Η Συμμαχία της Μέκκας και η Νέα Αρχιτεκτονική Ασφαλείας της Ευρασίας.


 





Το Πακιστάν προσκαλεί το Ιράν σε μια αμυντική συμφωνία που ενδέχεται να αναδιαμορφώσει τη στρατηγική ισορροπία στη Μέση Ανατολή.

«Η γεωπολιτική δεν καθορίζεται μόνο από τη δύναμη των κρατών, αλλά από την ικανότητά τους να δημιουργούν νέες γεωγραφίες συνεργασίας.»

Αλεξάντρ Ντούγκιν

Οι μεγάλες γεωπολιτικές μεταβολές σπάνια ανακοινώνονται με επίσημες διακηρύξεις. Συνήθως διακρίνονται μέσα από διαδοχικές κινήσεις, διπλωματικές πρωτοβουλίες και συμφωνίες που, αρχικά, μοιάζουν να αφορούν αποκλειστικά την περιφέρειά τους. Μόνο όταν αυτές οι κινήσεις ενωθούν σε ένα ενιαίο στρατηγικό σχήμα γίνεται αντιληπτό ότι δεν πρόκειται για μια ακόμη περιφερειακή εξέλιξη, αλλά για τη γέννηση μιας νέας ισορροπίας ισχύος.

Τις τελευταίες εβδομάδες, μια σειρά πληροφοριών που προέρχονται από διαφορετικές κατευθύνσεις συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: η Μέση Ανατολή φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα φάση στρατηγικής αναδιάταξης. Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από πηγές με γνώση των σχετικών διεργασιών, χωρίς όμως να έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, το Πακιστάν έχει προσκαλέσει το Ιράν να συμμετάσχει στη λεγόμενη «Συμμαχία της Μέκκας», μια συμφωνία της οποίας το πλήρες περιεχόμενο παραμένει άγνωστο στο ευρύ κοινό και, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, είναι γνωστό μόνο στις κυβερνήσεις που συμμετέχουν σε αυτήν.

Εάν οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε η σημασία τους υπερβαίνει κατά πολύ την ένταξη ενός ακόμη κράτους σε μια περιφερειακή συμφωνία. Θα πρόκειται για ένδειξη ότι η ασφάλεια της Μέσης Ανατολής παύει σταδιακά να οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από τις πρωτοβουλίες των εξωπεριφερειακών δυνάμεων και αρχίζει να διαμορφώνεται από νέους άξονες συνεργασίας που αναπτύσσονται μεταξύ των ίδιων των κρατών της ευρύτερης Ευρασίας.

Το ακόμη πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι ίδιες πληροφορίες περιγράφουν το Πακιστάν όχι μόνο ως πιθανό αρχιτέκτονα αυτής της νέας πρωτοβουλίας, αλλά και ως τον βασικό διαμεσολαβητή μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, σε μια περίοδο όπου οι περισσότεροι παραδοσιακοί δίαυλοι επικοινωνίας φαίνεται να έχουν αποδυναμωθεί. Εάν αυτή η εικόνα επιβεβαιωθεί, τότε το Ισλαμαμπάντ δεν θα λειτουργεί πλέον ως ένας απλός περιφερειακός παίκτης, αλλά ως κομβικός γεωπολιτικός σύνδεσμος ανάμεσα στη Μέση Ανατολή, τη Νότια Ασία και την ευρύτερη ευρασιατική στρατηγική.

Το άρθρο που ακολουθεί εξετάζει όσα μέχρι στιγμής είναι γνωστά, διαχωρίζοντας αυστηρά τα επιβεβαιωμένα δεδομένα από τις πληροφορίες που προέρχονται από εμπιστευτικές πηγές. Κυρίως όμως επιχειρεί να απαντήσει σε ένα ευρύτερο ερώτημα: παρακολουθούμε τη διεύρυνση μιας ακόμη περιφερειακής συμφωνίας ή τη σταδιακή διαμόρφωση ενός νέου συστήματος ασφαλείας που μπορεί να μεταβάλει τη γεωπολιτική αρχιτεκτονική ολόκληρης της Ευρασίας;


Η Πρόσκληση που Μπορεί να Αναδιαμορφώσει τη Μέση Ανατολή

«Η μεγαλύτερη στρατηγική επιτυχία δεν είναι η δημιουργία μιας συμμαχίας, αλλά η δημιουργία ενός νέου συστήματος σχέσεων.»

Χένρι Κίσινγκερ

Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από πηγές με γνώση των σχετικών διεργασιών, χωρίς όμως να έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, το Πακιστάν έχει απευθύνει επίσημη πρόσκληση προς το Ιράν προκειμένου να συμμετάσχει στη λεγόμενη «Συμμαχία της Μέκκας» (Mecca Pact). Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι το ζήτημα συζητήθηκε την Κυριακή σε ανώτατο επίπεδο, ακόμη και στο γραφείο του Αγιατολάχ Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ενώ ο Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων του Πακιστάν, Στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ, αναμένεται να θέσει προσωπικά το θέμα κατά την επίσκεψή του στην Τεχεράνη.

Οι πληροφορίες αυτές παραμένουν στο επίπεδο των εμπιστευτικών πηγών και απαιτούν επιβεβαίωση. Ωστόσο, ακόμη και ως ένδειξη των διεργασιών που βρίσκονται σε εξέλιξη, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς περιγράφουν μια διαδικασία που θα μπορούσε να επηρεάσει συνολικά την αρχιτεκτονική ασφαλείας της περιοχής.

Το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη εντύπωση δεν είναι μόνο η ίδια η πρόσκληση, αλλά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, το πλήρες κείμενο της συμφωνίας δεν έχει δημοσιοποιηθεί ποτέ. Μέχρι σήμερα, κανείς εκτός των κυβερνήσεων που συμμετέχουν στη συμφωνία δεν φαίνεται να γνωρίζει το ακριβές περιεχόμενό της, τις δεσμεύσεις που προβλέπει ή ακόμη και το εύρος των υποχρεώσεων που δημιουργεί για τα μέλη της.

Αυτό προσδίδει στη συγκεκριμένη πρωτοβουλία έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Σε αντίθεση με τις περισσότερες διεθνείς συμφωνίες, οι οποίες δημοσιοποιούνται ώστε να λειτουργούν και ως εργαλείο πολιτικής αποτροπής, η συγκεκριμένη φαίνεται να εξελίσσεται σχεδόν αποκλειστικά μέσω διακριτικής διπλωματίας. Η περιορισμένη δημοσιότητα καθιστά δυσκολότερη την αξιολόγηση των πραγματικών της στόχων, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει το γεωπολιτικό ενδιαφέρον γύρω από αυτήν.

Εάν τελικά το Ιράν αποδεχθεί την πρόσκληση, τότε δεν θα πρόκειται απλώς για την προσχώρηση ενός ακόμη κράτους σε μια περιφερειακή πρωτοβουλία. Θα πρόκειται για μια εξέλιξη που θα μπορούσε να επηρεάσει τις ισορροπίες ανάμεσα στις αραβικές μοναρχίες, το Ιράν, το Πακιστάν και τις μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις, ανοίγοντας τον δρόμο για ένα διαφορετικό μοντέλο περιφερειακής ασφάλειας από εκείνο που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες.

Ακριβώς γι' αυτό, η επικείμενη συνάντηση του Ασίμ Μουνίρ στην Τεχεράνη αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν αφορά μόνο τις σχέσεις Πακιστάν και Ιράν. Ενδέχεται να αποτελέσει το πρώτο ουσιαστικό τεστ για το κατά πόσο η περιοχή επιχειρεί να οικοδομήσει ένα νέο σύστημα στρατηγικής συνεργασίας, στο οποίο οι ίδιες οι περιφερειακές δυνάμεις θα διαμορφώνουν τους κανόνες ασφαλείας, περιορίζοντας σταδιακά την εξάρτησή τους από εξωπεριφερειακούς μηχανισμούς.


Το Πακιστάν ως Νέος Στρατηγικός Κόμβος της Ευρασίας

«Όποιος ελέγχει τους διαδρόμους επικοινωνίας, επηρεάζει την πορεία της ιστορίας περισσότερο από εκείνον που διαθέτει τον μεγαλύτερο στρατό.»

Χάλφορντ Μακίντερ

Για πολλές δεκαετίες, το Πακιστάν αντιμετωπιζόταν κυρίως μέσα από το πρίσμα της αντιπαράθεσης με την Ινδία ή ως σημαντικός σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και του πολέμου στο Αφγανιστάν. Σήμερα, όμως, φαίνεται να αναλαμβάνει έναν διαφορετικό ρόλο, πολύ ευρύτερο από εκείνον μιας απλής περιφερειακής δύναμης.

Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από πηγές με γνώση των σχετικών διεργασιών, χωρίς να έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, η Ουάσιγκτον φέρεται να επιχείρησε το τελευταίο διάστημα να αξιοποιήσει το Ισλαμαμπάντ ως δίαυλο επικοινωνίας προς την Τεχεράνη, προκειμένου να μεταφερθούν νέες προτάσεις αποκλιμάκωσης. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι η ιρανική πλευρά απάντησε πως οποιαδήποτε ουσιαστική διαπραγμάτευση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στο πλαίσιο του Μνημονίου Συνεννόησης (MOU) που είχε προηγουμένως συμφωνηθεί μέσω του Πακιστάν και όχι μέσω νέων διαμεσολαβητών.

Εφόσον οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιωθούν, θα πρόκειται για μια αξιοσημείωτη στρατηγική μεταβολή. Το Πακιστάν δεν εμφανίζεται πλέον ως ένας απλός συνομιλητής ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενες πλευρές, αλλά ως ο μοναδικός δίαυλος τον οποίο και οι δύο θεωρούν ακόμη λειτουργικό. Σε μια εποχή όπου αρκετοί παραδοσιακοί μηχανισμοί διαμεσολάβησης φαίνεται να έχουν αποδυναμωθεί, η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Η εικόνα αυτή συνδέεται και με μια ευρύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα. Το Πακιστάν βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται η Νότια Ασία, η Μέση Ανατολή, η Κεντρική Ασία και οι κινεζικοί χερσαίοι διάδρομοι του Belt and Road Initiative. Όποιος επιδιώκει να διαμορφώσει μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας δεν μπορεί να αγνοήσει τη γεωγραφική αυτή θέση.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες πρόσφατες πρωτοβουλίες που αφορούν το Ιράν, τους εμπορικούς διαδρόμους, τη θαλάσσια πρόσβαση στον Ινδικό Ωκεανό και τη διασύνδεση με την Κίνα φαίνεται να συγκλίνουν στο ίδιο γεωγραφικό σημείο. Το Ισλαμαμπάντ παύει σταδιακά να λειτουργεί ως περιφερειακός αποδέκτης των αποφάσεων των μεγάλων δυνάμεων και επιχειρεί να μετατραπεί σε έναν από τους βασικούς διαμορφωτές τους.

Αν αυτή η στρατηγική επιλογή συνεχιστεί, τότε η πραγματική σημασία της δεν θα βρίσκεται μόνο στις σχέσεις Πακιστάν και Ιράν. Θα σηματοδοτεί την ανάδυση ενός νέου ευρασιατικού άξονα, στον οποίο η διπλωματία, η οικονομία, οι ενεργειακοί διάδρομοι και η ασφάλεια θα συνδέονται ολοένα στενότερα, μεταβάλλοντας σταδιακά την ισορροπία ισχύος σε ολόκληρη την περιοχή.


Το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ και η σιωπηλή αναδιάταξη των αραβικών συμμαχιών

«Ο σοφός ηγεμόνας δεν παρατηρεί μόνο ποιος είναι φίλος ή εχθρός σήμερα, αλλά ποιος αλλάζει θέση χωρίς να το ανακοινώνει.»
Σουν Τσου

Ενώ η προσοχή στρέφεται κυρίως στην πιθανή ένταξη του Ιράν στη Συμμαχία της Μέκκας, εξίσου ενδιαφέρουσες είναι οι κινήσεις που πραγματοποιούνται παράλληλα στο εσωτερικό του αραβικού κόσμου. Συχνά, στις διεθνείς σχέσεις, μεγαλύτερη σημασία έχουν οι επαφές που δεν ανακοινώνονται επίσημα παρά οι ίδιες οι δημόσιες δηλώσεις.

Σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές που διαθέτουν γνώση των σχετικών επαφών, αλλά δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα, ο Διάδοχος του Μπαχρέιν πραγματοποίησε συνάντηση με τον υπαρχηγό των ενόπλων δυνάμεων του Πακιστάν. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι αντικείμενο των συνομιλιών δεν ήταν η Συμμαχία της Μέκκας, αλλά ένα ξεχωριστό πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας ανάμεσα στο Πακιστάν, τη Σαουδική Αραβία και, πιθανώς, το Κουβέιτ. Οι πληροφορίες αυτές παραμένουν ανεπιβεβαίωτες και πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα επιφύλαξη.

Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική. Εάν επιβεβαιωθεί, σημαίνει ότι η νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας που φαίνεται να διαμορφώνεται στην περιοχή δεν περιορίζεται σε μία μόνο συμφωνία. Αντίθετα, αναπτύσσεται μέσα από ένα πλέγμα παράλληλων στρατιωτικών και πολιτικών συνεννοήσεων, οι οποίες αλληλοσυμπληρώνονται χωρίς απαραίτητα να εντάσσονται όλες στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο.

Το Μπαχρέιν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της γεωστρατηγικής του θέσης. Φιλοξενεί την έδρα του Πέμπτου Στόλου των Ηνωμένων Πολιτειών και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αμερικανικούς ναυτικούς κόμβους στον Περσικό Κόλπο. Η συμμετοχή ή ακόμη και η διατήρηση στενών αμυντικών επαφών με το Πακιστάν δημιουργεί μια σύνθετη εικόνα, στην οποία κράτη που παραμένουν στενοί σύμμαχοι της Ουάσιγκτον επιδιώκουν ταυτόχρονα να διατηρούν λειτουργικές σχέσεις με ένα περιφερειακό δίκτυο που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.

Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει μια ευρύτερη μεταβολή που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια. Πολλά κράτη της Μέσης Ανατολής δεν επιθυμούν πλέον να ενταχθούν αποκλειστικά σε ένα γεωπολιτικό στρατόπεδο. Αντίθετα, επιδιώκουν να αναπτύσσουν πολλαπλές σχέσεις ασφαλείας, οικονομίας και διπλωματίας, διατηρώντας παράλληλα ανοικτές επιλογές απέναντι τόσο στη Δύση όσο και στις ανερχόμενες ευρασιατικές δυνάμεις.

Για τη στρατηγική σκέψη, αυτή η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ισχύς δεν μετριέται μόνο από τον αριθμό των στρατευμάτων ή των οπλικών συστημάτων, αλλά και από την ικανότητα δημιουργίας δικτύων συνεργασίας που παραμένουν λειτουργικά ακόμη και όταν οι διεθνείς ισορροπίες μεταβάλλονται.

Εάν οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σαφής. Η περιοχή δεν αναζητά απλώς νέες συμμαχίες. Αναζητά ένα διαφορετικό μοντέλο ασφάλειας, στο οποίο η συνεργασία δεν θα βασίζεται αποκλειστικά στις εγγυήσεις μιας εξωπεριφερειακής δύναμης, αλλά και στις ίδιες τις ισορροπίες που οικοδομούν τα κράτη της Μέσης Ανατολής και της Ευρασίας.

Σε αυτή τη διαδικασία, το Πακιστάν φαίνεται να αναλαμβάνει έναν ρόλο που υπερβαίνει κατά πολύ εκείνον ενός παραδοσιακού περιφερειακού παίκτη. Εμφανίζεται ολοένα περισσότερο ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον αραβικό κόσμο, το Ιράν, την Κίνα και τη Ρωσία, λειτουργώντας ως γέφυρα σε ένα νέο γεωπολιτικό πλέγμα που βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση.


Το Πακιστάν ως ο νέος στρατηγικός μεσολαβητής

«Η πραγματική ισχύς ενός κράτους δεν βρίσκεται μόνο στα όπλα του, αλλά στην ικανότητά του να γίνεται αναντικατάστατος κόμβος των σχέσεων των άλλων.»
Γιεβγκένι Πριμακόφ

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία που προκύπτουν από τις τελευταίες πληροφορίες δεν αφορά ούτε στρατιωτικές επιχειρήσεις ούτε οικονομικές κυρώσεις. Αφορά τη σταδιακή μεταβολή του ίδιου του Πακιστάν σε κεντρικό διαμεσολαβητή της νέας ευρασιατικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.

Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από πηγές με άμεση γνώση των σχετικών επαφών, χωρίς όμως να μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα, η κυβέρνηση του Πακιστάν δεν λειτουργεί πλέον απλώς ως ουδέτερος συνομιλητής ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη. Αντίθετα, φαίνεται να εξελίσσεται στον βασικό διπλωματικό κόμβο μέσω του οποίου επιχειρείται να οικοδομηθεί ένα νέο περιφερειακό σύστημα συνεργασίας.

Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι η Ουάσιγκτον, παρά την προηγούμενη υποβάθμιση των σχέσεών της με το Ισλαμαμπάντ, συνεχίζει να επιδιώκει τη χρήση του Πακιστάν ως διαύλου επικοινωνίας προς την Τεχεράνη. Ωστόσο, η ιρανική πλευρά φέρεται να ξεκαθάρισε ότι δεν προτίθεται να συζητήσει νέα πλαίσια διαπραγμάτευσης, αλλά θεωρεί ως μοναδική βάση επανέναρξης του διαλόγου το ήδη υπογεγραμμένο Μνημόνιο Κατανόησης (MOU) των δεκατεσσάρων σημείων που είχε συμφωνηθεί μέσω Ισλαμαμπάντ.

Εάν οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε το Πακιστάν αποκτά έναν ρόλο πολύ ευρύτερο από εκείνον μιας απλής περιφερειακής δύναμης. Μετατρέπεται στον μοναδικό αποδεκτό διαμεσολαβητή ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, γεγονός που του προσδίδει στρατηγική βαρύτητα δυσανάλογη προς το μέχρι σήμερα διπλωματικό του αποτύπωμα.

Η εξέλιξη αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι για δεκαετίες το Ισλαμαμπάντ θεωρούνταν χώρα στενά συνδεδεμένη με τις αμερικανικές στρατηγικές επιδιώξεις στην περιοχή. Σήμερα, όμως, φαίνεται να ακολουθεί μια περισσότερο αυτόνομη πορεία, διατηρώντας παράλληλα στενή συνεργασία με την Κίνα, αναπτύσσοντας τις σχέσεις του με τη Ρωσία και ενισχύοντας την επικοινωνία του με το Ιράν.

Δεν πρόκειται απλώς για αλλαγή διπλωματικών ισορροπιών. Πρόκειται για ένδειξη ότι οι περιφερειακές δυνάμεις επιχειρούν να διαχειριστούν οι ίδιες τις κρίσεις της περιοχής τους, χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από τους παραδοσιακούς μεσολαβητές της Δύσης.

Ακριβώς αυτή είναι μία από τις βασικές ενδείξεις της μετάβασης προς ένα περισσότερο πολυπολικό διεθνές σύστημα. Η επιρροή δεν ασκείται πλέον μόνο από εκείνον που διαθέτει τη μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ, αλλά και από εκείνον που ελέγχει τους διαύλους επικοινωνίας, τις εμπορικές αρτηρίες και τις δυνατότητες πολιτικής διαμεσολάβησης.

Στη σημερινή συγκυρία, το Πακιστάν φαίνεται να επιχειρεί να καταστεί ακριβώς αυτό: όχι απλώς ένας ακόμη περιφερειακός παίκτης, αλλά ο γεωπολιτικός σύνδεσμος που ενώνει την Κίνα, το Ιράν, τον αραβικό κόσμο και, ταυτόχρονα, διατηρεί ανοιχτό έναν από τους τελευταίους διαύλους επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον.

Εάν αυτή η στρατηγική αποδώσει, τότε η σημασία του Ισλαμαμπάντ δεν θα μετριέται μόνο από τη δική του ισχύ, αλλά από τον ρόλο του ως αναντικατάστατου κόμβου στη νέα ευρασιατική ισορροπία. Σε μια εποχή όπου οι συμμαχίες επαναπροσδιορίζονται, η δυνατότητα να συνδέεις αντίπαλους κόσμους μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερη ακόμη και από τη στρατιωτική υπεροχή.


Η οικονομική ολοκλήρωση ως γεωπολιτικό όπλο

«Όποιος ελέγχει τους δρόμους του εμπορίου, διαμορφώνει και την πολιτική των εθνών.»
Ζαν Μπατίστ Κολμπέρ

Πίσω από τις διπλωματικές επαφές και τις συζητήσεις γύρω από το Σύμφωνο της Μέκκας φαίνεται να εξελίσσεται μια δεύτερη, ίσως ακόμη σημαντικότερη διαδικασία: η οικοδόμηση ενός ενιαίου οικονομικού χώρου που θα συνδέει την Κίνα, το Πακιστάν, το Ιράν και σταδιακά τη Μέση Ανατολή μέσω κοινών υποδομών, εμπορικών διαδρόμων και εναλλακτικών χρηματοπιστωτικών μηχανισμών.

Σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές που διαθέτουν γνώση των σχετικών διαβουλεύσεων, χωρίς όμως να μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα, κατά τη διάρκεια των συνομιλιών στην Τεχεράνη εξετάζεται η προοπτική δεκαπλασιασμού του διμερούς εμπορίου μεταξύ Πακιστάν και Ιράν μέσα στα επόμενα τρία χρόνια. Οι ίδιες πληροφορίες κάνουν λόγο για στόχο συναλλαγών που θα μπορούσε να προσεγγίσει τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η συγκεκριμένη εκτίμηση πρέπει να αντιμετωπίζεται με προσοχή. Δεν είναι ακόμη σαφές αν το ποσό αυτό αναφέρεται σε υφιστάμενο όγκο εμπορίου ή σε μελλοντικό στρατηγικό στόχο. Ακριβώς γι' αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί επιβεβαιωμένο οικονομικό δεδομένο. Εκείνο όμως που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ότι, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, στις συνομιλίες συμμετέχουν ήδη υψηλόβαθμοι εκπρόσωποι των υπουργείων Εξωτερικών, Εμπορίου και Οικονομίας των δύο χωρών, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι σχεδιασμοί δεν περιορίζονται σε θεωρητικές συζητήσεις αλλά αποκτούν διοικητικό και τεχνικό περιεχόμενο.

Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα του τρόπου πραγματοποίησης αυτών των συναλλαγών. Σύμφωνα με τις ίδιες ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, οι δύο πλευρές εξετάζουν τη σημαντική διεύρυνση των εμπορικών διακανονισμών εκτός του αμερικανικού δολαρίου, αξιοποιώντας εθνικά νομίσματα και εναλλακτικά χρηματοπιστωτικά δίκτυα με την υποστήριξη της Κίνας και της Ρωσίας.

Εάν οι σχεδιασμοί αυτοί προχωρήσουν, δεν θα πρόκειται απλώς για ακόμη μία εμπορική συμφωνία. Θα αποτελέσουν μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας αποδολαριοποίησης, η οποία τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται ολοένα συχνότερα στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των κρατών της Ευρασίας και των BRICS.

Η στρατηγική σημασία αυτής της εξέλιξης υπερβαίνει τα όρια των τεσσάρων χωρών. Για δεκαετίες, η παγκόσμια οικονομική επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών στηρίχθηκε όχι μόνο στη στρατιωτική τους ισχύ αλλά και στον κεντρικό ρόλο του δολαρίου στις διεθνείς συναλλαγές. Κάθε νέα περιφερειακή οικονομική αρχιτεκτονική που επιδιώκει να λειτουργήσει έξω από αυτό το πλαίσιο μειώνει σταδιακά την αποτελεσματικότητα των παραδοσιακών μηχανισμών οικονομικής πίεσης.

Από αυτή την οπτική, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν το εμπόριο Πακιστάν και Ιράν θα φθάσει πράγματι τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν βρισκόμαστε μπροστά στη συγχώνευση δύο μέχρι πρότινος ξεχωριστών γεωοικονομικών αξόνων: του κινεζοπακιστανικού διαδρόμου και του κινεζοϊρανικού διαδρόμου. Εάν αυτή η ενοποίηση ολοκληρωθεί, τότε θα δημιουργηθεί ένας συνεχής οικονομικός άξονας που θα εκτείνεται από την Ανατολική Ασία έως τον Περσικό Κόλπο, μεταβάλλοντας ουσιαστικά τον γεωοικονομικό χάρτη της Ευρασίας.

Ίσως λοιπόν η σημαντικότερη αλλαγή να μην αφορά τους αριθμούς, αλλά τη δομή. Όταν οι εμπορικοί διάδρομοι, οι ενεργειακές ροές, τα λιμάνια και τα συστήματα πληρωμών αρχίζουν να λειτουργούν ως ενιαίο δίκτυο, τότε η γεωπολιτική ισχύς παύει να εξαρτάται αποκλειστικά από τα κράτη και μεταφέρεται στις ίδιες τις υποδομές που τα συνδέουν. Αυτή είναι η λογική πάνω στην οποία φαίνεται να οικοδομείται η νέα ευρασιατική πραγματικότητα.

Η Υεμένη ως το πραγματικό σημείο ανάφλεξης

«Η σοφία του στρατηγού δεν φαίνεται όταν κερδίζει μάχες, αλλά όταν αντιλαμβάνεται ποιο πεδίο θα καθορίσει ολόκληρο τον πόλεμο.»
Σουν Τσου

Ενώ το μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς προσοχής παραμένει στραμμένο στο Ιράν και στις εξελίξεις γύρω από το πυρηνικό του πρόγραμμα, οι πληροφορίες που προκύπτουν από τις τελευταίες διπλωματικές επαφές υποδεικνύουν ότι ένα διαφορετικό μέτωπο ενδέχεται να αποδειχθεί καθοριστικό για την ασφάλεια ολόκληρης της περιοχής: η Υεμένη.

Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από πηγές με γνώση των σχετικών συνομιλιών, χωρίς όμως να μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα, το ζήτημα της Υεμένης περιλαμβάνεται στην ατζέντα των επαφών του Πακιστανού Αρχιστρατήγου Ασίμ Μουνίρ στην Τεχεράνη. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά αφορά κυρίως τους τρόπους αποτροπής μιας ευρύτερης περιφερειακής κλιμάκωσης.

Στο πλαίσιο αυτό διατυπώνεται η εκτίμηση ότι μια ενδεχόμενη μεγάλης κλίμακας επίθεση εναντίον κρίσιμων υποδομών των Χούθι, όπως τα λιμάνια της Χοντέιντα ή εγκαταστάσεις στην περιοχή της Σαναά, θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικά ισχυρότερη αντίδραση από όσες έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα.

Η συγκεκριμένη εκτίμηση παραμένει ανάλυση και όχι επιβεβαιωμένο επιχειρησιακό σχέδιο. Ωστόσο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή μεταφέρει το επίκεντρο της προσοχής από το ίδιο το Ιράν προς τις ενεργειακές υποδομές της Σαουδικής Αραβίας.

Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, σε περίπτωση σοβαρής στρατιωτικής κλιμάκωσης οι πιθανότεροι στόχοι αντιποίνων θα μπορούσαν να είναι ο αγωγός East-West Pipeline, καθώς και τα μεγάλα διυλιστήρια του Jizan και του Yanbu, εγκαταστάσεις που διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στις σαουδαραβικές ενεργειακές εξαγωγές.

Η σημασία αυτών των εκτιμήσεων υπερβαίνει κατά πολύ την ίδια τη σύγκρουση στην Υεμένη. Η διεθνής αγορά πετρελαίου παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη σε κάθε απειλή κατά κρίσιμων ενεργειακών εγκαταστάσεων του Περσικού Κόλπου. Ακόμη και περιορισμένες επιθέσεις μπορούν να προκαλέσουν δυσανάλογες οικονομικές συνέπειες, επηρεάζοντας τις τιμές της ενέργειας, τις ασφαλιστικές καλύψεις της ναυτιλίας και τη συνολική σταθερότητα των διεθνών αγορών.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μία ακόμη εκτίμηση που μεταφέρεται από τις ίδιες πηγές. Σύμφωνα με αυτήν, ο στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ δεν μεταβαίνει στην Τεχεράνη μόνο για να παρουσιάσει προτάσεις, αλλά και για να ακούσει τις ιρανικές εκτιμήσεις σχετικά με τη διαχείριση της κρίσης στην Υεμένη, προκειμένου στη συνέχεια να τις μεταφέρει στο Ριάντ. Εφόσον αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, θα πρόκειται για μια ιδιαίτερα ασυνήθιστη διπλωματική διαδικασία, όπου το Πακιστάν λειτουργεί ως γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο περιφερειακές δυνάμεις με μακρά ιστορία ανταγωνισμού.

Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει μια βαθύτερη μεταβολή στη γεωπολιτική της Μέσης Ανατολής. Η διαχείριση των κρίσεων φαίνεται να μεταφέρεται σταδιακά από τις εξωπεριφερειακές δυνάμεις προς τους ίδιους τους περιφερειακούς δρώντες, οι οποίοι αναλαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στη διαμόρφωση των ισορροπιών ασφαλείας.

Εάν αυτή η τάση συνεχιστεί, τότε η Υεμένη ενδέχεται να εξελιχθεί όχι μόνο σε πεδίο στρατιωτικής αντιπαράθεσης, αλλά και στο πρώτο μεγάλο τεστ της νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής που επιχειρεί να διαμορφωθεί ανάμεσα στο Ιράν, το Πακιστάν, τη Σαουδική Αραβία και τις υπόλοιπες δυνάμεις της ευρύτερης Ευρασίας.


Η συγχώνευση των ευρασιατικών αξόνων

«Το κράτος που ενώνει τους δρόμους του εμπορίου ενώνει και τα κέντρα της ισχύος.»
Ζμπίγκνιεβ Μπρεζίνσκι  

Πέρα από τις επιμέρους πληροφορίες για τη Συμφωνία της Μέκκας, τις διπλωματικές επαφές και τις οικονομικές συνεργασίες, διακρίνεται μια βαθύτερη στρατηγική μεταβολή που ίσως αποτελεί και το σημαντικότερο συμπέρασμα των τελευταίων εξελίξεων. Δεν πρόκειται πλέον για μεμονωμένες διμερείς σχέσεις, αλλά για τη σταδιακή συγχώνευση διαφορετικών γεωπολιτικών αξόνων σε έναν ενιαίο ευρασιατικό χώρο συνεργασίας.

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, η συνεργασία της Κίνας με το Πακιστάν και εκείνη με το Ιράν εξελίσσονταν ως δύο παράλληλες αλλά διακριτές στρατηγικές. Από τη μία πλευρά βρισκόταν ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας-Πακιστάν (CPEC), με επίκεντρο το λιμάνι του Γκουαντάρ και τη σύνδεσή του με τη δυτική Κίνα. Από την άλλη, η μακροχρόνια στρατηγική συμφωνία Πεκίνου-Τεχεράνης, η οποία εστίαζε κυρίως στην ενέργεια, τις επενδύσεις και τις υποδομές.

Σύμφωνα όμως με τις πληροφορίες που προέρχονται από τις πρόσφατες συνομιλίες, χωρίς να έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, οι δύο αυτοί άξονες φαίνεται πλέον να παύουν να λειτουργούν ως ξεχωριστά σχέδια και να μετατρέπονται σταδιακά σε έναν ενιαίο γεωοικονομικό διάδρομο που εκτείνεται από την Κίνα, μέσω Πακιστάν, προς το Ιράν και στη συνέχεια προς τη Μέση Ανατολή και την ευρύτερη Ευρασία.

Η εξέλιξη αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία διότι μεταβάλλει τη γεωγραφία της ισχύος. Ένα δίκτυο που συνδυάζει χερσαίους εμπορικούς διαδρόμους, λιμένες, ενεργειακές υποδομές, σιδηροδρομικές συνδέσεις και εναλλακτικά χρηματοπιστωτικά συστήματα είναι πολύ δυσκολότερο να απομονωθεί ή να πιεστεί μέσω των παραδοσιακών εργαλείων οικονομικών κυρώσεων.

Στο πλαίσιο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία και η εκτίμηση ότι οι κινεζικές στρατηγικές απέναντι στο Πακιστάν και στο Ιράν δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως δύο ανεξάρτητες πολιτικές, αλλά ως στοιχεία ενός ενιαίου σχεδιασμού. Η εκτίμηση αυτή αποτελεί ανάλυση και όχι επιβεβαιωμένο γεγονός. Ωστόσο, εξηγεί με συνέπεια γιατί οι τελευταίες εξελίξεις εμφανίζουν τόσο έντονο βαθμό συντονισμού μεταξύ Πεκίνου, Ισλαμαμπάντ και Τεχεράνης.

Εάν αυτή η διαδικασία ολοκληρωθεί, τότε το διακύβευμα υπερβαίνει κατά πολύ τις σχέσεις των τεσσάρων εμπλεκόμενων κρατών. Θα πρόκειται για τη δημιουργία ενός συνεχούς γεωπολιτικού χώρου που θα συνδέει τον Ειρηνικό Ωκεανό με τον Περσικό Κόλπο και, μέσω της Κασπίας και της Ρωσίας, με την ευρωπαϊκή και κεντροασιατική ενδοχώρα.

Από αυτή την οπτική, ο πραγματικός αντίπαλος της Ουάσιγκτον δεν είναι απαραίτητα μία συγκεκριμένη χώρα. Είναι η ίδια η διαδικασία ολοκλήρωσης αυτών των δικτύων. Όσο περισσότερο οι υποδομές, οι οικονομίες και οι μηχανισμοί ασφαλείας των κρατών της Ευρασίας συνδέονται μεταξύ τους, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αντιμετωπιστούν μεμονωμένα μέσω στρατιωτικής ή οικονομικής πίεσης.

Ίσως, λοιπόν, το σημαντικότερο στοιχείο των τελευταίων εξελίξεων να μην είναι η ίδια η πρόσκληση προς το Ιράν ούτε ακόμη και το περιεχόμενο της Συμφωνίας της Μέκκας. Εκείνο που αποκτά στρατηγική σημασία είναι η σταδιακή μετατροπή ενός συνόλου διμερών συνεργασιών σε ένα συνεκτικό ευρασιατικό σύστημα, όπου οι εμπορικοί διάδρομοι, οι ενεργειακές ροές, οι αμυντικές συνεννοήσεις και οι οικονομικές δομές λειτουργούν πλέον ως αλληλένδετα στοιχεία μιας κοινής γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής.


Μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα διαμορφώνεται

«Όταν αλλάζουν οι δρόμοι του εμπορίου, αλλάζει και η γεωγραφία της ισχύος.»
Χάλφορντ Μακίντερ

Οι πληροφορίες που εξετάσαμε σε αυτό το άρθρο δεν έχουν όλες το ίδιο επίπεδο επιβεβαίωσης. Αρκετές προέρχονται από πηγές που διαθέτουν άμεση γνώση των εξελίξεων, χωρίς όμως να μπορούν να επαληθευτούν ανεξάρτητα. Για τον λόγο αυτό πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα επιφύλαξη. Ωστόσο, ακόμη και όταν απομονώσει κανείς τις ανεπιβεβαίωτες αναφορές, η συνολική εικόνα που διαμορφώνεται παρουσιάζει αξιοσημείωτη συνοχή.

Το Πακιστάν φαίνεται να αναβαθμίζει τον ρόλο του από περιφερειακή δύναμη σε στρατηγικό διαμεσολαβητή. Η Κίνα συνεχίζει να επεκτείνει την οικονομική και γεωπολιτική της παρουσία μέσω των χερσαίων διαδρόμων της Ευρασίας. Το Ιράν επιδιώκει να μετατρέψει την αντοχή του στις κυρώσεις σε μόνιμο στοιχείο της περιφερειακής ισορροπίας, ενώ νέοι μηχανισμοί συνεργασίας εμφανίζονται πέρα από τα παραδοσιακά δυτικά πλαίσια ασφαλείας και χρηματοδότησης.

Η ενδεχόμενη πρόσκληση του Ιράν στη Συμμαχία της Μέκκας, ανεξάρτητα από το αν τελικά οδηγήσει σε ένταξη, αποκτά σημασία ακριβώς επειδή αποκαλύπτει μια διαφορετική λογική περιφερειακής οργάνωσης. Οι πρωτοβουλίες δεν φαίνεται πλέον να προέρχονται αποκλειστικά από τις μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις, αλλά ολοένα περισσότερο από τα ίδια τα κράτη της περιοχής, τα οποία επιχειρούν να διαμορφώσουν τους δικούς τους μηχανισμούς ασφάλειας, οικονομικής συνεργασίας και πολιτικού συντονισμού.

Εξίσου σημαντική είναι η διαπίστωση ότι το πραγματικό πεδίο ανταγωνισμού μετατοπίζεται. Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται πλέον σε στρατιωτικές ισορροπίες ή σε διπλωματικές δηλώσεις. Επεκτείνεται στους εμπορικούς διαδρόμους, στα λιμάνια, στα ενεργειακά δίκτυα, στα συστήματα πληρωμών και στις υποδομές που συνδέουν την Ευρασία. Εκεί θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων, η ανθεκτικότητα των οικονομιών και η δυνατότητα των κρατών να ασκούν ανεξάρτητη πολιτική.

Η ιστορία έχει δείξει ότι οι μεγάλες γεωπολιτικές μεταβολές σπάνια ανακοινώνονται με μία μόνο θεαματική στιγμή. Συνήθως αποκαλύπτονται μέσα από μια αλληλουχία γεγονότων, τα οποία αρχικά μοιάζουν ασύνδετα αλλά, όταν ιδωθούν συνολικά, αποκαλύπτουν ότι το διεθνές σύστημα έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει.

Ίσως, λοιπόν, η σημαντικότερη εξέλιξη να μην είναι αν το Ιράν θα ενταχθεί τελικά στη Συμμαχία της Μέκκας ούτε αν όλες οι πληροφορίες που παρουσιάστηκαν θα επιβεβαιωθούν στο σύνολό τους. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν παρακολουθούμε τη σταδιακή οικοδόμηση ενός νέου ευρασιατικού πλέγματος συνεργασίας, όπου η ασφάλεια, η οικονομία και η διπλωματία οργανώνονται ολοένα περισσότερο έξω από τις δομές που κυριάρχησαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Εάν αυτή η διαδικασία συνεχιστεί, τότε οι ιστορικοί του μέλλοντος ίσως δεν θυμούνται τη δεκαετία αυτή ως μια περίοδο ακόμη μιας περιφερειακής κρίσης στη Μέση Ανατολή. Ίσως τη θυμούνται ως την περίοδο κατά την οποία άρχισε να διαμορφώνεται μια διαφορετική παγκόσμια ισορροπία, στην οποία η Ευρασία έπαψε να αποτελεί απλώς γεωγραφικό χώρο και μετατράπηκε σε αυτόνομο στρατηγικό κέντρο ισχύος, ικανό να επηρεάζει τις παγκόσμιες εξελίξεις με τους δικούς του όρους.


Φίλιππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών