ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΔΥΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ.

 













Προς έναν δρόμο εκσυγχρονισμού, κυριαρχίας και πολιτισμικής αυτονομίας.

Ο σύγχρονος κόσμος εισέρχεται σε μια περίοδο βαθιάς γεωπολιτικής μετάβασης. Η εποχή κατά την οποία ένα και μοναδικό πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό πρότυπο μπορούσε να παρουσιάζεται ως η φυσική και αναπόφευκτη κατάληξη ολόκληρης της ανθρωπότητας υποχωρεί. Στη θέση της μονοπολικής αντίληψης αναδύεται σταδιακά ένας κόσμος πολλαπλών κέντρων ισχύος, στον οποίο διαφορετικοί λαοί και πολιτισμοί διεκδικούν το δικαίωμα να ακολουθήσουν τη δική τους ιστορική πορεία.

Η εξέλιξη αυτή θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα:

Είναι πράγματι αναγκαίο ένας λαός να δυτικοποιηθεί για να εκσυγχρονιστεί;

Για δεκαετίες, οι δύο έννοιες παρουσιάστηκαν σχεδόν ως ταυτόσημες. Η τεχνολογική πρόοδος, η οικονομική ανάπτυξη, η βιομηχανική οργάνωση και η θεσμική μεταρρύθμιση συνδέθηκαν με την υιοθέτηση ενός συγκεκριμένου πολιτικού και πολιτισμικού προτύπου. Η πρόοδος παρουσιάστηκε ως μία κατεύθυνση και ο εκσυγχρονισμός ως μία σχεδόν μονόδρομη διαδικασία προσέγγισης προς τη Δύση.

Όμως η ίδια η πραγματικότητα του 21ου αιώνα αμφισβητεί αυτή την αντίληψη.

Κράτη και πολιτισμοί μπορούν να αξιοποιήσουν την επιστήμη, την τεχνολογία, τη βιομηχανία και τις σύγχρονες μορφές οργάνωσης χωρίς να εγκαταλείψουν αναγκαστικά την ιστορική τους ταυτότητα. Μπορούν να εισάγουν τεχνογνωσία χωρίς να εισάγουν μαζί της ολόκληρο το πολιτισμικό κοσμοείδωρο από το οποίο αυτή προήλθε.

Η τεχνολογία δεν έχει εθνικότητα. Η χρήση της όμως έχει πολιτισμικό και γεωπολιτικό προσανατολισμό.

Αυτό είναι το σημείο από το οποίο πρέπει να ξεκινήσουμε.

Ένας λαός δεν είναι απλώς μια οικονομική μονάδα που αναζητά μεγαλύτερο ΑΕΠ, ούτε ένα κράτος είναι απλώς ένας διοικητικός μηχανισμός που πρέπει να προσαρμοστεί σε ένα παγκόσμιο πρότυπο. Κάθε πολιτισμός διαθέτει ιστορική μνήμη, αξίες, θρησκευτικές και φιλοσοφικές παραδόσεις, συλλογική ταυτότητα και ιδιαίτερη σχέση με τον γεωγραφικό του χώρο.

Στον πολυπολικό κόσμο, επομένως, το ζήτημα δεν είναι πλέον αν όλοι οι λαοί θα συγκλίνουν προς ένα ενιαίο μοντέλο.

Το ζήτημα είναι αν μπορούν να εκσυγχρονιστούν χωρίς να πάψουν να είναι αυτό που είναι.

Εδώ βρίσκεται η ουσία της έννοιας του «εκσυγχρονισμού χωρίς δυτικοποίηση».

Δεν πρόκειται για άρνηση της προόδου. Δεν πρόκειται για επιστροφή σε μια εξιδανικευμένη εικόνα του παρελθόντος. Και δεν πρόκειται για απομόνωση από τον υπόλοιπο κόσμο.

Πρόκειται για κάτι διαφορετικό:

να χρησιμοποιεί ένας πολιτισμός τα επιτεύγματα της νεωτερικής τεχνολογίας χωρίς να παραδίδει τη δική του πολιτισμική και πολιτική αυτονομία.

Να μεταρρυθμίζεται χωρίς να αυτοκαταργείται.

Να αναπτύσσεται χωρίς να εξαρτάται.

Να εισάγει τεχνολογία χωρίς να εισάγει υποχρεωτικά και ξένη ταυτότητα.

Να συμμετέχει στον παγκόσμιο κόσμο χωρίς να μετατρέπεται σε πολιτισμικό αντίγραφο.

Από αυτή την άποψη, ο εκσυγχρονισμός μπορεί να γίνει όχι εργαλείο ομογενοποίησης αλλά εργαλείο κυριαρχίας.

Και εδώ συναντώνται τρεις έννοιες που θα διατρέξουν ολόκληρη την ανάλυσή μας:

Εκσυγχρονισμός.
Κυριαρχία.
Πολιτισμική αυτονομία.

Στον πολυπολικό κόσμο, η πραγματική πρόκληση δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στην παράδοση και στην τεχνολογία. Είναι να δημιουργήσουμε μια σύνθεση στην οποία η τεχνολογία θα υπηρετεί τον πολιτισμό και όχι ο πολιτισμός την τεχνολογία· στην οποία η οικονομική ανάπτυξη θα ενισχύει την κυριαρχία και όχι την εξάρτηση· και στην οποία η παράδοση δεν θα αποτελεί βάρος του παρελθόντος, αλλά πηγή συνέχειας και προσανατολισμού προς το μέλλον.

Ο στόχος, επομένως, δεν είναι να γίνουμε λιγότερο σύγχρονοι. Είναι να γίνουμε σύγχρονοι χωρίς να πάψουμε να είμαστε εμείς.

Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα του εκσυγχρονισμού χωρίς δυτικοποίηση.


1. Όταν η Ανατολή εκσυγχρονίζεται χωρίς να δυτικοποιείται

Η διάκριση ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και τη δυτικοποίηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν εξετάζουμε την πορεία των κοινωνιών της Ανατολής. Ήδη από τη δεκαετία του 1990, ο Samuel Huntington είχε επισημάνει ότι η τεχνολογική, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη δεν οδηγεί υποχρεωτικά στην υιοθέτηση του δυτικού τρόπου ζωής και της δυτικής πολιτικής οργάνωσης.

Μια κοινωνία μπορεί να αποκτήσει σύγχρονες τεχνολογίες, να αναπτύξει την οικονομία της, να βελτιώσει τους θεσμούς και τις υποδομές της και ταυτόχρονα να διατηρήσει τη δική της πολιτισμική ταυτότητα, τις θρησκευτικές της παραδόσεις και τις ιδιαίτερες αντιλήψεις της για την κοινωνία και την πολιτική.

Αυτό σημαίνει ότι η νεωτερικότητα δεν αποτελεί απαραίτητα ένα ενιαίο πολιτισμικό πακέτο.

Η τεχνολογία μπορεί να μεταφερθεί από έναν πολιτισμό σε έναν άλλο χωρίς να μεταφερθούν αυτομάτως μαζί της όλες οι αξίες και οι αντιλήψεις του πολιτισμού που την ανέπτυξε. Το ίδιο ισχύει για την οικονομική οργάνωση, την επιστημονική γνώση και τις διοικητικές μεθόδους.

Μια κοινωνία μπορεί να επιλέξει να χρησιμοποιήσει τα επιτεύγματα της σύγχρονης εποχής σύμφωνα με τις δικές της ανάγκες και τις δικές της ιστορικές προτεραιότητες.

Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες διαφορές ανάμεσα στην υιοθέτηση της τεχνολογίας και στην υιοθέτηση ενός ολόκληρου πολιτισμικού προτύπου.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι δύο διαδικασίες παρουσιάστηκαν ως σχεδόν ταυτόσημες. Η τεχνολογική ανάπτυξη, η οικονομική μεταρρύθμιση και η κοινωνική αλλαγή συνδέθηκαν με την υιοθέτηση συγκεκριμένων δυτικών πολιτικών και πολιτισμικών αντιλήψεων. Έτσι δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η πρόοδος διαθέτει μία μόνο κατεύθυνση και ότι η πορεία προς τη νεωτερικότητα περνά υποχρεωτικά μέσα από τη δυτικοποίηση.

Η ιστορική εμπειρία όμως είναι περισσότερο σύνθετη.

Οι κοινωνίες δεν αποτελούν παθητικούς δέκτες ιδεών και τεχνολογιών. Επιλέγουν, προσαρμόζουν, μετασχηματίζουν και ενσωματώνουν όσα δανείζονται από άλλους πολιτισμούς. Η ίδια τεχνολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέσα σε εντελώς διαφορετικά πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα.

Έτσι, ο εκσυγχρονισμός μπορεί να γίνει δημιουργική αφομοίωση και όχι απλή αντιγραφή.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ένας λαός θα χρησιμοποιήσει τις γνώσεις και τα επιτεύγματα της σύγχρονης εποχής. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιος θα αποφασίσει για τον τρόπο με τον οποίο θα τα χρησιμοποιήσει και προς ποιον σκοπό.

Αν η τεχνολογία χρησιμοποιείται για να ενισχύσει την παραγωγική δυνατότητα, την επιστημονική γνώση, την άμυνα, την οικονομία και την κοινωνική συνοχή ενός κράτους, τότε λειτουργεί ως εργαλείο ισχύος.

Αν όμως η εισαγωγή της τεχνολογίας συνοδεύεται από την πεποίθηση ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί η ιστορική ταυτότητα, οι παραδόσεις και η πολιτισμική ιδιοπροσωπία ενός λαού, τότε ο εκσυγχρονισμός μετατρέπεται σε διαδικασία πολιτισμικής μετάλλαξης.

Αυτή η διάκριση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στον πολυπολικό κόσμο που διαμορφώνεται.

Όσο περισσότερα κέντρα ισχύος αποκτούν τη δυνατότητα να αναπτύσσονται με βάση τις δικές τους πολιτισμικές και ιστορικές αναφορές, τόσο δυσκολότερο γίνεται να θεωρηθεί ότι υπάρχει ένας μοναδικός δρόμος προς τη νεωτερικότητα.

Η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν και άλλες μη δυτικές κοινωνίες προσφέρουν διαφορετικές, μεταξύ τους μη ταυτόσημες, εκδοχές αυτής της προσπάθειας: να αξιοποιήσουν την επιστήμη, την τεχνολογία και τις σύγχρονες μορφές οικονομικής και κρατικής οργάνωσης χωρίς να αποδεχθούν κατ’ ανάγκην την ιδέα ότι η πολιτισμική τους ολοκλήρωση προϋποθέτει την αντιγραφή της Δύσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες αυτές οι χώρες ακολουθούν το ίδιο μοντέλο. Ούτε ότι αποτελούν ένα ενιαίο πολιτικό ή ιδεολογικό μπλοκ.

Σημαίνει κάτι απλούστερο και ταυτόχρονα πολύ σημαντικότερο:

η νεωτερικότητα μπορεί να αποκτήσει περισσότερες από μία πολιτισμικές μορφές.

Η Δύση μπορεί να αποτελέσει πηγή γνώσης, επιστημονικής έρευνας και τεχνολογικής καινοτομίας χωρίς να αποτελεί υποχρεωτικά το μοναδικό πολιτισμικό πρότυπο προς το οποίο πρέπει να συγκλίνουν όλοι οι υπόλοιποι.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ενδιαφέρον της συγκεκριμένης εξέλιξης.

Όταν ένας πολιτισμός γνωρίζει σε βάθος τη Δύση, μελετά τις ιδέες της και αποκτά πρόσβαση στην επιστημονική και τεχνική της γνώση, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα καταλήξει να γίνει δυτικός. Μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτή τη γνώση για να ενισχύσει τη δική του ιστορική και πολιτισμική πορεία.

Η διαδικασία αυτή δεν είναι θεωρητική υπόθεση.

Η ιστορία έχει ήδη γνωρίσει ανθρώπους οι οποίοι σπούδασαν στη Δύση, γνώρισαν τις σημαντικότερες φιλοσοφικές και πολιτικές ιδέες της και στη συνέχεια επέστρεψαν στις κοινωνίες τους αναζητώντας μια διαφορετική σύνθεση.

Μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις είναι ο Ιρανός διανοούμενος Ali Shariati.


Ali Shariati: η γνώση της Δύσης χωρίς την υιοθέτηση της Δύσης

Ο Ali Shariati αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η δυτική γνώση μπορεί να μεταφερθεί σε ένα διαφορετικό πολιτισμικό περιβάλλον και να αποκτήσει νέο περιεχόμενο.

Ο Shariati σπούδασε στη Γαλλία και ήρθε σε επαφή με σημαντικά ρεύματα της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας και πολιτικής σκέψης. Επηρεάστηκε από τον υπαρξισμό, από τις αντιιμπεριαλιστικές και κοινωνικές ιδέες της εποχής του, αλλά και από διανοητές όπως ο Frantz Fanon. Η γαλλική εμπειρία, επομένως, δεν ήταν για εκείνον απλώς μια εκπαιδευτική περίοδος. Αποτέλεσε επαφή με ένα ολόκληρο φάσμα σύγχρονων ευρωπαϊκών ιδεών.

Ωστόσο, η επιστροφή του στο Ιράν δεν οδήγησε στην απλή αναπαραγωγή αυτών των ιδεών.

Ο Shariati επιχείρησε να τις εντάξει σε ένα διαφορετικό ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Συνέδεσε στοιχεία της σύγχρονης ευρωπαϊκής σκέψης με το Ισλάμ, τη σιιτική παράδοση και την ιρανική ιστορική εμπειρία, αναζητώντας μια μορφή κοινωνικής και πολιτικής σκέψης που θα μπορούσε να εκφράσει τις ανάγκες της δικής του κοινωνίας.

Η σκέψη του έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην πολιτική δράση και στην ενεργό συμμετοχή του ανθρώπου στην ιστορία. Παράλληλα, άσκησε κριτική στην παραδοσιακή μορφή θρησκευτικής αυθεντίας και προσπάθησε να αναδείξει μια πιο επαναστατική ερμηνεία του σιιτισμού.

Το ενδιαφέρον της περίπτωσής του, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενο των συγκεκριμένων ιδεών του.

Βρίσκεται κυρίως στη μέθοδο.

Ο Shariati γνώρισε τη Δύση χωρίς να θεωρήσει ότι η γνώση της απαιτεί την πολιτισμική του μετάλλαξη. Δεν αντιμετώπισε τις ευρωπαϊκές ιδέες ως ένα ολοκληρωμένο πακέτο το οποίο έπρεπε να εισαχθεί αυτούσιο στο Ιράν. Αντίθετα, επιχείρησε να τις μετασχηματίσει και να τις εντάξει σε ένα διαφορετικό πολιτισμικό πλαίσιο.

Εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη αρχή:

Η γνώση δεν ταυτίζεται με την υποταγή.

Ένας πολιτισμός μπορεί να μελετήσει τον αντίπαλο ή τον διαφορετικό πολιτισμό, να αξιοποιήσει τη γνώση του και να χρησιμοποιήσει τα εργαλεία του χωρίς να εγκαταλείψει τη δική του ταυτότητα.

Αυτό ακριβώς μπορούμε να ονομάσουμε δημιουργική αφομοίωση.

Να γνωρίζεις χωρίς να μιμείσαι.

Να δανείζεσαι χωρίς να εξαρτάσαι.

Να μετασχηματίζεις χωρίς να αυτοαναιρείσαι.

Η περίπτωση του Shariati δείχνει επίσης ότι η αντίθεση ανάμεσα σε «παράδοση» και «νεωτερικότητα» είναι συχνά ψευδής όταν αντιμετωπίζεται απόλυτα.

Ένας πολιτισμός δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στην ιστορική του συνέχεια και στη σύγχρονη γνώση. Μπορεί να χρησιμοποιήσει τη δεύτερη για να ενισχύσει την πρώτη, εφόσον διατηρεί την ικανότητα να αποφασίζει ο ίδιος για το τι θα αφομοιώσει, πώς θα το αφομοιώσει και προς ποιον σκοπό.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς τι δανειζόμαστε από τη Δύση.

Είναι ποιος αφομοιώνει ποιον.

Όταν ένας πολιτισμός διαθέτει ισχυρή ιστορική συνείδηση, μπορεί να μετατρέψει την εξωτερική γνώση σε δικό του εργαλείο. Όταν όμως χάνει αυτή τη συνείδηση, η εισαγωγή γνώσης μπορεί να μετατραπεί σε εισαγωγή προτύπων, αξιών και τελικά ολόκληρου του πολιτισμικού μοντέλου του άλλου.

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο διαδικασίες είναι τεράστια.

Και αυτή η συζήτηση δεν αφορά μόνο την Ανατολή.

Αφορά και τον ίδιο τον Ελληνισμό.

Γιατί και στην ελληνική περίπτωση υπήρξαν διανοούμενοι οι οποίοι γνώρισαν σε βάθος την ευρωπαϊκή σκέψη, μελέτησαν τις μεγάλες ιδέες της νεωτερικής Ευρώπης και προσπάθησαν να τις επεξεργαστούν μέσα από την ελληνική ιστορική και πολιτισμική εμπειρία.


Ο Ελληνισμός και η Ενδιάμεση Περιοχή

Η περίπτωση του Ελληνισμού παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί η ελληνική ιστορική εμπειρία δεν μπορεί να ενταχθεί εύκολα σε ένα απλό δίπολο Ανατολής και Δύσης.

Ο ελληνικός πολιτισμός διαμορφώθηκε μέσα από μια διαρκή σχέση με διαφορετικούς κόσμους. Η αρχαία Ελλάδα αποτέλεσε θεμελιώδη παράγοντα της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ιστορίας, αλλά ταυτόχρονα αναπτύχθηκε μέσα σε έναν γεωγραφικό χώρο που βρισκόταν σε άμεση επαφή με την Ανατολή. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η Ορθόδοξη παράδοση, η Κωνσταντινούπολη και ο ελληνικός κόσμος της Ανατολικής Μεσογείου δημιούργησαν μια ιστορική πραγματικότητα που δεν χωρά εύκολα στη μεταγενέστερη δυτικοευρωπαϊκή διάκριση Ανατολής και Δύσης.

Ο Ελληνισμός υπήρξε, επομένως, ταυτόχρονα ευρωπαϊκός, μεσογειακός, ανατολικομεσογειακός και ορθόδοξος.

Αυτή η ιδιαιτερότητα έχει σημασία και για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εκσυγχρονισμό.

Η επαφή με την Ευρώπη δεν σημαίνει υποχρεωτικά αποκοπή από την ελληνική ιστορική συνέχεια. Αντίστοιχα, η αναφορά στην Ανατολή δεν σημαίνει εγκατάλειψη της ευρωπαϊκής πολιτισμικής κληρονομιάς. Το ζητούμενο είναι η δυνατότητα του Ελληνισμού να αφομοιώνει δημιουργικά όσα προέρχονται από διαφορετικούς χώρους χωρίς να χάνει τη δική του πολιτισμική υπόσταση.

Αυτό ακριβώς βλέπουμε σε σημαντικούς Έλληνες διανοουμένους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.

Ο Περικλής Γιαννόπουλος και ο Ίων Δραγούμης δεν αντιμετώπισαν την Ευρώπη ως κάτι που έπρεπε απλώς να αντιγραφεί. Η ευρωπαϊκή σκέψη αποτέλεσε για αυτούς αντικείμενο μελέτης, αντιπαράθεσης και επεξεργασίας μέσα από το ελληνικό ζήτημα.

Η γερμανική φιλοσοφία και ιστοριογραφία, οι ιδέες του Herder, του Fichte και του Hegel, αλλά και τα ευρύτερα ρεύματα του ευρωπαϊκού εθνικισμού και του ρομαντισμού, προσέφεραν εργαλεία με τα οποία οι Έλληνες διανοούμενοι μπορούσαν να επανεξετάσουν τη σχέση ανάμεσα στο έθνος, την ιστορία, τον πολιτισμό και το κράτος.

Το σημαντικό δεν είναι ότι οι ιδέες αυτές προέρχονταν από την Ευρώπη.

Το σημαντικό είναι τι έκανε ο Ελληνισμός με αυτές.

Εδώ βρίσκεται ξανά η έννοια της δημιουργικής αφομοίωσης.

Ο πολιτισμός που διαθέτει αυτοπεποίθηση δεν φοβάται την επαφή. Δεν χρειάζεται να κλείσει τα σύνορά του απέναντι στις ιδέες του άλλου. Μπορεί να τις μελετήσει, να τις αμφισβητήσει, να τις προσαρμόσει και τελικά να τις μετατρέψει σε στοιχεία μιας δικής του σύνθεσης.

Η πραγματική πολιτισμική αυτονομία, επομένως, δεν είναι απομόνωση.

Είναι ικανότητα επιλογής.


Η γεωγραφία ως ιστορική μοίρα

Η ελληνική ιδιαιτερότητα δεν είναι μόνο πολιτισμική. Είναι και γεωγραφική.

Ο ελληνικός χώρος βρίσκεται σε ένα σημείο όπου συναντώνται η Ευρώπη, η Ανατολική Μεσόγειος, τα Βαλκάνια και ο ευρύτερος χώρος της Εγγύς Ανατολής. Η θέση αυτή υπήρξε διαχρονικά πηγή εμπορίου, επικοινωνίας και πολιτισμικών ανταλλαγών, αλλά ταυτόχρονα και ανταγωνισμών.

Η γεωγραφία δεν καθορίζει μηχανικά την ιστορία. Θέτει όμως δυνατότητες και περιορισμούς.

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται στην άκρη ενός απομονωμένου γεωγραφικού συστήματος. Βρίσκεται σε έναν χώρο όπου τέμνονται θαλάσσιοι δρόμοι, χερσαίες κατευθύνσεις και διαφορετικές γεωπολιτικές ζώνες.

Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική στρατηγική δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε μία πολιτισμική ή γεωπολιτική κατεύθυνση.

Ούτε η πλήρης αποκοπή από την Ευρώπη αποτελεί ρεαλιστική απάντηση, ούτε η αντίληψη ότι η ελληνική ταυτότητα εξαντλείται στην πολιτική και πολιτισμική ταύτιση με τη Δυτική Ευρώπη.

Ο Ελληνισμός ιστορικά λειτούργησε ως ενδιάμεσος και συνδετικός χώρος.

Και αυτή η έννοια της «Ενδιάμεσης Περιοχής» αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν εξετάζουμε τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας.

Ήδη στον Αριστοτέλη συναντούμε μια χαρακτηριστική παρατήρηση σχετικά με τη γεωγραφική θέση των Ελλήνων και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αυτή δημιουργεί. Στα Πολιτικά του, ο Αριστοτέλης αντιπαραβάλλει τους λαούς των ψυχρών περιοχών της Ευρώπης με τους λαούς της Ασίας και τοποθετεί τους Έλληνες σε μια ενδιάμεση γεωγραφική ζώνη, στην οποία συνδυάζονται διαφορετικές ιδιότητες.

Δεν πρόκειται βέβαια για τη σύγχρονη γεωπολιτική έννοια της «Ενδιάμεσης Περιοχής» με τη σημερινή της σημασία. Η αριστοτελική παρατήρηση όμως έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή συνδέει ήδη τη γεωγραφία με τις πολιτικές και πολιτισμικές δυνατότητες ενός λαού.

Ο Ελληνισμός βρίσκεται σε έναν χώρο ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους.

Αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα αδυναμία.

Μπορεί να αποτελέσει στρατηγικό πλεονέκτημα, εφόσον ένας λαός διαθέτει την πολιτική βούληση και την πολιτισμική αυτοπεποίθηση να αξιοποιήσει τη θέση του.

Η Ελλάδα μπορεί να λειτουργεί ως γέφυρα, αλλά μια γέφυρα δεν σημαίνει ότι ανήκει σε όποιον περνά από πάνω της.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις βασικές διαφορές ανάμεσα στη γεωπολιτική διασύνδεση και στη γεωπολιτική εξάρτηση.

Ένα κράτος μπορεί να συμμετέχει σε πολλαπλά οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά δίκτυα χωρίς να θεωρεί ότι η συμμετοχή του σε ένα από αυτά απαιτεί την πολιτισμική ή γεωπολιτική του αυτοκατάργηση.

Στον πολυπολικό κόσμο, αυτή η δυνατότητα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.

Η θέση ενός κράτους ανάμεσα σε διαφορετικά κέντρα ισχύος μπορεί να το μετατρέψει είτε σε πεδίο ανταγωνισμού των άλλων είτε σε ενεργό γεωπολιτικό παράγοντα.

Η διαφορά δεν βρίσκεται μόνο στη γεωγραφία.

Βρίσκεται στην ικανότητα αξιοποίησης της γεωγραφίας.

Ο Ελληνισμός, επομένως, δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα σε μια μηχανική «Ανατολή» και μια μηχανική «Δύση». Μπορεί να αναγνωρίσει τη σύνθετη ιστορική του ταυτότητα και να μετατρέψει τη γεωγραφική του θέση σε πηγή στρατηγικής αυτονομίας.

Η ελληνική περίπτωση μας οδηγεί έτσι σε ένα ευρύτερο συμπέρασμα:

Η πολιτισμική αυτονομία δεν απαιτεί απομόνωση από τον κόσμο. Απαιτεί την ικανότητα να συμμετέχεις στον κόσμο χωρίς να χάνεις τον εαυτό σου.

Και από εδώ το ζήτημα περνά πλέον από τον πολιτισμό και τη γεωγραφία στην οικονομία και στη δομή της παγκόσμιας ισχύος.

Γιατί ένας πολιτισμός μπορεί να διαθέτει ιστορική συνείδηση και γεωπολιτική θέση, αλλά χωρίς οικονομική και παραγωγική βάση η κυριαρχία του παραμένει περιορισμένη.


Η ήττα του μονοπολικού συστήματος. Προς την «αυτάρκεια των μεγάλων χώρων»

Η διάκριση ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και τη δυτικοποίηση δεν περιορίζεται στο πολιτισμικό επίπεδο. Έχει άμεση σχέση και με την οικονομική οργάνωση ενός κράτους και, τελικά, με την ίδια τη δυνατότητά του να ασκεί κυριαρχία.

Γιατί η πολιτική κυριαρχία χωρίς οικονομική βάση παραμένει περιορισμένη.

Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει ισχυρούς θεσμούς, στρατό και πολιτική βούληση, αλλά εάν εξαρτάται από εξωτερικές πηγές χρηματοδότησης, ενέργειας, τεχνολογίας, πρώτων υλών ή κρίσιμων παραγωγικών αλυσίδων, η ελευθερία των επιλογών του περιορίζεται.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα βασικά προβλήματα του μονοπολικού συστήματος.

Η παγκοσμιοποίηση παρουσιάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα ως μια διαδικασία κατά την οποία η κατάργηση των εμπορικών και οικονομικών φραγμών θα οδηγούσε σε γενικευμένη ευημερία. Η ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, αγαθών και τεχνολογίας θεωρήθηκε ως σχεδόν αυτονόητη συνταγή ανάπτυξης.

Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη.

Δεν ξεκινούν όλες οι οικονομίες από την ίδια θέση. Δεν διαθέτουν όλες την ίδια βιομηχανική βάση, την ίδια τεχνολογική δυνατότητα, τα ίδια κεφάλαια ή την ίδια πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.

Η πλήρης έκθεση ενός λιγότερο ανεπτυγμένου παραγωγικού συστήματος στον ανταγωνισμό ενός ήδη ισχυρού βιομηχανικού κέντρου μπορεί να οδηγήσει όχι στην ανάπτυξη της πρώτης οικονομίας, αλλά στην παγίωση της εξάρτησής της.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η σκέψη του Friedrich List.

Ο List άσκησε κριτική στην απόλυτη εφαρμογή του ελεύθερου εμπορίου και υποστήριξε ότι η οικονομική πολιτική ενός κράτους πρέπει να λαμβάνει υπόψη το στάδιο ανάπτυξης της παραγωγικής του βάσης.

Μια οικονομία που βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία εκβιομηχάνισης, υποστήριζε, δεν μπορεί πάντοτε να αντιμετωπίζει με τους ίδιους όρους τον ανταγωνισμό με οικονομίες που έχουν ήδη αποκτήσει τεχνολογικό και βιομηχανικό προβάδισμα.

Γι' αυτό ο List έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην προστασία και ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ενός έθνους.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς πόσα προϊόντα εισάγει ή εξάγει ένα κράτος.

Είναι τι μπορεί να παράγει μόνο του.

Μπορεί να κατασκευάσει μηχανές;

Μπορεί να παράγει ενέργεια;

Μπορεί να αναπτύξει τεχνολογία;

Μπορεί να εξασφαλίσει τρόφιμα και κρίσιμες πρώτες ύλες;

Μπορεί να διατηρήσει βιομηχανική παραγωγή σε περιόδους κρίσης;

Μπορεί να χρηματοδοτήσει την άμυνα και τις υποδομές του χωρίς να εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες;

Αυτά είναι ερωτήματα οικονομικής πολιτικής, αλλά ταυτόχρονα είναι και ερωτήματα εθνικής κυριαρχίας.


Από την ελεύθερη αγορά στους μεγάλους χώρους

Εδώ εμφανίζεται η έννοια των «μεγάλων χώρων».

Η οικονομική αυτονομία ενός σύγχρονου κράτους δεν σημαίνει απαραίτητα απόλυτη αυτάρκεια. Κανένα μεγάλο κράτος δεν παράγει σήμερα τα πάντα μόνο του και η πλήρης οικονομική απομόνωση δεν αποτελεί ρεαλιστικό μοντέλο.

Η πραγματική πρόκληση είναι διαφορετική:

να υπάρχει επαρκής παραγωγική και οικονομική βάση ώστε ένα κράτος ή ένας ευρύτερος γεωπολιτικός χώρος να μπορεί να λειτουργεί χωρίς να καθίσταται όμηρος μιας εξωτερικής δύναμης.

Αυτό μετατοπίζει τη συζήτηση από το μικρό εθνικό κράτος προς τον μεγάλο οικονομικό χώρο.

Ένας μεγάλος χώρος μπορεί να συνδυάζει διαφορετικές οικονομίες, παραγωγικές δυνατότητες, ενεργειακούς πόρους, πρώτες ύλες, τεχνολογία, αγορές και μεταφορικά δίκτυα. Έτσι δημιουργείται μια εσωτερική οικονομική βάση αρκετά ισχυρή ώστε να περιορίζει την εξάρτηση από εξωτερικά κέντρα.

Η λογική αυτή δεν είναι απλώς οικονομική.

Έχει σαφή γεωπολιτική διάσταση.

Όσο μεγαλύτερη είναι η δυνατότητα ενός γεωπολιτικού χώρου να παράγει, να χρηματοδοτεί, να μεταφέρει και να καταναλώνει μέσα στο δικό του δίκτυο, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ελευθερία στρατηγικών επιλογών του.

Εδώ πρέπει να κάνουμε μια κρίσιμη διάκριση:

Ισχύς δεν σημαίνει έλεγχος.

Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει τεράστιους οικονομικούς πόρους χωρίς να μπορεί να ελέγξει ολόκληρο τον κόσμο. Μπορεί όμως να χρησιμοποιήσει αυτούς τους πόρους για να δημιουργήσει εναλλακτικές, να αντέξει πιέσεις και να αυξήσει το κόστος που θα είχε οποιαδήποτε εξωτερική προσπάθεια επιβολής πάνω του.

Η οικονομική αυτονομία, επομένως, δεν είναι αυτοσκοπός.

Είναι βάση στρατηγικής ελευθερίας.


Η «αυτάρκεια» ως στρατηγική αυτονομία

Η έννοια της αυτάρκειας χρειάζεται, επομένως, να γίνει κατανοητή με έναν πιο σύγχρονο τρόπο.

Δεν σημαίνει ότι ένας πολιτισμός πρέπει να κλείσει τα σύνορά του και να αρνηθεί το διεθνές εμπόριο.

Σημαίνει ότι πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επιβιώνει και να αναπτύσσεται ακόμη και όταν οι εξωτερικές συνθήκες γίνονται δυσμενείς.

Ένας πραγματικά κυρίαρχος χώρος πρέπει να διαθέτει εναλλακτικές.

Εναλλακτικές αγορές.

Εναλλακτικές ενεργειακές πηγές.

Εναλλακτικές εμπορικές διαδρομές.

Εναλλακτικά χρηματοπιστωτικά εργαλεία.

Εγχώρια παραγωγή σε κρίσιμους τομείς.

Τεχνολογική και επιστημονική βάση.

Και, κυρίως, τη δυνατότητα να επιλέγει τους εταίρους του χωρίς να εξαρτάται από έναν και μοναδικό κέντρο ισχύος.

Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της οικονομικής κυριαρχίας στον πολυπολικό κόσμο.

Δεν είναι η άρνηση της αλληλεξάρτησης.

Είναι η διαχείριση της αλληλεξάρτησης από θέση ισχύος.

Η μετάβαση από έναν κόσμο που οργανώνεται γύρω από ένα κυρίαρχο οικονομικό κέντρο σε έναν κόσμο πολλαπλών οικονομικών και γεωπολιτικών κέντρων δημιουργεί ακριβώς αυτή τη δυνατότητα.

Η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία, το Ιράν, αλλά και άλλες περιφερειακές δυνάμεις επιδιώκουν, με διαφορετικό τρόπο και διαφορετικό βαθμό επιτυχίας, να μειώσουν την εξάρτησή τους από ένα ενιαίο οικονομικό σύστημα και να δημιουργήσουν περισσότερα κανάλια εμπορίου, χρηματοδότησης, ενέργειας και τεχνολογικής συνεργασίας.

Δεν πρόκειται για ένα ενιαίο σχέδιο ούτε για έναν ενιαίο συνασπισμό.

Πρόκειται για μια δομική μεταβολή.

Η παγκόσμια οικονομία αρχίζει να αποκτά περισσότερα κέντρα βάρους.

Και όσο περισσότερα είναι τα κέντρα αυτά, τόσο περισσότερο περιορίζεται η δυνατότητα ενός μοναδικού πόλου να καθορίζει μόνος του τους όρους ολόκληρου του συστήματος.

Από αυτή την άποψη, η οικονομική πολυπολικότητα δεν αποτελεί απλώς οικονομικό φαινόμενο.

Αποτελεί γεωπολιτική μεταβολή.

Και εδώ ακριβώς συναντώνται η οικονομική αυτονομία, οι μεγάλοι χώροι και η γεωγραφία.

Γιατί ο μεγάλος χώρος δεν είναι μόνο μια οικονομική έννοια.

Είναι ταυτόχρονα γεωγραφικός, πολιτισμικός και γεωπολιτικός χώρος.

Και για να κατανοήσουμε αυτή τη μετάβαση από την οικονομική αυτονομία στη γεωπολιτική αυτοδυναμία, πρέπει να επιστρέψουμε στην ίδια την έννοια του χώρου και στη θέση του Ελληνισμού ανάμεσα σε διαφορετικά γεωπολιτικά συστήματα.

Από τον οικονομικό χώρο στον γεωπολιτικό χώρο

Η έννοια του μεγάλου χώρου δεν αφορά μόνο την οικονομική οργάνωση. Αφορά και τη γεωπολιτική θέση ενός πολιτισμού μέσα σε ένα ευρύτερο σύστημα δυνάμεων. Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η σκέψη του Κωνσταντίνου Κιτσίκη, ο οποίος προσέγγισε τον ελληνικό χώρο όχι ως ένα απομονωμένο σημείο ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, αλλά ως τμήμα ενός ευρύτερου γεωπολιτικού και πολιτισμικού συστήματος.

Για τον Κιτσίκη, η γεωπολιτική θέση του Ελληνισμού δεν μπορεί να κατανοηθεί αποκλειστικά μέσα από το δίπολο «Δύση ή Ανατολή». Ο ελληνικός χώρος βρίσκεται σε μια ενδιάμεση και ταυτόχρονα συνδετική ζώνη, όπου συναντώνται διαφορετικές ιστορικές, πολιτισμικές και γεωπολιτικές δυνάμεις. Η θέση αυτή μπορεί να αποτελέσει αδυναμία όταν μετατρέπεται σε εξάρτηση, μπορεί όμως να αποτελέσει και πλεονέκτημα όταν συνοδεύεται από πολιτική βούληση και στρατηγική αυτονομία.

Έτσι, η έννοια του μεγάλου χώρου αποκτά μια ευρύτερη σημασία. Δεν είναι απλώς η δημιουργία μιας μεγάλης αγοράς ή ενός οικονομικού μπλοκ. Είναι η δυνατότητα ενός κράτους ή ενός πολιτισμού να εντάσσεται σε ευρύτερα γεωπολιτικά συστήματα χωρίς να χάνει τη δική του στρατηγική υπόσταση.

Για τον Ελληνισμό, το ζήτημα επομένως δεν είναι να επιλέξει απλώς έναν προστάτη ή να ενταχθεί παθητικά σε έναν δεδομένο γεωπολιτικό χώρο. Είναι να αξιοποιήσει τη γεωγραφική του θέση, τις ιστορικές του σχέσεις και τις δυνατότητες διασύνδεσής του με διαφορετικά κέντρα ισχύος, ώστε η γεωγραφία να μετατραπεί από παράγοντα εξάρτησης σε παράγοντα ισχύος.

Αυτό οδηγεί σε μια κρίσιμη διαπίστωση: η στρατηγική αυτονομία δεν προϋποθέτει ότι ένας λαός πρέπει να είναι αυτάρκης σε όλα. Προϋποθέτει ότι δεν πρέπει να είναι μονομερώς εξαρτημένος από έναν μόνο χώρο.



Εκσυγχρονισμός και Κυριαρχία

Η οικονομική αυτονομία, όμως, δεν αποτελεί τον τελικό σκοπό.

Αποτελεί προϋπόθεση για κάτι ευρύτερο: την πολιτική κυριαρχία.

Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει σύγχρονες υποδομές, υψηλή τεχνολογία και σημαντική οικονομική ανάπτυξη, αλλά εάν δεν μπορεί να αποφασίζει αυτόνομα για τις βασικές στρατηγικές επιλογές του, ο εκσυγχρονισμός του παραμένει ελλιπής.

Η πραγματική ισχύς δεν μετριέται μόνο από το μέγεθος της οικονομίας ή από τον αριθμό των τεχνολογικών επιτευγμάτων.

Μετριέται και από την ελευθερία επιλογών.

Ποιος αποφασίζει;

Ποιος ελέγχει τις κρίσιμες υποδομές;

Ποιος διαθέτει τις παραγωγικές δυνατότητες;

Ποιος μπορεί να αντέξει μια εξωτερική πίεση;

Ποιος έχει εναλλακτικές όταν ένα οικονομικό, πολιτικό ή στρατηγικό κανάλι κλείσει;

Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη σχέση ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και την κυριαρχία.

Εκσυγχρονισμός χωρίς κυριαρχία μπορεί να δημιουργήσει εξάρτηση.
Κυριαρχία χωρίς εκσυγχρονισμό μπορεί να δημιουργήσει αδυναμία.

Το ζητούμενο είναι ο συνδυασμός τους.


Η ψευδής επιλογή ανάμεσα στην παράδοση και τη νεωτερικότητα

Για μεγάλο μέρος της σύγχρονης πολιτικής σκέψης, η συζήτηση οργανώθηκε γύρω από μια απλή αντίθεση.

Από τη μία πλευρά βρισκόταν η νεωτερικότητα, η ανάπτυξη, η τεχνολογία και η μεταρρύθμιση.

Από την άλλη βρισκόταν η παράδοση, η θρησκεία, η ιστορική ταυτότητα και η διατήρηση των παλαιών μορφών κοινωνικής οργάνωσης.

Έτσι δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ένας λαός έχει μόνο δύο επιλογές:

ή να εκσυγχρονιστεί και να δυτικοποιηθεί ή να παραμείνει παραδοσιακός και να μείνει πίσω.

Αυτή η αντίθεση είναι υπερβολικά απλοϊκή.

Η ιστορία δείχνει ότι οι κοινωνίες μπορούν να αναζητήσουν διαφορετικές συνθέσεις.

Μπορούν να αναπτύξουν βιομηχανία χωρίς να εγκαταλείψουν τη θρησκευτική τους παράδοση.

Μπορούν να δημιουργήσουν σύγχρονες ένοπλες δυνάμεις χωρίς να υιοθετήσουν το σύνολο της πολιτικής κουλτούρας μιας άλλης κοινωνίας.

Μπορούν να επενδύσουν στην επιστήμη και στην τεχνολογία χωρίς να θεωρήσουν ότι η πολιτισμική τους ταυτότητα αποτελεί εμπόδιο.

Μπορούν να μεταρρυθμίσουν το κράτος χωρίς να αντιμετωπίζουν την ιστορία τους ως κάτι που πρέπει να διαγραφεί.

Αυτός είναι ο πυρήνας του εκσυγχρονισμού χωρίς δυτικοποίηση.

Δεν απορρίπτει τη νεωτερικότητα.

Αμφισβητεί την ιδέα ότι υπάρχει μόνο μία πολιτισμικά έγκυρη μορφή νεωτερικότητας.


Η κυριαρχία ως δικαίωμα επιλογής

Σε έναν πολυπολικό κόσμο, η κυριαρχία πρέπει να κατανοηθεί με ευρύτερο τρόπο.

Δεν είναι μόνο η ύπαρξη ενός κράτους με διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορα.

Είναι η δυνατότητα του κράτους και της κοινωνίας να λαμβάνουν κρίσιμες αποφάσεις χωρίς να καθορίζονται εκ των προτέρων από εξωτερικές εξαρτήσεις.

Η κυριαρχία συνδέεται έτσι με μια αλυσίδα:

Ισχύς → επιλογές → ελευθερία κινήσεων → διαπραγματευτική ικανότητα → στρατηγική αυτονομία.

Όσο μεγαλύτερη είναι η πραγματική ισχύς ενός κράτους, τόσο περισσότερες επιλογές διαθέτει.

Όσο περισσότερες επιλογές διαθέτει, τόσο μεγαλύτερη είναι η ελευθερία κινήσεών του.

Και όσο μεγαλύτερη είναι η ελευθερία κινήσεών του, τόσο δυσκολότερα μπορεί ένας εξωτερικός παράγοντας να του επιβάλει τη δική του βούληση.

Επομένως:

Ισχύς δεν σημαίνει απαραίτητα έλεγχος των άλλων. Σημαίνει πρώτα απ' όλα δυνατότητα να μην ελέγχεσαι από τους άλλους.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τα μικρότερα και μεσαία κράτη.

Η κυριαρχία τους δεν απαιτεί να γίνουν μεγάλες δυνάμεις.

Απαιτεί να αυξήσουν όσο μπορούν τον αριθμό των διαθέσιμων επιλογών τους.

Να έχουν περισσότερους οικονομικούς εταίρους.

Περισσότερες ενεργειακές επιλογές.

Περισσότερες εμπορικές διαδρομές.

Περισσότερες τεχνολογικές συνεργασίες.

Ισχυρότερη εγχώρια παραγωγή.

Και μια εξωτερική πολιτική που δεν εξαντλείται στην προσχώρηση σε έναν και μοναδικό γεωπολιτικό άξονα.

Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της στρατηγικής αυτονομίας.


Η στρατηγική αυτονομία ως πολλαπλότητα επιλογών

Η στρατηγική αυτονομία δεν σημαίνει ότι ένα κράτος πρέπει να μπορεί να κάνει τα πάντα μόνο του. Αυτό θα ήταν περισσότερο θεωρητική αυτάρκεια παρά πραγματική κυριαρχία.

Σημαίνει ότι διαθέτει αρκετές εναλλακτικές ώστε να μπορεί να επιλέγει.

Εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Εναλλακτικές αγορές. Εναλλακτικές εμπορικές διαδρομές. Εναλλακτικές τεχνολογικές συνεργασίες. Εναλλακτικές χρηματοδοτικές δυνατότητες. Και, κυρίως, τη δυνατότητα να αρνηθεί μια επιλογή χωρίς να καταρρεύσει ολόκληρο το σύστημα λειτουργίας του.

Εδώ βρίσκεται η ουσία της πολυπολικότητας σε πρακτικό επίπεδο. Πολυπολικότητα δεν σημαίνει απλώς περισσότερες μεγάλες δυνάμεις. Σημαίνει περισσότερες διαθέσιμες επιλογές.

Και όσο περισσότερες είναι οι πραγματικές επιλογές ενός κράτους, τόσο μεγαλύτερη είναι η ελευθερία κινήσεών του.


Οι διαφορετικοί δρόμοι του μη δυτικού εκσυγχρονισμού

Η σύγχρονη πραγματικότητα προσφέρει ήδη διαφορετικά παραδείγματα.

Η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν, η Ινδία και άλλες χώρες δεν ακολουθούν ένα κοινό μοντέλο. Οι πολιτικές τους δομές, οι οικονομίες τους, οι ιστορικές εμπειρίες τους και οι πολιτισμικές τους παραδόσεις διαφέρουν σημαντικά.

Κοινό τους στοιχείο, σε διαφορετικό βαθμό, είναι η προσπάθεια να συνδυάσουν τη σύγχρονη τεχνολογική και οικονομική ανάπτυξη με μεγαλύτερο βαθμό στρατηγικής αυτονομίας.

Η Κίνα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας διαφορετικής πορείας εκσυγχρονισμού. Η χώρα αξιοποίησε σε τεράστια κλίμακα την παγκόσμια οικονομία, την τεχνολογία και το διεθνές εμπόριο, αλλά δεν αντιμετώπισε την οικονομική ενσωμάτωση ως υποχρέωση πολιτικής και πολιτισμικής αντιγραφής.

Το κινεζικό κράτος επιχείρησε να διατηρήσει τον έλεγχο των βασικών στρατηγικών κατευθύνσεων της ανάπτυξης, ενώ παράλληλα επένδυσε μαζικά στη βιομηχανία, στις υποδομές, στην επιστήμη και στην τεχνολογία.

Η Ρωσία ακολουθεί διαφορετική διαδρομή, με διαφορετικές ιστορικές και γεωπολιτικές προϋποθέσεις. Η έμφαση στην κρατική ισχύ, στην αμυντική δυνατότητα, στους φυσικούς πόρους, στη στρατηγική γεωγραφία και στη διατήρηση ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής αποτελεί κεντρικό στοιχείο της δικής της προσπάθειας.

Το Ιράν, από την άλλη πλευρά, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση κοινωνίας που επιχείρησε να συνδυάσει θρησκευτική και πολιτισμική συνέχεια με ανάπτυξη τεχνολογικών, βιομηχανικών και στρατηγικών δυνατοτήτων.

Καμία από αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι τέλεια.

Καμία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μοντέλο προς μηχανική αντιγραφή.

Ακριβώς εκεί βρίσκεται όμως το ενδιαφέρον τους.

Δεν υπάρχει ένας ενιαίος μη δυτικός εκσυγχρονισμός. Υπάρχουν διαφορετικές προσπάθειες πολιτισμών να διαμορφώσουν τη δική τους σχέση με τη νεωτερικότητα.

Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της μετάβασης προς την πολυπολικότητα.

Ο πολυπολικός κόσμος δεν σημαίνει ότι όλοι οι πολιτισμοί θα γίνουν ίδιοι.

Σημαίνει ακριβώς το αντίθετο:

ότι διαφορετικοί πολιτισμοί μπορούν να παραμείνουν διαφορετικοί ενώ συμμετέχουν ταυτόχρονα στη σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα.


Η κυριαρχία δεν σημαίνει απομόνωση

Εδώ χρειάζεται να αποφύγουμε μια ακόμη παρεξήγηση.

Η πολιτισμική και γεωπολιτική αυτονομία δεν σημαίνει απομόνωση.

Ένα κράτος που αρνείται κάθε διεθνή συνεργασία δεν γίνεται αυτομάτως κυρίαρχο. Μπορεί απλώς να γίνει ασθενέστερο.

Η πραγματική αυτονομία προϋποθέτει επιλεκτική διασύνδεση.

Συνεργασία εκεί όπου αυτή ενισχύει την εθνική ισχύ.

Εμπόριο εκεί όπου δημιουργεί αμοιβαίο όφελος.

Τεχνολογική μεταφορά εκεί όπου ενισχύει την παραγωγική βάση.

Στρατηγικές συμμαχίες εκεί όπου αυξάνουν την ασφάλεια.

Και ταυτόχρονα διατήρηση των κρίσιμων δυνατοτήτων που επιτρέπουν στο κράτος να λειτουργεί όταν οι εξωτερικές συνθήκες αλλάζουν.

Αυτό είναι το αντίθετο της εξάρτησης.

Η εξάρτηση λέει:

«Δεν μπορώ να λειτουργήσω χωρίς εσένα.»

Η στρατηγική αυτονομία λέει:

«Μπορώ να συνεργαστώ μαζί σου επειδή το επιλέγω, όχι επειδή δεν έχω άλλη επιλογή.»

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο καταστάσεις είναι η ίδια η διαφορά ανάμεσα στη συνεργασία και την υποταγή.


Από την κυριαρχία στην πολιτισμική αυτοσυνειδησία

Υπάρχει όμως ένα ακόμη βαθύτερο επίπεδο.

Ένα κράτος μπορεί να αποκτήσει οικονομική και στρατιωτική ισχύ χωρίς να αποκτήσει πραγματική πολιτισμική αυτοπεποίθηση.

Και χωρίς πολιτισμική αυτοσυνειδησία, η ισχύς μπορεί τελικά να χρησιμοποιηθεί για να αντιγράψει το πρότυπο εκείνου που θεωρείται ισχυρότερο.

Γι' αυτό ο εκσυγχρονισμός δεν είναι μόνο ζήτημα εργοστασίων, υποδομών, τεχνολογίας και κεφαλαίου.

Είναι και ζήτημα αντίληψης του εαυτού.

Ένας πολιτισμός πρέπει να γνωρίζει ποιος είναι για να αποφασίσει τι θέλει να γίνει.

Χωρίς ιστορική συνείδηση, η μεταρρύθμιση μπορεί να μετατραπεί σε μίμηση.

Χωρίς πολιτισμική αυτοπεποίθηση, η τεχνολογία μπορεί να γίνει μηχανισμός εξάρτησης.

Χωρίς πολιτική βούληση, η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να παραμείνει εξαρτημένη από εξωτερικά κέντρα.

Και χωρίς στρατηγική σκέψη, ακόμη και οι φυσικοί πόροι και η γεωγραφική θέση μπορούν να μετατραπούν από πλεονεκτήματα σε αδυναμίες.

Επομένως, ο εκσυγχρονισμός που εξετάζουμε δεν είναι απλώς μια διαδικασία οικονομικής ανάπτυξης.

Είναι μια διαδικασία συγκρότησης κυρίαρχου πολιτικού υποκειμένου.

Ένα πολιτικό υποκείμενο που γνωρίζει την ιστορία του, κατανοεί τη γεωγραφία του, αναπτύσσει τις παραγωγικές του δυνατότητες, αξιοποιεί την τεχνολογία και διατηρεί την ικανότητα να αποφασίζει για το μέλλον του.

Και εδώ φτάνουμε στο τελευταίο ερώτημα του άρθρου.

Εάν ο εκσυγχρονισμός μπορεί να συνδυαστεί με την κυριαρχία, και εάν η κυριαρχία προϋποθέτει πολιτισμική συνέχεια, τότε ποιος είναι ο ρόλος της παράδοσης;

Μπορεί η παράδοση να λειτουργήσει ως αντίπαλος της νεωτερικότητας;

Ή μπορεί να αποτελέσει το θεμέλιο πάνω στο οποίο ένας πολιτισμός θα εισέλθει στη νεωτερικότητα χωρίς να χάσει τον εαυτό του;


Η Παραδοσιοκρατική Επανάσταση – Η τελευταία γραμμή άμυνας

Εάν ο εκσυγχρονισμός δεν προϋποθέτει τη δυτικοποίηση και η κυριαρχία δεν προϋποθέτει την απομόνωση, τότε τίθεται το πιο δύσκολο ερώτημα:

Ποια θέση έχει η παράδοση μέσα στον σύγχρονο κόσμο;

Για μεγάλο μέρος της νεωτερικής σκέψης, η παράδοση αντιμετωπίστηκε ως κάτι που ανήκει στο παρελθόν. Η κοινωνία, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, όφειλε να προχωρά διαρκώς προς το νέο, αφήνοντας πίσω της τις παλαιότερες μορφές ταυτότητας, θρησκείας, κοινωνικής οργάνωσης και πολιτισμού.

Η παράδοση θεωρήθηκε συχνά συνώνυμη της καθυστέρησης.

Η νεωτερικότητα, αντίθετα, συνδέθηκε με την απελευθέρωση από το παρελθόν.

Όμως αυτή η αντίθεση δεν είναι αναγκαστικά αληθινή.

Ένας πολιτισμός χωρίς μνήμη δεν γίνεται περισσότερο σύγχρονος.

Γίνεται απλώς λιγότερο συνδεδεμένος με τον εαυτό του.

Η παράδοση δεν είναι μόνο ένα σύνολο εθίμων που πρέπει να διατηρηθούν ως μουσειακά αντικείμενα. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία μεταφέρει από τη μία γενιά στην άλλη τη γλώσσα, τη μνήμη, τις αξίες, τις αντιλήψεις για την οικογένεια, την κοινότητα, την ευθύνη, την πίστη και τη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο.

Γι' αυτό η παράδοση μπορεί να λειτουργήσει όχι ως αντίπαλος του εκσυγχρονισμού, αλλά ως πλαίσιο προσανατολισμού του.


Η παράδοση δεν είναι επιστροφή στο παρελθόν

Η παραδοσιοκρατική αντίληψη δεν πρέπει να συγχέεται με την επιθυμία επιστροφής σε μια προηγούμενη ιστορική εποχή.

Κανένας πολιτισμός δεν μπορεί να επιστρέψει αυτούσιος στο παρελθόν.

Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται.

Το ζητούμενο είναι διαφορετικό:

να διατηρηθεί η συνέχεια μέσα στην αλλαγή.

Ένας λαός μπορεί να χρησιμοποιεί τεχνητή νοημοσύνη, σύγχρονα συστήματα παραγωγής, διαστημική τεχνολογία, πυρηνική ενέργεια και προηγμένα δίκτυα επικοινωνίας χωρίς να εγκαταλείπει τη γλώσσα, τη θρησκεία, την ιστορική μνήμη και τις βασικές αξίες του.

Η τεχνολογία αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ζούμε.

Δεν πρέπει όμως να αποφασίζει μόνη της γιατί ζούμε και προς ποια κατεύθυνση θέλουμε να κινηθούμε.

Αυτό είναι πολιτικό και πολιτισμικό ζήτημα.

Η τεχνολογία είναι εργαλείο.

Ο πολιτισμός είναι αυτός που πρέπει να καθορίζει τον σκοπό.


Η παραδοσιοκρατική απάντηση στη νεωτερικότητα

Εδώ βρίσκεται η ουσία μιας σύγχρονης παραδοσιοκρατικής προσέγγισης.

Δεν απορρίπτει την επιστήμη.

Δεν απορρίπτει την τεχνολογία.

Δεν απορρίπτει τη βιομηχανία.

Δεν απορρίπτει την οικονομική ανάπτυξη.

Απορρίπτει την ιδέα ότι όλα αυτά απαιτούν την πολιτισμική ομογενοποίηση των λαών.

Η παραδοσιοκρατική σκέψη μπορεί επομένως να αντιστρέψει το ερώτημα.

Δεν χρειάζεται να ρωτήσουμε:

«Πώς θα γίνουμε όσο το δυνατόν περισσότερο σαν τους πιο σύγχρονους;»

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι:

«Πώς θα γίνουμε όσο το δυνατόν πιο ισχυροί, σύγχρονοι και αυτάρκεις παραμένοντας αυτό που είμαστε;»

Αυτή είναι μια εντελώς διαφορετική λογική.

Στην πρώτη περίπτωση, ο εκσυγχρονισμός έχει ως τελικό σημείο τη μίμηση.

Στη δεύτερη, έχει ως τελικό σημείο την κυριαρχία.


Από την πολιτισμική μίμηση στην πολιτισμική αυτοπεποίθηση

Η μεγαλύτερη αδυναμία ενός πολιτισμού δεν είναι η έλλειψη τεχνολογίας.

Είναι η πεποίθηση ότι για να θεωρηθεί σύγχρονος πρέπει να γίνει κάποιος άλλος.

Όταν ένας λαός πιστεύει ότι όλα όσα προέρχονται από το εξωτερικό είναι ανώτερα και όλα όσα προέρχονται από τη δική του ιστορία είναι ξεπερασμένα, τότε η πολιτισμική εξάρτηση έχει ήδη εγκατασταθεί πριν ακόμη εμφανιστεί η οικονομική ή πολιτική εξάρτηση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να απορρίπτεται κάθε ξένη επιρροή.

Το αντίθετο.

Ένας ζωντανός πολιτισμός είναι ανοιχτός.

Αλλά άλλο ανοιχτός και άλλο άμορφος.

Άλλο η ανταλλαγή και άλλο η μίμηση.

Άλλο η αφομοίωση και άλλο η πολιτισμική αντικατάσταση.

Η πραγματική πολιτισμική αυτοπεποίθηση επιτρέπει σε έναν λαό να κοιτάζει προς τα έξω χωρίς να ξεχνά πού βρίσκεται το κέντρο του.

Αυτό είναι και το βαθύτερο νόημα της δημιουργικής αφομοίωσης που εξετάσαμε προηγουμένως.

Ο Shariati μπορούσε να μελετήσει τη γαλλική σκέψη και να επιστρέψει σε μια δική του ιρανική σύνθεση.

Ο Γιαννόπουλος και ο Δραγούμης μπορούσαν να μελετήσουν την ευρωπαϊκή σκέψη και να την αντιπαραβάλουν με την ελληνική ιστορική πραγματικότητα.

Το ίδιο μπορεί να ισχύσει για κάθε πολιτισμό.

Δεν υπάρχει κυριαρχία χωρίς την ικανότητα να επιλέγεις τι θα αφομοιώσεις.


Η νέα πολιτική σύνθεση

Εδώ μπορούμε να δούμε τη βαθύτερη πολιτική συνέπεια ολόκληρης της ανάλυσης.

Ο σύγχρονος κόσμος δεν χρειάζεται να χωρίζεται απλουστευτικά ανάμεσα σε «μοντέρνους» και «παραδοσιακούς».

Υπάρχει μια τρίτη δυνατότητα, χωρίς να την ονομάζουμε «Τρίτο Δρόμο»:

η σύνθεση της τεχνολογικής νεωτερικότητας με την πολιτισμική συνέχεια.

Ένα κράτος μπορεί να είναι τεχνολογικά προηγμένο και ταυτόχρονα βαθιά συνδεδεμένο με την ιστορική του παράδοση.

Μπορεί να είναι οικονομικά δυναμικό και ταυτόχρονα προστατευμένο από στρατηγικές εξαρτήσεις.

Μπορεί να συμμετέχει στο διεθνές εμπόριο χωρίς να εγκαταλείπει τις κρίσιμες παραγωγικές του δυνατότητες.

Μπορεί να συνεργάζεται με διαφορετικές δυνάμεις χωρίς να μετατρέπεται σε εξάρτημα μίας από αυτές.

Μπορεί να χρησιμοποιεί τη σύγχρονη γνώση χωρίς να αποδέχεται την ιδέα ότι μαζί με τη γνώση πρέπει να εισάγει και ολόκληρη την κοσμοθεωρία εκείνου που την παρήγαγε.

Αυτό είναι το πολιτικό περιεχόμενο του εκσυγχρονισμού χωρίς δυτικοποίηση.


Η πολυπολικότητα ως χώρος πολιτισμικής ελευθερίας

Σε αυτό το σημείο η πολυπολικότητα αποκτά μια διάσταση που ξεπερνά τη στρατιωτική και οικονομική ισορροπία.

Ένας πραγματικά πολυπολικός κόσμος δεν είναι απλώς ένας κόσμος όπου υπάρχουν περισσότερες μεγάλες δυνάμεις.

Είναι ένας κόσμος στον οποίο περισσότεροι πολιτισμοί έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν για τον δικό τους δρόμο.

Η πολυπολικότητα, επομένως, συνδέεται άμεσα με την πολιτισμική ελευθερία.

Η πολυπολικότητα, επομένως, δεν αφορά μόνο τη διανομή της στρατιωτικής ή οικονομικής ισχύος. Αφορά και τη δυνατότητα διαφορετικών πολιτισμών να αποφασίζουν οι ίδιοι ποιοι θέλουν να είναι.

Ένας κόσμος με περισσότερα κέντρα ισχύος δημιουργεί περισσότερες δυνατότητες επιλογής. Η τεχνολογία μπορεί να μετακινείται από τον έναν χώρο στον άλλο, η γνώση να κυκλοφορεί, οι οικονομίες να συνεργάζονται και οι κοινωνίες να ανταλλάσσουν εμπειρίες χωρίς η συνεργασία να προϋποθέτει πολιτισμική ομοιομορφία.

Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα της πολιτισμικής αυτονομίας: να μπορείς να συμμετέχεις στην παγκόσμια νεωτερικότητα χωρίς να υποχρεώνεσαι να γίνεις πολιτισμικά ίδιος με όλους τους άλλους.

Εάν υπάρχει μόνο ένα πρότυπο πολιτικής, οικονομίας, κοινωνικής οργάνωσης και πολιτισμού που θεωρείται καθολικά έγκυρο, τότε ακόμη και η τυπική ανεξαρτησία των κρατών μπορεί να συνυπάρχει με βαθύτερες μορφές εξάρτησης.

Αντίθετα, όταν υπάρχουν πολλαπλά κέντρα ισχύος, δημιουργούνται περισσότερες δυνατότητες επιλογής.

Ένας λαός μπορεί να συνεργαστεί με διαφορετικούς εταίρους.

Να αναζητήσει διαφορετικές τεχνολογικές πηγές.

Να δημιουργήσει νέες εμπορικές διαδρομές.

Να αναπτύξει τη δική του παραγωγική βάση.

Να διαμορφώσει το δικό του πολιτικό και πολιτισμικό μοντέλο.

Η πολυπολικότητα, επομένως, δεν σημαίνει απλώς περισσότερες σημαίες στον χάρτη.

Σημαίνει περισσότερες δυνατότητες ιστορικής επιλογής.


Η τελευταία γραμμή άμυνας

Και εδώ φτάνουμε στην έννοια της παραδοσιοκρατικής επανάστασης.

Η λέξη «επανάσταση» δεν πρέπει να γίνει κατανοητή αποκλειστικά ως βίαιη πολιτική ανατροπή.

Εδώ σημαίνει μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πρόοδο.

Να πάψουμε να θεωρούμε ότι για να προχωρήσουμε πρέπει πρώτα να αρνηθούμε αυτό που υπήρξαμε.

Να πάψουμε να θεωρούμε ότι η τεχνολογία απαιτεί πολιτισμική υποταγή.

Να πάψουμε να συγχέουμε την οικονομική διασύνδεση με την εξάρτηση.

Να πάψουμε να θεωρούμε ότι η παγκοσμιοποίηση απαιτεί πολιτισμική ομοιομορφία.

Η παραδοσιοκρατική επανάσταση είναι, με αυτή την έννοια, μια επανάσταση συνείδησης.

Είναι η επιστροφή στην ιδέα ότι ένας πολιτισμός έχει δικαίωμα να εκσυγχρονιστεί με τους δικούς του όρους.

Να αποκτήσει τεχνολογία χωρίς να χάσει την ταυτότητά του.

Να αναπτύξει οικονομία χωρίς να παραδώσει την παραγωγική του βάση.

Να δημιουργήσει ισχυρό κράτος χωρίς να αποκοπεί από την κοινωνία και την ιστορική του μνήμη.

Να συμμετέχει στον κόσμο χωρίς να διαλυθεί μέσα σε αυτόν.


Εκσυγχρονισμός χωρίς αυτοκατάργηση

Τελικά, το ερώτημα δεν είναι εάν πρέπει να επιστρέψουμε στο παρελθόν.

Το ερώτημα είναι εάν μπορούμε να προχωρήσουμε προς το μέλλον χωρίς να εγκαταλείψουμε τον εαυτό μας.

Η απάντηση είναι ότι μπορούμε.

Αλλά αυτό απαιτεί κάτι περισσότερο από τεχνολογική ανάπτυξη.

Απαιτεί πολιτική βούληση.

Απαιτεί οικονομική βάση.

Απαιτεί στρατηγική σκέψη.

Απαιτεί πολιτισμική αυτοπεποίθηση.

Και πάνω απ' όλα απαιτεί την αποδοχή μιας απλής αλλά θεμελιώδους αρχής:

η νεωτερικότητα δεν ανήκει αποκλειστικά σε έναν πολιτισμό.

Η επιστήμη δεν ανήκει στη Δύση.

Η τεχνολογία δεν ανήκει στη Δύση.

Η ανάπτυξη δεν ανήκει στη Δύση.

Η νεωτερικότητα δεν χρειάζεται να έχει μία μόνο πολιτισμική μορφή.

Κάθε πολιτισμός μπορεί να αναζητήσει τον δικό του τρόπο να συνδυάσει την παράδοση με την τεχνολογία, την ιστορική συνέχεια με την ανάπτυξη και την ταυτότητα με τη σύγχρονη ισχύ.

Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη πρόκληση της εποχής μας:

όχι να επιστρέψουμε στο παρελθόν, αλλά να εισέλθουμε στο μέλλον χωρίς να παύσουμε να είμαστε εμείς.

Ο εκσυγχρονισμός χωρίς δυτικοποίηση δεν είναι άρνηση της νεωτερικότητας.

Είναι η διεκδίκηση του δικαιώματος να υπάρξουν περισσότερες από μία νεωτερικότητες.

Και μέσα στον αναδυόμενο πολυπολικό κόσμο, αυτό το δικαίωμα μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο πράξη πολιτισμικής αυτοσυντήρησης, αλλά και θεμέλιο πραγματικής κυριαρχίας, στρατηγικής αυτονομίας και ιστορικής συνέχειας.


Το δικαίωμα κάθε πολιτισμού να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο

Ο 21ος αιώνας δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος θα διαθέτει την πιο προηγμένη τεχνολογία ή τη μεγαλύτερη οικονομία.

Θα κριθεί και από το ποιοι λαοί θα διατηρήσουν την ικανότητα να αποφασίζουν τι θέλουν να γίνουν.

Η εποχή κατά την οποία ο εκσυγχρονισμός μπορούσε να παρουσιάζεται ως μία μοναδική ιστορική διαδρομή φαίνεται να υποχωρεί. Η ανάδυση νέων κέντρων ισχύος, η επιστροφή της γεωπολιτικής, η αναδιάταξη των οικονομικών δικτύων και η ενίσχυση των πολιτισμικών ταυτοτήτων δημιουργούν έναν διαφορετικό κόσμο.

Σε αυτόν τον κόσμο, η ανάπτυξη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκομμένη από την κυριαρχία.

Η τεχνολογία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκομμένη από τον πολιτισμό.

Η οικονομία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκομμένη από τη γεωγραφία.

Και η νεωτερικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως συνώνυμο της δυτικοποίησης.

Ο πραγματικός εκσυγχρονισμός είναι εκείνος που αυξάνει τις δυνατότητες ενός πολιτισμού χωρίς να καταργεί την ταυτότητά του.

Ισχυρό κράτος.
Παραγωγική οικονομία.
Τεχνολογική ανάπτυξη.
Πολιτισμική συνέχεια.
Στρατηγική αυτονομία.

Αυτά δεν είναι μεταξύ τους αντιφατικά.

Αντίθετα, μπορούν να αποτελέσουν τα διαφορετικά επίπεδα μιας ενιαίας αντίληψης της κυριαρχίας.

Ένας πολιτισμός δεν χρειάζεται να απορρίψει τη σύγχρονη επιστήμη για να παραμείνει πιστός στην παράδοσή του.

Δεν χρειάζεται να απομονωθεί για να είναι κυρίαρχος.

Δεν χρειάζεται να αντιγράψει για να εκσυγχρονιστεί.

Και δεν χρειάζεται να γίνει κάποιος άλλος για να εισέλθει στο μέλλον.

Η πρόκληση είναι πολύ πιο δύσκολη:

να γίνει ισχυρότερος χωρίς να χάσει την ταυτότητά του.

Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα του εκσυγχρονισμού χωρίς δυτικοποίηση.

Δεν πρόκειται για επιστροφή στο παρελθόν.

Πρόκειται για συνέχεια μέσα στην αλλαγή.

Για την ικανότητα ενός πολιτισμού να παίρνει από τον σύγχρονο κόσμο ό,τι χρειάζεται, να το μετασχηματίζει σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες και να το εντάσσει στη δική του ιστορική πορεία.

Στον αναδυόμενο πολυπολικό κόσμο, αυτή η δυνατότητα δεν αποτελεί πολυτέλεια.

Αποτελεί προϋπόθεση επιβίωσης.

Γιατί ένας κόσμος με περισσότερα κέντρα ισχύος δεν θα είναι απαραίτητα ένας πιο δίκαιος κόσμος.

Θα είναι όμως ένας κόσμος στον οποίο η ιστορική πρωτοβουλία δεν θα βρίσκεται υποχρεωτικά στα χέρια ενός και μόνο πολιτισμικού κέντρου.

Και εκεί βρίσκεται η μεγάλη ευκαιρία.

Να μην επιλέξουμε ανάμεσα στην παράδοση και το μέλλον.
Να πάρουμε την παράδοση μαζί μας στο μέλλον.

Ο εκσυγχρονισμός χωρίς δυτικοποίηση είναι τελικά η διεκδίκηση αυτού ακριβώς του δικαιώματος:

το δικαίωμα κάθε λαού, κάθε πολιτισμού και κάθε ιστορικής κοινότητας να εισέλθει στη νεωτερικότητα χωρίς να εγκαταλείψει τον εαυτό του.

Και ίσως αυτή να είναι η πραγματική μορφή της πολυπολικότητας:

όχι ένας κόσμος όπου όλοι γίνονται ίδιοι, αλλά ένας κόσμος όπου διαφορετικοί πολιτισμοί μπορούν να γίνουν ισχυροί χωρίς να πάψουν να είναι διαφορετικοί.


Ο πραγματικός εκσυγχρονισμός, επομένως, δεν μετριέται μόνο από το ύψος της ανάπτυξης, τον αριθμό των τεχνολογικών επιτευγμάτων ή την ενσωμάτωση στις παγκόσμιες αγορές. Μετριέται και από το κατά πόσο ένας λαός διατηρεί την ικανότητα να αποφασίζει για τον εαυτό του.

Γιατί ανάπτυξη χωρίς κυριαρχία μπορεί να γίνει εξάρτηση, ενώ παράδοση χωρίς δυνατότητα προσαρμογής μπορεί να γίνει αδυναμία. Το ζητούμενο είναι η σύνδεσή τους.


Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών