ΙΕΡΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ,ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΚΑΙ ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΚΡΑΤΟΣ

 



ΙΕΡΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ,ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΚΑΙ ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΚΡΑΤΟΣ

Εισαγωγή στο υπερβατικό…

Δεν είναι λίγες οι φορές που, τον τελευταίο καιρό, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ακούμε όρους όπως πολιτική γεωγραφία, οικονομική γεωγραφία, γεωστρατηγική, διεθνείς σχέσεις και εξωτερική πολιτική. Οι έννοιες αυτές, ανάλογα με τον τρόπο που παρουσιάζονται, επιχειρούν να αποδώσουν το περιεχόμενο της Γεωπολιτικής. Ο ακριβέστερος ίσως ορισμός που έχει διατυπωθεί μέχρι σήμερα είναι εκείνος του Rudolf Kjellen, ο οποίος ορίζει τη Γεωπολιτική ως την «επιστήμη του Κράτους ως γεωγραφικού οργανισμού ή οντότητας στον χώρο, δηλαδή του Κράτους ως χώρας, εδάφους, κυριαρχίας ή, ειδικότερα, ως βασιλείου».

Θα μπορούσε, ωστόσο, να υποστηριχθεί ότι η έννοια της Γεωπολιτικής αποτελεί στην ουσία μια περισσότερο εκκοσμικευμένη και λαϊκή έκφραση ιδεών που συνδέονται με αυτό που ορισμένοι ονομάζουν Ιερή Γεωγραφία. Στην προσπάθειά της να εκσυγχρονιστεί, η ίδια η Γεωπολιτική, όπως συνέβη και με άλλες επιστήμες, απομακρύνθηκε από την επαφή της με το θείο, προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι έτσι θα αποκτούσε μεγαλύτερη επιστημονική ανεξαρτησία. Στην πραγματικότητα, όμως, περιόρισε την ερμηνευτική της οξυδέρκεια, αποκόπτοντας έναν βαθύ ιστορικό και πνευματικό πυλώνα της.

Για εμάς, υπάρχει μία μόνο Παραδοσιακή Γεωγραφία, την οποία ο σύγχρονος τεχνικός πολιτισμός αγνοεί. Πρόκειται για έναν βαθύ γεωγραφικό και ιστορικό συμβολισμό, ο οποίος καθορίζει την πραγματικότητα μιας ανώτερης τάξης. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο υπάρχουν τόποι ιδιαίτερα κατάλληλοι να λειτουργούν υποστηρικτικά στην ανάπτυξη των πνευματικών επιδόσεων του ανθρώπου, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με τους τόπους προσκυνήματος.

Την έννοια της Ιερής Γεωγραφίας οι πανεπιστήμονες Έλληνες την είχαν συλλάβει επακριβώς. Αυτό αποτυπώνεται στους τόπους δύναμης και λατρείας, όπως τα μαντεία, τα αρχαία θέατρα και τα ιερά των μεγάλων θεών, αλλά και στα κέντρα οικονομικής ισχύος, όπως τα λιμάνια, τα οποία ήταν τοποθετημένα σε καίρια γεωγραφικά σημεία. Ο έλεγχός τους εξασφάλιζε, ουσιαστικά, στον κάτοχό τους τον έλεγχο ολόκληρων περιοχών.


Τα σημάδια της Ιερής Γεωγραφίας στη Γεωπολιτική

Ιχνηλατώντας την Ιερή Γεωγραφία, φτάνουμε σε ορισμένες χαρακτηριστικές έννοιες που είναι ταυτόχρονα γεωπολιτικές και θεολογικές. Μία από τις σημαντικότερες είναι η έννοια του συνόρου, αυτό που στα λατινικά ονομάζεται limes. Αρχικά, η λέξη αναφερόταν στη γραμμή που χώριζε τις εκτάσεις οι οποίες παραχωρούνταν σε αποίκους, ακτήμονες ή στρατιώτες. Αργότερα, όμως, η σημασία της διευρύνθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τους οχυρωμένους στρατιωτικούς δρόμους και, τελικά, τα απώτατα σύνορα της αυτοκρατορίας, όταν αυτά δεν ορίζονταν από φυσικά εμπόδια, όπως η θάλασσα ή τα ποτάμια.

Τόσο ιερή θεωρούνταν η έννοια αυτή, ώστε ο θεός Terminus είχε οριστεί ως προστάτης του limes, δηλαδή εκείνος που, σύμφωνα με τον Οβίδιο, οριοθετεί λαούς, πόλεις και μεγάλα βασίλεια. Χαρακτηριστικός είναι ο μύθος του Ταρκύνιου του Υπερήφανου, ο οποίος επιχείρησε να ανεγείρει έναν ναό αφιερωμένο αποκλειστικά στη μεγάλη Τριάδα του Καπιτωλίου (Δίας, Ήρα, Αθηνά). Σύμφωνα με την παράδοση, οι μόνοι θεοί που αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τη θέση τους ήταν ο Terminus και η Juventas, γεγονός που ερμηνεύθηκε ως οιωνός ότι ο ρωμαϊκός λαός θα παρέμενε αγέραστος και τα σύνορά του απαραβίαστα.

Ο Terminus, ωστόσο, δεν αποτελεί αποκλειστικά ρωμαϊκή θεότητα. Αναφέρεται επίσης σε αρκετές ινδικές και ιρανικές παραδόσεις, όπου εμφανίζεται ως ο υπέρτατος προστάτης των εδαφικών ορίων. Η ίδια η ιστορία της Ρώμης αρχίζει με έναν δραματικό τρόπο που επιβεβαιώνει την ιερότητα των συνόρων. Σύμφωνα με τον μύθο, ο ιδρυτής της πόλης τιμωρεί με θάνατο τον ίδιο του τον αδελφό, επειδή παραβίασε την περίμετρο της Roma Quadrata.

Ο Carl Schmitt επισημαίνει ότι ο Νόμος αποτελεί την πρώτη μέτρηση από την οποία προέρχονται όλα τα υπόλοιπα κριτήρια μέτρησης. Από αυτή τη θεώρηση προκύπτει ότι ο Νόμος λειτουργεί ως θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομούνται οι οριοθετήσεις, τα τείχη, οι οικίες και, τελικά, η ίδια η οργανωμένη ανθρώπινη ύπαρξη.

Άλλωστε, η πρώτη θεολογική διάσταση της έννοιας του Νόμου απαντά ήδη στον Ηράκλειτο, στο έργο του οποίου ο Νόμος χαρακτηρίζεται ως «θείος». Αντίστοιχα, ο Πίνδαρος τον αποκαλεί «βασιλιά», ενώ ο Πλάτων τον χαρακτηρίζει «Θεό».


Τί κρύβει η γεωπολιτική θεολογία;

Εδώ γεννάται ένα ερώτημα που ακροβατεί ανάμεσα στο ιερό και στο κοσμικό. Έχουν άραγε εφαρμογή στη σύγχρονη Γεωπολιτική οι απόψεις του Carl Schmitt και του Προυντόν, σύμφωνα με τις οποίες οι πιο μεστές έννοιες της σύγχρονης θεωρίας του Κράτους δεν είναι παρά εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες και, τελικά, στο βάθος κάθε πολιτικής θεωρίας βρίσκεται πάντοτε η θεολογία;

Η απάντηση είναι καταφατική και σχετικές αναφορές συναντούμε τόσο στη Βίβλο όσο και στο Κοράνι. Στο Κοράνι γίνεται αναφορά στον Δίκαιο, δηλαδή στον Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος, προκειμένου να αναχαιτίσει τις ορδές των Γωγ και Μαγώγ, κατασκευάζει ένα τείχος από σίδηρο και χαλκό, συγκρατώντας τα στίφη τους μέχρι το τέλος των καιρών, οπότε και θα κατορθώσουν να το καταστρέψουν.

Μία ακόμη αναφορά, η οποία εισάγει μια καθαρά θεολογική έννοια στον υλικό κόσμο, βρίσκεται στη Β΄ Επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς Θεσσαλονικείς, όπου αναφέρεται:

«Και νυν το κατέχον οίδατε εις το αποκαλυφθήναι αυτόν εν τω εαυτού καιρώ. Το γαρ μυστήριον ήδη ενεργείται της ανομίας. Μόνον ο κατέχων άρτι έως εκ μέσου γένηται. Και τότε αποκαλυφθήσεται ο άνομος...»

Δηλαδή:

«Και τώρα γνωρίζετε εκείνο που τον συγκρατεί, ώστε να αποκαλυφθεί στον καιρό του. Διότι το μυστήριο της ανομίας ήδη ενεργείται· μόνο όταν απομακρυνθεί εκείνος που τώρα τον συγκρατεί, τότε θα αποκαλυφθεί ο Άνομος...»

Έτσι εισάγεται η έννοια του Κατέχοντος, της δύναμης εκείνης που συγκρατεί και αντιτάσσεται στην έλευση του Αντιχρίστου. Η αποκάλυψή του δεν θα πραγματοποιηθεί πριν από τον προκαθορισμένο χρόνο, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην κορανική αφήγηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου απέναντι στους Γωγ και Μαγώγ. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια ελληνική αναφορά στην έννοια του Κατέχοντος.

Ανάλογη είναι και η προσέγγιση του Carl Schmitt, όταν αναφέρεται στο παλαιό Imperium Romanum ως εκείνη τη δύναμη που, με την ίδια την ύπαρξή της, ανέβαλλε το τέλος. Επρόκειτο, δηλαδή, για τη δύναμη που συγκρατούσε την κατάρρευση της πολιτικής τάξης και αποτελούσε την πνευματική διάσταση του κοσμικού Νόμου.

Οι Αγγλοσάξονες, αντίθετα, αντιτάχθηκαν σε αυτή την αντίληψη περί της ιερότητας του συνόρου. Για αιώνες, έως και σήμερα, επιδιώκουν την ενοποίηση του κόσμου μέσα από τεχνοκρατικές και οικονομικές στρατηγικές, επιβάλλοντας ένα είδος διεθνούς αστυνόμευσης, χωρίς να αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα του θείου Νόμου. Κι όμως, ο θείος Νόμος είναι το μόνο στοιχείο που υπερβαίνει τη στενότητα των εθνών-κρατών και, εισάγοντας την έννοια του Πολιτισμού, αναζητεί το αυθεντικό Κατέχον.

Το αυθεντικό Κατέχον δεν μπορεί να είναι άλλο από την επιστροφή του αυθεντικού προτύπου διακυβέρνησης, δηλαδή του βυζαντινού προτύπου. Μόνον αυτό μπορεί να αντισταθεί στην απειλή της πλανητικής ομοιομορφίας, μιας ομοιομορφίας που πλέον λαμβάνει ανοιχτά αντιχριστιανικές διαστάσεις. Όπως ο Αντίχριστος παρουσιάζεται από τον Απόστολο Παύλο ως ο Άνομος, δηλαδή ως ο αρνητής του Νόμου, έτσι και η δυτικοκεντρική παγκοσμιοποίηση επιτελεί, στον γήινο και υλικό κόσμο, έναν αντίστοιχο ρόλο.

Τουτέστιν, το Κατέχον δεν είναι άλλο από την έλευση της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας, του Ορθοδόξου Κράτους, του μόνου ικανού να συγκρατήσει τις διαλυτικές και αποδομητικές δυνάμεις. Αυτό προϋποθέτει την απόλυτη συνεργασία του με το σώμα της Εκκλησίας, υπό τον όρο ότι αυτή θα παραμένει μακριά από τον Οικουμενισμό και την Πανθρησκεία. Μια τέτοια συνεργασία θα ήταν εμφορούμενη από το ίδιο το Άγιο Πνεύμα, καθώς στο Ορθόδοξο Κράτος ο Θεός είναι συνεταίρος του Καίσαρα.

Πλησιάζουμε πλέον στον πυρήνα του προβλήματος που, κατά την άποψή μας, εκδηλώνεται ολοένα και πιο έντονα τα τελευταία χρόνια γύρω μας.


Από την Ιερή Γεωγραφία στη Γεωπολιτική

Κάπως έτσι περνάμε από τη θρησκευτική διάσταση στη γεωπολιτική και εισάγουμε στη μελέτη μας τη θεωρία του Sir Halford Mackinder για την Heartland, ή αλλιώς το Pivot State και την Pivot Area. Η θεωρία αυτή υποστηρίζει την ύπαρξη μιας γιγάντιας φυσικής οχύρωσης, ουσιαστικά απρόσβλητης από τη ναυτική ισχύ, η οποία εκτείνεται ανάμεσα στην Κεντρική Ασία και τον Αρκτικό Κύκλο. Σύμφωνα με τον Mackinder, όποιος κυριαρχεί σε αυτή την περιοχή αποκτά, σε μεγάλο βαθμό, τη δυνατότητα να επηρεάζει την παγκόσμια ισορροπία ισχύος.

Αν παρατηρήσουμε προσεκτικά την κάτοψη του χάρτη του Mackinder, θα διαπιστώσουμε ότι στο κέντρο της Παγκόσμιας Νήσου δεσπόζει η Ανατολική Μεσόγειος και, κατ' επέκταση, στο επίκεντρο αυτής της γεωγραφικής ενότητας βρίσκεται η Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ίδιος ο Mackinder υποστήριζε πως η κατοχή της Ελλάδας από μια μεγάλη δύναμη της Heartland θα μπορούσε να οδηγήσει στον έλεγχο της Παγκόσμιας Νήσου.

Υπό αυτό το πρίσμα, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η βρετανική και αμερικανική επέμβαση στην Ελλάδα την περίοδο 1944-1946 δεν οφειλόταν αποκλειστικά στην αντιπαράθεση με τη Σοβιετική Ένωση λόγω της κομμουνιστικής της ιδεολογίας, αλλά και στη γεωστρατηγική σημασία της Ελλάδας. Η βασική επιδίωξη ήταν να αποτραπεί η ένταξη της χώρας στη σφαίρα επιρροής μιας ηπειρωτικής δύναμης, γεγονός που, σύμφωνα με τη μακιντερική λογική, θα μπορούσε να μεταβάλει ριζικά την παγκόσμια γεωπολιτική ισορροπία.

Όλοι αυτοί οι όροι, ωστόσο, υποκρύπτουν βαθύτερες έννοιες ανατολικής προελεύσεως, τις οποίες πολλοί παραδοσιακοί πολιτισμοί εξέφρασαν μέσα από γεωγραφικά και συμβολικά πρότυπα. Η ιστορία των θρησκειών μάς διδάσκει ότι ο θρησκευόμενος άνθρωπος επιθυμεί να ζει όσο το δυνατόν πλησιέστερα στο κέντρο του «Θείου Κόσμου» και θα θεωρούσε ιδανικό η ίδια του η πατρίδα να βρίσκεται στο κέντρο της γήινης επιφάνειας.

Έτσι, πολλές θρησκευτικές παραδόσεις διαμόρφωσαν την αντίληψη ότι ο «λαός του Θεού» κατέχει το κέντρο του κόσμου και ότι η επικράτειά του αποτελεί τον κατεξοχήν χώρο της Τάξης και της Ειρήνης, ενώ πέρα από αυτήν εκτείνονται ο Πόλεμος, η Βαρβαρότητα και το Χάος.


Διάβρωση και διάλυση Θεσμών και Πολιτισμών αντί για Κατέχον.

Μπαίνοντας λοιπόν στον πυρήνα του θέματος θα πάρουμε αμέσως θέση απέναντι στον Γνωστικισμό. Είναι γνωστό ότι ο τελικός σκοπός αυτού του ‘’μεταφυσικού ρεύματος’’ που άλλοτε εμφανίζεται ως αρχαία ή μεσαιωνική σέχτα ,άλλοτε ως διαφωτιστικός Ορθός Λόγος και άλλοτε ως αριστερή νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, είναι να απεμπολήσει τα εν ουρανώ και να προωθήσει μόνο τον Εωσφορισμό επί της γης. Με άλλα λόγια οι Γνωστικοί θέλουν την ανατροπή της θεϊκής Τάξης και την αντικατάστασή της από το έρεβος του ανθρώπινου εγωισμού και τη χαοτική ικανοποίηση κάθε ζωώδους ενστίκτου, μέχρι να έρθει ο Αντίχριστος που θα νομιμοποιήσει τα απαγορευμένα. Γι’ αυτό δείχνουν άλλωστε τόσον υπερβάλλοντα ζήλο σχετικά με τη νομιμοποίηση των γάμων των ομοφυλοφίλων, και υπενθυμίζουμε πως ήδη σε αγγλικανικές εκκλησίες τελείται το υποτιθέμενο ”μυστήριο”. Αγωνίζονται επίσης για τη νομιμοποίηση των ναρκωτικών για προσωπική χρήση και γενικά για να γίνει αποδεκτή από τους κρατικούς θεσμούς κάθε είδους παραβατικότητα στο όνομα της ”εξέλιξης” και της ”δημοκρατίας”. Οι σύγχρονοι κοινωνιολόγοι έχουν αποκαλέσει την εποχή που ζούμε σαν την εποχή της ετερότητας, πράγμα που με απλά λόγια σημαίνει ότι μειοψηφίες , που κινούνται στα όρια της παραβατικότητας , αποκτούν εξουσία. Αφού λοιπόν το κράτος σταμάτησε να είναι κραταιό και δείχνει υποτεταγμένο σε τέτοιου είδους μειοψηφίες, ποιος θεσμός είναι εκείνος που κρατάει πλέον τα ηνία του Κατέχοντος; Σαφώς και είναι η Εκκλησία. Πράγμα που σημαίνει ότι εάν και εκείνη χάσει τη δύναμη αυτή,διαβρωμένη από φιλελεύθερες ιδέες,τότε είναι ορθάνοιχτος ο δρόμος για να εκφραστεί η σκοτεινή δύναμη της Ανομίας. Ιδού λοιπόν ο βασικός λόγος για τον οποίο η φιλελεύθερη Αριστερά προσπαθεί να προσεγγίσει την εκκλησία. Θέλει να τη μολύνει με το μικρόβιο της αποδοχής της ετερότητας,ώστε να την οδηγήσει σε μία χαλαρή αποδοχή παραβατικών συμπεριφορών μέσα από τις θεωρίες του Φιλελευθερισμού και του Οικουμενισμού. Τότε η Φιλελεύθερη ελίτ, γεμάτη από Γνωστικούς και Προτεστάντες, θα έχει κερδίσει κατ’ουσίαν το παιχνίδι και κανένα εμπόδιο δεν θα απομένει στον δρόμο προς τη μεγάλη κοσμική ανατροπή. Πρέπει λοιπόν να γίνει απόλυτα αντιληπτό ότι ο πόλεμος μαίνεται σε δύο επίπεδα, το υπερβατικό και το υλικό, και όποιος δεν μπορέσει να το κατανοήσει θα χάσει το βαθύτερο νόημα των εξελίξεων.


Το Δυτικό μίσος για το Ορθόδοξο Κράτος

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τις σύγχρονες εξελίξεις, αξίζει να ξεκινήσουμε από ένα γεγονός που μας προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση. Πρόκειται για τις δηλώσεις του πρώην Υπουργού Εξωτερικών της Σουηδίας, Καρλ Μπιλντ, ο οποίος άσκησε έντονη κριτική στον Βλαντίμιρ Πούτιν, υποστηρίζοντας ότι ακολουθεί τον συντηρητικό δρόμο της Ορθοδοξίας. Πίσω από αυτή τη δήλωση διακρίνουμε μια βαθύτερη δυσπιστία, αν όχι απέχθεια, που χαρακτηρίζει σημαντικό μέρος του δυτικού κόσμου, ιδίως των χωρών που διαμορφώθηκαν μέσα από τη θρησκευτική Μεταρρύθμιση και τον σύγχρονο καθολικισμό, απέναντι στην Ορθόδοξη Παράδοση.

Ανάλογη προσέγγιση συναντούμε και στο έργο του Αμερικανού καθηγητή Πολιτικών Επιστημών Samuel Huntington, Η Σύγκρουση των Πολιτισμών, όπου υποστηρίζεται ότι οι ορθόδοξες κοινωνίες συγκροτούν έναν διακριτό πολιτισμικό χώρο, διαφορετικό από εκείνον της Δύσης. Η θέση αυτή αποτυπώνει την αντίληψη ότι η Ορθοδοξία δεν αποτελεί οργανικό τμήμα του δυτικού πολιτισμού, αλλά έναν διαφορετικό πολιτισμικό και γεωπολιτικό πόλο.

Κατά την άποψή μας, ο δυτικός τρόπος ζωής και η ορθόδοξη κοσμοθεώρηση ακολουθούν διαφορετικούς προσανατολισμούς, όχι μόνο στο επίπεδο της θεολογίας, αλλά και ως προς τη Γεωπολιτική, την Οικονομία και την αντίληψη περί Πολιτισμού. Χωρίς να παραβλέπουμε τις επιμέρους ερμηνείες, αναζητούμε το βαθύτερο αίτιο αυτής της διαχρονικής αντιπαράθεσης απέναντι στο παραδοσιακό Ορθόδοξο Κράτος.

Δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο ότι η Δύση αντιμετωπίζει με πολύ μεγαλύτερη άνεση κράτη ορθόδοξης παράδοσης στα οποία η Εκκλησία είναι πλήρως διαχωρισμένη από το κράτος, ενώ εμφανίζεται αισθητά πιο επιφυλακτική απέναντι σε χώρες όπου η κρατική οργάνωση και η νομοθετική εξουσία εξακολουθούν να αντλούν στοιχεία από την Ορθόδοξη Παράδοση.

Από αυτή την οπτική καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο τελικός στόχος του σύγχρονου φιλελεύθερου προτύπου, το οποίο προβάλλεται στο όνομα της «Προόδου», είναι η σταδιακή αποδυνάμωση ή και η κατάργηση του Κατέχοντος. Με αυτή τη λογική, το σύγχρονο φιλελεύθερο πρόταγμα λειτουργεί ως ένα είδος αντι-Κατέχοντος, επιδιώκοντας να αντικαταστήσει τις παραδοσιακές πνευματικές και πολιτικές δομές με ένα νέο, διαφορετικό αξιακό σύστημα.



Η επιστροφή του Ορθοδόξου Κράτους

Τι είναι όμως εκείνο που προκαλεί τόσο έντονη εχθρότητα απέναντι στο Ορθόδοξο παραδοσιακό Κράτος; Η απάντηση βρίσκεται στην ίδια του τη φύση. Πρόκειται για μια πολιτειακή συγκρότηση που εδράζεται ταυτόχρονα στο υπερβατικό και στο γήινο, θέτοντας σε κίνηση δυνάμεις τις οποίες ο σύγχρονος δυτικός ορθολογισμός αδυνατεί ακόμη και να αντιληφθεί. Ένα τέτοιο Κράτος βρίσκεται σε οργανική αρμονία με την Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας και λειτουργεί ως ένα πνευματικό και πολιτικό οχυρό απέναντι στις δυνάμεις της Ανομίας.

«Υπήρξε άραγε ποτέ στην Ιστορία ένα τέτοιο Κράτος;» θα αναρωτηθεί κανείς.

Η απάντηση είναι καταφατική. Υπήρξε η Αυτοκρατορία μέσα στην οποία το Κατέχον παρέμεινε ενεργό για περισσότερο από μία χιλιετία και της οποίας η πνευματική παρακαταθήκη εξακολουθεί να επιβιώνει στη συνείδηση των απογόνων της. Η πραγματικότητα αυτή εξηγεί, κατά την άποψή μας, όχι μόνο τη διαχρονική καχυποψία της Δύσης απέναντι στο Ελληνορωμαϊκό χιλιόχρονο πρότυπο κράτος, αλλά και τη δυσπιστία που εξακολουθεί να εκδηλώνεται απέναντι στην Ελλάδα, έναν λαό που σε σημαντικό βαθμό διατηρεί ακόμη βυζαντινά πολιτισμικά χαρακτηριστικά.

Παρόμοια στάση παρατηρείται και απέναντι στη μετασοβιετική Ρωσία, η οποία επιχειρεί σταδιακά να επαναδομήσει την κρατική της ταυτότητα αντλώντας στοιχεία από την Ορθόδοξη Παράδοση. Πρόκειται για μια προσπάθεια διανοητικής και πολιτισμικής ανασύνθεσης της ιστορικής Ρωσικής Χριστιανικής Αυτοκρατορίας, προσαρμοσμένης στις συνθήκες του σύγχρονου κόσμου.

Ο Carl Schmitt επανέρχεται και εδώ ως κομβική μορφή, υποστηρίζοντας ότι χωρίς το Κατέχον η ιστορία της ανθρωπότητας θα είχε ήδη οδηγηθεί στην κατάρρευση. Με αυτή τη θέση εντάσσεται στη μακρά παράδοση των χριστιανών στοχαστών που αναγνώρισαν στην Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως τον διττό ιστορικό της ρόλο: αφενός να αναχαιτίσει τις εξωτερικές απειλές προς την Ευρώπη και αφετέρου να συγκρατήσει τις δυνάμεις της Ανομίας που απειλούσαν να διαλύσουν τη θεϊκή τάξη του κόσμου. Πρόκειται για μια θεώρηση που συνδέει άρρηκτα τη γεωπολιτική με τη θεολογία.

Η ίδια η έννοια της Αυτοκρατορίας άλλωστε εμφανίζεται ήδη στην κλασική γραμματεία ως θεολογική πραγματικότητα. Στην Αινειάδα του Βιργιλίου ο Δίας προαναγγέλλει στον Αινεία τη μοίρα της Ρώμης και, μέσω αυτής, την εγκαθίδρυση της παγκόσμιας ρωμαϊκής εξουσίας. Με μια χαρακτηριστική θεϊκή διακήρυξη παραχωρεί στους Ρωμαίους μια αποστολή χωρίς χωρικά ή χρονικά όρια:

«Σ' αυτούς δεν θέτω όρια ούτε στον χώρο ούτε στον χρόνο. Η αυτοκρατορία που τους παραχωρώ δεν θα έχει τέλος.»

Η διατύπωση αυτή εκφράζει την οικουμενική διάσταση της Αυτοκρατορίας και εξηγεί την ιστορική της αντοχή. Από τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Αύγουστο έως τον Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο, η ρωμαϊκή αυτοκρατορική ιδέα διήρκεσε περίπου δεκαπέντε αιώνες, χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Οι αυτοκράτορες καλούνταν να κυβερνούν τους λαούς, να εδραιώνουν την ειρήνη, να επιδεικνύουν επιείκεια προς όσους υποτάσσονταν και να συντρίβουν την αλαζονεία όσων αμφισβητούσαν την τάξη.

Όπως χαρακτηριστικά επισήμανε ο μεγάλος Βυζαντινολόγος Γεώργιος Οστρογκόρσκυ:

«Η ρωμαϊκή κρατική δομή, ο ελληνικός πολιτισμός και η χριστιανική θρησκεία αποτελούν τις τρεις κύριες πηγές ανάπτυξης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Αυτοκρατορία, ετερογενής από εθνική άποψη, διατηρήθηκε ενωμένη υπό τη ρωμαϊκή έννοια του Κράτους, ενώ η θέση της στον κόσμο καθορίστηκε από τη ρωμαϊκή ιδέα της καθολικότητας. Συγκροτήθηκε έτσι μία πολύπλοκη ιεραρχία κρατών, στην κορυφή της οποίας βρισκόταν ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Ρωμαίος Αυτοκράτορας και επικεφαλής της Χριστιανικής Οικουμένης.»

Έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, γίνεται αντιληπτό ότι ένα Κράτος θεμελιωμένο στην Ορθόδοξη Παράδοση προβάλλεται ως το μόνο ικανό να λειτουργήσει ως σταθερό ανάχωμα απέναντι στη διάλυση της πολιτικής και πνευματικής τάξης. Ένα Κράτος στο οποίο ο Νόμος αντλεί τη νομιμοποίησή του από την Παράδοση, η Πολιτεία αναδεικνύεται σε φάρο πολιτισμού και γνώσης και η ισχύς της υπηρετεί τη διατήρηση της τάξης και της ιστορικής συνέχειας.



Φίλιππος Μπουράτογλου  - Ιστορικός ερευνητης - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών