Από την αρχαία Ελλάδα και την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στην ελληνική πολιτισμική και γεωπολιτική αυτοσυνειδησία.
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
Ο κόσμος στον οποίο δημιουργήθηκαν οι μεγάλες πολιτικές θεωρίες του 20ού αιώνα δεν υπάρχει πλέον.
Για μεγάλο μέρος της νεότερης ιστορίας, η πολιτική σκέψη κινήθηκε γύρω από συγκεκριμένα ιδεολογικά σχήματα και συγκεκριμένους συσχετισμούς ισχύος. Ο φιλελευθερισμός, ο κομμουνισμός και ο φασισμός αποτέλεσαν τις τρεις μεγάλες ιδεολογικές μορφές της νεωτερικότητας, ενώ μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ο φιλελευθερισμός βρέθηκε χωρίς ουσιαστικό παγκόσμιο αντίπαλο.
Η περίοδος αυτή δημιούργησε την αίσθηση ότι η Ιστορία είχε πλέον εισέλθει στην τελική της φάση. Ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία, η παγκοσμιοποιημένη οικονομία και η δυτική αντίληψη περί πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης μπορούσαν να αποτελέσουν το κοινό πρότυπο για ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Όμως η Ιστορία δεν σταμάτησε.
Η επιστροφή της Ρωσίας ως μεγάλης δύναμης, η άνοδος της Κίνας, η ενίσχυση περιφερειακών κέντρων ισχύος και η σταδιακή αμφισβήτηση της δυτικής πολιτικής και οικονομικής πρωτοκαθεδρίας διαμορφώνουν έναν διαφορετικό κόσμο. Έναν κόσμο στον οποίο η ισχύς δεν συγκεντρώνεται πλέον με τον ίδιο τρόπο και στον οποίο διαφορετικοί πολιτισμοί και κράτη αναζητούν ξανά τον δικό τους δρόμο.
Η μετάβαση αυτή δεν είναι μόνο γεωπολιτική.
Είναι και ιδεολογική.
Όταν ένα κυρίαρχο μοντέλο χάνει την ικανότητά του να παρουσιάζεται ως μοναδική και οικουμενική λύση, δημιουργείται ένα κενό. Και κάθε ιστορικό κενό γεννά ένα ερώτημα: τι έρχεται μετά;
Για την Ελλάδα το ερώτημα είναι ακόμη βαθύτερο.
Δεν αρκεί να παρακολουθήσουμε την αλλαγή των διεθνών συσχετισμών. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε ποιος διαθέτει περισσότερα όπλα, μεγαλύτερη οικονομία ή ισχυρότερες συμμαχίες. Πρέπει να γνωρίζουμε ποιοι είμαστε, ποια είναι η ιστορική μας διαδρομή, ποια είναι η πολιτισμική μας βάση και ποια θέση μπορούμε να καταλάβουμε σε έναν κόσμο που επιστρέφει στην πολυκεντρικότητα.
Γιατί η Ελλάδα δεν εμφανίστηκε στην Ιστορία το 1830.
Πίσω από το σύγχρονο ελληνικό κράτος υπάρχει ένας πολύ μεγαλύτερος ιστορικός κόσμος: η αρχαία ελληνική φιλοσοφία, ο ελληνιστικός κόσμος, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Ορθόδοξη παράδοση και ο Νεότερος Ελληνισμός. Μια ιστορική συνέχεια που δεν μπορεί να περιοριστεί στα σημερινά σύνορα ούτε να εξαντληθεί σε μια απλή εθνική αφήγηση.
Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποια θέση θα έχει η Ελλάδα στον νέο κόσμο.
Το βαθύτερο ερώτημα είναι:
Ποια Ελλάδα θέλει να εισέλθει στον νέο κόσμο;
Μια Ελλάδα που θα αναζητά διαρκώς έτοιμα ιδεολογικά και πολιτικά πρότυπα έξω από τον εαυτό της ή μια Ελλάδα που θα επιχειρήσει να διαμορφώσει τη δική της σύγχρονη θεωρία, αντλώντας από την ιστορική και πολιτισμική της κληρονομιά;
Από αυτό το ερώτημα ξεκινά η αναζήτηση μιας νέας θεωρίας.
I. Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΜΟΝΟΠΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης δεν σήμανε απλώς το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Σήμανε το τέλος μιας ολόκληρης γεωπολιτικής ισορροπίας. Για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας μόνο πόλος απέκτησε τη δυνατότητα να διαμορφώνει σε παγκόσμια κλίμακα τους βασικούς κανόνες του διεθνούς συστήματος.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν στην κορυφή μιας διεθνούς τάξης στην οποία η στρατιωτική ισχύς, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, η τεχνολογία και η πολιτική επιρροή συγκεντρώνονταν σε πρωτοφανή βαθμό. Παράλληλα, ο φιλελευθερισμός έπαψε να παρουσιάζεται απλώς ως μία από τις διαθέσιμες πολιτικές επιλογές και άρχισε να προβάλλεται ως το κατεξοχήν μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας και του διεθνούς συστήματος.
Η παγκοσμιοποίηση αποτέλεσε το οικονομικό και πολιτικό συμπλήρωμα αυτής της εποχής. Η ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, η διεύρυνση των δυτικών θεσμών και η σταδιακή ενσωμάτωση ολοένα περισσότερων κοινωνιών σε ένα κοινό οικονομικό και πολιτισμικό πρότυπο παρουσιάστηκαν ως η φυσική κατεύθυνση της Ιστορίας.
Η μονοπολική εποχή όμως δεν περιορίστηκε στην οικονομία και στους θεσμούς. Η στρατιωτική της διάσταση υπήρξε εξίσου σημαντική.
Η Μέση Ανατολή αποτέλεσε ένα από τα βασικότερα πεδία όπου δοκιμάστηκε η δυνατότητα της αμερικανικής ισχύος να μετατρέψει τη στρατιωτική υπεροχή σε πολιτικό αποτέλεσμα. Οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, η αναζήτηση μιας νέας αρχιτεκτονικής για τη Μέση Ανατολή και η ιδέα ενός ευρύτερου μετασχηματισμού της περιοχής εξέφραζαν την αντίληψη ότι η αμερικανική ισχύς μπορούσε να αναδιαμορφώσει όχι μόνο κυβερνήσεις, αλλά και ολόκληρες γεωπολιτικές ισορροπίες.
Εδώ όμως εμφανίστηκε η πρώτη μεγάλη αντίφαση της μονοπολικότητας.
Η στρατιωτική υπεροχή δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με πολιτικό έλεγχο.
Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει τη μεγαλύτερη στρατιωτική μηχανή στον κόσμο και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει όρια όταν επιχειρεί να μετατρέψει αυτή την ισχύ σε σταθερή πολιτική τάξη. Η κατοχή εδάφους, η ανατροπή μιας κυβέρνησης ή η καταστροφή στρατιωτικών υποδομών δεν αρκούν από μόνες τους για να δημιουργήσουν ένα νέο πολιτικό και πολιτισμικό σύστημα.
Το Αφγανιστάν και το Ιράκ αποτέλεσαν χαρακτηριστικές εκφράσεις αυτής της αντίφασης. Η στρατιωτική νίκη μπορούσε να επιτευχθεί πολύ γρηγορότερα από την πολιτική ανασύνθεση των κοινωνιών στις οποίες επιβλήθηκε.
Η ίδια αντίφαση θα γινόταν ακόμη πιο εμφανής όταν η Ρωσία, η Κίνα και άλλες δυνάμεις άρχισαν σταδιακά να ανακτούν ή να διευρύνουν τον χώρο της δικής τους στρατηγικής δράσης.
Η μονοπολικότητα, επομένως, δεν ήταν απλώς μια περίοδος αμερικανικής ισχύος. Ήταν η προσπάθεια να μετατραπεί αυτή η ισχύς σε καθολική αρχή οργάνωσης του κόσμου.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το όριο.
Γιατί ένας κόσμος μπορεί να γίνει προσωρινά μονοπολικός ως προς την κατανομή της ισχύος. Πολύ δυσκολότερα όμως μπορεί να γίνει μονοπολικός ως προς την ιστορία, τον πολιτισμό, την ταυτότητα και την πολιτική βούληση των λαών του.
Η εμφάνιση νέων κέντρων ισχύος δεν ήταν λοιπόν ένα ξαφνικό γεγονός. Ήταν η σταδιακή επιστροφή της Ιστορίας μέσα σε έναν κόσμο που είχε πιστέψει ότι η Ιστορία είχε τελειώσει.
Και αυτή η επιστροφή θα οδηγούσε αναπόφευκτα στο επόμενο ερώτημα:
Τι συμβαίνει όταν η μονοπολική τάξη αρχίζει να υποχωρεί και κανένας νέος πόλος δεν μπορεί μόνος του να την αντικαταστήσει;
II. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΔΥΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΥΠΟΛΙΚΟΤΗΤΑΣ
Η μονοπολική εποχή δημιούργησε την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος μπορούσε να οργανωθεί γύρω από ένα μοναδικό κέντρο ισχύος. Η εξέλιξη όμως του 21ου αιώνα έδειξε ότι η ιστορική και γεωπολιτική πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Η Ρωσία επέστρεψε ως αυτόνομος στρατηγικός πόλος. Η Κίνα μετατράπηκε σε κεντρική δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας και ταυτόχρονα ενίσχυσε τη γεωπολιτική της παρουσία. Το Ιράν διατήρησε και διεύρυνε την περιφερειακή του επιρροή, ενώ η Τουρκία επιχείρησε να αυξήσει τον βαθμό στρατηγικής αυτονομίας της. Παράλληλα, η Ινδία, οι χώρες της Ασίας, της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής διεκδικούν μεγαλύτερο χώρο στη διαμόρφωση της διεθνούς τάξης.
Η μεταβολή αυτή δεν αφορά μόνο τη στρατιωτική ισχύ. Αφορά την οικονομία, την ενέργεια, τις υποδομές, την τεχνολογία, τις μεταφορές, τα νομίσματα, τους διεθνείς οργανισμούς και, βαθύτερα, την ίδια την αντίληψη για το ποιος έχει το δικαίωμα να καθορίζει τους κανόνες του διεθνούς συστήματος.
Η πολυπολικότητα δεν αποτελεί πλέον μόνο θεωρητική υπόθεση. Έχει μετατραπεί σε πρακτική γεωπολιτική πραγματικότητα, καθώς περισσότερα κέντρα ισχύος διεκδικούν μεγαλύτερη αυτονομία, πολιτική επιρροή και δυνατότητα διαμόρφωσης των διεθνών κανόνων.
Η ενίσχυση των BRICS, η ανάπτυξη ευρασιατικών θεσμών και η αυξανόμενη συνεργασία μεταξύ κρατών της Ασίας, της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις αυτής της μεταβολής.
Η πολυπολικότητα, επομένως, δεν είναι πλέον απλώς θεωρητική κατασκευή. Έχει μετατραπεί σε πρακτικό γεωπολιτικό αίτημα σημαντικού τμήματος του μη δυτικού κόσμου. Η διεύρυνση των BRICS, η ενίσχυση της συνεργασίας στην Ευρασία και η αυξανόμενη σημασία οργανισμών όπως ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης αποτελούν εκφράσεις αυτής της ευρύτερης μεταβολής.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δημιουργείται ένας νέος ενιαίος κόσμος απέναντι στη Δύση.
Και εδώ χρειάζεται μια βασική διάκριση.
Πολυπολικότητα δεν σημαίνει νέο ενιαίο αντιδυτικό μπλοκ.
Η Ρωσία έχει τις δικές της στρατηγικές προτεραιότητες. Η Κίνα τις δικές της. Το Ιράν τις δικές του. Η Ινδία ακολουθεί διαφορετική πορεία. Η Τουρκία επίσης. Η συνεργασία μεταξύ τους μπορεί να είναι σημαντική χωρίς να σημαίνει ότι αποτελούν ένα ενιαίο πολιτικό ή ιδεολογικό υποκείμενο.
Αυτό ακριβώς είναι και το βαθύτερο χαρακτηριστικό της πολυπολικότητας: δεν αντικαθιστά απαραίτητα έναν ηγεμόνα με έναν νέο ηγεμόνα. Δημιουργεί έναν κόσμο στον οποίο περισσότερα κέντρα αποκτούν την ικανότητα να υπερασπίζονται τα δικά τους συμφέροντα και να περιορίζουν την απόλυτη ελευθερία κινήσεων οποιουδήποτε άλλου κέντρου.
Η ίδια η κινεζική αντίληψη περί πολυπολικότητας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην κυριαρχία, στη διαφορετικότητα των κρατών και στην απουσία ενός μοναδικού αναπτυξιακού προτύπου για ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική ρήξη με τη μονοπολική λογική.
Ένας πολυπολικός κόσμος δεν απαιτεί όλοι οι λαοί να γίνουν ίδιοι. Αντίθετα, προϋποθέτει ότι διαφορετικοί πολιτισμοί και κράτη μπορούν να διατηρούν διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες, πολιτικές παραδόσεις και κοινωνικές αντιλήψεις, χωρίς να υποχρεώνονται να ενταχθούν σε ένα μοναδικό οικουμενικό πρότυπο.
Και αυτό μας οδηγεί σε ένα βαθύτερο ερώτημα.
Αν ο κόσμος γίνεται πολυπολικός, ποια ιδεολογία μπορεί να εκφράσει αυτή την πολυπολικότητα;
Γιατί η γεωπολιτική αλλαγή από μόνη της δεν αρκεί. Η κατάρρευση μιας παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος δεν δημιουργεί αυτόματα μια νέα πολιτική θεωρία.
Η Ρωσία δεν επέστρεψε στον κομμουνισμό. Η Κίνα δεν επέστρεψε στο κλασικό μαρξιστικό μοντέλο του 20ού αιώνα. Το Ιράν δεν υιοθέτησε τον ευρωπαϊκό εθνικισμό. Η Τουρκία δεν επέστρεψε απλώς στο κεμαλικό παρελθόν. Και η Ινδία δεν επιχειρεί να αντιγράψει κάποιο από τα κλασικά ευρωπαϊκά ιδεολογικά σχήματα.
Ο κόσμος αλλάζει, λοιπόν, πριν ακόμη έχει βρει τη θεωρία που θα περιγράψει πλήρως αυτή την αλλαγή.
Και ακριβώς εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.
Γιατί όταν το παλιό σύστημα υποχωρεί και το νέο δεν έχει ακόμη αποκτήσει πλήρη ιδεολογική μορφή, δημιουργείται ένα ιδεολογικό κενό.
Αυτό είναι το επόμενο ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε.
III. ΤΟ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΚΕΝΟ
Μη Φιλελεύθερος, αλλά ούτε Κομμουνιστής ούτε Φασίστας
Η γεωπολιτική μετάβαση προς έναν πολυπολικό κόσμο δημιουργεί ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να λυθεί μόνο με όρους ισχύος. Όταν αλλάζει η διεθνής τάξη, αλλάζει αναπόφευκτα και το ερώτημα πάνω στο οποίο οικοδομούνται οι πολιτικές θεωρίες: ποιος είναι ο άνθρωπος, ποια είναι η κοινωνία και ποιος πρέπει να είναι ο σκοπός της πολιτικής κοινότητας;
Ο φιλελευθερισμός αποτέλεσε για μεγάλο μέρος της νεότερης εποχής την κυρίαρχη απάντηση. Ο άνθρωπος αντιμετωπίστηκε πρωτίστως ως αυτόνομο άτομο, φορέας δικαιωμάτων και ελευθεριών, ενώ η κοινωνία οργανώθηκε γύρω από την ατομική επιλογή, την οικονομική ελευθερία και την πολιτική αντιπροσώπευση.
Απέναντί του είχαν ήδη εμφανιστεί, κατά τον 20ό αιώνα, δύο μεγάλες αντίπαλες ιδεολογικές μορφές: ο κομμουνισμός και ο φασισμός. Παρά τις τεράστιες διαφορές τους, και οι τρεις αυτές ιδεολογίες ανήκουν στην ιστορική εμπειρία της νεωτερικότητας. Προσπάθησαν να δώσουν συνολικές απαντήσεις για τον άνθρωπο, την κοινωνία, το κράτος και την Ιστορία.
Ο 20ός αιώνας όμως τελείωσε.
Ο κομμουνισμός ως παγκόσμιο πολιτικό σύστημα κατέρρευσε. Ο φασισμός είχε ήδη ηττηθεί στρατιωτικά και πολιτικά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο φιλελευθερισμός παρέμεινε κυρίαρχος και, μετά το 1991, απέκτησε για ένα διάστημα την αίσθηση ότι δεν είχε πλέον πραγματικό ιδεολογικό αντίπαλο.
Εδώ όμως εμφανίζεται το παράδοξο της εποχής μας.
Μπορεί κάποιος να απορρίπτει τον φιλελευθερισμό χωρίς να επιθυμεί την επιστροφή στον κομμουνισμό ή στον φασισμό;
Ασφαλώς μπορεί.
Και ακριβώς αυτό είναι το πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσει μια νέα πολιτική θεωρία.
Η απόρριψη του φιλελευθερισμού από μόνη της δεν αποτελεί ιδεολογία. Η αντίθεση σε ένα υπάρχον σύστημα δεν δημιουργεί αυτομάτως ένα νέο σύστημα σκέψης. Αν δεν υπάρχει θετική πρόταση για τον άνθρωπο, την κοινωνία, την πολιτική κοινότητα, την παράδοση και τον πολιτισμό, η αντιπαράθεση παραμένει απλώς άρνηση.
Αυτό είναι ένα από τα βασικά αδιέξοδα της μεταπολεμικής αντιφιλελεύθερης σκέψης. Πολλές διαφορετικές δυνάμεις μπορούν να συναντηθούν στην απόρριψη της παγκοσμιοποίησης ή του φιλελεύθερου οικουμενισμού, χωρίς όμως να συμφωνούν στο τι πρέπει να τοποθετηθεί στη θέση τους.
Η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν, η Τουρκία και άλλες μη δυτικές δυνάμεις δεν αποτελούν μία ενιαία ιδεολογική παράταξη. Διαθέτουν διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες, διαφορετικές αντιλήψεις για το κράτος και διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις.
Αυτό σημαίνει ότι η πολυπολικότητα δημιουργεί ένα νέο θεωρητικό πρόβλημα.
Αν δεν υπάρχει πλέον μία μοναδική ιδεολογία που να μπορεί να διεκδικήσει καθολική ισχύ, χρειάζεται άραγε μία νέα ιδεολογία που να αντικαταστήσει τις προηγούμενες;
Ή μήπως χρειάζεται κάτι διαφορετικό;
Μια θεωρία που θα αναγνωρίζει ότι διαφορετικοί λαοί μπορούν να οργανώνουν την πολιτική τους ζωή σύμφωνα με τη δική τους ιστορία, τον δικό τους πολιτισμό και τη δική τους αντίληψη για τον άνθρωπο, χωρίς να υποχρεώνονται να ενταχθούν σε ένα ενιαίο οικουμενικό πρότυπο.
Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται η 4η Πολιτική Θεωρία ως μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες προσπάθειες να διατυπωθεί μια τέτοια υπέρβαση. Η βασική της αφετηρία είναι ότι οι μεγάλες πολιτικές ιδεολογίες της νεωτερικότητας δεν επαρκούν πλέον για να περιγράψουν τον νέο ιστορικό κόσμο και ότι απαιτείται διαφορετική θεωρητική βάση.
Για εμάς όμως το ζήτημα δεν τελειώνει εκεί.
Γιατί ακόμη και αν δεχθούμε την ανάγκη μιας μετα-φιλελεύθερης θεωρίας, παραμένει το σημαντικότερο ερώτημα:
Πάνω σε ποια παράδοση θα οικοδομηθεί;
Και για την Ελλάδα η απάντηση δεν μπορεί να αναζητηθεί αποκλειστικά στη Ρωσία, στην Ευρώπη ή σε οποιοδήποτε σύγχρονο ξένο θεωρητικό σύστημα.
Πρέπει πρώτα να στραφούμε προς τα πίσω.
Όχι για να επιστρέψουμε στο παρελθόν.
Αλλά για να αναζητήσουμε εκεί τις ρίζες μιας ελληνικής πολιτικής σκέψης.
IV. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΗ: ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Πριν αναζητήσουμε μια νέα πολιτική θεωρία, πρέπει να θέσουμε ένα απλούστερο αλλά βαθύτερο ερώτημα: από πού ξεκινά η πολιτική σκέψη;
Για την ελληνική παράδοση, η πολιτική δεν υπήρξε ποτέ απλώς τεχνική διαχείριση του κράτους. Από την αρχαιότητα, το ερώτημα της πολιτικής συνδεόταν με το ερώτημα του ανθρώπου, της κοινότητας, της δικαιοσύνης, της παιδείας και του σκοπού της ζωής.
Η πόλις δεν ήταν απλώς ένας γεωγραφικός χώρος. Ήταν μια πολιτική και πολιτισμική κοινότητα μέσα στην οποία ο άνθρωπος αποκτούσε συγκεκριμένη θέση, ευθύνη και ταυτότητα. Ο πολίτης δεν ήταν απλώς ένα άτομο που κατοικούσε σε μια επικράτεια. Ήταν μέλος μιας κοινότητας με νόμους, θεσμούς, κοινή μνήμη και κοινό πολιτικό βίο.
Ο Πλάτων έθεσε το ζήτημα της Πολιτείας όχι μόνο ως πρόβλημα οργάνωσης της εξουσίας, αλλά ως πρόβλημα δικαιοσύνης, παιδείας και διαμόρφωσης του ανθρώπου. Η πολιτική τάξη, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον τύπο ανθρώπου που θέλει να δημιουργήσει.
Ο Αριστοτέλης προχώρησε ακόμη περισσότερο, αντιμετωπίζοντας τον άνθρωπο ως πολιτικό ον. Η πολιτική κοινότητα δεν αποτελεί τυχαία συνάθροιση ατόμων, αλλά φυσική μορφή κοινωνικής ζωής, μέσα στην οποία τίθεται το ζήτημα της αρετής και του κοινού αγαθού.
Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες διαφορές ανάμεσα στην αρχαία ελληνική πολιτική σκέψη και στον σύγχρονο ακραίο ατομικισμό.
Ο άνθρωπος δεν νοείται αποκομμένος από την κοινότητα.
Δεν σημαίνει ότι το άτομο εξαφανίζεται μέσα στο συλλογικό σώμα. Σημαίνει ότι η ελευθερία, η ευθύνη και η ολοκλήρωσή του αποκτούν νόημα μέσα σε έναν συγκεκριμένο πολιτισμικό και πολιτικό κόσμο.
Στον Ηράκλειτο συναντούμε μια διαφορετική αλλά εξίσου σημαντική διάσταση: τον Λόγο και τη διαρκή μεταβολή. Ο κόσμος δεν είναι ακίνητος. Βρίσκεται σε κίνηση και μετασχηματισμό, όμως η μεταβολή δεν σημαίνει απουσία τάξης. Υπάρχει ένας βαθύτερος λόγος που επιτρέπει στον άνθρωπο να κατανοήσει την πραγματικότητα.
Η ελληνική σκέψη γνωρίζει επίσης την έννοια του μέτρου και τον κίνδυνο της ύβρεως. Η δύναμη χωρίς όριο, η υπέρβαση του μέτρου και η απώλεια της επίγνωσης των ορίων μπορούν να οδηγήσουν στην καταστροφή.
Αυτές οι έννοιες δεν αποτελούν έτοιμη σύγχρονη γεωπολιτική θεωρία. Δεν πρέπει να παρουσιάσουμε τον Πλάτωνα ή τον Αριστοτέλη σαν να έγραφαν για τον σύγχρονο πολυπολικό κόσμο. Μπορούν όμως να αποτελέσουν φιλοσοφικές αφετηρίες για τη δική μας σκέψη.
Γιατί το βασικό ζήτημα παραμένει ίδιο:
Τι είναι ο άνθρωπος; Τι είναι η πολιτική κοινότητα; Ποιος είναι ο σκοπός της πολιτικής; Και ποια σχέση πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στον άνθρωπο, την κοινότητα, την παράδοση και τον κόσμο;
Εάν μια νέα θεωρία θέλει να υπερβεί τις ιδεολογίες της νεωτερικότητας, δεν μπορεί να ξεκινήσει απλώς από την απόρριψή τους.
Πρέπει να έχει θετική ανθρωπολογία.
Πρέπει να γνωρίζει ποιον άνθρωπο υπερασπίζεται, ποια κοινότητα θεωρεί ουσιαστική, ποια μορφή παιδείας επιδιώκει και ποιον πολιτισμό θέλει να μεταφέρει στο μέλλον.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η ελληνική ιδιαιτερότητα.
Γιατί η Ελλάδα δεν διαθέτει μόνο μια αρχαία φιλοσοφία.
Διαθέτει μια ιστορική εμπειρία μέσα στην οποία η ελληνική σκέψη, η ελληνική γλώσσα και η ελληνική παιδεία μετασχηματίστηκαν και συνέχισαν να υπάρχουν σε διαφορετικές ιστορικές μορφές.
Για να κατανοήσουμε αυτή τη συνέχεια, πρέπει τώρα να περάσουμε από την πόλη στον ελληνιστικό κόσμο, από τον ελληνιστικό κόσμο στον Μέγα Αλέξανδρο και από εκεί στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
V. ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΓΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ
Η ελληνική ιστορία δεν τελειώνει στα όρια της κλασικής πόλης. Με τον Μέγα Αλέξανδρο, ο ελληνικός κόσμος εισέρχεται σε μια νέα ιστορική φάση. Η εκστρατεία του δεν υπήρξε μόνο στρατιωτική επιχείρηση κατάκτησης. Ακολούθησε η δημιουργία ενός τεράστιου χώρου μέσα στον οποίο η ελληνική γλώσσα, η παιδεία και οι πολιτισμικές μορφές διαδόθηκαν και ήρθαν σε επαφή με τους πολιτισμούς της Ανατολής.
Από αυτή τη συνάντηση γεννήθηκε ο Ελληνιστικός κόσμος.
Η ελληνική παρουσία έπαψε πλέον να περιορίζεται στον ελλαδικό χώρο και το Αιγαίο. Από την Αίγυπτο και τη Συρία μέχρι τη Μεσοποταμία και τις περιοχές της Κεντρικής Ασίας, δημιουργήθηκαν κέντρα ελληνικής παιδείας, γλώσσας και πολιτισμού. Η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια και άλλες πόλεις αποτέλεσαν φορείς ενός πολιτισμού που μπορούσε να κινηθεί πέρα από τα στενά γεωγραφικά όρια της Ελλάδας.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη δική μας αναζήτηση.
Ο ελληνικός πολιτισμός αποδεικνύει ήδη από την αρχαιότητα ότι μπορεί να λειτουργήσει οικουμενικά χωρίς να παύει να είναι ελληνικός. Η οικουμενικότητα δεν απαιτεί απαραίτητα την κατάργηση της πολιτισμικής ταυτότητας. Μπορεί να σημαίνει τη δυνατότητα ενός πολιτισμού να μεταφέρει τη γλώσσα, την παιδεία, τη φιλοσοφία και τις αξίες του σε έναν ευρύτερο χώρο.
Σε αυτή την ιστορική εξέλιξη μπορούμε να δούμε τον Μέγα Αλέξανδρο, σε μια ευρύτερη πολιτισμική ανάγνωση, ως έναν από τους πρώτους φορείς αυτής της ελληνικής οικουμενικότητας. Όχι ως «Βυζαντινό» αυτοκράτορα με την κυριολεκτική ιστορική έννοια, αλλά ως πρόδρομο μιας αντίληψης σύμφωνα με την οποία ο ελληνικός πολιτισμός μπορούσε να αποτελέσει τον πυρήνα ενός πολύ ευρύτερου κόσμου.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά μια νέα μορφή με την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Η αυτοκρατορία που δημιουργήθηκε στην Ανατολή μετά τη διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δεν υπήρξε απλώς μια διοικητική συνέχεια της Ρώμης. Με την πάροδο των αιώνων διαμορφώθηκε ένας ιδιαίτερος πολιτισμικός κόσμος, στον οποίο συναντήθηκαν η ρωμαϊκή πολιτειακή παράδοση, ο χριστιανισμός και η ελληνική γλώσσα και παιδεία.
Η Κωνσταντινούπολη βρέθηκε στο κέντρο αυτού του κόσμου.
Η γεωγραφική της θέση δεν ήταν τυχαία. Ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία, στον Εύξεινο Πόντο και την Ανατολική Μεσόγειο, στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία, αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους γεωγραφικούς κόμβους της παγκόσμιας ιστορίας.
Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μπορεί επομένως να ιδωθεί όχι μόνο ως πολιτικό κράτος, αλλά και ως πολιτισμικός χώρος.
Ένας χώρος όπου η ελληνική γλώσσα έγινε βασικό όχημα παιδείας και διοίκησης, όπου η αρχαία ελληνική φιλοσοφία διασώθηκε και μετασχηματίστηκε μέσα στη χριστιανική σκέψη και όπου η ρωμαϊκή πολιτειακή παράδοση απέκτησε νέα ιστορική μορφή.
Εδώ βρίσκεται μία από τις βαθύτερες συνέχειες της ελληνικής ιστορίας.
Η αρχαία Ελλάδα δεν εξαφανίζεται.
Ο Ελληνιστικός κόσμος δεν εξαφανίζεται.
Η ελληνική παιδεία συνεχίζει να υπάρχει μέσα σε έναν νέο πολιτισμικό και πολιτειακό σχηματισμό.
Και αυτός ο κόσμος θα επηρεάσει για αιώνες τα Βαλκάνια, τη Μικρά Ασία, τον Εύξεινο Πόντο και την Ανατολική Μεσόγειο. Πρόκειται ακριβώς για έναν γεωγραφικό χώρο που στη σύγχρονη γεωπολιτική σκέψη μπορεί να εξεταστεί και μέσα από την έννοια της Ενδιάμεσης Περιοχής.
Από αυτή την άποψη, η ελληνική ιστορική εμπειρία αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο ελληνικός κόσμος δεν υπήρξε διαχρονικά απλώς ένα μικρό κράτος στη νοτιοανατολική άκρη της Ευρώπης. Υπήρξε μέρος ενός πολύ ευρύτερου γεωγραφικού και πολιτισμικού συστήματος, του οποίου το Αιγαίο, η Κωνσταντινούπολη, η Μικρά Ασία, τα Βαλκάνια, ο Εύξεινος Πόντος και η Ανατολική Μεσόγειος αποτελούσαν αλληλένδετα τμήματα.
Η ιστορική αυτή πραγματικότητα δεν σημαίνει ότι πρέπει να μεταφέρουμε αυτούσια την αυτοκρατορική πολιτική του παρελθόντος στο παρόν. Σημαίνει κάτι διαφορετικό.
Μας υπενθυμίζει ότι η γεωγραφική θέση της Ελλάδας δεν είναι περιφερειακή από τη φύση της.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε έναν από τους σημαντικότερους χώρους συνάντησης διαφορετικών πολιτισμών και γεωπολιτικών κόσμων. Και η ιστορία του Ελληνισμού δείχνει ότι αυτή η θέση μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο αδυναμία, αλλά και πηγή πολιτισμικής και γεωπολιτικής ισχύος.
Από τον Αλέξανδρο μέχρι την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και από εκεί μέχρι τον Νεότερο Ελληνισμό, επομένως, δεν αναζητούμε μια απλοϊκή και ευθύγραμμη συνέχεια.
Αναζητούμε τις μεταμορφώσεις ενός πολιτισμού που κατάφερε να επιβιώσει, να αφομοιώσει, να δημιουργήσει και να μεταδώσει τον εαυτό του σε διαφορετικές ιστορικές εποχές.
Και αυτή η ιστορική συνέχεια είναι απαραίτητη για να κατανοήσουμε το επόμενο βήμα: πώς ο ίδιος ο Νεότερος Ελληνισμός προσπάθησε να ξανασκεφτεί την ελληνική ταυτότητα, την ιστορία και τη θέση του στον κόσμο.
VI. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ
Η ελληνική πολιτική σκέψη δεν αρχίζει σήμερα. Ούτε χρειάζεται να αναζητήσει αποκλειστικά έξω από τον ελληνικό κόσμο τα εργαλεία για να κατανοήσει τον εαυτό της. Η Ελλάδα του Νεότερου Ελληνισμού κληρονόμησε μια ιστορική μνήμη πολύ μεγαλύτερη από τα όρια του σύγχρονου κράτους και, μαζί με αυτήν, το διαρκές ερώτημα της σχέσης ανάμεσα στην παράδοση και τη νεωτερικότητα.
Τον 19ο και τον 20ό αιώνα, Έλληνες ιστορικοί, φιλόσοφοι και συγγραφείς επιχείρησαν με διαφορετικούς τρόπους να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα. Δεν είχαν όλοι την ίδια πολιτική αντίληψη και δεν μπορούν να τοποθετηθούν τεχνητά κάτω από μία κοινή ιδεολογική ταμπέλα. Μπορούν όμως να αποτελέσουν κρίκους μιας ευρύτερης ελληνικής διανοητικής γραμμής.
Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού. Η ελληνική ιστορία δεν παρουσιάζεται ως τρία ασύνδετα κομμάτια, την αρχαιότητα, τη Ρωμαϊκή Ανατολή και το νεότερο ελληνικό κράτος, αλλά ως μια μακρά ιστορική πορεία μέσα από διαφορετικές μορφές και εποχές.
Αυτή η αντίληψη έχει τεράστια σημασία για τη θεωρία που αναζητούμε. Γιατί εάν ένας λαός αντιμετωπίζει τον εαυτό του ως προϊόν μιας στιγμής, τότε εύκολα μπορεί να θεωρήσει ότι πρέπει να εισαγάγει απ' έξω ολόκληρο το πολιτικό και πολιτισμικό του πρότυπο. Εάν όμως αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως φορέα μιας μακράς ιστορικής συνέχειας, τότε η παράδοση μετατρέπεται σε ενεργό στοιχείο της πολιτικής του αυτοσυνειδησίας.
Στον Περικλή Γιαννόπουλο συναντούμε μια διαφορετική διάσταση της ίδιας αναζήτησης. Η ελληνικότητα δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ιστορική ανάμνηση, αλλά ως ιδιαίτερος τρόπος αντίληψης του κόσμου, του ανθρώπου, της φύσης και του πολιτισμού. Η ελληνική μορφή δεν μπορεί να προκύψει από μηχανική αντιγραφή ξένων προτύπων.
Η σκέψη του Γιαννόπουλου αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη δική μας προσπάθεια επειδή θέτει ένα ερώτημα που παραμένει επίκαιρο:
Μπορεί ένας πολιτισμός να δημιουργήσει το μέλλον του όταν έχει πάψει να αναγνωρίζει τη δική του μορφή;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στην απομόνωση ούτε στην άρνηση κάθε ξένης επιρροής. Βρίσκεται στην ικανότητα ενός πολιτισμού να αφομοιώνει δημιουργικά ό,τι δέχεται χωρίς να χάνει τον πυρήνα της ταυτότητάς του.
Με τον Ίωνα Δραγούμη η αναζήτηση παίρνει πιο καθαρά πολιτική και γεωπολιτική μορφή. Το έθνος δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως νομική κατηγορία του κράτους, αλλά ως ζωντανή ιστορική και πολιτισμική κοινότητα. Η ελληνική παρουσία, ιδιαίτερα στον χώρο της Μακεδονίας και της Μικράς Ασίας, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αποκλειστικά μέσα από τα σύνορα του ελληνικού κράτους.
Εδώ η ελληνική πολιτισμική ταυτότητα συναντά τη γεωγραφία.
Η Ελλάδα δεν είναι μόνο αυτό που ορίζουν οι γραμμές ενός χάρτη. Είναι και ο ιστορικός χώρος μέσα στον οποίο διαμορφώθηκαν η ελληνική γλώσσα, η παιδεία, η θρησκευτική παράδοση και οι πολιτισμικές κοινότητες του Ελληνισμού.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να μετατρέψουμε τη σκέψη του Δραγούμη σε ένα έτοιμο πρόγραμμα για τον 21ο αιώνα. Σημαίνει ότι μπορούμε να κρατήσουμε από αυτήν ένα θεμελιώδες αξίωμα:
Ένας λαός που δεν έχει πολιτισμική αυτοσυνειδησία δυσκολεύεται να αποκτήσει και πολιτική αυτοσυνειδησία.
Και εδώ αρχίζει να διαμορφώνεται η ελληνική γραμμή που αναζητούμε.
Ο Παπαρρηγόπουλος μας δίνει την ιστορική συνέχεια.
Ο Γιαννόπουλος την ελληνικότητα ως πολιτισμική μορφή.
Ο Δραγούμης τη σύνδεση έθνους, πολιτισμού και πολιτικής πράξης.
Κανένας από τους τρεις δεν αποτελεί από μόνος του τη «νέα θεωρία». Και αυτό ακριβώς είναι το σημαντικό. Δεν αναζητούμε έναν Έλληνα στοχαστή που θα μας έχει ήδη δώσει έτοιμη την απάντηση. Αναζητούμε τα στοιχεία μιας ελληνικής σκέψης τα οποία μπορούν να συντεθούν σε μια νέα θεωρητική πρόταση.
Γιατί η παράδοση δεν είναι έτοιμο πολιτικό πρόγραμμα.
Είναι η πρώτη ύλη από την οποία ένας λαός μπορεί να δημιουργήσει το δικό του μέλλον.
Και αν η αρχαία Ελλάδα μας έδωσε τη φιλοσοφία, αν ο Ελληνιστικός κόσμος απέδειξε την ικανότητα της ελληνικής παιδείας να κινηθεί πέρα από τα αρχικά της γεωγραφικά όρια και αν η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αποτέλεσε μια νέα σύνθεση ελληνικής παιδείας, χριστιανισμού και ρωμαϊκής πολιτειακής παράδοσης, τότε ο Νεότερος Ελληνισμός έχει μπροστά του ένα διαφορετικό καθήκον:
να μετατρέψει αυτή την ιστορική κληρονομιά σε σύγχρονη πολιτισμική αυτοσυνειδησία.
Από εδώ προκύπτει το επόμενο ερώτημα.
Ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος της Ελλάδας σε έναν κόσμο όπου η πολιτισμική ισχύς αποκτά ξανά γεωπολιτική σημασία;
VII. Η ΕΛΛΑΔΑ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ ΦΑΡΟΣ
Η Ελλάδα μπορεί να αναζητήσει τον ρόλο της στον νέο κόσμο μόνο εφόσον πρώτα αντιληφθεί ότι η ισχύς ενός πολιτισμού δεν μετριέται αποκλειστικά με στρατιωτικούς, οικονομικούς ή δημογραφικούς δείκτες. Υπάρχει και μια άλλη μορφή ισχύος, πιο αργή αλλά συχνά βαθύτερη: η πολιτισμική ισχύς.
Η ελληνική περίπτωση είναι ιδιαίτερη ακριβώς επειδή ο ελληνικός πολιτισμός δεν αποτελεί μόνο ένα ιστορικό κεφάλαιο του παρελθόντος. Η ελληνική γλώσσα, η φιλοσοφία, η πολιτική σκέψη, η χριστιανική παράδοση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και η Ορθοδοξία διαμόρφωσαν επί αιώνες έναν ευρύτερο πολιτισμικό χώρο.
Η Ελλάδα, επομένως, δεν χρειάζεται να αναζητήσει πολιτισμική σημασία επειδή διαθέτει ένα ένδοξο παρελθόν. Χρειάζεται να αναρωτηθεί τι μπορεί να παράγει σήμερα.
Ο πολιτισμικός φάρος δεν είναι ένα μουσείο.
Ένας πολιτισμός είναι ζωντανός όταν εξακολουθεί να παράγει σκέψη, παιδεία, τέχνη, θεσμούς και ιδέες. Όταν μπορεί να συνομιλεί με τον υπόλοιπο κόσμο χωρίς να χάνει τη δική του ταυτότητα. Όταν δεν περιορίζεται στην αναπαραγωγή της παράδοσής του, αλλά μπορεί να μετατρέψει την παράδοση σε δημιουργική δύναμη.
Εδώ η ελληνική γλώσσα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η γλώσσα δεν είναι απλώς εργαλείο επικοινωνίας. Μεταφέρει έννοιες, μνήμη, τρόπο σκέψης και ιστορική εμπειρία. Η ελληνική γλώσσα συνδέει διαφορετικές εποχές της ελληνικής ιστορίας και αποτελεί έναν από τους βασικότερους φορείς της πολιτισμικής συνέχειας.
Το ίδιο ισχύει για την παιδεία.
Η ελληνική παράδοση δημιούργησε έναν πολιτισμό στον οποίο η παιδεία δεν περιοριζόταν στην απόκτηση τεχνικών γνώσεων. Συνδεόταν με τη διαμόρφωση του ανθρώπου, την καλλιέργεια της κρίσης, τη φιλοσοφία και τη συμμετοχή στην κοινότητα.
Αυτό είναι ένα σημείο που αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη σημερινή εποχή.
Ένας λαός μπορεί να διαθέτει οικονομικούς πόρους και στρατιωτικές δυνατότητες και παρ' όλα αυτά να βρίσκεται σε κατάσταση πολιτισμικής εξάρτησης, εάν θεωρεί ότι όλες οι σημαντικές ιδέες πρέπει να εισαχθούν από αλλού.
Η πραγματική πολιτισμική αυτονομία αρχίζει όταν ένας λαός μπορεί να παράγει ιδέες.
Και εδώ η Ορθοδοξία αποτελεί επίσης σημαντικό στοιχείο της ελληνικής ιστορικής εμπειρίας. Δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς ως ένα θρησκευτικό κατάλοιπο του παρελθόντος. Για αιώνες αποτέλεσε βασικό τμήμα της πολιτισμικής και κοινωνικής συγκρότησης του ελληνικού κόσμου και συνδέθηκε με την παιδεία, τη γλώσσα, την τέχνη, τη συλλογική μνήμη και την ιστορική συνέχεια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του Νεότερου Ελληνισμού.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η σύγχρονη Ελλάδα πρέπει να αρνηθεί την πολυπλοκότητα του σύγχρονου κόσμου ή να επιστρέψει σε μια προηγούμενη ιστορική εποχή.
Σημαίνει ότι πρέπει να γνωρίζει ποια είναι τα δικά της θεμέλια.
Ο πολιτισμικός φάρος δεν επιβάλλει το φως του.
Φωτίζει.
Δεν χρειάζεται να κυριαρχήσει πολιτικά σε έναν άλλο λαό για να επηρεάσει τον πολιτισμό του. Η επιρροή μπορεί να προκύψει από την παιδεία, τη γλώσσα, τη φιλοσοφία, την τέχνη, την επιστήμη και την ικανότητα παραγωγής ιδεών.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε έναν πολυπολικό κόσμο.
Η πολυπολικότητα δεν αφορά μόνο το ποιος διαθέτει περισσότερα αεροπλανοφόρα ή μεγαλύτερο ΑΕΠ. Αφορά και το ποιοι πολιτισμοί μπορούν να διατηρήσουν την αυτονομία τους, να διατυπώσουν τη δική τους αντίληψη για τον άνθρωπο και την κοινωνία και να συμμετέχουν στη διαμόρφωση του παγκόσμιου διαλόγου.
Για την Ελλάδα, λοιπόν, η πολιτισμική ισχύς δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι στρατηγικό κεφάλαιο.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση της νέας εποχής: να μην περιοριστεί η ελληνική πολιτισμική κληρονομιά σε τουριστικό προϊόν, σε μουσεία και σε επετειακές αναφορές. Να μετατραπεί ξανά σε ζωντανή πηγή σκέψης.
Γιατί ένας πολιτισμός που γνωρίζει μόνο να θυμάται το παρελθόν του κινδυνεύει να γίνει αρχαιολογικό αντικείμενο.
Ένας πολιτισμός που γνωρίζει να αντλεί από το παρελθόν του και να δημιουργεί από αυτό κάτι νέο μπορεί να γίνει ξανά παραγωγός ιστορίας.
Και αυτό ακριβώς μας οδηγεί στο επόμενο βήμα.
Δεν αρκεί να γνωρίζουμε την ελληνική παράδοση.
Πρέπει να απαντήσουμε στο δυσκολότερο ερώτημα:
Πώς μπορεί η παράδοση να μετατραπεί από μνήμη σε βάση μιας νέας θεωρίας;
VIII. Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΩΣ ΒΑΣΗ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΘΕΩΡΙΑΣ
Εάν η Ελλάδα θέλει να αναζητήσει μια νέα θεωρία, δεν μπορεί να περιοριστεί στην αναζήτηση ενός ακόμη σύγχρονου ιδεολογικού συστήματος. Το ουσιαστικότερο ερώτημα βρίσκεται βαθύτερα: ποια είναι η βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί αυτή η θεωρία;
Η απάντηση βρίσκεται στην παράδοση.
Όχι στην παράδοση ως μουσειακό κατάλοιπο, ούτε ως μηχανική επιστροφή σε έναν κόσμο που έχει παρέλθει. Η παράδοση είναι η συσσωρευμένη ιστορική εμπειρία ενός πολιτισμού. Είναι η μνήμη του, η γλώσσα του, οι αξίες του, οι θεσμοί του, η θρησκευτική του παράδοση, η αντίληψή του για τον άνθρωπο και την κοινότητα.
Ένας πολιτισμός που αποκόπτεται από όλα αυτά δεν γίνεται αυτομάτως ελεύθερος. Μπορεί απλώς να γίνει πολιτισμικά εξαρτημένος.
Η νεωτερική Δύση επιχείρησε να οικοδομήσει ένα πολιτικό και κοινωνικό μοντέλο με αξιώσεις καθολικότητας. Ο άνθρωπος αντιμετωπίστηκε ολοένα περισσότερο ως αποσυνδεδεμένο άτομο, ενώ οι παραδοσιακές κοινότητες, οι θρησκευτικές ταυτότητες, οι ιστορικές ιδιαιτερότητες και οι πολιτισμικές διαφοροποιήσεις αντιμετωπίστηκαν ως στοιχεία που μπορούσαν σταδιακά να υποχωρήσουν μπροστά σε ένα ενιαίο οικουμενικό πρότυπο.
Εδώ βρίσκεται μία από τις βασικές αντιθέσεις που θέλει να εξετάσει η παραδοσιοκρατική σκέψη.
Μπορεί η ανθρωπότητα να είναι ενωμένη χωρίς να γίνει ομοιόμορφη;
Η απάντηση μιας παραδοσιοκρατικής προσέγγισης είναι ότι η ενότητα δεν προϋποθέτει ομοιομορφία.
Οι λαοί μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να εγκαταλείπουν την ιστορική τους ταυτότητα. Οι πολιτισμοί μπορούν να επικοινωνούν χωρίς να συγχωνεύονται σε έναν ενιαίο πολιτισμικό τύπο. Η διαφορετικότητα δεν αποτελεί αναγκαστικά εμπόδιο στην ειρηνική συνύπαρξη. Μπορεί να αποτελεί και προϋπόθεση ενός πραγματικά πολυκεντρικού κόσμου.
Αυτό διαφοροποιεί ουσιαστικά την παραδοσιοκρατική αντίληψη από την απλή αντίδραση στη νεωτερικότητα.
Δεν αρκεί να πούμε «όχι» στον φιλελευθερισμό.
Πρέπει να απαντήσουμε «τι» προτείνουμε στη θέση του.
Και για την ελληνική περίπτωση η απάντηση δεν μπορεί να είναι η αντιγραφή μιας άλλης πολιτικής παράδοσης. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει ρωσική, κινεζική, ιρανική ή οποιαδήποτε άλλη εκδοχή ενός μη δυτικού πολιτικού μοντέλου. Η εμπειρία άλλων πολιτισμών μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης, αλλά η ελληνική θεωρία πρέπει να ξεκινήσει από την ίδια την ελληνική ιστορική εμπειρία.
Αυτή η παράδοση είναι πολύ ευρύτερη από την αρχαιότητα.
Είναι η αρχαία ελληνική φιλοσοφία, η οποία έθεσε τα θεμελιώδη ερωτήματα για την πολιτεία, την αρετή, τη δικαιοσύνη και τον άνθρωπο.
Είναι ο Ελληνιστικός κόσμος, μέσα στον οποίο η ελληνική γλώσσα και παιδεία απέκτησαν οικουμενική διάσταση.
Είναι η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, όπου η ελληνική παιδεία συνδέθηκε με τον χριστιανισμό και τη ρωμαϊκή πολιτειακή παράδοση.
Είναι η Ορθοδοξία, ως αναπόσπαστο τμήμα της ιστορικής διαμόρφωσης του Νεότερου Ελληνισμού.
Είναι η ελληνική γλώσσα, η οποία διατρέχει αυτή την ιστορική συνέχεια.
Και είναι ο Νεότερος Ελληνισμός, ο οποίος προσπάθησε να επιβιώσει και να επαναπροσδιοριστεί μέσα σε έναν κόσμο που συχνά όριζε την Ελλάδα μέσα από ξένα πολιτικά και πολιτισμικά πρότυπα.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της Παραδοσιοκρατίας που αναζητούμε.
Δεν επιστρέφουμε στο παρελθόν.
Αντλούμε από το παρελθόν τις αρχές που μπορούν να αποκτήσουν νέα μορφή στο παρόν.
Η παράδοση, επομένως, δεν είναι αντίθετη προς τη δημιουργία. Το αντίθετο. Μπορεί να αποτελέσει την προϋπόθεση της δημιουργίας, επειδή δίνει στον δημιουργό ένα σημείο αναφοράς, μια ιστορική μνήμη και μια πολιτισμική ταυτότητα.
Ένας άνθρωπος χωρίς μνήμη δυσκολεύεται να γνωρίζει ποιος είναι. Το ίδιο ισχύει και για έναν λαό.
Και ένας λαός που δεν γνωρίζει ποιος είναι, εύκολα δέχεται να του εξηγήσουν οι άλλοι ποιος πρέπει να γίνει.
Η ελληνική παραδοσιοκρατία, επομένως, δεν μπορεί να είναι απλώς άρνηση της Δύσης. Πρέπει να είναι θετική πρόταση ελληνικής αυτοσυνειδησίας.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο.
Γιατί μόνο όταν γνωρίζουμε τι θέλουμε να διατηρήσουμε μπορούμε να γνωρίζουμε και τι θέλουμε να αλλάξουμε.
Και μόνο τότε η παράδοση παύει να είναι παρελθόν και γίνεται πολιτική και πολιτισμική πρώτη ύλη για το μέλλον.
IX. Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΠΟΛΙΚΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η πολιτισμική αυτοσυνειδησία από μόνη της δεν αρκεί. Ένας πολιτισμός μπορεί να γνωρίζει την ιστορία του και παρ' όλα αυτά να παραμένει γεωπολιτικά αδύναμος, εάν δεν μπορεί να μετατρέψει τη γεωγραφία, την οικονομία, την πολιτική και την πολιτισμική του κληρονομιά σε πραγματική στρατηγική δυνατότητα.
Εδώ συναντώνται για πρώτη φορά οι δύο πλευρές της θεωρίας μας:
ο πολιτισμός και η γεωπολιτική.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε έναν χώρο όπου τέμνονται διαφορετικές ιστορικές και γεωπολιτικές ζώνες. Τα Βαλκάνια, το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος, η Μικρά Ασία και ο Εύξεινος Πόντος δεν αποτελούν απομονωμένες περιοχές. Αποτελούν έναν σύνθετο χώρο επικοινωνίας και ανταγωνισμού ανάμεσα στην Ευρώπη, την Ασία και τη Μέση Ανατολή.
Αυτός ο γεωγραφικός χώρος δεν είναι κάτι ξένο προς την ελληνική ιστορία.
Αντίθετα, αποτελεί μεγάλο μέρος της ιστορικής γεωγραφίας του Ελληνισμού.
Από τις ελληνικές πόλεις της αρχαιότητας και τον ελληνιστικό κόσμο μέχρι την Κωνσταντινούπολη και την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ο ελληνικός πολιτισμός αναπτύχθηκε σε έναν χώρο πολύ ευρύτερο από τα σημερινά σύνορα του ελληνικού κράτους.
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η έννοια της Ενδιάμεσης Περιοχής του Κωνσταντίνου Κίτσικη.
Η Ενδιάμεση Περιοχή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απλή γεωγραφική ζώνη πάνω στον χάρτη. Είναι ένας χώρος όπου συναντώνται διαφορετικοί πολιτισμοί, ιστορικές παραδόσεις και γεωπολιτικές δυνάμεις. Για την ελληνική σκέψη, η έννοια αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή επιτρέπει να δούμε την Ελλάδα όχι ως ένα απομονωμένο άκρο της Ευρώπης, αλλά ως τμήμα ενός ευρύτερου ιστορικού χώρου ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία.
Η θέση αυτή υπήρξε ταυτόχρονα πλεονέκτημα και κίνδυνος.
Όποιος βρίσκεται σε έναν χώρο συνάντησης πολιτισμών μπορεί να γίνει γέφυρα, αλλά μπορεί επίσης να μετατραπεί σε πεδίο ανταγωνισμού άλλων δυνάμεων.
Το ζήτημα επομένως δεν είναι απλώς η γεωγραφική θέση.
Είναι η δυνατότητα ενός κράτους να μετατρέψει τη θέση του σε στρατηγική αυτονομία.
Εδώ συναντούμε την κλασική γεωπολιτική σκέψη. Ο Mackinder ανέδειξε τη σημασία της Heartland ως κεντρικού ηπειρωτικού χώρου της παγκόσμιας ισχύος, ενώ ο Spykman έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη Rimland, δηλαδή στη ζώνη που περιβάλλει τον ευρασιατικό πυρήνα και συνδέει την ηπειρωτική με τη θαλάσσια ισχύ.
Για τη δική μας θεωρία όμως έχει μεγαλύτερη σημασία να ξεπεράσουμε την ιδέα μιας μοναδικής Heartland.
Σε έναν πολυπολικό κόσμο, η παγκόσμια γεωγραφία δεν είναι υποχρεωτικό να οργανώνεται γύρω από ένα και μοναδικό κέντρο. Μπορούν να συνυπάρχουν διαφορετικά κέντρα ισχύος, διαφορετικές περιφερειακές τάξεις και διαφορετικές πολιτισμικές γεωγραφίες. Η σύγχρονη πολυπολικότητα περιγράφεται όλο και περισσότερο ως ένα σύστημα με περισσότερους αυτόνομους παράγοντες και διαφορετικές στρατηγικές κουλτούρες.
Αυτό είναι που ονομάζουμε Κατατετμημένη Heartland.
Όχι μια νέα ενιαία αυτοκρατορική καρδιά που θα αντικαταστήσει την προηγούμενη, αλλά έναν κόσμο στον οποίο περισσότερα γεωπολιτικά κέντρα αποκτούν τη δυνατότητα να οργανώνουν τον δικό τους χώρο ισχύος.
Και μέσα σε αυτή τη γεωγραφία η Ελλάδα δεν βρίσκεται εκτός του παιχνιδιού.
Βρίσκεται πάνω σε έναν από τους σημαντικότερους άξονες σύνδεσης της Ευρώπης με την Ανατολική Μεσόγειο και τον ευρύτερο ευρασιατικό χώρο. Η αξία της δεν προκύπτει μόνο από το μέγεθός της, αλλά από τη θέση της.
Αυτό όμως δημιουργεί μια κρίσιμη προϋπόθεση.
Η γεωγραφία από μόνη της δεν αποτελεί ισχύ.
Η Ελλάδα μπορεί να βρίσκεται σε στρατηγικό σημείο και παρ' όλα αυτά να λειτουργεί ως απλός χώρος διέλευσης, ως προκεχωρημένο σημείο άλλων δυνάμεων ή ως πεδίο εφαρμογής ξένων στρατηγικών.
Η ίδια γεωγραφία μπορεί να παράγει είτε εξάρτηση είτε αυτονομία.
Η διαφορά βρίσκεται στην πολιτική βούληση, στην οικονομική δυνατότητα, στην άμυνα, στην παιδεία, στις υποδομές, στη διπλωματία και, πάνω απ' όλα, στην ικανότητα ενός λαού να αντιλαμβάνεται τη θέση του στον κόσμο.
Εδώ επιστρέφουμε στην αρχική μας θέση:
Ισχύς δεν σημαίνει απλώς κατοχή δυνατοτήτων.
Η πραγματική ισχύς δημιουργεί επιλογές.
Οι επιλογές δημιουργούν ελευθερία κινήσεων.
Η ελευθερία κινήσεων δημιουργεί διαπραγματευτική ικανότητα.
Και η διαπραγματευτική ικανότητα αποτελεί θεμέλιο της στρατηγικής αυτονομίας.
Αυτό είναι το γεωπολιτικό νόημα της ελληνικής πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας.
Δεν αρκεί να γνωρίζουμε ότι είμαστε φορείς ενός μεγάλου πολιτισμού. Πρέπει να μπορούμε να μετατρέψουμε αυτή την ιστορική συνείδηση σε σύγχρονη στρατηγική.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει αυτοκρατορία.
Χρειάζεται να πάψει να σκέφτεται τον εαυτό της αποκλειστικά ως περιφέρεια κάποιου άλλου γεωπολιτικού κέντρου.
Η πολυπολική εποχή δημιουργεί ακριβώς αυτή τη δυνατότητα. Η άνοδος περισσότερων κέντρων ισχύος και η υποχώρηση των καθολικευτικών μοντέλων ανοίγουν χώρο για κράτη και πολιτισμούς που επιδιώκουν μεγαλύτερη αυτονομία.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα:
να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση από δεδομένο σε στρατηγική, την ιστορία της από μνήμη σε συνείδηση και τον πολιτισμό της από παρελθόν σε ισχύ.
Μόνο τότε η ελληνική πολιτισμική αυτοσυνειδησία μπορεί να αποκτήσει πραγματικό γεωπολιτικό περιεχόμενο.
Και τότε μπορούμε να περάσουμε στο τελευταίο ερώτημα:
Τι σημαίνει, στην πράξη, ένα ελληνικό πρόταγμα για τον 21ο αιώνα;
X. ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ
Εάν η εποχή της μονοπολικότητας υποχωρεί και μαζί της υποχωρεί η αντίληψη ότι ένα συγκεκριμένο πολιτικό και πολιτισμικό πρότυπο μπορεί να αποτελέσει το καθολικό μέτρο για όλους τους λαούς, τότε η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε ένα ιστορικό ερώτημα.
Θα συνεχίσει να αναζητά τον εαυτό της μέσα από ξένα πρότυπα ή θα επιχειρήσει να διαμορφώσει τη δική της πρόταση;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να είναι μια ακόμη εισαγόμενη ιδεολογία. Δεν χρειάζεται η Ελλάδα να αντιγράψει ούτε τον φιλελευθερισμό της Δύσης ούτε οποιοδήποτε άλλο έτοιμο μοντέλο. Χρειάζεται να αναζητήσει μια πολιτική θεωρία που να ξεκινά από τη δική της ιστορική εμπειρία και να μπορεί ταυτόχρονα να απαντήσει στις απαιτήσεις του 21ου αιώνα.
Το ελληνικό πρόταγμα που αναζητούμε μπορεί να στηριχθεί σε ορισμένες βασικές αρχές.
Πρώτον, στην πολιτισμική αυτοσυνειδησία.
Η Ελλάδα πρέπει να γνωρίζει ποια είναι. Η ελληνική ταυτότητα δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα διοικητικό σύνορο ή σε μια σύγχρονη κρατική ιδιότητα. Έχει πίσω της την αρχαία φιλοσοφία, τον ελληνιστικό κόσμο, την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, την Ορθοδοξία και τη συνέχεια του Νεότερου Ελληνισμού.
Η γνώση αυτής της συνέχειας δεν αποτελεί επιστροφή στο παρελθόν. Αποτελεί προϋπόθεση για να μπορεί ένας λαός να αποφασίζει ποιο μέλλον θέλει.
Δεύτερον, στην ιστορική συνέχεια.
Ένας πολιτισμός δεν δημιουργείται από μηδενική βάση σε κάθε γενιά. Κάθε εποχή παραλαμβάνει έναν κόσμο και τον παραδίδει στην επόμενη. Η παράδοση, επομένως, δεν είναι βάρος που πρέπει να απορριφθεί για να υπάρξει πρόοδος. Είναι η βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί μια δημιουργική συνέχεια.
Τρίτον, στην πολιτισμική ισχύ.
Η Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπίσει τον πολιτισμό της ως πραγματικό στρατηγικό κεφάλαιο. Η γλώσσα, η παιδεία, η φιλοσοφία, η τέχνη, η ιστορική μνήμη και η Ορθόδοξη παράδοση δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία ενός ένδοξου παρελθόντος.
Μπορούν να αποτελέσουν μέσα με τα οποία η Ελλάδα θα παράγει ξανά ιδέες και θα συμμετέχει στη διαμόρφωση του παγκόσμιου πολιτισμού.
Τέταρτον, στην παιδεία.
Καμία πολιτισμική αυτονομία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ανθρώπους που γνωρίζουν την ιστορία, τη γλώσσα και τη φιλοσοφική παράδοση του τόπου τους. Η παιδεία δεν μπορεί να περιορίζεται στην παραγωγή ανθρώπινου δυναμικού για την οικονομία.
Πρέπει να δημιουργεί ανθρώπους με κρίση, ιστορική συνείδηση και δυνατότητα να σκέφτονται πέρα από τα έτοιμα σχήματα της εποχής τους.
Πέμπτον, στη στρατηγική αυτονομία.
Η πολιτισμική αυτοσυνειδησία χωρίς πραγματική ισχύ παραμένει διακήρυξη. Η Ελλάδα χρειάζεται οικονομική, ενεργειακή, αμυντική, τεχνολογική και διπλωματική ικανότητα ώστε να διαθέτει πραγματικές επιλογές.
Δεν σημαίνει απομόνωση από τον κόσμο.
Σημαίνει ότι οι σχέσεις με άλλες δυνάμεις πρέπει να αποτελούν επιλογή και όχι μονόδρομο.
Έκτον, στην αναγνώριση της γεωπολιτικής πραγματικότητας.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τη γεωγραφία της ως απλό σκηνικό. Βρίσκεται στον χώρο όπου συναντώνται τα Βαλκάνια, το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος, η Μικρά Ασία και ο ευρύτερος ευρασιατικός κόσμος.
Η θέση αυτή αποτελεί ευθύνη αλλά και δυνατότητα.
Η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος, ως γέφυρα και ως πολιτισμικός φάρος. Για να το επιτύχει όμως, πρέπει πρώτα να αποκτήσει τη δυνατότητα να αποφασίζει η ίδια ποιον δρόμο θέλει να ακολουθήσει.
Έβδομον, στην απόρριψη της ιδέας ότι υπάρχει ένας μόνο δρόμος για όλους τους λαούς.
Αυτό αποτελεί ίσως την ουσιαστικότερη συνέπεια της πολυπολικότητας.
Ο κόσμος δεν χρειάζεται να γίνει ενιαίος για να είναι ειρηνικός. Οι λαοί μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να παύουν να είναι διαφορετικοί. Η πολιτισμική διαφοροποίηση δεν αποτελεί απαραίτητα απειλή. Μπορεί να αποτελέσει τη βάση μιας πραγματικής πολυκεντρικής τάξης.
Και εδώ η ελληνική πρόταση συναντά την ευρύτερη παραδοσιοκρατική αντίληψη:
οικουμενικότητα χωρίς ομοιομορφία.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιβάλει τον ελληνικό πολιτισμό στους άλλους. Χρειάζεται να είναι σε θέση να τον διατηρήσει, να τον αναπτύξει και να τον προσφέρει στον κόσμο.
Αυτός είναι ο πραγματικός ρόλος του πολιτισμικού φάρου.
Δεν είναι η κυριαρχία.
Είναι η παρουσία.
Δεν είναι η επιβολή.
Είναι η παραγωγή.
Δεν είναι η επιστροφή σε μια χαμένη αυτοκρατορία.
Είναι η δημιουργία μιας νέας ελληνικής ιστορικής παρουσίας.
Γιατί η μεγαλύτερη απειλή για έναν μικρό λαό δεν είναι πάντοτε η στρατιωτική ή οικονομική αδυναμία. Μπορεί να είναι η απώλεια της πεποίθησης ότι έχει το δικαίωμα να δημιουργήσει τον δικό του δρόμο.
Και γι' αυτό η νέα ελληνική θεωρία που αναζητούμε δεν μπορεί να είναι ούτε απλή άρνηση της Δύσης ούτε άκριτη μίμηση οποιασδήποτε άλλης δύναμης.
Πρέπει να είναι ελληνική.
Να ξεκινά από την ελληνική φιλοσοφία, να γνωρίζει την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού, να αναγνωρίζει την κληρονομιά της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, να αντλεί από την Ορθόδοξη παράδοση, να κατανοεί τη γεωγραφία της Ελλάδας και να κοιτάζει προς το μέλλον χωρίς να αποκόπτεται από το παρελθόν.
Αυτό είναι το ελληνικό πρόταγμα.
Το πρόταγμα αυτό μπορεί να συνοψιστεί σε μία ενιαία θεωρητική σύνθεση:
Πολιτισμική αυτοσυνειδησία + ιστορική συνέχεια + παράδοση + γεωπολιτική αυτογνωσία + στρατηγική αυτονομία.
Δεν πρόκειται για επιστροφή σε ένα παρελθόν που δεν μπορεί να επαναληφθεί. Πρόκειται για τη δημιουργία μιας σύγχρονης ελληνικής σκέψης, η οποία χρησιμοποιεί την ιστορική κληρονομιά ως βάση για να αντιμετωπίσει τις συνθήκες του 21ου αιώνα.
Η νέα θεωρία, επομένως, δεν θα πρέπει να είναι απλή άρνηση του φιλελευθερισμού ούτε αντιγραφή μιας ξένης παραδοσιακής ή γεωπολιτικής σχολής. Θα πρέπει να αποτελεί σύνθεση ελληνικής φιλοσοφίας, ιστορικής εμπειρίας, πολιτισμικής ταυτότητας και γεωπολιτικής σκέψης.
Με αυτή την έννοια, η ελληνική αυτοσυνειδησία δεν αποτελεί μόνο ζήτημα πολιτισμού. Αποτελεί και προϋπόθεση στρατηγικής σκέψης.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η αναζήτηση μιας νέας θεωρίας δεν ξεκινά από την επιθυμία να καταστρέψουμε ό,τι προηγήθηκε. Ξεκινά από τη διαπίστωση ότι ο κόσμος άλλαξε και ότι οι παλιές κατηγορίες δεν επαρκούν πλέον για να τον περιγράψουν.
Η μονοπολική εποχή δημιούργησε την αντίληψη ότι η Ιστορία είχε φτάσει σε ένα τελικό σημείο. Η πολυπολικότητα επαναφέρει την Ιστορία στο προσκήνιο. Κράτη, πολιτισμοί και κοινωνίες αναζητούν ξανά τη δική τους θέση, τη δική τους ταυτότητα και τη δική τους δυνατότητα να καθορίζουν την πορεία τους.
Μέσα σε αυτή τη μετάβαση, το ελληνικό ζήτημα δεν είναι απλώς οικονομικό, διπλωματικό ή στρατιωτικό.
Είναι πρωτίστως ζήτημα αυτοσυνειδησίας.
Τι σημαίνει να είσαι Έλληνας στον 21ο αιώνα; Ποια σχέση έχει η σύγχρονη Ελλάδα με την αρχαία Ελλάδα, τον ελληνιστικό κόσμο, την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, την Ορθοδοξία και τον Νεότερο Ελληνισμό; Και, κυρίως, μπορεί αυτή η ιστορική συνέχεια να μετατραπεί από μνήμη σε δημιουργική δύναμη;
Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία μια νέα ελληνική θεωρία οφείλει να απαντήσει.
Δεν αρκεί η νοσταλγία για το παρελθόν. Δεν αρκεί η καταγγελία της Δύσης. Δεν αρκεί η αντιγραφή μιας ρωσικής, κινεζικής ή οποιασδήποτε άλλης θεωρητικής πρότασης.
Η Ελλάδα χρειάζεται να σκεφτεί τον εαυτό της.
Να γνωρίσει την ιστορία της, να κατανοήσει τη γεωγραφία της, να αναμετρηθεί με την παράδοσή της και να εξετάσει με καθαρό βλέμμα τις δυνατότητές της μέσα στον νέο πολυπολικό κόσμο.
Μια τέτοια θεωρία δεν θα είναι έτοιμη από την πρώτη ημέρα. Θα χρειαστεί έρευνα, φιλοσοφική επεξεργασία, ιστορική γνώση και γεωπολιτική ανάλυση. Θα χρειαστεί διάλογο και, κυρίως, δημιουργία.
Γιατί οι μεγάλοι πολιτισμοί δεν επιβιώνουν απλώς επειδή θυμούνται τι υπήρξαν.
Επιβιώνουν όταν εξακολουθούν να παράγουν νόημα.
Η ελληνική παράδοση μπορεί επομένως να αντιμετωπιστεί όχι ως μουσείο αλλά ως αφετηρία. Όχι ως φυγή προς τα πίσω, αλλά ως δυνατότητα να υπάρξει ένα διαφορετικό μέλλον.
Και αυτή να είναι τελικά η ουσία της νέας θεωρίας που αναζητούμε:
να συνδέσει την Ιστορία με το μέλλον, τον πολιτισμό με τη γεωπολιτική, την παράδοση με τη δημιουργία και την ελληνική αυτοσυνειδησία με τη στρατηγική αυτονομία.
Γιατί ένας λαός που δεν γνωρίζει ποιος είναι, είναι εύκολο να δεχθεί οποιονδήποτε άλλον να του εξηγήσει ποιος πρέπει να γίνει.
Η Ελλάδα όμως έχει ήδη μια μακρά ιστορική εμπειρία πίσω της.
Το ζητούμενο είναι να μπορέσει να τη μετατρέψει σε σκέψη.
Και τη σκέψη σε δημιουργία.
Δεν επιστρέφουμε στο παρελθόν. Παίρνουμε από το παρελθόν τα εργαλεία για να δημιουργήσουμε το μέλλον.
Φίλιππος Μπουράτογλου
Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών
