Όταν η πίεση δεν ασκείται πλέον μόνο στα κράτη, αλλά και στους διαδρόμους που τα συνδέουν.
«Το σημαντικότερο στον πόλεμο δεν είναι πάντοτε αυτό που φαίνεται, αλλά αυτό που παραμένει αόρατο μέχρι να αλλάξει την ιστορία.»
Καρλ φον Κλαούζεβιτς
Στη γεωπολιτική, οι σημαντικότερες εξελίξεις σπάνια ανακοινώνονται επίσημα. Πριν αποτυπωθούν σε κυβερνητικές ανακοινώσεις ή σε διεθνείς συνόδους, εμφανίζονται ως αθόρυβες μεταβολές στις διπλωματικές επαφές, στις οικονομικές ροές και στις αποφάσεις που λαμβάνονται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Εκεί, όπου οι κυβερνήσεις δεν διατυπώνουν δημόσιες θέσεις αλλά δοκιμάζουν τα όρια των αντιπάλων τους.
Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στο παρόν άρθρο προέρχονται από διαφορετικά επίπεδα αξιοπιστίας. Ορισμένες βασίζονται σε δημόσια διαθέσιμα και επαληθεύσιμα στοιχεία. Άλλες στηρίζονται σε πληροφορίες από πρόσωπα με άμεση γνώση των σχετικών διεργασιών, οι οποίες όμως δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα. Για τον λόγο αυτό γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στα επιβεβαιωμένα δεδομένα, στις εξελισσόμενες ενδείξεις και στις αποκλειστικές πληροφορίες που εξακολουθούν να απαιτούν επιβεβαίωση.
Παρά την αναγκαία αυτή επιφύλαξη, η συνολική εικόνα που αρχίζει να διαμορφώνεται παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι χερσαίοι διάδρομοι που συνδέουν το Ιράν με το Πακιστάν φαίνεται να αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία, η Κίνα εμφανίζεται διατεθειμένη να ενισχύσει οικονομικά κρίσιμους περιφερειακούς εταίρους και οι παραδοσιακοί μοχλοί οικονομικής πίεσης της Δύσης δοκιμάζονται σε ένα ολοένα πιο πολυπολικό περιβάλλον.
Ταυτόχρονα, στο παρασκήνιο κυκλοφορούν πληροφορίες που, εφόσον κάποτε επιβεβαιωθούν, ενδέχεται να ανατρέψουν τον τρόπο με τον οποίο θα ερμηνευθούν τα γεγονότα αυτής της περιόδου. Ανάμεσά τους βρίσκεται και μία ιδιαίτερα σοβαρή αναφορά, σύμφωνα με την οποία φέρεται να πραγματοποιήθηκε ανεπίσημη προσέγγιση προς ανώτατο Ιρανό αξιωματούχο με αντικείμενο ένα ενδεχόμενο σενάριο πολιτικής ανατροπής στο Ιράν. Η πληροφορία αυτή παραμένει μέχρι στιγμής μονοπηγική, δεν έχει επιβεβαιωθεί από καμία ανεξάρτητη πηγή και αντιμετωπίζεται στο παρόν άρθρο αποκλειστικά ως ανεπιβεβαίωτη αναφορά. Ωστόσο, η ενδεχόμενη επιβεβαίωσή της θα αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές αποκαλύψεις των τελευταίων ετών, καθώς θα αποκάλυπτε ότι η αντιπαράθεση είχε προχωρήσει πολύ πέρα από τις κυρώσεις και τη διπλωματική πίεση.
Αυτός είναι και ο λόγος που η ανάλυση που ακολουθεί δεν περιορίζεται στην παράθεση ειδήσεων. Στόχος της είναι να εξετάσει πώς συνδέονται μεταξύ τους οι νέες πληροφορίες, ποια στοιχεία μπορούν ήδη να θεωρηθούν τεκμηριωμένα, ποια απαιτούν επιβεβαίωση και, κυρίως, τι σημαίνουν όλα αυτά για τη συνολική αναδιαμόρφωση της ισορροπίας ισχύος στην Ευρασία.
Γιατί πολλές φορές η ιστορία δεν αλλάζει τη στιγμή που αποκαλύπτεται μια πληροφορία. Αλλά τη στιγμή που οι εξελίξεις αποδεικνύουν ότι εκείνη η πληροφορία ήταν αληθινή.
Το Πακιστάν αλλάζει την εξίσωση
«Όποιος ελέγχει τις γραμμές επικοινωνίας και ανεφοδιασμού, καθορίζει την αντοχή μιας δύναμης στον χρόνο.»
Χάλφορντ Μακίντερ
Αν οι πληροφορίες που κυκλοφορούν τις τελευταίες ημέρες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε ίσως βρισκόμαστε μπροστά σε μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές μετατοπίσεις των τελευταίων ετών. Όχι επειδή ανακοινώθηκε κάποια νέα στρατιωτική συμμαχία, αλλά επειδή φαίνεται να αμφισβητείται στην πράξη ένας από τους βασικότερους μοχλούς πίεσης που διέθεταν οι Ηνωμένες Πολιτείες απέναντι στο Ιράν και στο Πακιστάν.
Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από προνομιακές πηγές και δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, η κυβέρνηση του Πακιστάν έχει λάβει πλέον οριστική απόφαση να διατηρήσει ανοικτούς και τους έξι χερσαίους διαδρόμους που συνδέουν τη χώρα με το Ιράν. Παράλληλα, ανοικτό φέρεται να παραμένει και το λιμάνι του Γκουαντάρ (Gwadar), το οποίο αποτελεί κομβικό σημείο του κινεζικού προγράμματος Belt and Road και έναν από τους σημαντικότερους γεωοικονομικούς κόμβους της Ευρασίας.
Εάν οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιωθούν, η σημασία τους υπερβαίνει κατά πολύ τη διμερή σχέση Ιράν και Πακιστάν. Οι συγκεκριμένοι διάδρομοι αποτελούν κρίσιμες οδούς μέσω των οποίων μπορούν να συνεχιστούν εμπορικές ροές, μεταφορές αγαθών και οικονομικές συναλλαγές, περιορίζοντας σημαντικά την αποτελεσματικότητα μιας στρατηγικής που βασίζεται αποκλειστικά στον οικονομικό αποκλεισμό.
Οι ίδιες πηγές υποστηρίζουν ότι η Ουάσιγκτον είχε ζητήσει από το Ισλαμαμπάντ να διακόψει τη λειτουργία αυτών των διαδρόμων, θεωρώντας ότι αποτελούν βασική οικονομική «βαλβίδα» για την Τεχεράνη. Ωστόσο, σύμφωνα πάντα με τις ίδιες ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, η πακιστανική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία απέρριψε το αίτημα και επέλεξε να διατηρήσει αμετάβλητη την πολιτική της.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναφορές σύμφωνα με τις οποίες η απόφαση αυτή δεν ελήφθη μονομερώς. Πληροφορίες που δεν μπορούν να διασταυρωθούν ανεξάρτητα κάνουν λόγο για σειρά επαφών υψηλού επιπέδου μεταξύ Τεχεράνης και Ισλαμαμπάντ, στις οποίες φέρονται να συμμετείχαν ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί, ο πρόεδρος της ιρανικής Βουλής Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, καθώς και ανώτατοι πολιτικοί και στρατιωτικοί αξιωματούχοι του Πακιστάν. Εφόσον οι πληροφορίες αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, υποδηλώνουν ότι η συνεργασία δεν περιορίζεται πλέον σε περιστασιακές επαφές, αλλά αποκτά χαρακτηριστικά στρατηγικού συντονισμού.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν εξεταστεί υπό το πρίσμα της ευρύτερης ευρασιατικής ολοκλήρωσης. Η Κίνα επενδύει εδώ και χρόνια στον Οικονομικό Διάδρομο Κίνας-Πακιστάν (CPEC), ο οποίος συνδέει τη δυτική Κίνα με τον Ινδικό Ωκεανό μέσω του Γκουαντάρ. Εάν ο διάδρομος αυτός αρχίσει να λειτουργεί ταυτόχρονα και ως βασική αρτηρία οικονομικής διασύνδεσης με το Ιράν, τότε δημιουργείται μια χερσαία αρχιτεκτονική μεταφορών που καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο να επηρεαστεί από παραδοσιακές μορφές ναυτικού αποκλεισμού.
Δεν πρόκειται απλώς για μία νέα εμπορική διαδρομή. Πρόκειται για τη σταδιακή διαμόρφωση ενός εναλλακτικού γεωοικονομικού χώρου, μέσα στον οποίο κράτη της Ευρασίας επιχειρούν να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τις δυτικές θαλάσσιες αρτηρίες, το δολάριο και τους παραδοσιακούς μηχανισμούς οικονομικής πίεσης.
Εάν αυτή η διαδικασία βρίσκεται πράγματι σε εξέλιξη, τότε η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν παύει να αφορά αποκλειστικά το πυρηνικό πρόγραμμα ή τις κυρώσεις. Μετατρέπεται σε δοκιμασία για το κατά πόσο η νέα ευρασιατική διασύνδεση μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματική εναλλακτική απέναντι στη μονοπολική οικονομική αρχιτεκτονική που κυριάρχησε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η πίεση δεν φαίνεται να ασκείται μόνο πάνω στο Ιράν. Δοκιμάζεται πλέον και η συνοχή ενός ευρύτερου δικτύου κρατών που επιχειρούν να αποδείξουν ότι η οικονομική και γεωπολιτική τους ανθεκτικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την αποδοχή των δυτικών όρων. Εάν αυτή η υπόθεση επιβεβαιωθεί από τις εξελίξεις των επόμενων εβδομάδων, τότε δεν θα πρόκειται για μια ακόμη περιφερειακή κρίση, αλλά για ακόμη ένα βήμα στη σταδιακή αναδιαμόρφωση της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος.
Το χαρτί των 10 δισεκατομμυρίων και η κινεζική απάντηση
«Η ισχύς δεν μετριέται μόνο από τους στρατούς, αλλά και από την ικανότητα να στερείς από τον αντίπαλο τα μέσα πίεσης που διαθέτει.»
Νίκολας Σπάικμαν
Για δεκαετίες, η σημαντικότερη μορφή αμερικανικής επιρροής δεν ήταν αποκλειστικά η στρατιωτική υπεροχή. Ήταν η δυνατότητα ελέγχου του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η πρόσβαση στο δολάριο, οι διεθνείς πιστώσεις και οι μηχανισμοί χρηματοδότησης αποτέλεσαν εργαλεία που επέτρεπαν στην Ουάσιγκτον να ασκεί πίεση πολύ πέρα από τα όρια της στρατιωτικής ισχύος.
Στην περίπτωση του Πακιστάν, το σημαντικότερο τέτοιο εργαλείο φαίνεται πως ήταν το πρόγραμμα χρηματοδότησης ύψους περίπου 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων που συνδέεται με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Για πολλά χρόνια, η οικονομική ανάγκη του Ισλαμαμπάντ περιόριζε σημαντικά τα περιθώρια ανεξάρτητης στρατηγικής του πολιτικής.
Σύμφωνα όμως με πληροφορίες που προέρχονται από προνομιακές πηγές και δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, αυτή η εξίσωση ενδέχεται να αλλάζει.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο αναπληρωτής πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών του Πακιστάν, Ισάκ Νταρ, είχε πρόσφατα συνάντηση με τον Κινέζο υπουργό Εξωτερικών Ουάνγκ Γι, κατά την οποία φέρεται να συμφωνήθηκε πως, εάν η Ουάσιγκτον επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει το πρόγραμμα του ΔΝΤ ως μέσο πίεσης προς το Πακιστάν, το Πεκίνο είναι διατεθειμένο να καλύψει το αντίστοιχο χρηματοδοτικό κενό.
Η πληροφορία αυτή δεν έχει μέχρι στιγμής επιβεβαιωθεί από δημόσιες πηγές και πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη επιφύλαξη. Εάν όμως αποδειχθεί ακριβής, οι συνέπειές της θα είναι πολύ ευρύτερες από μία ακόμη διμερή οικονομική συμφωνία.
Για πρώτη φορά, η Κίνα θα εμφανιζόταν όχι απλώς ως εμπορικός εταίρος ή επενδυτής, αλλά ως δύναμη ικανή να αντικαταστήσει στην πράξη έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς επιρροής της δυτικής χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής. Δεν θα επρόκειτο μόνο για οικονομική βοήθεια προς το Πακιστάν. Θα αποτελούσε έμπρακτη αμφισβήτηση της δυνατότητας των δυτικών χρηματοπιστωτικών θεσμών να επιβάλλουν πολιτικές επιλογές μέσω της οικονομικής εξάρτησης.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν εξεταστεί στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής συνεργασίας Πεκίνου και Ισλαμαμπάντ. Η Κίνα έχει ήδη επενδύσει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια στον Οικονομικό Διάδρομο Κίνας-Πακιστάν (CPEC), θεωρώντας τον βασικό τμήμα της Πρωτοβουλίας «Ζώνη και Δρόμος». Μια ενδεχόμενη οικονομική στήριξη προς το Πακιστάν δεν θα αποτελούσε λοιπόν αποσπασματική παρέμβαση, αλλά λογική συνέχεια μιας στρατηγικής που εφαρμόζεται εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.
Ακόμη και έτσι, αρκετοί αναλυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί. Υποστηρίζουν ότι η αντικατάσταση της χρηματοδότησης του ΔΝΤ δεν είναι απλή υπόθεση και ότι μια τέτοια επιλογή θα προκαλούσε ισχυρές αντιδράσεις από την Ουάσιγκτον, πιθανώς μέσω νέων κυρώσεων ή οικονομικών περιορισμών. Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο το κατά πόσο η Κίνα διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να στηρίξει το Πακιστάν, αλλά και το κατά πόσο είναι διατεθειμένη να αναλάβει το γεωπολιτικό κόστος μιας τόσο ανοικτής αντιπαράθεσης.
Ακριβώς εδώ εντοπίζεται το βαθύτερο στρατηγικό ενδιαφέρον. Η πραγματική σημασία αυτών των πληροφοριών δεν βρίσκεται μόνο στο αν θα δοθούν ή όχι τα συγκεκριμένα χρήματα. Βρίσκεται στο ότι για πρώτη φορά εμφανίζεται, έστω και σε επίπεδο ανεπιβεβαίωτων πληροφοριών, η δυνατότητα δημιουργίας ενός παράλληλου μηχανισμού οικονομικής στήριξης έξω από τα παραδοσιακά δυτικά χρηματοπιστωτικά κέντρα.
Εάν μια χώρα μπορεί να απορρίψει την πίεση του ΔΝΤ επειδή διαθέτει εναλλακτική χρηματοδότηση από άλλη μεγάλη δύναμη, τότε μεταβάλλεται σταδιακά η ίδια η φύση της διεθνούς οικονομικής ισχύος. Η εξάρτηση αντικαθίσταται από την επιλογή και η μονομερής πίεση χάνει μέρος της αποτελεσματικότητάς της.
Για δεκαετίες, η οικονομική εξάρτηση υπήρξε ένας από τους βασικούς πυλώνες της μονοπολικής τάξης. Εάν όμως η Κίνα αρχίσει να λειτουργεί ως πραγματικός χρηματοδότης κρατών που επιλέγουν διαφορετική γεωπολιτική πορεία, τότε ίσως βρισκόμαστε μπροστά όχι απλώς σε μια οικονομική εξέλιξη, αλλά στη γέννηση μιας νέας μορφής παγκόσμιας ισορροπίας.
