Το δημόσιο μέτωπο και οι μυστικές διαπραγματεύσεις για το Ιράν
Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση μας, τις τελευταίες εβδομάδες βρίσκεται σε εξέλιξη μία έντονη παρασκηνιακή διπλωματική κινητικότητα γύρω από την κρίση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Παρά το γεγονός ότι στο δημόσιο επίπεδο κυριαρχούν οι δηλώσεις περί κυρώσεων, στρατιωτικής πίεσης και αποτροπής, στο παρασκήνιο φαίνεται να λειτουργούν πολλαπλοί δίαυλοι επικοινωνίας, με βασικούς διαμεσολαβητές το Πακιστάν, το Κατάρ και το Ομάν.
Η κινητικότητα αυτή δεν αποτελεί πλέον απλή φημολογία. Η επίσκεψη του Ασίμ Μουνίρ στην Τεχεράνη στις 24 Αυγούστου, καθώς και οι επαφές της καταριανής ηγεσίας που ακολούθησαν, επιβεβαιώνουν ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια σοβαρή διπλωματική προσπάθεια αποκλιμάκωσης.
Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι η ύπαρξη διαύλων επικοινωνίας και άλλο η ύπαρξη συμφωνίας.
Από τις πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει προκύπτουν ισχυρισμοί ότι η Τεχεράνη εμφανίστηκε διατεθειμένη να συζητήσει ακόμη και σημαντικές παραχωρήσεις στο πυρηνικό της πρόγραμμα, ενώ διατυπώνονται αναφορές για εντατικές προσωπικές επαφές μεταξύ της αμερικανικής και της πακιστανικής ηγεσίας πριν και μετά την αποστολή Μουνίρ στην Τεχεράνη. Μέχρι στιγμής, όμως, οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα και δεν μπορούν να θεωρηθούν τετελεσμένα γεγονότα.
Αντίθετα, τους ισχυρισμούς περί ενός πιθανού "15ετούς παγώματος" του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, τις αναφορές για συνεχείς προσωπικές επικοινωνίες του Ντόναλντ Τραμπ με τον στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ, καθώς και την υποτιθέμενη μεταστροφή της Ουάσιγκτον απέναντι στις διαπραγματεύσεις, τους αντιμετωπίζουμε ως ενδιαφέρουσες αλλά μέχρι στιγμής ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, οι οποίες χρήζουν επιβεβαίωσης από πρόσθετες, ανεξάρτητες και αξιόπιστες πηγές. Δημοσιεύματα και δημόσιες αναφορές επιβεβαιώνουν την ύπαρξη επαφών και διαμεσολάβησης, όχι όμως τις λεπτομέρειες αυτών των ισχυρισμών.
Αυτό όμως δεν μειώνει τη σημασία της ευρύτερης εικόνας.
Για πρώτη φορά μετά την έναρξη της κρίσης, βλέπουμε να εξελίσσονται δύο διαφορετικοί πόλεμοι ταυτόχρονα.
Ο πρώτος είναι ο πόλεμος που παρακολουθεί καθημερινά η διεθνής κοινότητα: κυρώσεις, ναυτικός αποκλεισμός, στρατιωτικές μετακινήσεις, επιθέσεις σε εμπορικά πλοία και εκατέρωθεν δηλώσεις.
Ο δεύτερος διεξάγεται μακριά από τις κάμερες. Είναι ο πόλεμος της διπλωματίας, των μυστικών επαφών, των διαμεσολαβητών και των σταδιακών ανταλλαγών παραχωρήσεων.
Η ουσία της γεωπολιτικής δεν βρίσκεται ποτέ αποκλειστικά στις δημόσιες δηλώσεις. Βρίσκεται στη σύγκριση ανάμεσα σε όσα λέγονται δημόσια και σε όσα πράττονται παρασκηνιακά.
Και σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή της κρίσης, αυτά τα δύο επίπεδα δείχνουν να κινούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις.
Η Διπλωματία του Παρασκηνίου
Η ιστορία των διεθνών σχέσεων διδάσκει ότι οι σημαντικότερες διαπραγματεύσεις σπάνια πραγματοποιούνται μπροστά στις κάμερες. Οι δημόσιες δηλώσεις εξυπηρετούν πολιτικές, επικοινωνιακές και στρατηγικές ανάγκες. Οι πραγματικές διαπραγματεύσεις, αντίθετα, εξελίσσονται συνήθως μέσω τρίτων κρατών, ειδικών απεσταλμένων ή ανεπίσημων διαύλων επικοινωνίας.
Η αντιπαράθεση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δεν αποτελεί εξαίρεση. Από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 μέχρι σήμερα, οι περίοδοι μεγαλύτερης έντασης συνοδεύονταν σχεδόν πάντοτε από παράλληλες μυστικές ή έμμεσες επαφές. Ακόμη και όταν οι δημόσιες δηλώσεις άφηναν να εννοηθεί ότι κάθε διάλογος είχε διακοπεί, η πραγματικότητα αποδεικνυόταν συχνά πιο σύνθετη.
Στη Μέση Ανατολή, η διπλωματία δεν λειτουργεί μόνο μέσω των επίσημων υπουργείων Εξωτερικών. Λειτουργεί μέσω προσωπικών σχέσεων, διαύλων εμπιστοσύνης, στρατιωτικών ηγεσιών και κρατών που μπορούν να συνομιλούν ταυτόχρονα με όλες τις αντιμαχόμενες πλευρές. Αυτή η μορφή διαμεσολάβησης επιτρέπει στις κυβερνήσεις να εξετάζουν συμβιβασμούς χωρίς να εκτίθενται δημόσια στο πολιτικό κόστος μιας άμεσης διαπραγμάτευσης.
Δεν είναι τυχαίο ότι χώρες όπως το Ομάν και το Κατάρ έχουν διαδραματίσει κατ' επανάληψη αυτόν τον ρόλο. Το Ομάν υπήρξε ο οικοδεσπότης των μυστικών συνομιλιών που οδήγησαν στη συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα το 2015, ενώ το Κατάρ έχει επανειλημμένα λειτουργήσει ως αξιόπιστος δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ της Ουάσιγκτον και περιφερειακών δυνάμεων.
Το τελευταίο διάστημα, όμως, παρατηρείται η ανάδειξη ενός ακόμη κρίσιμου παράγοντα: του Πακιστάν. Η γεωγραφική του θέση, οι στενές σχέσεις του με τα κράτη του Κόλπου, οι δίαυλοι επικοινωνίας που διατηρεί με την Τεχεράνη, αλλά και οι παραδοσιακοί δεσμοί ασφαλείας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, του επιτρέπουν να συνομιλεί με όλες τις πλευρές χωρίς να θεωρείται πλήρως ταυτισμένο με καμία από αυτές.
Οι πρόσφατες επαφές του Αρχηγού των Πακιστανικών Ενόπλων Δυνάμεων, Ασίμ Μουνίρ, στην Τεχεράνη, καθώς και οι δημόσιες δηλώσεις περί «σημαντικής προόδου» στις συνομιλίες, επιβεβαιώνουν ότι το Ισλαμαμπάντ έχει αναλάβει ενεργότερο ρόλο στη διαχείριση της κρίσης. Παράλληλα, οι συνεχείς επαφές του Κατάρ με την ιρανική ηγεσία δείχνουν ότι η διαμεσολάβηση παραμένει ενεργή, παρά τη δημόσια σκλήρυνση της αμερικανικής στάσης.
Όπως είχε παρατηρήσει ο Χένρι Κίσινγκερ:
«Η διπλωματία είναι η τέχνη του περιορισμού της ισχύος.»
Η φράση αυτή αποτυπώνει με ακρίβεια τη σημερινή συγκυρία. Όσο η στρατιωτική και οικονομική πίεση συνεχίζεται δημόσια, τόσο αυξάνεται η ανάγκη για αθόρυβους διαύλους επικοινωνίας που θα επιτρέψουν στις εμπλεκόμενες πλευρές να αναζητήσουν μια διέξοδο χωρίς να εμφανιστούν ότι υποχωρούν.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχουν δίαυλοι επικοινωνίας. Η ίδια η δημόσια κινητικότητα των τελευταίων εβδομάδων καταδεικνύει ότι υπάρχουν.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι ακριβώς μεταφέρεται μέσα από αυτούς τους διαύλους. Εκεί αρχίζει το πεδίο όπου τα επιβεβαιωμένα γεγονότα συναντούν τις πληροφορίες, τις εκτιμήσεις και τις ανεπιβεβαίωτες διαρροές. Και εκεί ακριβώς στρέφεται η ανάλυσή μας στα επόμενα κεφάλαια.
Τα Επιβεβαιωμένα Γεγονότα
Πριν εξεταστούν οι πληροφορίες που κυκλοφορούν μέσω διπλωματικών διαύλων, είναι αναγκαίο να αποτυπωθεί η εικόνα που προκύπτει από τα επιβεβαιωμένα γεγονότα. Η γεωπολιτική ανάλυση οφείλει να ξεκινά πάντοτε από τα δεδομένα και όχι από τις εκτιμήσεις.
Τις τελευταίες εβδομάδες καταγράφεται μια έντονη κινητικότητα γύρω από το Ιράν. Στις 24 Αυγούστου ο Αρχηγός των Πακιστανικών Ενόπλων Δυνάμεων, στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ, πραγματοποίησε επίσκεψη στην Τεχεράνη, όπου είχε συναντήσεις με την ιρανική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Σύμφωνα με επίσημες ανακοινώσεις του Πακιστάν, οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στην αποκλιμάκωση της σύγκρουσης, στην ασφάλεια του Στενού του Ορμούζ και στην αναζήτηση μιας διαπραγματευτικής λύσης.
Λίγες ημέρες αργότερα, η διπλωματική κινητικότητα συνεχίστηκε με νέες επαφές του Κατάρ με την ιρανική ηγεσία, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των εμπλεκομένων παραμένουν ενεργοί, παρά τη δημόσια όξυνση της ρητορικής.
Την ίδια στιγμή, η στάση της Ουάσιγκτον παρέμεινε ιδιαίτερα σκληρή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνέχισαν την πολιτική οικονομικής πίεσης μέσω νέων κυρώσεων, περιορισμού αδειών συναλλαγών και επέκτασης των μέτρων που αποσκοπούν στον περιορισμό της ιρανικής οικονομικής δραστηριότητας. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις επιτήρησης και αποκλεισμού στην περιοχή του Ορμούζ συνεχίστηκαν χωρίς να ανακοινωθεί οποιαδήποτε ουσιαστική αποκλιμάκωση.
Στο θαλάσσιο πεδίο, παρά τις περιορισμένες διελεύσεις πλοίων μέσω ειδικών διαδρόμων, η κατάσταση απέχει σημαντικά από την κανονικότητα. Το αυξημένο κόστος ασφάλισης, οι επιθέσεις κατά δεξαμενόπλοιων και η αβεβαιότητα που επικρατεί στις αγορές αποδεικνύουν ότι η κρίση στο Στενό του Ορμούζ εξακολουθεί να επηρεάζει την παγκόσμια ναυτιλία και την ενεργειακή ασφάλεια.
Παράλληλα, στο πυρηνικό ζήτημα δεν έχει παρουσιαστεί καμία επίσημη ανακοίνωση που να μεταβάλλει τη δημόσια θέση της Τεχεράνης. Οι επιθεωρήσεις της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιορισμούς, ενώ η εικόνα για την ακριβή κατάσταση του εμπλουτισμένου ουρανίου παραμένει ελλιπής λόγω της διακοπής της πλήρους επιτήρησης μετά τις εχθροπραξίες.
Από τα παραπάνω προκύπτει μια φαινομενική αντίφαση. Ενώ οι διπλωματικές επαφές εντείνονται, οι στρατιωτικές και οικονομικές πιέσεις όχι μόνο δεν μειώνονται, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις ενισχύονται. Αυτή η συνύπαρξη διαλόγου και πίεσης δεν είναι ασυνήθιστη στη διεθνή πολιτική. Αντίθετα, αποτελεί συχνά χαρακτηριστικό των πιο κρίσιμων διαπραγματεύσεων, όπου κάθε πλευρά επιχειρεί να βελτιώσει τη θέση της πριν από μια πιθανή συμφωνία.
Και ακριβώς πάνω σε αυτό το σταθερό υπόβαθρο των επιβεβαιωμένων γεγονότων εμφανίζονται οι πληροφορίες που τις τελευταίες ημέρες προκαλούν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Πληροφορίες οι οποίες, εάν επιβεβαιωθούν, θα μπορούσαν να αλλάξουν ουσιαστικά την ερμηνεία των εξελίξεων, αλλά προς το παρόν παραμένουν αντικείμενο αξιολόγησης και όχι ιστορικό γεγονός.
Οι Πληροφορίες που, αν Επιβεβαιωθούν, Αλλάζουν την Εικόνα
Ο Καρλ φον Κλαούζεβιτς είχε γράψει ότι:
«Πολλές αναφορές των μυστικών υπηρεσιών είναι αντιφατικές, ακόμη περισσότερες είναι ψευδείς και οι περισσότερες αβέβαιες.»
Η παρατήρηση αυτή, διατυπωμένη σχεδόν δύο αιώνες πριν, παραμένει επίκαιρη. Στη γεωπολιτική, η πληροφορία σπάνια εμφανίζεται πλήρης και επιβεβαιωμένη από την πρώτη στιγμή. Οι αναλυτές καλούνται να αξιολογήσουν ενδείξεις, να συγκρίνουν πηγές και να διαχωρίσουν τα δεδομένα από τις εκτιμήσεις.
Στην παρούσα κρίση, πέρα από τα επιβεβαιωμένα γεγονότα, κυκλοφορούν πληροφορίες οι οποίες, εφόσον επαληθευθούν, θα μπορούσαν να αλλάξουν ουσιαστικά την ερμηνεία των εξελίξεων.
Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση μας, κατά τις πρόσφατες επαφές στην Τεχεράνη συζητήθηκαν ζητήματα που υπερβαίνουν κατά πολύ τη διαχείριση της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι στο τραπέζι βρέθηκαν ακόμη και πιθανές φόρμουλες για το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης πολιτικής διευθέτησης.
Μεταξύ των ισχυρισμών που διακινούνται περιλαμβάνεται το ενδεχόμενο ενός μακροχρόνιου περιορισμού ή «παγώματος» βασικών πτυχών του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, εφόσον υπάρξει συνολική συμφωνία που θα καλύπτει και άλλα ζητήματα ασφάλειας και κυρώσεων.
Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι οι αναφορές που κάνουν λόγο για έντονη προσωπική επικοινωνία μεταξύ της αμερικανικής και της πακιστανικής ηγεσίας κατά το διάστημα που προηγήθηκε της αποστολής του στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ στην Τεχεράνη, καθώς και για μια αρχική θετική υποδοχή ορισμένων προτάσεων, η οποία στη συνέχεια φέρεται να αναθεωρήθηκε.
Ωστόσο, στο σημείο αυτό απαιτείται η μέγιστη δημοσιογραφική προσοχή.
Καμία από τις παραπάνω πληροφορίες δεν έχει επιβεβαιωθεί μέχρι στιγμής από ανεξάρτητες και αξιόπιστες πηγές. Δεν υπάρχουν επίσημες ανακοινώσεις ούτε δημόσια διαθέσιμα στοιχεία που να τεκμηριώνουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Ως εκ τούτου, αντιμετωπίζονται ως πληροφορίες υπό αξιολόγηση και όχι ως διαπιστωμένα γεγονότα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι στερούνται αναλυτικής αξίας.
Στη διεθνή πολιτική, πολλές σημαντικές εξελίξεις έγιναν αρχικά γνωστές μέσα από αποσπασματικές πληροφορίες, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν εβδομάδες ή και μήνες αργότερα. Άλλες, αντίθετα, αποδείχθηκαν λανθασμένες ή υπερβολικές. Η αξία τους, επομένως, δεν βρίσκεται στην άκριτη αποδοχή τους, αλλά στην αξιολόγησή τους υπό το πρίσμα των ήδη γνωστών γεγονότων.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται το κρίσιμο ερώτημα.
Είναι συμβατές αυτές οι πληροφορίες με όσα γνωρίζουμε δημόσια;
Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη.
Από τη μία πλευρά, η εντατικοποίηση των επαφών μεταξύ Πακιστάν, Κατάρ, Ομάν και Ιράν δείχνει ότι πράγματι βρίσκεται σε εξέλιξη μια σοβαρή διπλωματική προσπάθεια.
Από την άλλη, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να αυξάνουν την οικονομική πίεση, να ενισχύουν το καθεστώς κυρώσεων και να διατηρούν ισχυρή στρατιωτική παρουσία στην περιοχή.
Οι δύο αυτές εικόνες δεν αλληλοαναιρούνται απαραίτητα.
Όπως είχε επισημάνει ο Κινέζος στρατηγός Σουν Τζου:
«Όλος ο πόλεμος βασίζεται στην εξαπάτηση.»
Στη σύγχρονη γεωπολιτική, η εξαπάτηση δεν αφορά μόνο το πεδίο της μάχης. Αφορά και τη διπλωματία. Είναι απολύτως πιθανό μια πλευρά να εμφανίζεται δημόσια αδιάλλακτη, ενώ ταυτόχρονα εξετάζει εναλλακτικές λύσεις μέσω ανεπίσημων διαύλων. Είναι επίσης πιθανό οι πληροφορίες που διαρρέουν να αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής πίεσης προς την αντίπαλη πλευρά.
Για τον λόγο αυτό, το ζητούμενο δεν είναι να πιστέψουμε ή να απορρίψουμε εκ προοιμίου κάθε πληροφορία. Το ζητούμενο είναι να παρακολουθήσουμε ποια από τα επόμενα γεγονότα θα την επιβεβαιώσουν ή θα τη διαψεύσουν.
Διότι στη γεωπολιτική, η αξία μιας πληροφορίας δεν κρίνεται τη στιγμή που δημοσιεύεται. Κρίνεται από τα γεγονότα που ακολουθούν.
Η μυστική διπλωματία: όταν οι δίαυλοι μένουν ανοιχτοί ενώ οι δηλώσεις μιλούν για σύγκρουση
Ενώ η δημόσια εικόνα των τελευταίων εβδομάδων παρουσιάζει μια σχεδόν απόλυτη ρήξη μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, πίσω από το προσκήνιο φαίνεται να εξελίσσεται μια εντελώς διαφορετική διαδικασία.
Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση μας, το διπλωματικό κανάλι όχι μόνο δεν έχει διακοπεί, αλλά λειτουργεί με μεγαλύτερη ένταση από οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά την έναρξη της κρίσης. Το Πακιστάν εμφανίζεται να έχει αναλάβει τον βασικό ρόλο του διαμεσολαβητή, με το Κατάρ να λειτουργεί συμπληρωματικά και το Ομάν να παραμένει ο παραδοσιακός χώρος των τεχνικών επαφών.
Η επίσκεψη του στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ στην Τεχεράνη στις 24 Αυγούστου, καθώς και οι συνεχείς επαφές της καταριανής ηγεσίας με Ιρανούς αξιωματούχους, αποτελούν δημόσια επιβεβαιωμένα γεγονότα. Το πραγματικό περιεχόμενο όμως αυτών των συνομιλιών παραμένει άγνωστο.
Εδώ αρχίζει η διάκριση ανάμεσα στα γεγονότα και στις πληροφορίες.
Οι πληροφορίες που διαθέτουμε κάνουν λόγο για ενεργό δίαυλο επικοινωνίας, μέσω του οποίου εξετάζονται διαδοχικά ζητήματα όπως:
- η αποκλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο,
- η σταδιακή αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ,
- πιθανές μορφές περιορισμένης χαλάρωσης των κυρώσεων,
- αλλά και το ιδιαίτερα ευαίσθητο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Τίποτε από αυτά όμως δεν έχει ανακοινωθεί επισήμως.
Αντίθετα, η δημόσια στάση της Ουάσιγκτον κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.
Η αμερικανική κυβέρνηση συνεχίζει να αυξάνει τις οικονομικές κυρώσεις, να επεκτείνει τις δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων, να διατηρεί ισχυρή ναυτική παρουσία στην περιοχή και να δηλώνει δημόσια ότι δεν διεξάγονται διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη.
Με άλλα λόγια, παρατηρούμε δύο παράλληλες πραγματικότητες.
Η πρώτη είναι η δημόσια διπλωματία, η οποία βασίζεται στην πίεση, στις κυρώσεις και στη στρατιωτική αποτροπή.
Η δεύτερη είναι η σιωπηλή διπλωματία, όπου οι μεσολαβητές συνεχίζουν να μεταφέρουν προτάσεις, να αναζητούν φόρμουλες συμβιβασμού και να προσπαθούν να κρατήσουν ανοικτό έναν δρόμο αποκλιμάκωσης.
Η ιστορία άλλωστε δείχνει ότι οι σοβαρότερες διαπραγματεύσεις πραγματοποιούνται σχεδόν πάντα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-Κίνας τη δεκαετία του 1970 προηγήθηκαν μήνες πριν εμφανιστεί δημόσια ο Χένρι Κίσινγκερ στο Πεκίνο.
Οι συμφωνίες του Όσλο μεταξύ Ισραήλ και ΟΑΠ διεξάγονταν επί μακρόν μυστικά.
Ακόμη και η πυρηνική συμφωνία JCPOA του 2015 προετοιμάστηκε μέσα από πολυετείς εμπιστευτικές επαφές στο Ομάν.
Δεν θα αποτελούσε λοιπόν ιστορική εξαίρεση αν και σήμερα συνέβαινε κάτι αντίστοιχο.
Ωστόσο, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.
Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση μας, υπάρχουν ενδείξεις ότι κατά τις πρόσφατες επαφές εξετάστηκαν ακόμη και σημαντικές παραχωρήσεις γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, όμως, δεν έχουν επιβεβαιωθεί από ανεξάρτητες πηγές και πρέπει να αντιμετωπίζονται ως πληροφορίες υπό αξιολόγηση και όχι ως τετελεσμένα γεγονότα.
Στη γεωπολιτική, εξάλλου, η πληροφορία προηγείται σχεδόν πάντα της επιβεβαίωσης.
Όπως έγραφε ο Καρλ φον Κλαούζεβιτς:
«Ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα.»
Η σημερινή κρίση ίσως μας θυμίζει ότι ισχύει και το αντίστροφο.
Η διπλωματία είναι πολλές φορές η συνέχιση του πολέμου με πιο αθόρυβα μέσα.
Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν: πραγματική απειλή ή διαπραγματευτικό χαρτί;
«Ο πόλεμος δεν είναι ανεξάρτητο φαινόμενο, αλλά συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα.»Καρλ φον Κλαούζεβιτς
Από όλες τις πτυχές της σημερινής κρίσης, καμία δεν παραμένει τόσο κρίσιμη όσο το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Για περισσότερο από είκοσι χρόνια, η διεθνής αντιπαράθεση περιστρέφεται γύρω από ένα βασικό ερώτημα:
Επιδιώκει πραγματικά η Τεχεράνη να αποκτήσει πυρηνικό όπλο ή χρησιμοποιεί την πυρηνική της τεχνολογία ως εργαλείο στρατηγικής αποτροπής και διαπραγμάτευσης;
Η απάντηση δεν είναι απλή.
Το τελευταίο πλήρως επαληθευμένο στοιχείο της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (IAEA) ανέφερε απόθεμα περίπου 440 κιλών ουρανίου εμπλουτισμένου έως 60%. Μετά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τους περιορισμούς πρόσβασης των επιθεωρητών, η διεθνής κοινότητα δεν μπορεί πλέον να γνωρίζει με βεβαιότητα ποια είναι η ακριβής κατάσταση αυτού του υλικού.
Αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο κενό πληροφόρησης.
Το κενό αυτό γεμίζει συνήθως είτε από πολιτικές δηλώσεις είτε από εκτιμήσεις υπηρεσιών πληροφοριών, χωρίς όμως να υπάρχει πλήρης δυνατότητα ανεξάρτητης επαλήθευσης.
Εδώ ακριβώς εμφανίζονται και οι πληροφορίες που έχουν περιέλθει σε γνώση μας.
Σύμφωνα με αυτές, κατά τις παρασκηνιακές επαφές εξετάζονται διάφορα πιθανά μοντέλα διαχείρισης του πυρηνικού προγράμματος, όπως:
- προσωρινό «πάγωμα» συγκεκριμένων δραστηριοτήτων,
- σταδιακή αραίωση (downblending) μέρους του εμπλουτισμένου ουρανίου,
- αυστηρότερο καθεστώς επιθεωρήσεων,
- καθώς και πιθανές μακροχρόνιες δεσμεύσεις σχετικά με τον εμπλουτισμό.
Οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί επισήμως και πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ανεπιβεβαίωτες μέχρι να υπάρξει διασταύρωση από περισσότερες αξιόπιστες πηγές.
Αξίζει όμως να παρατηρηθεί ένα ενδιαφέρον στοιχείο.
Η δημόσια θέση της Τεχεράνης εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι το πυρηνικό πρόγραμμα έχει αποκλειστικά ειρηνικό χαρακτήρα και ότι η παραγωγή πυρηνικού όπλου δεν αποτελεί επιλογή της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Η θέση αυτή βασίζεται, μεταξύ άλλων, και στη γνωστή θρησκευτική γνωμοδότηση (fatwa) του Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, σύμφωνα με την οποία η κατασκευή και χρήση πυρηνικών όπλων θεωρείται αντίθετη με τις αρχές του Ισλάμ. Παρότι στη Δύση αρκετοί αναλυτές αντιμετωπίζουν τη συγκεκριμένη θέση με σκεπτικισμό, παραμένει μέρος της επίσημης ιρανικής στρατηγικής αφήγησης.
Παράλληλα, αρκετοί γεωπολιτικοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι το Ιράν επιδιώκει κάτι διαφορετικό από την άμεση απόκτηση πυρηνικού όπλου.
Επιχειρεί να διατηρεί την τεχνολογική δυνατότητα να φτάσει σε αυτό, χωρίς όμως να διασχίσει το τελικό πολιτικό όριο που θα προκαλούσε μια γενικευμένη διεθνή στρατιωτική αντίδραση.
Πρόκειται για αυτό που αρκετοί αποκαλούν στρατηγική πυρηνικής ασάφειας.
Με τον τρόπο αυτό, η Τεχεράνη διατηρεί έναν ισχυρό διαπραγματευτικό μοχλό, χωρίς να επωμίζεται το πλήρες κόστος μιας επίσημης πυρηνικής δύναμης.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και σήμερα η Ουάσιγκτον συνεχίζει να θεωρεί το πυρηνικό πρόγραμμα το σημαντικότερο ζήτημα σε οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία.
Αυτό εξηγεί γιατί κάθε ένδειξη πιθανής ευελιξίας από ιρανικής πλευράς αποκτά τόσο μεγάλη γεωπολιτική σημασία, ακόμη και όταν δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, ίσως δεν είναι αν το Ιράν μπορεί να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν θεωρεί ότι σήμερα το χρειάζεται.
Και η απάντηση σε αυτό δεν θα δοθεί στα εργαστήρια εμπλουτισμού ουρανίου, αλλά στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων, όπου η ισορροπία ισχύος μετριέται όχι μόνο σε κιλά ουρανίου, αλλά και σε πολιτικές παραχωρήσεις, οικονομικές κυρώσεις και περιφερειακές ισορροπίες.






