατάργηση της ελληνικής ταυτότητας ούτε στην επιστροφή στον κλασικό εθνικισμό.

Χρειάζεται να αναζητήσει κάτι βαθύτερο.


ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟ

Εθνικισμός ≠ Ελληνισμός

Αν το Έθνος-Κράτος αποτελεί μία ιστορική μορφή της νεωτερικότητας, τότε πρέπει να διαχωρίσουμε δύο έννοιες που συχνά ταυτίζονται: τον Εθνικισμό και τον Ελληνισμό.

Ο Εθνικισμός είναι μία συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία και ιστορική μορφή. Αναπτύχθηκε μέσα στις συνθήκες της νεωτερικής Ευρώπης και συνδέθηκε στενά με την ιδέα ότι το έθνος πρέπει να αποτελεί τη βασική μονάδα πολιτικής οργάνωσης.

Ο Ελληνισμός, όμως, είναι κάτι ευρύτερο.

Δεν γεννήθηκε τον 19ο αιώνα μαζί με το ελληνικό κράτος. Δεν περιορίζεται στα σύνορα ενός συγκεκριμένου κράτους και δεν μπορεί να εξαντληθεί σε μία πολιτική ιδεολογία.

Ο Ελληνισμός αποτελεί ιστορική και πολιτισμική συνέχεια.

Η γλώσσα, η φιλοσοφία, η παιδεία, η ιστορική μνήμη, η θρησκευτική παράδοση, οι πολιτισμικές μορφές και η αντίληψη του ανθρώπου και της κοινότητας συνθέτουν έναν κόσμο πολύ παλαιότερο από το σύγχρονο έθνος-κράτος.

Γι' αυτό και η υπέρβαση του Εθνικισμού δεν σημαίνει υπέρβαση της ελληνικής ταυτότητας.

Σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: την προσπάθεια να απελευθερωθεί η ελληνική ταυτότητα από την ανάγκη να ορίζεται αποκλειστικά μέσα από τα πολιτικά εργαλεία της νεωτερικότητας.

Αυτή η αυτοσυνειδησία δεν μπορεί να είναι απλώς εθνική. Πρέπει να είναι πολιτισμική και ιστορική. Ο Ελληνισμός δεν είναι μόνο μία κοινότητα ανθρώπων που κατοικεί μέσα σε συγκεκριμένα σύνορα. Είναι μία ιστορική κοινότητα που διαμορφώθηκε μέσα από διαδοχικές πολιτικές, πολιτισμικές και πνευματικές μορφές.

 Η ελληνική πολιτική πρόταση, υποστηρίζει, δεν πρέπει να στηρίζεται σε μία στενή φυλετική αντίληψη του έθνους, η οποία αντιλαμβάνεται την ταυτότητα κυρίως μέσα από τη διαφορά απέναντι στους άλλους λαούς. Αντίθετα, προτείνει μία ευρύτερη αντίληψη του Πανελληνισμού, συνδεδεμένη με την ιστορική και πολιτισμική συνέχεια του Ελληνισμού. 

Αυτό αλλάζει και το ερώτημα.

Δεν ρωτάμε πλέον:

«Πώς θα δημιουργήσουμε ένα ισχυρότερο εθνικό κράτος;»

Ρωτάμε:

«Πώς μπορεί ένας ιστορικός πολιτισμός να αποκτήσει ξανά πολιτική και γεωπολιτική αυτοσυνειδησία;»

Η διαφορά είναι ουσιαστική.

Το πρώτο ερώτημα παραμένει μέσα στο πλαίσιο της νεωτερικής πολιτικής.

Το δεύτερο επιχειρεί να κινηθεί πέρα από αυτό.

Σε αυτή την αντίληψη, ο Ελληνισμός δεν χρειάζεται να γίνει ένα ακόμη ιδεολογικό σύστημα ανταγωνιστικό προς τα υπόλοιπα. Δεν χρειάζεται να μετατραπεί σε έναν ελληνικό «ισμό» που θα διεκδικεί καθολική εφαρμογή.

Χρειάζεται πρώτα να αναγνωρίσει τι είναι ο ίδιος.

Η ελληνική ιστορική συνέχεια δεν αποτελεί απλώς ένα παρελθόν που πρέπει να διατηρηθεί ως μουσειακό κειμήλιο. Μπορεί να αποτελέσει βάση για τη διαμόρφωση μιας σύγχρονης πολιτικής σκέψης.

Αυτό είναι και το σημείο όπου ο Πανελληνισμός αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο από τον κλασικό εθνικισμό.

Δεν στηρίζεται αποκλειστικά στο κράτος.

Δεν στηρίζεται στη φυλή.

Δεν στηρίζεται στην απομόνωση από τους άλλους πολιτισμούς.

Στηρίζεται στην πολιτισμική συνέχεια, στην ιστορική μνήμη και στην επίγνωση της ιδιαίτερης ελληνικής ταυτότητας.

Η ελληνική ιστορία προσφέρει ήδη ένα προηγούμενο μιας τέτοιας αντίληψης. Από τον Αλέξανδρο και τον ελληνιστικό κόσμο μέχρι την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ο ελληνικός πολιτισμός ξεπέρασε επανειλημμένα τα στενά όρια του αρχικού του γεωγραφικού χώρου και λειτούργησε ως φορέας γλώσσας, παιδείας και πολιτισμού σε έναν ευρύτερο κόσμο. 

Επομένως, η υπέρβαση του Εθνικισμού δεν σημαίνει την εγκατάλειψη του Ελληνισμού.

Σημαίνει την αναζήτηση μιας βαθύτερης μορφής ελληνικής αυτοσυνειδησίας.

Και αυτή η αναζήτηση οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα ιστορικό παράδειγμα που βρίσκεται στον πυρήνα ολόκληρης της ελληνικής πολιτισμικής διαδρομής:

τον Πανελληνισμό του Αλεξάνδρου, τον ελληνιστικό κόσμο και την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.


 Ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ

Από τον Αλέξανδρο στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Αν ο Ελληνισμός δεν ταυτίζεται με το σύγχρονο Έθνος-Κράτος, τότε πρέπει να αναζητήσουμε στην ίδια την ιστορία του τα παραδείγματα μιας ευρύτερης πολιτισμικής παρουσίας.

Το πρώτο μεγάλο παράδειγμα βρίσκεται στον Αλέξανδρο.

Η εκστρατεία του προς την Ανατολή δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στη στρατιωτική της διάσταση. Η δημιουργία του ελληνιστικού κόσμου που ακολούθησε μετέφερε την ελληνική γλώσσα, την παιδεία και τις πολιτισμικές μορφές σε έναν τεράστιο γεωγραφικό χώρο.

Ο Ελληνισμός έπαψε έτσι να αποτελεί αποκλειστικά ένα γεωγραφικό φαινόμενο του Αιγαίου και της νότιας Ελλάδας.

Έγινε ένας ευρύτερος πολιτισμικός κόσμος.

Η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε ως γλώσσα επικοινωνίας και παιδείας, ενώ ελληνικές πόλεις, θεσμοί και μορφές εκπαίδευσης εμφανίστηκαν σε ολόκληρο τον ελληνιστικό χώρο. 

Εδώ βρίσκεται και η γεωπολιτική διάσταση του αλεξανδρινού εγχειρήματος. Η ελληνική πολιτισμική παρουσία δεν έμεινε μόνο στη σφαίρα της παιδείας και της γλώσσας. Συνδέθηκε με την κατάκτηση, τη διοίκηση, την ίδρυση πόλεων και τη δημιουργία ενός νέου γεωπολιτικού χώρου. Η πολιτισμική ακτινοβολία και η πολιτική ισχύς συνδέθηκαν έτσι σε μία ενιαία ιστορική διαδικασία.

Εδώ βρίσκεται μία από τις βασικές διαφορές ανάμεσα στον Ελληνισμό και στον στενό εθνικισμό.

Η πολιτισμική επέκταση δεν προϋποθέτει κατ' ανάγκη την εξαφάνιση των άλλων λαών.

Μπορεί να λειτουργήσει ως μεταφορά πολιτισμού.

Αυτό είναι το στοιχείο που το αρχικό κείμενο αναδεικνύει μέσα από την έννοια του Πανελληνισμού: όχι έναν Ελληνισμό κλεισμένο στον εαυτό του, αλλά έναν Ελληνισμό που αποκτά οικουμενική ακτινοβολία ακριβώς επειδή διαθέτει ισχυρή πολιτισμική ταυτότητα. 

Η ιστορική αυτή πορεία δεν τελειώνει με τον Αλέξανδρο.

Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αποτέλεσε έναν ακόμη μεγάλο σταθμό της ελληνικής ιστορικής συνέχειας. Μέσα σε αυτήν συναντήθηκαν η ρωμαϊκή πολιτειακή παράδοση, ο χριστιανισμός, η ελληνική παιδεία και η ελληνική γλώσσα.

Η Κωνσταντινούπολη έγινε το κέντρο ενός τεράστιου πολιτικού και πολιτισμικού χώρου.

Ο ελληνικός πολιτισμός δεν διατηρήθηκε απλώς ως ανάμνηση της αρχαιότητας. Συνέχισε να παράγει παιδεία, φιλοσοφία, θεολογία, τέχνη και πολιτική σκέψη.

Γι' αυτό και η ελληνική ιστορική συνέχεια δεν μπορεί να περιγραφεί ως μία ευθεία γραμμή από την αρχαιότητα στο σύγχρονο ελληνικό κράτος.

Είναι περισσότερο μία διαδοχή ιστορικών μορφών:

Αρχαία Ελλάδα → Ελληνιστικός κόσμος → Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία → Νεότερος Ελληνισμός.

Σε κάθε μία από αυτές τις περιόδους η ελληνική παρουσία είχε διαφορετική πολιτική μορφή, αλλά διατηρούσε στοιχεία πολιτισμικής συνέχειας.

Αυτό είναι και το κρίσιμο σημείο για τη μεταϊδεολογική μας πρόταση.

Δεν αναζητούμε ένα παρελθόν για να το αντιγράψουμε αυτούσιο.

Δεν μπορούμε να επαναφέρουμε ούτε την αυτοκρατορία του Αλεξάνδρου ούτε την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ως πολιτικά συστήματα του 21ου αιώνα.

Αναζητούμε όμως την αρχή που βρίσκεται πίσω από αυτές τις διαφορετικές ιστορικές μορφές.

Και αυτή η αρχή είναι ότι ο Ελληνισμός δεν υπήρξε μόνο κρατική οντότητα.

Υπήρξε πολιτισμικός φορέας.

Η δύναμή του δεν μετρήθηκε αποκλειστικά με τα σύνορα, τους στρατούς και την εδαφική έκταση. Μετρήθηκε επίσης με τη γλώσσα, την παιδεία, τη φιλοσοφία, τη θρησκευτική και πνευματική παράδοση και την ικανότητα να δημιουργεί πολιτισμικό χώρο.

Το παλιό κείμενο περιγράφει ακριβώς αυτή την πλευρά όταν μιλά για τον Ελληνισμό ως δύναμη όχι μόνο στρατιωτική αλλά πρωτίστως πολιτισμική και πνευματική, συνδέοντας την ακτινοβολία του με τον Λόγο και το Πνεύμα. 

Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται μία από τις βάσεις της μεταϊδεολογικής πρότασης.

Ο Ελληνισμός δεν χρειάζεται να γίνει μια ακόμη ιδεολογία του 21ου αιώνα.

Χρειάζεται να αναγνωρίσει ότι διαθέτει ήδη μία ιστορική εμπειρία στην οποία η ταυτότητα και η οικουμενικότητα δεν ήταν αντίθετες έννοιες.

Και ίσως ακριβώς αυτή η εμπειρία να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά εργαλεία για την εποχή της πολυπολικότητας.


ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΪΔΕΟΛΟΓΙΑ

Η Πολυπολικότητα ως Νέα Ιστορική Συνθήκη

Αν ο εικοστός αιώνας ήταν ο αιώνας των μεγάλων ιδεολογικών συγκρούσεων, ο εικοστός πρώτος αιώνας φαίνεται να εισέρχεται σε μία διαφορετική ιστορική περίοδο.

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης δημιούργησε για ένα διάστημα την εντύπωση ότι ο κόσμος είχε πλέον καταλήξει σε ένα ενιαίο πολιτικό και οικονομικό πρότυπο. Όμως η εξέλιξη των επόμενων δεκαετιών ανέδειξε μία διαφορετική πραγματικότητα.

Η επιστροφή της Ρωσίας ως ανεξάρτητου κέντρου ισχύος, η άνοδος της Κίνας, η ενίσχυση άλλων μεγάλων περιφερειακών δυνάμεων και η αυξανόμενη διεκδίκηση στρατηγικής αυτονομίας από κράτη και πολιτισμικούς χώρους δημιούργησαν ένα διαφορετικό διεθνές περιβάλλον.

Ο κόσμος άρχισε να απομακρύνεται από την αντίληψη ενός μοναδικού κέντρου ισχύος.

Η πολυπολικότητα επέστρεψε ως ιστορική πραγματικότητα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δημιουργήθηκε αυτομάτως μία νέα ενιαία ιδεολογία.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία της έννοιας της Μεταϊδεολογίας.

Η πολυπολικότητα δεν χρειάζεται να σημαίνει την αντικατάσταση του Φιλελευθερισμού από έναν νέο παγκόσμιο «ισμό». Δεν χρειάζεται να δημιουργηθεί μία νέα καθολική θεωρία που θα απαιτήσει από όλους τους λαούς να ακολουθήσουν το ίδιο πολιτικό μοντέλο.

Αντίθετα, η ίδια η πολυπολικότητα προϋποθέτει την αναγνώριση της πολιτισμικής και πολιτικής διαφοροποίησης.

Διαφορετικοί πολιτισμοί μπορούν να διαθέτουν διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες, διαφορετικές αντιλήψεις για την κοινωνία, διαφορετικές σχέσεις ανάμεσα στο άτομο και την κοινότητα και διαφορετικές αντιλήψεις για την πολιτική εξουσία.

Δεν είναι απαραίτητο όλες αυτές οι κοινωνίες να οδηγηθούν σε μία και μοναδική τελική μορφή.

Εδώ βρίσκεται η βασική διαφορά ανάμεσα στην ιδεολογική σκέψη του 20ού αιώνα και στη μεταϊδεολογική σκέψη που επιχειρούμε να εξετάσουμε.

Οι μεγάλες ιδεολογίες του προηγούμενου αιώνα διεκδικούσαν, με διαφορετικούς τρόπους, καθολική ισχύ.

Η μεταϊδεολογική σκέψη ξεκινά από μία διαφορετική παραδοχή:

δεν υπάρχει ανάγκη για μία μοναδική πολιτική μορφή που να εφαρμόζεται σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Η πολυπολικότητα, επομένως, δεν είναι μόνο γεωπολιτική έννοια.

Μπορεί να αποτελέσει και νέο τρόπο πολιτικής σκέψης.

Αν ο κόσμος αποτελείται από διαφορετικούς πολιτισμούς και ιστορικές κοινότητες, τότε η πολιτική θεωρία δεν μπορεί να αντιμετωπίζει αυτές τις διαφορές ως προσωρινές αποκλίσεις από έναν υποτιθέμενο καθολικό κανόνα.

Πρέπει να μπορεί να τις κατανοεί ως πραγματικό στοιχείο της Ιστορίας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πολιτικό σύστημα ή κάθε πολιτική πρακτική είναι αυτομάτως σωστή επειδή είναι «διαφορετική». Σημαίνει ότι η πολιτική σκέψη πρέπει πρώτα να αναγνωρίζει την ιστορική πραγματικότητα πριν επιχειρήσει να την εντάξει σε ένα προκαθορισμένο μοντέλο.

Και εδώ η Μεταϊδεολογία αποκτά το πραγματικό της νόημα. 

Η Μεταϊδεολογία, επομένως, δεν σημαίνει «μετά την Πολιτική». Σημαίνει «μετά την καθολική Ιδεολογία». Δεν αρνείται τις αξίες, την ταυτότητα ή την πολιτική σύγκρουση. Αρνείται την απαίτηση μιας και μόνης ιδεολογίας να αποτελέσει το καθολικό μοντέλο για όλους τους λαούς και όλους τους πολιτισμούς.

Δεν είναι η απουσία ιδεών.

Είναι η προσπάθεια να ξεπεραστεί η ανάγκη να μετατρέπεται κάθε πολιτική ιδέα σε ένα καθολικό ιδεολογικό σύστημα.

Για τον Ελληνισμό, αυτή η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία.

Εάν η νέα εποχή δεν απαιτεί πλέον από κάθε πολιτισμό να ενταχθεί σε ένα μοναδικό παγκόσμιο πρότυπο, τότε η Ελλάδα μπορεί να αναζητήσει ξανά τη δική της πολιτική και πολιτισμική ταυτότητα.

Όχι αντιγράφοντας ένα ξένο μοντέλο.

Όχι επιστρέφοντας μηχανικά στις ιδεολογίες του 20ού αιώνα.

Αλλά αναζητώντας μέσα στη δική της ιστορική συνέχεια τα στοιχεία εκείνα που μπορούν να μετατραπούν σε σύγχρονη πολιτική σκέψη.

Και εδώ επιστρέφουμε στο προηγούμενο ερώτημα.

Αν ο Φιλελευθερισμός έκανε το άτομο κεντρικό πολιτικό υποκείμενο, και ο κλασικός Εθνικισμός έκανε το έθνος κεντρικό πολιτικό υποκείμενο, τότε ποιο μπορεί να είναι το υποκείμενο μιας πραγματικά μεταϊδεολογικής εποχής;

Η απάντηση που προτείνεται εδώ είναι:

ο Πολιτισμός.

Και αυτό είναι το επόμενο βήμα της θεωρίας.


 ΤΟ ΝΕΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ

Ο Πολιτισμός απέναντι στο Άτομο και το Έθνος-Κράτος

Αν το άτομο δεν επαρκεί πλέον ως μοναδικό πολιτικό υποκείμενο και το Έθνος-Κράτος δεν μπορεί να εξαντλήσει την ιστορική ταυτότητα ενός λαού, τότε πρέπει να αναζητήσουμε ένα ευρύτερο επίπεδο πολιτικής ύπαρξης.

Αυτό το επίπεδο είναι ο Πολιτισμός.

Ο πολιτισμός δεν είναι απλώς η τέχνη, η λογοτεχνία ή τα μνημεία ενός λαού. Είναι το σύνολο των στοιχείων που συγκροτούν μία ιστορική κοινότητα: η γλώσσα, η παιδεία, η θρησκεία, η παράδοση, η ιστορική μνήμη, οι αξίες, οι κοινωνικές αντιλήψεις και η σχέση ενός λαού με τον γεωγραφικό του χώρο.

Με αυτή την έννοια, ο Πολιτισμός προηγείται του σύγχρονου κράτους.

Ένα κράτος μπορεί να δημιουργηθεί, να αλλάξει σύνορα ή ακόμη και να εξαφανιστεί. Ο πολιτισμός όμως μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει πέρα από τις συγκεκριμένες πολιτικές μορφές.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τον Ελληνισμό.

Η ελληνική πολιτισμική συνέχεια δεν αρχίζει με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους και δεν τελειώνει στα σύγχρονα κρατικά σύνορα. Η γλώσσα, η παιδεία, η φιλοσοφική παράδοση, η Ορθοδοξία και η ιστορική μνήμη συνδέουν διαφορετικές ιστορικές περιόδους μεταξύ τους.

Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική διαφορά από τον κλασικό Εθνικισμό.

Ο Εθνικισμός αναζητά το πολιτικό υποκείμενο κυρίως στο Έθνος.

Η μεταϊδεολογική προσέγγιση που εξετάζουμε αναζητά το υποκείμενο σε κάτι ευρύτερο: στην ιστορική και πολιτισμική κοινότητα.

Αυτό δεν σημαίνει κατάργηση του έθνους.

Σημαίνει ότι το έθνος δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως η μοναδική μορφή μέσα από την οποία μπορεί να εκφραστεί ένας πολιτισμός.

Ούτε σημαίνει ότι ο πολιτισμός πρέπει να μετατραπεί σε ένα νέο ιδεολογικό εργαλείο αντιπαράθεσης.

Ο πολιτισμός δεν είναι φυλή.

Δεν είναι βιολογική κατηγορία.

Δεν είναι ακόμη ένα σύνθημα που πρέπει να επιβληθεί στους άλλους.

Είναι ιστορική εμπειρία.

Ακριβώς γι' αυτό μπορεί να αποτελέσει τη βάση μιας διαφορετικής πολιτικής σκέψης.

Στην περίπτωση του Ελληνισμού, αυτή η πολιτισμική βάση περιλαμβάνει την αρχαία φιλοσοφία, τον ελληνιστικό κόσμο, την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, την Ορθόδοξη παράδοση και τον νεότερο Ελληνισμό.

Δεν πρόκειται για πέντε διαφορετικούς κόσμους που πρέπει να απομονωθούν μεταξύ τους.

Πρόκειται για διαφορετικές ιστορικές μορφές μέσα από τις οποίες εξελίχθηκε μία ευρύτερη πολιτισμική συνέχεια.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι πώς θα επιστρέψουμε σε κάποια από αυτές τις εποχές.

Το ερώτημα είναι τι μπορούμε να αντλήσουμε από αυτή τη συνέχεια για να δημιουργήσουμε μία σύγχρονη πολιτική σκέψη.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της Μεταϊδεολογίας.

Δεν απορρίπτουμε την Ιστορία για να δημιουργήσουμε κάτι από το μηδέν.

Αλλά ούτε αντιγράφουμε το παρελθόν.

Μετατρέπουμε την ιστορική εμπειρία σε πολιτική αυτοσυνειδησία.

Για τον Ελληνισμό αυτό σημαίνει ότι η πολιτική σκέψη μπορεί να ξεκινήσει από τη γλώσσα, την παιδεία, την παράδοση, την ιστορική συνέχεια και τον πολιτισμό και στη συνέχεια να περάσει στη γεωπολιτική.

Έτσι διαμορφώνεται μία διαφορετική αλυσίδα:

Πολιτισμός → Ιστορική Συνείδηση → Πολιτική Αυτοσυνειδησία → Γεωπολιτική Αυτοσυνειδησία → Στρατηγική Αυτονομία.

Και σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Ελληνισμός μπορεί να αρχίσει να διατυπώνει τη δική του πρόταση για τον 21ο αιώνα.

Όχι ως μία ακόμη ιδεολογία.

Αλλά ως πολιτισμικά θεμελιωμένη πολιτική θεωρία.


Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΩΣ ΜΕΤΑΪΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ

Ιστορική Συνέχεια, Πολιτισμός και Γεωπολιτική Αυτοσυνειδησία

Αν ο Πολιτισμός μπορεί να αποτελέσει το νέο πολιτικό υποκείμενο, τότε το επόμενο ερώτημα αφορά την ελληνική περίπτωση.

Μπορεί ο Ελληνισμός να μετατραπεί από ιστορική και πολιτισμική πραγματικότητα σε σύγχρονη πολιτική και γεωπολιτική αυτοσυνειδησία;

Η απάντηση δεν μπορεί να αναζητηθεί μόνο στο κράτος.

Η Ελλάδα είναι ένα σύγχρονο κράτος, αλλά ο Ελληνισμός είναι ιστορικά ευρύτερος από αυτό. Η ελληνική γλώσσα, η ιστορική μνήμη, η Ορθοδοξία, η αρχαία φιλοσοφική παράδοση, ο ελληνιστικός κόσμος και η Ανατολική Ρωμαϊκή κληρονομιά συγκροτούν ένα ιστορικό βάθος που δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά σε μία κρατική επικράτεια.

Εδώ αποκτά σημασία η έννοια της Ενδιάμεσης Περιοχής. 

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς ανάμεσα σε δύο γεωγραφικές ζώνες. Βρίσκεται σε έναν ιστορικό χώρο όπου συναντώνται η Ευρώπη, τα Βαλκάνια, η Ανατολική Μεσόγειος και ο ευρύτερος ανατολικός κόσμος. Η γεωπολιτική της θέση δεν είναι επομένως μόνο ζήτημα γεωγραφίας, αλλά και ιστορικής μνήμης.

Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας την τοποθετεί στο σημείο συνάντησης διαφορετικών γεωπολιτικών και πολιτισμικών χώρων: των Βαλκανίων, του Αιγαίου, της Ανατολικής Μεσογείου, της Μαύρης Θάλασσας και της ευρύτερης περιοχής που συνδέει την Ευρώπη με την Ανατολή.

Η Ελλάδα, επομένως, δεν είναι απλώς ένα κράτος στην περιφέρεια της Ευρώπης.

Αποτελεί τμήμα ενός πολύ ευρύτερου ιστορικού γεωγραφικού χώρου.

Από εδώ προκύπτει η ανάγκη να συνδεθούν Πολιτισμός και Γεωπολιτική.

Η γεωγραφία από μόνη της δεν δημιουργεί ισχύ.

Όμως η γεωγραφία, όταν συνδυάζεται με ιστορική συνείδηση, πολιτισμική ταυτότητα και πολιτική βούληση, μπορεί να μετατραπεί σε στρατηγικό πλεονέκτημα.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε μία περιοχή όπου συναντώνται χερσαίες και θαλάσσιες γεωπολιτικές ζώνες. Το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος, τα Βαλκάνια και η πρόσβαση προς τη Μαύρη Θάλασσα αποτελούν στοιχεία ενός γεωγραφικού περιβάλλοντος που υπερβαίνει τα στενά όρια του ελληνικού κράτους.

Εδώ μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και τα κλασικά γεωπολιτικά εργαλεία της Heartland και της Rimland, όχι ως απόλυτες θεωρίες που εξηγούν τα πάντα, αλλά ως εργαλεία κατανόησης της σχέσης ανάμεσα στον χώρο, την ισχύ και τις θαλάσσιες και χερσαίες ζώνες επιρροής.

Στον σύγχρονο πολυπολικό κόσμο, όμως, η Heartland δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται ως ένας μοναδικός και αδιαίρετος γεωπολιτικός πυρήνας.

Μπορούμε να εξετάσουμε την έννοια μιας κατατετμημένης Heartland, στην οποία διαφορετικά κέντρα ισχύος μπορούν να διαθέτουν δική τους στρατηγική αυτονομία και να αλληλεπιδρούν χωρίς να αποτελούν υποχρεωτικά ένα ενιαίο πολιτικό μπλοκ.

Σε αυτό το περιβάλλον ο Ελληνισμός αποκτά ένα διαφορετικό ερώτημα.

Δεν χρειάζεται να επιδιώξει την επιστροφή σε μία παλαιότερη αυτοκρατορική μορφή.

Χρειάζεται να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία.

Και η στρατηγική αυτονομία δεν είναι απλώς στρατιωτική έννοια.

Είναι αποτέλεσμα μιας ευρύτερης διαδικασίας:

Ισχύς → Επιλογές → Ελευθερία κινήσεων → Διαπραγματευτική ικανότητα → Στρατηγική αυτονομία.

Για να αποκτήσει όμως ένα κράτος πραγματικές επιλογές, πρέπει πρώτα να γνωρίζει ποιο είναι το ιστορικό και πολιτισμικό του υποκείμενο.

Γι' αυτό η γεωπολιτική αυτοσυνειδησία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς πολιτισμική αυτοσυνειδησία.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία της ελληνικής πρότασης.

Ο Ελληνισμός δεν χρειάζεται να γίνει ένας νέος εθνικισμός.

Δεν χρειάζεται να γίνει μία ακόμη ιδεολογία.

Χρειάζεται να μετατρέψει την ιστορική του συνέχεια σε σύγχρονη πολιτική σκέψη και την πολιτική σκέψη σε γεωπολιτική αυτοσυνειδησία.

Τότε η σχέση γίνεται σαφής:

Πολιτισμός + Ιστορία + Γεωγραφία + Ισχύς = Γεωπολιτική Αυτοσυνειδησία.

Και αυτή αποτελεί το απαραίτητο υπόβαθρο για το τελευταίο βήμα της θεωρίας:

το Ελληνικό Πρόταγμα για τον 21ο αιώνα.


ΤΟ ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ

Μια νέα πολιτική σκέψη για τον 21ο αιώνα

Η μετάβαση από την εποχή των μεγάλων ιδεολογιών στη μεταϊδεολογική εποχή δεν σημαίνει ότι η Πολιτική τελειώνει.

Σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο την αντιλαμβανόμαστε.

Ο 20ός αιώνας προσπάθησε να οργανώσει την ανθρωπότητα γύρω από μεγάλες και καθολικές ιδεολογικές προτάσεις. Φιλελευθερισμός, Μαρξισμός και Φασισμός αποτέλεσαν διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο ιστορικό πρόβλημα. Μετά το 1991, ο Φιλελευθερισμός εμφανίστηκε για ένα διάστημα ως η μοναδική διαθέσιμη παγκόσμια πρόταση.

Όμως ο 21ος αιώνας δείχνει ότι η Ιστορία δεν μπορεί να περιοριστεί σε μία μόνο πολιτική και πολιτισμική μορφή.

Η επιστροφή της γεωπολιτικής, η ανάδυση πολλαπλών κέντρων ισχύος και η επανεμφάνιση της πολιτισμικής διαφοροποίησης δημιουργούν ένα διαφορετικό περιβάλλον.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγκη δεν είναι να κατασκευάσουμε έναν καινούργιο παγκόσμιο «ισμό».

Η ανάγκη είναι να αναπτύξουμε νέους τρόπους πολιτικής σκέψης.

Η Μεταϊδεολογία, όπως την εξετάζουμε εδώ, δεν σημαίνει απουσία αξιών, ταυτότητας ή πολιτικής κατεύθυνσης.

Σημαίνει την υπέρβαση της αντίληψης ότι υπάρχει μία μοναδική πολιτική θεωρία που μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο σε κάθε λαό, κάθε πολιτισμό και κάθε ιστορική κοινωνία.

Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική σκέψη του 21ου αιώνα πρέπει να μπορεί να ξεκινά από την ιστορική πραγματικότητα των πολιτισμών.

Για τον Ελληνισμό αυτό σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στην άκριτη υιοθέτηση ξένων ιδεολογικών προτύπων και στην επιστροφή αυτούσια σε ιδεολογίες του παρελθόντος.

Υπάρχει και ένας τρίτος δρόμος.

Η δημιουργία μιας σύγχρονης ελληνικής πολιτικής και γεωπολιτικής σκέψης, θεμελιωμένης στην ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού και προσαρμοσμένης στις συνθήκες του 21ου αιώνα.

Μία τέτοια σκέψη θα μπορούσε να στηρίζεται σε ορισμένους βασικούς άξονες:

Πολιτισμική αυτοσυνειδησία.
Η αναγνώριση του Ελληνισμού ως ιστορικής και πολιτισμικής συνέχειας.

Ιστορική συνέχεια.
Η σύνδεση της αρχαίας Ελλάδας, του ελληνιστικού κόσμου, της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της Ορθοδοξίας και του νεότερου Ελληνισμού.

Παράδοση.
Όχι ως επιστροφή στο παρελθόν, αλλά ως ενεργό απόθεμα ιστορικής εμπειρίας για τη δημιουργία του μέλλοντος.

Γεωπολιτική αυτοσυνειδησία.
Η κατανόηση της ελληνικής γεωγραφικής θέσης και της σχέσης της με τα Βαλκάνια, το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα και την ευρύτερη Ευρασία.

Στρατηγική αυτονομία.
Η δυνατότητα της Ελλάδας να διαθέτει πραγματικές επιλογές και να μην περιορίζεται σε έναν παθητικό ρόλο μέσα στις αποφάσεις άλλων.

Πολυπολικότητα.
Η αναγνώριση ότι ο κόσμος του 21ου αιώνα δεν χρειάζεται να οργανωθεί γύρω από ένα μοναδικό πολιτικό και πολιτισμικό κέντρο.

Αυτή η πρόταση δεν αποτελεί ένα νέο κομματικό πρόγραμμα.

Δεν αποτελεί εκλογικό σχέδιο.

Δεν αποτελεί επιστροφή στον εθνικισμό του 19ου αιώνα.

Και δεν αποτελεί προσπάθεια αναπαραγωγής κάποιας ξένης ιδεολογίας με ελληνικά σύμβολα.

Είναι μία προσπάθεια να τεθεί ξανά το θεμελιώδες ερώτημα:

Τι σημαίνει να είσαι Έλληνας μέσα στον 21ο αιώνα και ποια πολιτική σκέψη μπορεί να γεννηθεί από αυτή την ιστορική συνείδηση;

Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με την απλή αναπαραγωγή του παρελθόντος.

Ούτε όμως μπορεί να δοθεί με την άρνησή του.

Χρειάζεται σύνθεση.

Πολιτισμός + Παράδοση + Ιστορική Συνέχεια + Πολυπολικότητα + Γεωπολιτική Αυτοσυνειδησία.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η Μεταϊδεολογία συναντά τον Ελληνισμό.

Δεν αναζητούμε μία νέα καθολική ιδεολογία για όλη την ανθρωπότητα.

Αναζητούμε τη δυνατότητα κάθε ιστορικού πολιτισμού να αποκτήσει ξανά επίγνωση του εαυτού του και να συμμετέχει στον πολυπολικό κόσμο χωρίς να χρειάζεται να αρνηθεί την ταυτότητά του.

Και για τον Ελληνισμό, η αναζήτηση αυτή καταλήγει σε μία απλή αλλά απαιτητική διαπίστωση:

Δεν χρειάζεται να γίνει κάτι άλλο για να αποκτήσει μέλλον. Χρειάζεται να αποκτήσει ξανά επίγνωση του εαυτού του.


Ο Ελληνισμός ως Πρόταση για το Μέλλον

Ο Ελληνισμός δεν χρειάζεται να επιστρέψει στον 19ο αιώνα.

Δεν χρειάζεται να αναζητήσει τη λύση στην αναβίωση των ιδεολογιών του 20ού αιώνα.

Ούτε χρειάζεται να αποδεχθεί ότι η μοναδική δυνατότητα για το μέλλον είναι η πλήρης προσαρμογή σε ένα παγκόσμιο πολιτικό και πολιτισμικό πρότυπο.

Χρειάζεται κάτι δυσκολότερο.

Να ξαναβρεί τον εαυτό του.

Η ελληνική ιστορία δεν αποτελεί απλώς ένα ένδοξο παρελθόν που πρέπει να θυμόμαστε. Αποτελεί μία τεράστια δεξαμενή πολιτισμικής και πολιτικής εμπειρίας: από την αρχαία πόλη και τη φιλοσοφία, στον ελληνιστικό κόσμο, από την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και την Ορθοδοξία έως τον νεότερο Ελληνισμό.

Αυτή η συνέχεια δεν μας υποχρεώνει να αναπαράγουμε τις παλιές μορφές.

Μας επιτρέπει να δημιουργήσουμε νέες.

Αυτό είναι και το πραγματικό νόημα της Μεταϊδεολογίας.

Δεν πρόκειται για άρνηση της Πολιτικής.

Πρόκειται για άρνηση της ιδέας ότι η Πολιτική πρέπει πάντοτε να χωρά μέσα στα καλούπια που δημιούργησε η νεωτερικότητα.

Ούτε ο στενός Εθνικισμός ούτε ο παγκοσμιοποιημένος ατομικισμός μπορούν από μόνοι τους να εξαντλήσουν την ελληνική ιστορική εμπειρία.

Ο Ελληνισμός μπορεί να αναζητήσει έναν διαφορετικό δρόμο, στον οποίο η παράδοση δεν θα είναι επιστροφή, αλλά δημιουργική βάση για το μέλλον.

Η πολιτισμική ταυτότητα δεν θα είναι απομόνωση, αλλά προϋπόθεση συμμετοχής στον κόσμο.

Η γεωπολιτική δεν θα είναι απλώς διαχείριση συμμαχιών, αλλά έκφραση στρατηγικής αυτοσυνειδησίας.

Και η πολυπολικότητα δεν θα σημαίνει απλώς αλλαγή των ισχυρών, αλλά τη δυνατότητα διαφορετικών πολιτισμών να υπάρχουν, να εξελίσσονται και να διαμορφώνουν τη δική τους ιστορική πορεία.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να κατασκευάσουμε ακόμη μία ιδεολογία.

Το ζητούμενο είναι να δημιουργήσουμε μία νέα ελληνική πολιτική σκέψη.

Μία σκέψη που θα ξεκινά από την ιστορική μας συνέχεια, θα περνά μέσα από την πολιτισμική μας αυτοσυνειδησία και θα καταλήγει στη γεωπολιτική αυτονομία.

Γιατί ένας λαός που δεν γνωρίζει ποιος είναι, δύσκολα μπορεί να γνωρίζει πού θέλει να πάει.

Και ένας πολιτισμός που έχει χάσει την επίγνωση της ιστορικής του συνέχειας, εύκολα μετατρέπεται από υποκείμενο της Ιστορίας σε αντικείμενο των αποφάσεων άλλων.

Η πρόκληση του 21ου αιώνα, λοιπόν, δεν είναι να επιστρέψουμε στο παρελθόν. 

Στην αρχή αυτού του κειμένου θέσαμε ένα ερώτημα: τι έρχεται μετά την εποχή των ιδεολογιών; Η απάντηση που επιχειρήσαμε να δώσουμε δεν είναι μία νέα ιδεολογία. Είναι μία διαφορετική αφετηρία πολιτικής σκέψης. Αν το άτομο, η τάξη και το έθνος-κράτος δεν επαρκούν πλέον ως μοναδικά πολιτικά υποκείμενα, τότε ο πολιτισμός μπορεί να αποτελέσει το σημείο από το οποίο ένας λαός θα ξανασκεφτεί την Ιστορία, την Πολιτική και τη Γεωπολιτική του θέση.

Είναι να μεταφέρουμε ό,τι ζωντανό υπάρχει μέσα στο παρελθόν στο μέλλον.

Και ίσως αυτή να είναι η ουσία ολόκληρης της προσπάθειας:

Δεν επιστρέφουμε στο παρελθόν. Παίρνουμε από το παρελθόν τα εργαλεία για να δημιουργήσουμε το μέλλον.


Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών