Ήδη κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανική Αυτοκρατορία επιχείρησε να αξιοποιήσει το εθνικό ζήτημα στο εσωτερικό της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, το 1916 δημιουργήθηκε η «Κοινωνία των Αλλογενών Λαών της Ρωσίας» (Liga der Fremdvölker Rußlands – LFR), με βασικούς οργανωτές τον Βαλτογερμανό βαρόνο Friedrich von der Ropp και τον Λιθουανό Juozas Gabrys. Η οργάνωση δραστηριοποιήθηκε κυρίως στον χώρο της προπαγάνδας και της διεθνούς πολιτικής επιρροής, προβάλλοντας το αίτημα της πολιτικής αυτοδιάθεσης των μη ρωσικών λαών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.
Η λογική αυτή, δηλαδή η αξιοποίηση των εθνικών αντιθέσεων στο εσωτερικό της ρωσικής επικράτειας ως εργαλείου γεωπολιτικής πίεσης, θα επανεμφανιστεί με διαφορετική μορφή τις επόμενες δεκαετίες.
Το 1943, μέσα στην κατεχόμενη από τη Γερμανία Ουκρανία, πραγματοποιήθηκε διάσκεψη εκπροσώπων διαφόρων μη ρωσικών εθνικών ομάδων, με πρωτοβουλία της Οργάνωσης Ουκρανών Εθνικιστών. Από αυτή τη διαδικασία προέκυψε ένας ευρύτερος αντισοβιετικός συνασπισμός, ο οποίος αποτέλεσε τον οργανωτικό και πολιτικό πρόδρομο του μετέπειτα Anti-Bolshevik Bloc of Nations (ABN). Το ABN συγκροτήθηκε επισήμως στο Μόναχο το 1946 και ανέλαβε να συντονίσει εθνικιστικές και αντικομμουνιστικές οργανώσεις της ανατολικής Ευρώπης και του σοβιετικού χώρου.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τμήματα αυτού του αντισοβιετικού πολιτικού χώρου πέρασαν στη Δύση και απέκτησαν επαφές με τις αμερικανικές και βρετανικές υπηρεσίες. Η περίπτωση του Frank Wisner είναι χαρακτηριστική. Ως επικεφαλής του Office of Policy Coordination, ο Wisner αντιμετώπισε ορισμένα ουκρανικά εθνικιστικά δίκτυα ως δυνητικά χρήσιμα στον μεταπολεμικό αγώνα εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης.
Σε επιστολή του 1951 προς τις αμερικανικές μεταναστευτικές αρχές, ο Wisner υποστήριζε ότι μια ισχυρά εθνικιστική ουκρανική πολιτική οργάνωση με δικό της μηχανισμό ασφαλείας θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό πλεονέκτημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην ίδια επιχειρηματολογία, η δράση της OUN παρουσιαζόταν με τρόπο που υπογράμμιζε τον αντισοβιετικό της χαρακτήρα και υποβάθμιζε τη συνεργασία τμημάτων του ουκρανικού εθνικιστικού χώρου με τη γερμανική πλευρά κατά τον πόλεμο.
Η μεταπολεμική αξιοποίηση πρώην συνεργατών του Άξονα δεν περιορίστηκε στον ουκρανικό χώρο. Η υπόθεση του Λευκορώσου εθνικιστή Radoslav Ostrowski αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Ostrowski, ο οποίος είχε ηγηθεί της Λευκορωσικής Κεντρικής Ράντας υπό τη γερμανική κατοχή, εγκαταστάθηκε μεταπολεμικά στις Ηνωμένες Πολιτείες και έζησε στο South River του New Jersey, όπου και τάφηκε. Η υπόθεση αυτή συνδέθηκε αργότερα από τον πρώην εισαγγελέα του αμερικανικού Office of Special Investigations John Loftus με την ευρύτερη προσπάθεια αμερικανικών υπηρεσιών να αξιοποιήσουν αντικομμουνιστές από την Ανατολική Ευρώπη κατά τα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου.
Το ζήτημα, επομένως, δεν αφορά απλώς την παρουσία μεμονωμένων πρώην συνεργατών των Ναζί στη μεταπολεμική Δύση. Αφορά τη μετάβαση ενός τμήματος του ευρωπαϊκού αντισοβιετικού χώρου από τη συνεργασία με τη Γερμανία στον νέο αντικομμουνιστικό αγώνα και, στη συνέχεια, την ενσωμάτωσή του σε διαφορετικά πολιτικά και πληροφοριακά δίκτυα του Ψυχρού Πολέμου.
Η μεταπολεμική μετάβαση: από τον ναζιστικό εχθρό στον αντικομμουνιστικό σύμμαχο
Είναι διαδεδομένη η αντίληψη ότι, μετά τη συντριβή της ναζιστικής Γερμανίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετώπισαν όλους τους συνεργάτες του Άξονα με τον ίδιο τρόπο και ότι η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε με τις Δίκες της Νυρεμβέργης. Η πραγματικότητα υπήρξε περισσότερο σύνθετη.
Ήδη από τα τελευταία χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και, ακόμη περισσότερο, μετά το 1945, οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών άρχισαν να αξιολογούν πρώην αξιωματούχους, πληροφοριοδότες και πολιτικά στελέχη από την Ανατολική Ευρώπη με βάση τη χρησιμότητά τους στον νέο στρατηγικό ανταγωνισμό με τη Σοβιετική Ένωση. Η αλλαγή αυτή δεν σήμαινε ότι όλοι οι πρώην συνεργάτες του Άξονα αντιμετωπίστηκαν με τον ίδιο τρόπο. Σήμαινε όμως ότι, για ένα τμήμα των αμερικανικών υπηρεσιών, η αντικομμουνιστική τους δράση μπορούσε πλέον να αποκτήσει στρατηγική αξία.
Μετά τη δημιουργία της CIA το 1947, η πρακτική αυτή εντάχθηκε σταδιακά στο ευρύτερο σύστημα των αμερικανικών επιχειρήσεων πληροφοριών και μυστικής δράσης του Ψυχρού Πολέμου. Η περίπτωση των ουκρανικών εθνικιστικών οργανώσεων θα αποτελούσε ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτής της μετάβασης.
Οι αποκαλύψεις της Επιτροπής Church στη δεκαετία του 1970 ανέδειξαν σε ευρύτερη κλίμακα το μέγεθος και την έκταση των μυστικών και παράνομων δραστηριοτήτων των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Η Επιτροπή, που συστάθηκε το 1975 και ολοκλήρωσε το τελικό της πόρισμα το 1976, εξέτασε δραστηριότητες της CIA, του FBI και άλλων υπηρεσιών, διαπιστώνοντας ότι οι καταχρήσεις των μηχανισμών πληροφοριών είχαν αναπτυχθεί σε βάθος δεκαετιών και δεν περιορίζονταν σε μία μόνο κυβέρνηση ή πολιτικό κόμμα.
Η Επιτροπή δεν αποτέλεσε, επομένως, απλώς μια έρευνα για μεμονωμένες παραβιάσεις. Αποκάλυψε ένα ολόκληρο σύστημα μυστικών επιχειρήσεων, μέσα στο οποίο η ανάγκη αντιμετώπισης της Σοβιετικής Ένωσης είχε συχνά οδηγήσει τις αμερικανικές υπηρεσίες σε πρακτικές που παρέμεναν έξω από τον δημόσιο και δημοκρατικό έλεγχο.
Η περίπτωση των Ουκρανών
Στον ουκρανικό χώρο, κεντρική θέση στην εξέλιξη του εθνικιστικού κινήματος κατέχει ο Dmytro Dontsov, μαζί με μεταγενέστερα στελέχη της OUN, όπως ο Stepan Bandera και ο Yaroslav Stetsko.
Ο Dontsov υπήρξε μία από τις σημαντικότερες ιδεολογικές επιρροές στη διαμόρφωση του ολοκληρωτικού ή «integral» ουκρανικού εθνικισμού. Η πολιτική του σκέψη άσκησε σημαντική επιρροή στην OUN και ιδιαίτερα στη μεταγενέστερη εθνικιστική παράδοση που συνδέθηκε με την πτέρυγα του Bandera. Η ουκρανική ιστοριογραφία τον καταγράφει ως πολιτικό θεωρητικό, δημοσιογράφο και ιδεολόγο του ουκρανικού εθνικισμού, ο οποίος πέθανε στο Μόντρεαλ το 1973.
Η σημασία του Dontsov για την ιστορία που εξετάζουμε δεν βρίσκεται τόσο στην άμεση επιχειρησιακή του σχέση με τη CIA, η οποία χρειάζεται ειδικότερη τεκμηρίωση, όσο στην ιδεολογική του επίδραση πάνω στον ουκρανικό εθνικιστικό χώρο. Οι ιδέες του συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας αντίληψης του έθνους και της πολιτικής σύγκρουσης που αντιμετώπιζε τον αγώνα εναντίον της Ρωσίας και αργότερα της Σοβιετικής Ένωσης ως κεντρικό ιστορικό καθήκον.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι η μεταπολεμική συνεργασία των δυτικών υπηρεσιών με τμήματα του ουκρανικού εθνικιστικού χώρου δεν ξεκίνησε από το μηδέν. Υπήρχε ήδη ένα οργανωμένο ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο, το οποίο είχε διαμορφωθεί κατά τις προηγούμενες δεκαετίες και είχε περάσει, μέσα από την OUN και τις μεταπολεμικές οργανώσεις της διασποράς, στον Ψυχρό Πόλεμο.
Η περίπτωση των Bandera και Stetsko
Η σχέση των αμερικανικών υπηρεσιών με το ουκρανικό εθνικιστικό περιβάλλον υπήρξε περισσότερο συγκεκριμένη από μια απλή πολιτική συμπάθεια. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η CIA ανέπτυξε επαφές με το δίκτυο της OUN-B και ιδιαίτερα με τον κύκλο του Stepan Bandera. Τα αποχαρακτηρισμένα αρχεία της επιχείρησης AERODYNAMIC δείχνουν ότι αμερικανικές υπηρεσίες έστειλαν πράκτορες στο ουκρανικό έδαφος, με σκοπό τόσο τη συλλογή πληροφοριών όσο και την παροχή τεχνικής και υλικής υποστήριξης προς το αντικομμουνιστικό υπόγειο κίνημα.
Η συνεργασία αυτή δεν περιοριζόταν σε πολιτική προπαγάνδα. Οι επιχειρήσεις περιλάμβαναν διείσδυση πρακτόρων, επικοινωνία με το υπόγειο δίκτυο και υποστήριξη των οργανώσεων που συνέχιζαν την ένοπλη δράση εναντίον των σοβιετικών αρχών. Με άλλα λόγια, η μεταπολεμική σχέση Ουάσιγκτον και ουκρανικού εθνικιστικού χώρου δεν αποτελεί απλώς μεταγενέστερη πολιτική ερμηνεία. Καταγράφεται στα ίδια τα αποχαρακτηρισμένα επιχειρησιακά αρχεία.
Ο Stepan Bandera υπήρξε από το 1941 ηγετική μορφή της OUN-B και συνδέθηκε άμεσα με την ανακήρυξη ουκρανικού κράτους στο Λβιβ στις 30 Ιουνίου 1941. Η γερμανική αντίδραση υπήρξε άμεση: ο Bandera συνελήφθη από τη Gestapo και κρατήθηκε σε γερμανικές φυλακές και, αργότερα, στο στρατόπεδο Sachsenhausen. Τα αποχαρακτηρισμένα αρχεία της CIA τοποθετούν την κράτησή του εκεί από το 1942 έως τον Μάρτιο του 1944.
Η περίπτωση του Yaroslav Stetsko ήταν στενά συνδεδεμένη με την ίδια πολιτική παράδοση. Ο Stetsko είχε αναλάβει την ηγεσία της βραχύβιας ουκρανικής κυβέρνησης που ανακηρύχθηκε στο Λβιβ τον Ιούνιο του 1941 και συνελήφθη από τους Γερμανούς μετά την άρνησή τους να αποδεχθούν την ουκρανική ανεξαρτησία. Μετά τον πόλεμο, όμως, ο ίδιος άνθρωπος βρέθηκε στην καρδιά του μεταπολεμικού αντισοβιετικού εθνικιστικού δικτύου.
Η αντίφαση είναι χαρακτηριστική της πρώτης περιόδου του Ψυχρού Πολέμου. Οι ίδιοι πολιτικοί και οργανωτικοί χώροι που είχαν διαμορφωθεί μέσα στις ακραίες συνθήκες του πολέμου και είχαν συγκρουστεί με τη γερμανική κατοχή σε ορισμένες φάσεις, αλλά είχαν επίσης συνεργαστεί με γερμανικούς μηχανισμούς σε άλλες, απέκτησαν μεταπολεμικά νέα χρησιμότητα εξαιτίας του κοινού τους αντικομμουνιστικού προσανατολισμού.
Η UPA, ο ένοπλος σχηματισμός που συνδέθηκε κυρίως με την OUN-B, είχε αρχίσει να δρα από το 1942 και συνέχισε την ένοπλη δράση της μετά την επιστροφή των σοβιετικών δυνάμεων. Η δράση της στράφηκε εναντίον των σοβιετικών αρχών, αλλά συνδέθηκε επίσης με σοβαρά εγκλήματα εναντίον πολωνικών πληθυσμών στη Βολυνία και την ανατολική Γαλικία. Η μεταπολεμική δυτική αξιοποίηση του δικτύου δεν αναιρεί αυτή την ιστορική διάσταση.
Ο Bandera δολοφονήθηκε στο Μόναχο το 1959 από τον Bohdan Stashynsky, πράκτορα της σοβιετικής KGB. Ο Stetsko, αντίθετα, συνέχισε την πολιτική του δράση στη Δύση και το 1946 ανέλαβε την ηγεσία του Anti-Bolshevik Bloc of Nations. Παρέμεινε στην ηγεσία του ABN μέχρι τον θάνατό του το 1986.
Έτσι, ο Stetsko αποτελεί έναν ιδιαίτερα σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα που εξετάζουμε: από τον ουκρανικό εθνικισμό της περιόδου του πολέμου, στη μεταπολεμική αντικομμουνιστική διασπορά και από εκεί στη συνεργασία με δυτικούς μηχανισμούς του Ψυχρού Πολέμου.
Σχέδια διαμελισμού της Ρωσίας
Η ιστορική αυτή αλυσίδα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν εξετάσουμε την ιδέα της πολιτικής διάλυσης ή αναδιάρθρωσης του ρωσικού χώρου.
Το ABN δεν αποτελεί θεσμικά τον ίδιο οργανισμό με τις σημερινές οργανώσεις που προωθούν την ιδέα ενός μεταρωσικού χώρου. Ωστόσο, η βασική γεωπολιτική ιδέα της διάσπασης της σοβιετικής ή ρωσικής επικράτειας σε ξεχωριστές εθνικές πολιτικές οντότητες έχει εμφανιστεί επανειλημμένα στην ιστορία των αντικομμουνιστικών και εθνικιστικών κινημάτων.
Σήμερα, η ίδια ιδέα διατυπώνεται ανοιχτά από το Free Nations of PostRussia Forum. Η οργάνωση υποστηρίζει αυτό που αποκαλεί «decolonization» της Ρωσικής Ομοσπονδίας και δηλώνει ως βασικό στόχο τη δημιουργία 41 ανεξάρτητων κρατών στον μεταρωσικό χώρο. Στα κείμενά της απαριθμεί συγκεκριμένες υποψήφιες πολιτικές οντότητες, μεταξύ άλλων το Ταταρστάν, την Ουράλια Δημοκρατία, τη Σάχα, τη Μπασκιρία, την Καρελία, την Τσερκεσία, την Μπουριατία, το Κουμπάν και άλλες περιοχές.
Η διατύπωση αυτή έχει σημασία ακριβώς επειδή δεν χρειάζεται να ερμηνευθεί από τρίτους. Πρόκειται για δηλωμένο πολιτικό στόχο της ίδιας της οργάνωσης: η αντικατάσταση της σημερινής Ρωσικής Ομοσπονδίας από έναν χώρο πολλών νέων πολιτικών οντοτήτων.
Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το σημερινό Forum αποτελεί δημιούργημα της CIA ή ότι αποτελεί άμεση συνέχεια του ABN. Για κάτι τέτοιο απαιτούνται συγκεκριμένα στοιχεία χρηματοδότησης, επιχειρησιακής καθοδήγησης ή οργανωτικής διαδοχής. Εκεί χρειάζεται να διαχωρίσουμε το τεκμηριωμένο γεγονός από τη γεωπολιτική υπόθεση.
Το τεκμηριωμένο γεγονός είναι διαφορετικό και εξίσου ενδιαφέρον: η ιδέα της διάσπασης του ρωσικού γεωπολιτικού χώρου, η οποία υπήρξε στοιχείο ορισμένων αντικομμουνιστικών και εθνικιστικών σχεδίων του 20ού αιώνα, εξακολουθεί να εμφανίζεται σήμερα ως ανοιχτός πολιτικός στόχος συγκεκριμένων οργανώσεων.
Παράλληλα, έχουν δημιουργηθεί εξόριστοι πολιτικοί σχηματισμοί που διεκδικούν να εκπροσωπήσουν επιμέρους λαούς ή περιοχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η ύπαρξή τους αποτελεί πλέον τμήμα ενός ευρύτερου πολιτικού οικοσυστήματος που συζητά ανοιχτά την πιθανότητα μιας μεταρωσικής τάξης.
Η στρατηγική σημασία μιας τέτοιας εξέλιξης είναι προφανής. Η άμεση στρατιωτική σύγκρουση με μια πυρηνική δύναμη όπως η Ρωσία θα συνεπαγόταν τεράστιο κίνδυνο. Η εναλλακτική λογική που έχει εμφανιστεί κατά καιρούς στη γεωπολιτική σκέψη είναι η πίεση μέσω των εσωτερικών αντιθέσεων, της εθνικής κινητοποίησης και της πολιτικής αποσύνδεσης περιφερειών από το κεντρικό κράτος.
Δεν μπορούμε, όμως, να αποδώσουμε κάθε σύγχρονη πρωτοβουλία υπέρ της ρωσικής αποσύνθεσης στην CIA χωρίς συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία. Αυτό που μπορούμε να εξετάσουμε είναι η ιστορική συνέχεια μιας γεωπολιτικής ιδέας: την προσπάθεια μετατροπής των εθνικών διαφορών στο εσωτερικό της ρωσικής επικράτειας από εσωτερικό πολιτικό ζήτημα σε εργαλείο διεθνούς στρατηγικής.
Από τα πολιτικά δίκτυα στα δυτικά think tanks
Στην ίδια ευρύτερη στρατηγική συζήτηση εντάσσονται και δυτικά think tanks που ασχολούνται με τη Ρωσία, την Ανατολική Ευρώπη και τον μετασοβιετικό χώρο.
Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί το Jamestown Foundation, το οποίο ιδρύθηκε το 1984 και από την αρχή επικεντρώθηκε στη συλλογή και διάδοση πληροφοριών σχετικά με τις σοβιετικές και ανατολικοευρωπαϊκές κοινωνίες. Η ίδια η ιστορία του ιδρύματος αναφέρει τη συνεργασία του με σημαντικούς αποστάτες από το σοβιετικό μπλοκ και τη συμβολή του στην αντικομμουνιστική πληροφόρηση κατά την ύστερη περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.
Η ιστορική αυτή προέλευση δεν αποδεικνύει ότι το Jamestown αποτελεί επιχειρησιακό βραχίονα της CIA. Δείχνει όμως ότι λειτουργεί μέσα σε μια συγκεκριμένη παράδοση αμερικανικής στρατηγικής σκέψης, η οποία από τον Ψυχρό Πόλεμο και μετά έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στις πολιτικές, εθνικές και γεωπολιτικές αντιθέσεις του ευρασιατικού χώρου.
Ανάλογη προσοχή απαιτείται και στην περίπτωση πολιτικών προσώπων όπως η Anna Fotyga. Το 2016 η Fotyga ήταν εισηγήτρια στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την ευρωπαϊκή στρατηγική επικοινωνία απέναντι στη ρωσική προπαγάνδα, ενώ το σχετικό ψήφισμα προέκρινε την ενίσχυση των ευρωπαϊκών μηχανισμών στρατηγικής επικοινωνίας.
Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη συμμετοχής σε κάποιο ενιαίο μυστικό δίκτυο. Αποτελεί όμως ένδειξη του τρόπου με τον οποίο η αντιμετώπιση της Ρωσίας ως πεδίου πληροφοριακού και πολιτικού ανταγωνισμού έχει περάσει από τις μυστικές επιχειρήσεις του Ψυχρού Πολέμου στους θεσμικούς μηχανισμούς στρατηγικής επικοινωνίας της μεταψυχροπολεμικής Ευρώπης.
Η μεγάλη εικόνα επομένως είναι περισσότερο σύνθετη από μια απλή γραμμή που θα συνέδεε μηχανικά την CIA του 1950 με κάθε σύγχρονη αντιρωσική οργάνωση. Υπάρχει όμως μια ιστορικά ανιχνεύσιμη συνέχεια σε επίπεδο γεωπολιτικής σκέψης: η αξιοποίηση των εθνικών αντιθέσεων του ρωσικού χώρου ως μέσου περιορισμού της κεντρικής ρωσικής ισχύος.
Και ακριβώς σε αυτό το σημείο η ιστορία του ABN αποκτά ξανά ενδιαφέρον. Δεν χρειάζεται να υποστηρίξουμε ότι το ίδιο δίκτυο επιβίωσε αυτούσιο για ογδόντα χρόνια. Αρκεί να εξετάσουμε πώς μια συγκεκριμένη γεωπολιτική ιδέα επιβίωσε, μετασχηματίστηκε και επανεμφανίστηκε με διαφορετικούς οργανισμούς, διαφορετικά πρόσωπα και διαφορετικές πολιτικές συνθήκες.
Από την Paperclip στα δίκτυα του Ψυχρού Πολέμου
Η μεταπολεμική αξιοποίηση γερμανικού και ευρωπαϊκού ανθρώπινου δυναμικού δεν περιορίστηκε στους πολιτικούς και πληροφοριακούς κύκλους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε η Operation Paperclip, το αμερικανικό πρόγραμμα στρατολόγησης και μεταφοράς Γερμανών επιστημόνων και τεχνικών στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το πρόγραμμα είχε αρχικά ονομασία Overcast και εγκρίθηκε το 1945. Στόχος του ήταν η αξιοποίηση της γερμανικής επιστημονικής και τεχνικής τεχνογνωσίας, αλλά ταυτόχρονα και η αποτροπή της πρόσβασης της Σοβιετικής Ένωσης σε αυτήν. Μεταξύ των αντικειμένων του προγράμματος περιλαμβάνονταν η πυραυλική τεχνολογία, η αεροναυπηγική, η χημική και βιολογική έρευνα και άλλοι στρατιωτικά κρίσιμοι τομείς. Μεταγενέστερη αμερικανική κυβερνητική έρευνα επιβεβαίωσε ότι σημαντικός αριθμός των επιστημόνων που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα είχε υπάρξει μέλος του Ναζιστικού Κόμματος ή συνδεδεμένος με ναζιστικούς οργανισμούς, ενώ ορισμένες περιπτώσεις αφορούσαν πρόσωπα με ιδιαίτερα επιβαρυμένο παρελθόν.
Η Paperclip δεν ήταν πρόγραμμα της CIA και δεν πρέπει να συγχέεται με τις μεταγενέστερες επιχειρήσεις της αμερικανικής υπηρεσίας πληροφοριών. Η σημασία της για την ιστορία που εξετάζουμε βρίσκεται αλλού: αποκαλύπτει τη βαθύτερη μεταβολή των αμερικανικών στρατηγικών προτεραιοτήτων μετά το 1945. Ο πρώην εχθρός μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να μετατραπεί σε χρήσιμο πόρο εφόσον η τεχνογνωσία, οι πληροφορίες ή οι διασυνδέσεις του μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον του νέου αντιπάλου, της Σοβιετικής Ένωσης.
Η ίδια λογική εμφανίστηκε και στον χώρο των πληροφοριών. Ο Reinhard Gehlen, πρώην επικεφαλής των γερμανικών στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών στο Ανατολικό Μέτωπο, αξιοποιήθηκε από τις αμερικανικές υπηρεσίες και η οργάνωση που έφερε το όνομά του πέρασε αργότερα υπό τον έλεγχο της CIA. Η ίδια η ιστορική υπηρεσία της CIA αναγνωρίζει ότι η Gehlen Organization χρησιμοποιήθηκε για την άντληση πληροφοριών σχετικά με τη Σοβιετική Ένωση.
Έτσι διαμορφώθηκε σταδιακά ένα νέο μεταπολεμικό περιβάλλον. Επιστήμονες, πρώην αξιωματικοί πληροφοριών, πολιτικοί πρόσφυγες, αντικομμουνιστές και εθνικιστικά δίκτυα μπορούσαν να αποκτήσουν διαφορετική αξία μέσα στο νέο στρατηγικό πλαίσιο. Η προηγούμενη σχέση τους με το ναζιστικό ή κατοχικό καθεστώς δεν εξαφανιζόταν ιστορικά, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις έπαυε να αποτελεί το βασικό κριτήριο αξιολόγησής τους.
Από αυτή την άποψη, η περίπτωση των ουκρανικών εθνικιστικών δικτύων δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σύστημα αντικομμουνιστικής στρατηγικής που οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η επιχείρηση AERODYNAMIC αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τα αποχαρακτηρισμένα αρχεία της CIA καταγράφουν επιχειρησιακές επαφές με το ουκρανικό υπόγειο κίνημα, αποστολές πρακτόρων και προσπάθειες υποστήριξης των αντικομμουνιστικών δικτύων στην Ουκρανία. Η σχέση αυτή δεν ήταν απλώς ιδεολογική ή πολιτική. Περιλάμβανε πραγματική επιχειρησιακή δραστηριότητα.
Εδώ βρίσκεται ένας από τους σημαντικότερους κρίκους της ιστορικής αλυσίδας που εξετάζουμε: οι ουκρανικές εθνικιστικές οργανώσεις δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά στον αμερικανικό στρατηγικό ορίζοντα μετά το 1991. Υπήρχε ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του Ψυχρού Πολέμου ένα δίκτυο επαφών, επιχειρήσεων και πολιτικής συνεργασίας μεταξύ αμερικανικών υπηρεσιών και τμημάτων του ουκρανικού εθνικιστικού χώρου.
Η μεταγενέστερη σημασία της Ουκρανίας για την αμερικανική γεωπολιτική σκέψη γίνεται ακόμη σαφέστερη στις δεκαετίες που ακολούθησαν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Zbigniew Brzezinski, στο έργο του The Grand Chessboard, αντιμετώπισε την Ουκρανία ως κρίσιμο παράγοντα για την ισορροπία ισχύος στην Ευρασία και υποστήριξε ότι χωρίς την Ουκρανία η Ρωσία θα αντιμετώπιζε σοβαρούς περιορισμούς σε οποιαδήποτε προσπάθεια επαναφοράς ενός ευρύτερου αυτοκρατορικού ή ευρασιατικού πολιτικού χώρου.
Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία όχι επειδή αποδεικνύει από μόνη της μια μυστική αμερικανική συνωμοσία, αλλά επειδή αποκαλύπτει ότι η στρατηγική σημασία της Ουκρανίας για τον περιορισμό της ρωσικής ισχύος είχε ήδη διατυπωθεί ανοιχτά στο ανώτατο επίπεδο της αμερικανικής γεωπολιτικής σκέψης.
Ο Henry Kissinger, από διαφορετική στρατηγική αφετηρία, αντιμετώπισε επίσης την Ουκρανία ως κεντρικό ζήτημα της σχέσης Ρωσίας και Δύσης. Το 2014 προειδοποιούσε ότι η μετατροπή της Ουκρανίας σε προκεχωρημένο φυλάκιο της μιας πλευράς εναντίον της άλλης θα οδηγούσε σε επικίνδυνη κλιμάκωση και υποστήριζε μια διαφορετική αρχιτεκτονική ισορροπίας.
Οι διαφορετικές αυτές τοποθετήσεις δεν πρέπει να συγχέονται μεταξύ τους. Ούτε ο Brzezinski ούτε ο Kissinger αποτελούν από μόνοι τους απόδειξη ότι η Ουκρανία υπήρξε αποτέλεσμα μιας ενιαίας, αδιάκοπης μυστικής επιχείρησης των αμερικανικών υπηρεσιών.
Δείχνουν όμως κάτι ευρύτερο: η Ουκρανία είχε καταστεί, πολύ πριν από τη σημερινή σύγκρουση, κρίσιμος γεωπολιτικός παράγοντας στην αμερικανική στρατηγική σκέψη για τη Ρωσία και την Ευρασία.
Αν συνδυάσουμε αυτό το στρατηγικό υπόβαθρο με την αποδεδειγμένη μεταπολεμική συνεργασία των αμερικανικών υπηρεσιών με ουκρανικά εθνικιστικά δίκτυα, τότε προκύπτει ένα ιστορικό συνεχές που δεν μπορεί εύκολα να αγνοηθεί.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν μπορεί να αποδειχθεί ότι μία και μοναδική αμερικανική υπηρεσία «σχεδίασε» από το 1945 τον σημερινό πόλεμο. Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα απαιτούσε πολύ συγκεκριμένα στοιχεία που δεν διαθέτουμε.
Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι διαφορετικό: κατά πόσο η μεταπολεμική αμερικανική στρατηγική, η οποία ήδη από τον Ψυχρό Πόλεμο αξιοποιούσε ουκρανικά αντισοβιετικά δίκτυα, και η μεταγενέστερη γεωπολιτική αντίληψη που αντιμετώπιζε την Ουκρανία ως κρίσιμο μοχλό για τον περιορισμό της ρωσικής ισχύος, συνέβαλαν στη διαμόρφωση του στρατηγικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο εξελίχθηκε η σημερινή σύγκρουση.
Αυτό είναι το σημείο όπου η ιστορική έρευνα συναντά τη γεωπολιτική ανάλυση.
Από την επιχείρηση στην αρχιτεκτονική
Αν εξετάσουμε μεμονωμένα τα γεγονότα που προηγήθηκαν, είναι εύκολο να θεωρήσουμε ότι πρόκειται για διαφορετικές και ασύνδετες ιστορικές περιόδους. Η μεταπολεμική αξιοποίηση πρώην συνεργατών του Άξονα, η στρατολόγηση πληροφοριακών δικτύων εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, η υποστήριξη του ουκρανικού υπόγειου κινήματος, η δράση του ABN και, δεκαετίες αργότερα, η ανάδειξη της Ουκρανίας σε κεντρικό παράγοντα της αμερικανικής γεωπολιτικής σκέψης φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, ως διαφορετικές ιστορίες.
Ωστόσο, κάτω από αυτές τις διαφορετικές ιστορικές μορφές διακρίνεται μια κοινή στρατηγική λογική: η αξιοποίηση των εσωτερικών αντιθέσεων του ευρασιατικού χώρου ως μέσου περιορισμού της ρωσικής ισχύος.
Στον Ψυχρό Πόλεμο, η λογική αυτή εκφράστηκε μέσω μυστικών επιχειρήσεων, πληροφοριακών δικτύων, πολιτικών οργανώσεων της διασποράς και υποστήριξης αντικομμουνιστικών κινημάτων. Η AERODYNAMIC αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τα αποχαρακτηρισμένα αρχεία της CIA δείχνουν ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες διατηρούσαν επαφές με το ουκρανικό υπόγειο κίνημα, συντόνιζαν τη συλλογή πληροφοριών και εξέταζαν τρόπους ενίσχυσης των δικτύων που εκπροσωπούσαν την OUN, την UPA και το ευρύτερο ουκρανικό απελευθερωτικό κίνημα.
Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, το ίδιο γεωπολιτικό ζήτημα πέρασε από το επίπεδο των μυστικών επιχειρήσεων στο επίπεδο της μεγάλης στρατηγικής.
Ο Zbigniew Brzezinski, στο The Grand Chessboard, ενέταξε την Ουκρανία στην κατηγορία των κρίσιμων «γεωπολιτικών pivots» της Ευρασίας. Στο δικό του στρατηγικό σχήμα, η σημασία ενός τέτοιου κράτους δεν προκύπτει κατ' ανάγκην από τη συνολική του ισχύ, αλλά από τη γεωγραφική του θέση και από τις συνέπειες που μπορεί να έχει η πολιτική του κατεύθυνση για τις δυνατότητες ενός μεγαλύτερου γεωστρατηγικού παίκτη. Η Ουκρανία κατατάσσεται ρητά από τον Brzezinski σε αυτή την κατηγορία.
Η σημασία αυτής της θέσης είναι μεγάλη. Η Ουκρανία δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα ακόμη κράτος της Ανατολικής Ευρώπης, αλλά ως παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει τη γεωπολιτική θέση της Ρωσίας και τη συνολική ισορροπία ισχύος στην Ευρασία.
Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική μετάβαση από την επιχείρηση στην αρχιτεκτονική.
Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, το ζητούμενο ήταν η διείσδυση, η συλλογή πληροφοριών, η υποστήριξη υπόγειων δικτύων και η πολιτική αποσταθεροποίηση του σοβιετικού χώρου. Στη μεταψυχροπολεμική εποχή, το ζήτημα μετατοπίστηκε στη διαμόρφωση ενός νέου ευρωπαϊκού και ευρασιατικού συσχετισμού, στον οποίο η Ουκρανία κατείχε εξαιρετικά σημαντική γεωγραφική και στρατηγική θέση.
Η εξέλιξη αυτή δεν αποδεικνύει ότι η σημερινή σύγκρουση σχεδιάστηκε από μία και μοναδική αμερικανική υπηρεσία ήδη από τη δεκαετία του 1940. Μια τέτοια διατύπωση θα ξεπερνούσε τα διαθέσιμα τεκμήρια.
Αποδεικνύει όμως κάτι διαφορετικό και περισσότερο ενδιαφέρον: η Ουκρανία αποτέλεσε επί δεκαετίες αντικείμενο αμερικανικού στρατηγικού ενδιαφέροντος, ενώ οι αμερικανικές υπηρεσίες είχαν ήδη από τον Ψυχρό Πόλεμο αναπτύξει επιχειρησιακές σχέσεις με τμήματα του ουκρανικού εθνικιστικού χώρου.
Το ιστορικό αυτό υπόβαθρο δεν εξαφανίστηκε με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Μετασχηματίστηκε.
Και η ίδια γεωπολιτική λογική εμφανίζεται σήμερα και σε ένα άλλο επίπεδο: στην ιδέα της αναδιάρθρωσης ή ακόμη και της διάλυσης του ρωσικού πολιτικού χώρου.
Το σύγχρονο Free Nations of PostRussia Forum δηλώνει ανοιχτά ότι επιδιώκει την «decolonization» και τη «structural transformation» της Ρωσικής Ομοσπονδίας, με τη δημιουργία πολλών νέων ανεξάρτητων κρατών. Στην επίσημη ιστοσελίδα του αναφέρει ως βασικό στόχο τη δημιουργία 41 ανεξάρτητων κρατών στον μεταρωσικό χώρο και απαριθμεί συγκεκριμένες υποψήφιες πολιτικές οντότητες, από το Ταταρστάν, τη Σάχα και τη Μπασκιρία μέχρι την Καρελία, το Κουμπάν, τη Βουριατία και τη Σιβηρία.
Το ίδιο το Forum περιγράφει ως στόχο τη μετάβαση από τη σημερινή Ρωσική Ομοσπονδία σε μια «galaxy of free, independent and democratic countries» και συνδέει τη διαδικασία αυτή με την αλλαγή της διοικητικής και εδαφικής δομής της μετα-Πούτιν Ρωσίας.
Η σύγχρονη αυτή πραγματικότητα παρουσιάζει μια εντυπωσιακή ιστορική αναλογία με την παλαιότερη αντικομμουνιστική σκέψη: η Ρωσία δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως κράτος που πρέπει να ηττηθεί στρατιωτικά ή πολιτικά, αλλά ως γεωπολιτικός χώρος του οποίου η εσωτερική δομή μπορεί να αναδιαμορφωθεί.
Δεν σημαίνει ότι το σημερινό Forum αποτελεί οργανωτική συνέχεια του ABN ή ότι πίσω από αυτό βρίσκεται η CIA. Για μια τέτοια διαπίστωση θα απαιτούνταν συγκεκριμένα στοιχεία χρηματοδότησης, διοίκησης ή επιχειρησιακής καθοδήγησης.
Η ομοιότητα βρίσκεται αλλού.
Βρίσκεται στη γεωπολιτική ιδέα.
Η ιδέα ότι η Ρωσία μπορεί να αποδυναμωθεί όχι μόνο μέσω της εξωτερικής πίεσης αλλά και μέσω της ανάδειξης των εθνικών, περιφερειακών και πολιτισμικών διαφορών στο εσωτερικό της εμφανίστηκε ήδη στον αντισοβιετικό χώρο του 20ού αιώνα. Σήμερα εμφανίζεται ξανά, με διαφορετικούς οργανισμούς, διαφορετική ορολογία και διαφορετικό διεθνές περιβάλλον.
Έτσι, η ιστορική διαδρομή που ξεκινά από τα αντιρωσικά εθνικά δίκτυα της εποχής του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, περνά από την OUN, το ABN και τις επιχειρήσεις της CIA στον Ψυχρό Πόλεμο και φτάνει στη σύγχρονη συζήτηση για τον «μεταρωσικό χώρο» δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια ευθεία γραμμή όπου όλα τα γεγονότα καθοδηγούνται από το ίδιο κέντρο.
Είναι περισσότερο μια διαδοχή στρατηγικών μορφών που υπηρετούν, σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, μια παρόμοια γεωπολιτική λογική.
Από τη μυστική επιχείρηση περάσαμε στην πληροφοριακή επιχείρηση.
Από την πληροφοριακή επιχείρηση περάσαμε στη γεωπολιτική στρατηγική.
Και από τη γεωπολιτική στρατηγική στη συζήτηση για μια νέα αρχιτεκτονική της Ευρασίας.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος δημιούργησε ποιον οργανισμό και ποιος έδωσε ποια εντολή.
Το βαθύτερο ερώτημα είναι ποια γεωπολιτική σκέψη επιβιώνει μέσα από την αλλαγή των οργανισμών, των προσώπων και των εποχών.
Και σε αυτή την περίπτωση, η ιστορική συνέχεια είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από οποιαδήποτε απλοϊκή θεωρία περί μιας μοναδικής μυστικής συνωμοσίας.
Από την αντικομμουνιστική σταυροφορία στη νέα γεωπολιτική της Ρωσίας
Η ιστορία που εξετάσαμε δεν είναι η ιστορία μιας μοναδικής μυστικής επιχείρησης, η οποία ξεκίνησε κάποια συγκεκριμένη ημέρα και συνεχίστηκε αδιάκοπα μέχρι σήμερα. Η πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη.
Από τις γερμανικές προσπάθειες αξιοποίησης των εθνικών αντιθέσεων στη Ρωσική Αυτοκρατορία, μέχρι την OUN, το ABN, την AERODYNAMIC και τη μεταπολεμική συνεργασία αμερικανικών υπηρεσιών με ουκρανικά εθνικιστικά δίκτυα, συναντάμε διαφορετικές οργανώσεις, διαφορετικές εποχές και διαφορετικούς μηχανισμούς.
Αυτό που παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι η γεωπολιτική λογική που επανέρχεται μέσα από αυτές τις διαφορετικές μορφές.
Η Ρωσία, είτε ως αυτοκρατορία, είτε ως Σοβιετική Ένωση, είτε ως Ρωσική Ομοσπονδία, αποτέλεσε επανειλημμένα αντικείμενο στρατηγικών σχεδιασμών που επιδίωκαν να περιορίσουν τη γεωπολιτική της ισχύ, μεταξύ άλλων αξιοποιώντας τις εσωτερικές εθνικές και περιφερειακές διαφοροποιήσεις της.
Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, αυτή η λογική μπορούσε να εκφραστεί μέσω μυστικών επιχειρήσεων, πρακτόρων, πληροφοριακών δικτύων, πολιτικών οργανώσεων της διασποράς και υποστήριξης αντικομμουνιστικών κινημάτων.
Στη μεταψυχροπολεμική εποχή, η συζήτηση μεταφέρθηκε περισσότερο στο επίπεδο της μεγάλης γεωπολιτικής. Η ανεξάρτητη Ουκρανία απέκτησε κεντρική θέση στην αμερικανική στρατηγική σκέψη για την Ευρασία, ενώ η ιδέα ότι η θέση της Ουκρανίας επηρεάζει άμεσα τις δυνατότητες της Ρωσίας να ασκήσει ευρύτερη γεωπολιτική ισχύ διατυπώθηκε ανοιχτά από τον Zbigniew Brzezinski.
Σήμερα, η συζήτηση έχει προχωρήσει ακόμη περισσότερο. Οργανώσεις όπως το Free Nations of PostRussia Forum δεν περιορίζονται πλέον στην αντιπαράθεση με τη ρωσική κυβέρνηση. Διατυπώνουν ανοιχτά ένα διαφορετικό όραμα για τον ίδιο τον ρωσικό γεωπολιτικό χώρο: τη δημιουργία πολλών νέων κρατών και τη ριζική αναδιάρθρωση της σημερινής Ρωσικής Ομοσπονδίας.
Δεν χρειάζεται να υποστηρίξει κανείς ότι όλα αυτά αποτελούν ένα ενιαίο σχέδιο που διευθύνεται από ένα και μοναδικό κέντρο.
Αρκεί να παρατηρήσει τη διαχρονική επανεμφάνιση μιας συγκεκριμένης ιδέας:
ότι η ρωσική ισχύς μπορεί να περιοριστεί όχι μόνο μέσω της άμεσης αντιπαράθεσης με το ρωσικό κράτος, αλλά και μέσω της αξιοποίησης των εσωτερικών διαφορών του ίδιου του ρωσικού χώρου.
Αυτό είναι το πραγματικό γεωπολιτικό νήμα.
Η CIA δεν δημιούργησε τον ουκρανικό εθνικισμό. Δεν δημιούργησε την OUN και δεν δημιούργησε τις ιστορικές αντιθέσεις ανάμεσα στους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης. Τα αποχαρακτηρισμένα αρχεία δείχνουν όμως ότι, κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, οι αμερικανικές υπηρεσίες αξιοποίησαν υπαρκτά ουκρανικά εθνικιστικά και αντικομμουνιστικά δίκτυα ως εργαλεία στον ανταγωνισμό με τη Σοβιετική Ένωση.
Αυτό είναι ιστορικά τεκμηριωμένο.
Το επόμενο βήμα είναι γεωπολιτικό ερώτημα.
Σε ποιον βαθμό αυτή η παλαιότερη στρατηγική εμπειρία, οι αντιλήψεις που διαμορφώθηκαν κατά τον Ψυχρό Πόλεμο και η μεταγενέστερη αντιμετώπιση της Ουκρανίας ως κρίσιμου γεωπολιτικού παράγοντα συνέβαλαν στη διαμόρφωση του στρατηγικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο εξελίχθηκε η σημερινή σύγκρουση;
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με μία φράση.
Μπορεί όμως να αναζητηθεί μέσα στην ιστορική αλληλουχία.
Γιατί οι οργανώσεις αλλάζουν.
Τα πρόσωπα πεθαίνουν.
Οι αυτοκρατορίες καταρρέουν.
Οι υπηρεσίες πληροφοριών αναδιοργανώνονται.
Τα κράτη αλλάζουν ονομασίες και σύνορα.
Οι γεωπολιτικές ιδέες, όμως, μπορούν να επιβιώσουν.
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο μάθημα της ιστορίας που εξετάσαμε.
Η σύγκρουση στην Ουκρανία δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο από την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων το 2022. Ούτε αρκεί να εξεταστεί αποκλειστικά από το 2014. Οι βαθύτερες ρίζες της συνδέονται με πολύ παλαιότερες αντιθέσεις της ευρωπαϊκής και ευρασιατικής γεωπολιτικής: τη σχέση Ρωσίας και Ευρώπης, τη θέση της Ουκρανίας ανάμεσα σε διαφορετικούς γεωπολιτικούς χώρους, τον ανταγωνισμό για την Ανατολική Ευρώπη και, κυρίως, το διαχρονικό ζήτημα του ποιος θα καθορίζει την πολιτική και γεωγραφική αρχιτεκτονική του ευρασιατικού χώρου.
Η ιστορία της CIA και των ουκρανικών εθνικιστικών δικτύων αποτελεί μόνο ένα τμήμα αυτής της μεγαλύτερης εικόνας.
Αλλά είναι ένα τμήμα που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Γιατί όταν τα αποχαρακτηρισμένα αρχεία καταγράφουν πραγματικές μυστικές επιχειρήσεις, όταν οι ίδιοι οι σημαντικότεροι Αμερικανοί γεωπολιτικοί θεωρητικοί περιγράφουν την Ουκρανία ως κρίσιμο παράγοντα για τη ρωσική ισχύ και όταν σύγχρονες πολιτικές οργανώσεις δηλώνουν ανοιχτά ότι επιδιώκουν τη ριζική αναδιάρθρωση του σημερινού ρωσικού χώρου, τότε η συζήτηση μετατοπίζεται.
Δεν αφορά πλέον μόνο το παρελθόν.
Αφορά το είδος της Ευρασίας που διαμορφώνεται μπροστά μας.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν κάθε γεγονός των τελευταίων ογδόντα ετών μπορεί να αποδοθεί σε μία ενιαία υπηρεσία, σε ένα ενιαίο επιτελείο ή σε ένα αδιάκοπο μυστικό σχέδιο. Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν μια τόσο απλουστευτική ερμηνεία.
Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι διαφορετικό:
Πώς μετατρέπονται οι γεωπολιτικές ιδέες σε στρατηγικές, οι στρατηγικές σε θεσμούς και οι θεσμοί σε νέα πολιτική πραγματικότητα;
Από την OUN στο ABN.
Από το ABN στις μυστικές επιχειρήσεις του Ψυχρού Πολέμου.
Από τις μυστικές επιχειρήσεις στη μεταψυχροπολεμική γεωπολιτική σκέψη.
Και από εκεί στη σημερινή συζήτηση για την Ουκρανία, τη Ρωσία και τον μεταρωσικό χώρο.
Δεν πρόκειται για μια ευθεία γραμμή.
Πρόκειται για μια αλληλουχία.
Και ακριβώς μέσα σε αυτή την αλληλουχία βρίσκεται η αξία της ιστορικής έρευνας: όχι στο να αποδείξει εκ των προτέρων μια θεωρία, αλλά στο να δείξει ποια στοιχεία επέζησαν, ποια μετασχηματίστηκαν και ποια επανεμφανίστηκαν με νέα μορφή.
Οι πόλεμοι δεν αρχίζουν πάντοτε όταν πέσει η πρώτη βόμβα.
Μερικές φορές αρχίζουν πολύ νωρίτερα, όταν αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο κάποιοι αντιλαμβάνονται τον χάρτη.
Και όταν αλλάζει ο χάρτης στο μυαλό των στρατηγών, των πολιτικών και των γεωπολιτικών σχεδιαστών, αργά ή γρήγορα αρχίζει να τίθεται το ερώτημα αν μπορεί να αλλάξει και ο πραγματικός χάρτης.
Εκεί ακριβώς συναντώνται η ιστορία, η γεωπολιτική και η στρατηγική.
Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών






