Η Γεωπολιτική της Πρώτης Κίνησης.





Ιράν, Ορμούζ και Κίνα απέναντι στα όρια της αμερικανικής πίεσης.



Η σύγκρουση γύρω από το Ιράν εισέρχεται σε μια διαφορετική και ίσως πιο σύνθετη φάση. Η στρατιωτική πίεση δεν έχει εξαφανιστεί, όμως δίπλα της αναπτύσσεται πλέον μια δεύτερη αναμέτρηση: η μάχη για το ποιος θα αναγκαστεί να κινηθεί πρώτος.

Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να μεταφέρει την πίεση από το καθαρά στρατιωτικό πεδίο στις μεταφορές, στις αεροπορικές συνδέσεις και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι αμερικανικές κυρώσεις εναντίον των ιρανικών αεροπορικών εταιρειών και η απειλή δευτερογενών κυρώσεων προς όσους συνεχίζουν να τις εξυπηρετούν προκάλεσαν μέσα σε λίγες ημέρες σημαντική συρρίκνωση του περιφερειακού αεροπορικού δικτύου της Τεχεράνης.

Η εξέλιξη αυτή αποδεικνύει ότι η αμερικανική οικονομική ισχύς εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική δυνατότητα επιβολής. Δεν λειτουργεί όμως παντού με την ίδια αποτελεσματικότητα. Η Κίνα αρνήθηκε να ακολουθήσει την αμερικανική πίεση, διατηρώντας στην πράξη ανοικτή μια κρίσιμη αεροπορική σύνδεση με το Ιράν. Έτσι, η αντιπαράθεση αρχίζει να υπερβαίνει τα όρια μιας περιφερειακής κρίσης και να αποκτά σαφέστερη πολυπολική διάσταση.

Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη δεν έχει απαντήσει μέχρι στιγμής με την άμεση στρατιωτική κλιμάκωση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη διεύρυνση της σύγκρουσης. Αντίθετα, επιχειρεί να συνδέσει την πίεση που ασκεί μέσω του Στενού του Ορμούζ με μια συγκεκριμένη ακολουθία πολιτικών και οικονομικών ανταλλαγμάτων.

Εδώ βρίσκεται πλέον ο πυρήνας της διαπραγμάτευσης. Οι βασικές απαιτήσεις των δύο πλευρών είναι σε σημαντικό βαθμό γνωστές. Εκείνο που παραμένει άλυτο είναι η σειρά των κινήσεων. Η Ουάσιγκτον δεν θέλει να χαλαρώσει τον αποκλεισμό πριν δει συγκεκριμένη ιρανική υποχώρηση. Η Τεχεράνη, από την άλλη, δεν θέλει να περιορίσει το σημαντικότερο διαπραγματευτικό της πλεονέκτημα στο Ορμούζ πριν υπάρξει αμερικανική κίνηση.

Η γεωπολιτική της πρώτης κίνησης αποκτά έτσι μεγαλύτερη σημασία από την ίδια τη ρητορική των δύο πλευρών. Διότι εκείνος που θα κινηθεί πρώτος δεν προσφέρει απλώς μια παραχώρηση. Αναλαμβάνει το πολιτικό κόστος της υποχώρησης και ταυτόχρονα δοκιμάζει εάν η απέναντι πλευρά θα ανταποκριθεί ή θα εκμεταλλευθεί την κίνηση για να απαιτήσει περισσότερα.

Το επόμενο διάστημα, επομένως, δεν θα κριθεί μόνο από το εάν το Στενό του Ορμούζ θα ανοίξει ή από το εάν οι αμερικανικές κυρώσεις θα επεκταθούν. Θα κριθεί από κάτι βαθύτερο: ποια πλευρά διαθέτει αρκετή ισχύ και αρκετή στρατηγική αυτονομία ώστε να αντέξει περισσότερο χωρίς να κάνει την πρώτη παραχώρηση.

Και πίσω από αυτή την αναμέτρηση βρίσκεται πλέον ένας ακόμη παράγοντας: η Κίνα. Η στάση του Πεκίνου δεν σημαίνει ότι έχει αναλάβει την υπεράσπιση του Ιράν ούτε ότι Ρωσία, Κίνα και Ιράν αποτελούν ένα ενιαίο γεωπολιτικό μπλοκ. Δείχνει όμως ότι η δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να μετατρέπουν την οικονομική τους ισχύ σε καθολική διεθνή συμμόρφωση συναντά όρια όταν απέναντί τους βρίσκεται ένα άλλο μεγάλο και αυτόνομο κέντρο ισχύος.

Αυτό ακριβώς είναι που μετατρέπει την κρίση του Ορμούζ σε κάτι περισσότερο από μια ακόμη αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Τη μετατρέπει σε δοκιμασία της ισχύος, των ορίων της επιβολής και της στρατηγικής αυτονομίας μέσα σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα περισσότερο πολυπολικός.


 Ο Αεροπορικός Αποκλεισμός και η Αμερικανική Οικονομική Πίεση

Η νέα φάση της αμερικανικής πίεσης απέναντι στο Ιράν δεν ξεκίνησε με ένα ακόμη στρατιωτικό πλήγμα, αλλά με την προσπάθεια περιορισμού της δυνατότητας της Τεχεράνης να χρησιμοποιεί το περιφερειακό αεροπορικό δίκτυο. Πρόκειται για μια διαφορετική εφαρμογή ισχύος: αντί να πληγεί άμεσα η ιρανική αεροπορία, αυξάνεται το οικονομικό κόστος για κάθε τρίτο κράτος ή εταιρεία που εξακολουθεί να την εξυπηρετεί.

Στις 8 Σεπτεμβρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν κυρώσεις στις 27 εναπομείνασες ενεργές ιρανικές αεροπορικές εταιρείες, μεταξύ των οποίων οι Iran Aseman, Kish Air, Qeshm Air και Zagros. Παράλληλα, στο στόχαστρο βρέθηκαν εννέα ξένοι φορείς που κατηγορούνται ότι διευκόλυναν τη Mahan Air, ενώ ανεστάλησαν και τρεις αδειοδοτήσεις σχετικές με τον αεροπορικό τομέα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η περίπτωση της Mahan Air. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η εταιρεία απέκτησε τουλάχιστον τρία Boeing 777 κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, τα οποία πέρασαν μέσω Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Ομάν. Η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει τέτοιες διαδρομές ως μηχανισμό παράκαμψης των περιορισμών και επιχειρεί πλέον να πλήξει όχι μόνο τον τελικό ιρανικό αποδέκτη αλλά ολόκληρη την αλυσίδα που καθιστά δυνατή τη λειτουργία του.

Η αποφασιστική κίνηση ακολούθησε στις 21 Σεπτεμβρίου. Η αμερικανική πλευρά προειδοποίησε ότι αεροδρόμια, εταιρείες επίγειας εξυπηρέτησης, προμηθευτές καυσίμων και άλλοι φορείς που θα εξακολουθούσαν μετά τις 23 Σεπτεμβρίου να εξυπηρετούν τις συγκεκριμένες ιρανικές εταιρείες θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωποι με αποκλεισμό από το δολαριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται η πραγματική ισχύς του μέτρου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζεται να απαγορεύσουν σε κάθε ξένο αεροδρόμιο να δέχεται ιρανικά αεροσκάφη. Αρκεί να θέσουν τις επιχειρήσεις που τα εξυπηρετούν μπροστά σε ένα πολύ δυσάρεστο δίλημμα: πρόσβαση στην ιρανική αγορά ή πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Τα αποτελέσματα εμφανίστηκαν γρήγορα. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανέστειλαν τις ιρανικές αεροπορικές συνδέσεις από τις 24 Σεπτεμβρίου. Στο Ιράκ, οι πτήσεις προς Βαγδάτη, Najaf, Erbil και Sulaymaniyah σταμάτησαν από τις 25 Σεπτεμβρίου, ενώ η Βαγδάτη άρχισε να αναζητά δυνατότητα ανθρωπιστικής εξαίρεσης.

Αζερμπαϊτζάν και Γεωργία προστέθηκαν στις χώρες που σταμάτησαν τις ιρανικές πτήσεις, ενώ Ομάν και Τουρκία προχώρησαν σε πιο περιορισμένα μέτρα. Στην τουρκική περίπτωση, η Mahan Air βρέθηκε αντιμέτωπη με περιορισμούς και τουρκικές εταιρείες σταμάτησαν να εξυπηρετούν το Ιράν. Παράλληλα, το Τουρκμενιστάν φέρεται να αρνήθηκε τουλάχιστον μία υπερπτήση.

Μέσα σε ελάχιστες ημέρες, επομένως, η Ουάσιγκτον πέτυχε μια αισθητή συρρίκνωση του περιφερειακού αεροπορικού χώρου που ήταν διαθέσιμος στην Τεχεράνη. Αυτό αποτελεί πραγματική επίδειξη της εμβέλειας που εξακολουθεί να διαθέτει το αμερικανικό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Χρειάζεται όμως μία σημαντική διάκριση. Η 23η Σεπτεμβρίου δεν αποτέλεσε την ενεργοποίηση κάποιου νέου καθολικού νομικού μηχανισμού που αυτομάτως απαγόρευε την εξυπηρέτηση κάθε ιρανικού αεροσκάφους. Η αμερικανική προειδοποίηση λειτούργησε κυρίως μέσω της απειλής δευτερογενών κυρώσεων. Μέχρι το συγκεκριμένο χρονικό σημείο δεν είχε καταγραφεί νέα αμερικανική κύρωση εναντίον συγκεκριμένου ξένου αεροδρομίου, προμηθευτή καυσίμων ή εταιρείας επίγειας εξυπηρέτησης επειδή συνέχισε να εξυπηρετεί ιρανικές πτήσεις μετά τις 23 Σεπτεμβρίου.

Αυτό κάνει το αποτέλεσμα ακόμη πιο ενδιαφέρον γεωπολιτικά. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η απειλή ήταν αρκετή ώστε να μεταβάλει τη συμπεριφορά κρατών και ιδιωτικών επιχειρήσεων πριν χρειαστεί η Ουάσιγκτον να εφαρμόσει το επόμενο επίπεδο κυρώσεων.

Η περίπτωση του Ιράκ είναι χαρακτηριστική. Υπάρχουν αναφορές ότι ιδιωτικές εταιρείες επίγειας εξυπηρέτησης άρχισαν να αποφεύγουν τα ιρανικά αεροσκάφη ακόμη και πριν αποσαφηνιστεί πλήρως η κυβερνητική θέση. Είτε η πρώτη κίνηση προήλθε από το κράτος είτε από ιδιωτικούς φορείς που φοβήθηκαν τις οικονομικές συνέπειες, το αποτέλεσμα παραμένει σημαντικό: η χρηματοπιστωτική πίεση μετατράπηκε μέσα σε λίγες ημέρες σε πραγματικό περιορισμό της αεροπορικής πρόσβασης του Ιράν.

Δεν πρόκειται όμως για ολοκληρωτικό αποκλεισμό. Το περιφερειακό δίκτυο της Τεχεράνης συρρικνώθηκε, αλλά δεν εξαφανίστηκε. Και ακριβώς εδώ εμφανίζεται το όριο της συγκεκριμένης στρατηγικής.

Για τη Ρωσία, την Ινδία και το Πακιστάν δεν υπήρχε ακόμη σαφής δημόσια απόφαση που να επιτρέπει ασφαλές συμπέρασμα είτε περί συμμόρφωσης είτε περί απόρριψης της αμερικανικής απαίτησης. Η απουσία ανακοίνωσης δεν πρέπει να μετατρέπεται αυθαίρετα σε πολιτική θέση.

Υπάρχει όμως μία περίπτωση όπου η εικόνα είναι πολύ καθαρότερη.

Η Κίνα δεν ακολούθησε την αμερικανική απαίτηση. Και αυτή η εξαίρεση μεταβάλλει τη σημασία ολόκληρης της αεροπορικής εκστρατείας.

Η Ουάσιγκτον απέδειξε ότι μπορεί ακόμη να περιορίζει δραστικά τις επιλογές της Τεχεράνης στο άμεσο περιφερειακό της περιβάλλον. Δεν απέδειξε όμως ότι μπορεί να επιβάλει την ίδια συμπεριφορά σε κάθε μεγάλο κέντρο ισχύος.

Και εκεί ακριβώς η αεροπορική αντιπαράθεση παύει να αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο των κυρώσεων κατά του Ιράν. Μετατρέπεται σε δοκιμασία των πραγματικών ορίων της αμερικανικής οικονομικής επιβολής μέσα σε ένα διεθνές σύστημα όπου η συμμόρφωση δεν είναι πλέον αυτονόητη.


Η Κίνα και τα Όρια της Αμερικανικής Επιβολής

Η αποτελεσματικότητα της αμερικανικής πίεσης στο άμεσο περιβάλλον του Ιράν δεν πρέπει να συγχέεται με καθολική δυνατότητα επιβολής. Η διάκριση γίνεται εμφανής στην περίπτωση της Κίνας. Εκεί όπου μικρότερα ή περισσότερο εκτεθειμένα στο δολαριακό σύστημα κράτη περιόρισαν γρήγορα τις αεροπορικές σχέσεις τους με την Τεχεράνη, το Πεκίνο επέλεξε διαφορετική πορεία.

Η κινεζική κυβέρνηση απέρριψε δημοσίως τις μονομερείς κυρώσεις, χαρακτηρίζοντάς τες παράνομες. Ακόμη σημαντικότερο όμως από τη διπλωματική γλώσσα ήταν αυτό που συνέβη στην πράξη. Στις 23 Σεπτεμβρίου, την ημέρα κατά την οποία ενεργοποιήθηκε η αμερικανική απειλή δευτερογενών κυρώσεων, η πτήση IRM093 της Mahan Air προσγειώθηκε στην Guangzhou.

Η συγκεκριμένη πτήση αποκτά επομένως γεωπολιτική σημασία πολύ μεγαλύτερη από μια συνηθισμένη αεροπορική σύνδεση. Η Ουάσιγκτον είχε καταστήσει σαφές το πιθανό οικονομικό κόστος εξυπηρέτησης των ιρανικών εταιρειών. Το Πεκίνο γνώριζε την αμερικανική θέση και παρ' όλα αυτά ο κινεζικός διάδρομος παρέμεινε ανοικτός.

Δεν πρόκειται ακόμη για συνολική κινεζική αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες γύρω από το Ιράν. Ούτε υπάρχουν στοιχεία που να επιτρέπουν να μετατρέψουμε την κινεζική πολιτική υποστήριξη προς την Τεχεράνη σε ισχυρισμό περί στρατιωτικής συμμαχίας. Η σημασία βρίσκεται αλλού: η αμερικανική απαίτηση δεν μετατράπηκε σε κινεζική συμμόρφωση.

Αυτό ακριβώς αποκαλύπτει μία από τις σημαντικότερες μεταβολές του διεθνούς συστήματος. Οι κυρώσεις των Ηνωμένων Πολιτειών αποκτούν τη μέγιστη αποτελεσματικότητά τους όταν το κράτος ή η επιχείρηση που καλείται να συμμορφωθεί θεωρεί ότι το κόστος σύγκρουσης με το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι μεγαλύτερο από το κόστος εγκατάλειψης της σχέσης του με το Ιράν. Η στρατηγική αυτή δεν απαιτεί πάντοτε άμεσο καταναγκασμό. Λειτουργεί επειδή ο φόβος αποκλεισμού από το δολάριο μεταβάλλει εκ των προτέρων τη συμπεριφορά τρίτων.

Στην κινεζική περίπτωση, όμως, η εξίσωση γίνεται διαφορετική. Το Πεκίνο διαθέτει οικονομικό μέγεθος, εμπορικό βάθος και πολιτική ισχύ που του επιτρέπουν μεγαλύτερα περιθώρια αντίστασης σε εξωτερικές απαιτήσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κίνα βρίσκεται έξω από το δολαριακό σύστημα ή ότι είναι απρόσβλητη από αμερικανική οικονομική πίεση. Σημαίνει ότι διαθέτει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία επιλογών από τα περισσότερα κράτη που βρέθηκαν αντιμέτωπα με το ίδιο δίλημμα.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολυπολική διάσταση της κρίσης. Η πολυπολικότητα δεν προϋποθέτει ότι η αμερικανική ισχύς έχει εξαφανιστεί. Προϋποθέτει ότι η αμερικανική ισχύς δεν επαρκεί πλέον από μόνη της για να εξασφαλίζει καθολική συμμόρφωση.

Η επίσκεψη του Xi Jinping στον Λευκό Οίκο στις 24 Σεπτεμβρίου προσέθεσε και τη διπλωματική διάσταση. Η κινεζική πλευρά υποστήριξε την επιστροφή Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν στο πλαίσιο του Islamabad Memorandum of Understanding, το οποίο είχε συμφωνηθεί στις 17 Ιουνίου με τη μεσολάβηση Πακιστάν και Κατάρ. Παράλληλα, το Πεκίνο υποστήριξε μια ευρύτερη συμφωνία που θα περιλαμβάνει και το πυρηνικό ζήτημα.

Χρειάζεται όμως προσοχή σε ένα σημείο. Υπάρχει αναφορά ότι η Κίνα ζήτησε από την Ουάσιγκτον να άρει πρώτη τον αποκλεισμό. Η συγκεκριμένη πληροφορία παραμένει μονοπηγική και μη επιβεβαιωμένη. Η επίσημη κινεζική θέση που έχει δημοσιοποιηθεί υποστηρίζει επιστροφή στο προηγούμενο πλαίσιο, χωρίς να καθορίζει δημοσίως ποια πλευρά πρέπει να κάνει την πρώτη παραχώρηση.

Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με μεγαλύτερη ασφάλεια είναι ότι το Πεκίνο κινείται ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα. Δεν ακολουθεί την αμερικανική πολιτική απομόνωσης του Ιράν, αλλά ταυτόχρονα δεν επιδιώκει μέχρι στιγμής μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση με την Ουάσιγκτον. Διατηρεί τον αεροπορικό διάδρομο, απορρίπτει τις μονομερείς κυρώσεις και υποστηρίζει το διαπραγματευτικό πλαίσιο, ενώ παράλληλα συνεχίζει τις δικές του εμπορικές διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτή η συμπεριφορά δεν αποτελεί αντίφαση. Αποτελεί χαρακτηριστικό μιας πολυπολικής στρατηγικής: συνεργασία εκεί όπου υπάρχει συμφέρον, αντίσταση εκεί όπου επιχειρείται επιβολή και αποφυγή της πλήρους υποταγής της εξωτερικής πολιτικής σε έναν μοναδικό άξονα.

Η περίπτωση του Ιράν γίνεται έτσι ένα μικρό αλλά αποκαλυπτικό εργαστήριο της μεταβολής του διεθνούς συστήματος. Η Ουάσιγκτον κατάφερε να περιορίσει σημαντικά την αεροπορική πρόσβαση της Τεχεράνης στην περιφέρειά της. Δεν κατάφερε όμως να μετατρέψει την απειλή οικονομικού αποκλεισμού σε παγκόσμια απαγόρευση.

Ο αμερικανικός μηχανισμός πίεσης λειτούργησε εκεί όπου η εξάρτηση περιόριζε τις επιλογές. Στην Κίνα συνάντησε έναν πόλο με αρκετή ισχύ ώστε να διατηρήσει τη δική του επιλογή.

Και αυτό είναι ίσως σημαντικότερο από την ίδια την πτήση προς την Guangzhou. Διότι στον πολυπολικό κόσμο, η ισχύς δεν μετριέται μόνο από την ικανότητα ενός κράτους να επιβάλλει κυρώσεις. Μετριέται και από την ικανότητα των άλλων να μπορούν να τους πουν όχι.


Η Κίνα και τα Όρια της Αμερικανικής Επιβολής

Η ταχύτητα με την οποία περιορίστηκε το αεροπορικό δίκτυο του Ιράν στην άμεση περιφέρειά του θα μπορούσε εύκολα να δημιουργήσει την εικόνα μιας αμερικανικής στρατηγικής που επιβάλλεται χωρίς ουσιαστικά εμπόδια. Η περίπτωση της Κίνας, όμως, αποκαλύπτει τα όρια αυτής της εικόνας. Η αμερικανική πίεση αποδείχθηκε ισχυρή, αλλά όχι καθολική.

Το Πεκίνο δεν ακολούθησε την απαίτηση της Ουάσιγκτον για απομόνωση των ιρανικών αεροπορικών εταιρειών. Η κινεζική κυβέρνηση απέρριψε δημοσίως τις μονομερείς κυρώσεις ως παράνομες και, ακόμη σημαντικότερο, η πολιτική αυτή εκφράστηκε στην πράξη. Στις 23 Σεπτεμβρίου, την ημέρα κατά την οποία τέθηκε σε εφαρμογή η αμερικανική προειδοποίηση προς όσους εξακολουθούσαν να εξυπηρετούν ιρανικές εταιρείες, η πτήση IRM093 της Mahan Air προσγειώθηκε στην Guangzhou.

Η συγκεκριμένη πτήση αποκτά έτσι σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ μια συνηθισμένη αεροπορική σύνδεση. Η αμερικανική απειλή ήταν γνωστή. Το πιθανό κόστος είχε διατυπωθεί δημοσίως. Παρ' όλα αυτά, ο κινεζικός διάδρομος παρέμεινε ανοικτός.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κίνα έχει μετατραπεί σε στρατιωτικό προστάτη του Ιράν. Δεν υπάρχουν στο διαθέσιμο υλικό στοιχεία που να τεκμηριώνουν κινεζική στρατιωτική υποστήριξη προς την Τεχεράνη στο συγκεκριμένο μέτωπο. Ούτε πρέπει η σχέση Κίνας και Ιράν να μετατρέπεται αυθαίρετα σε εικόνα ενός ενιαίου αντιδυτικού στρατοπέδου.

Το πραγματικό γεγονός είναι απλούστερο και ταυτόχρονα γεωπολιτικά σημαντικότερο: η Ουάσιγκτον απαίτησε συμμόρφωση και το Πεκίνο δεν συμμορφώθηκε.

Η διαφοροποίηση αυτή φωτίζει τον μηχανισμό πάνω στον οποίο στηρίζεται μεγάλο μέρος της αμερικανικής οικονομικής ισχύος. Όταν μια κυβέρνηση, ένα αεροδρόμιο ή μια ιδιωτική εταιρεία βρίσκεται αντιμέτωπη με την πιθανότητα αποκλεισμού από το δολαριακό σύστημα, το κόστος της μη συμμόρφωσης μπορεί να γίνει μεγαλύτερο από το όφελος της συνέχισης των σχέσεων με το Ιράν. Η Ουάσιγκτον δεν χρειάζεται τότε να επιβάλει άμεσα την απόφασή της. Η ίδια η οικονομική εξάρτηση λειτουργεί ως μηχανισμός πειθαρχίας.

Η Κίνα όμως βρίσκεται σε διαφορετική κατηγορία ισχύος. Δεν είναι ανεξάρτητη από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα ούτε άτρωτη απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις. Διαθέτει όμως οικονομικό μέγεθος, εμπορική ισχύ και διεθνή δίκτυα που της προσφέρουν πολύ μεγαλύτερο περιθώριο στρατηγικών επιλογών.

Εδώ εμφανίζεται η ουσία της πολυπολικότητας. Πολυπολικός κόσμος δεν είναι ένας κόσμος στον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες παύουν να διαθέτουν ισχύ. Είναι ένας κόσμος στον οποίο η αμερικανική ισχύς παύει να αποτελεί από μόνη της επαρκή προϋπόθεση καθολικής συμμόρφωσης.

Η κινεζική στάση δεν περιορίστηκε στο αεροπορικό μέτωπο. Στις 24 Σεπτεμβρίου, κατά τις συνομιλίες του Xi Jinping στον Λευκό Οίκο, το Ιράν και το Ορμούζ βρέθηκαν στην ατζέντα. Η κινεζική πλευρά υποστήριξε την επιστροφή Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν στο πλαίσιο του Islamabad Memorandum of Understanding, το οποίο είχε συμφωνηθεί στις 17 Ιουνίου με διαμεσολάβηση Πακιστάν και Κατάρ, πριν καταρρεύσει μέσα στις επόμενες εβδομάδες.

Παράλληλα, το Πεκίνο τάχθηκε υπέρ μιας ευρύτερης συμφωνίας που θα περιλαμβάνει και το πυρηνικό ζήτημα. Υπάρχουν αναφορές ότι η κινεζική πλευρά πίεσε ειδικότερα την Ουάσιγκτον να προχωρήσει πρώτη σε άρση του αποκλεισμού. Το συγκεκριμένο στοιχείο, όμως, παραμένει μονοπηγικό και μη επιβεβαιωμένο. Η δημόσια κινεζική θέση υποστηρίζει επιστροφή στο προηγούμενο πλαίσιο χωρίς να καθορίζει ποιος πρέπει να πραγματοποιήσει την πρώτη παραχώρηση.

Αυτό είναι σημαντικό, διότι το Πεκίνο δεν εμφανίζεται να επιδιώκει μετωπική ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Την ίδια στιγμή που αρνείται να εφαρμόσει την αμερικανική πολιτική απομόνωσης του Ιράν, συνεχίζει τις εμπορικές συνομιλίες του με την Ουάσιγκτον. Η επίσκεψη Xi δεν παρήγαγε συμφωνία για το Ιράν, αλλά συνοδεύτηκε από περιορισμένη πρόοδο στο εμπορικό πεδίο.

Η Κίνα επομένως δεν λειτουργεί με τη λογική μιας νέας διπολικής πειθαρχίας όπου κάθε αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες απαιτεί σύγκρουση σε όλα τα υπόλοιπα πεδία. Συνεργάζεται εκεί όπου τα συμφέροντά της συγκλίνουν, αρνείται τη συμμόρφωση εκεί όπου θεωρεί ότι θίγεται η στρατηγική της αυτονομία και διατηρεί ανοικτούς περισσότερους από έναν διαύλους ταυτόχρονα.

Ακριβώς αυτή η δυνατότητα αποτελεί χαρακτηριστικό ενός αυτόνομου πόλου ισχύος.

Η περίπτωση της Mahan Air είναι επομένως μικρή μόνο αν εξεταστεί απομονωμένα. Μέσα στη μεγαλύτερη γεωπολιτική εικόνα αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο. Η αμερικανική στρατηγική μπορεί ακόμη να αυξάνει δραματικά το κόστος για μικρότερα κράτη, να περιορίζει τις επιλογές τους και να μεταβάλλει τη συμπεριφορά επιχειρήσεων που εξαρτώνται από το δολαριακό σύστημα. Δεν διαθέτει όμως πλέον την ίδια δυνατότητα να μετατρέπει μια μονομερή απαίτηση σε παγκόσμιο κανόνα.

Και αυτό είναι το πραγματικό όριο που εμφανίζεται στην κινεζική περίπτωση.

Στον αναδυόμενο πολυπολικό κόσμο, η ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται μόνο από το πόσους μπορεί να υποχρεώσει να ακολουθήσουν τις αποφάσεις του. Μετριέται επίσης από το εάν απέναντί του υπάρχουν άλλοι πόλοι που διαθέτουν αρκετή οικονομική και στρατηγική αυτονομία ώστε να διατηρούν τη δυνατότητα της άρνησης.


Το Επταήμερο Ιρανικό Σχέδιο: Ποιος Κινείται Πρώτος;

Ενώ η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αυξήσει την οικονομική και αεροπορική πίεση και η Κίνα αρνείται να ακολουθήσει πλήρως τη στρατηγική απομόνωσης της Τεχεράνης, στο διπλωματικό επίπεδο έχει αρχίσει να διαμορφώνεται ένα πολύ διαφορετικό πεδίο σύγκρουσης. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο τι ζητά κάθε πλευρά, αλλά ποιος θα υποχρεωθεί να κινηθεί πρώτος.

Στις 22 Σεπτεμβρίου, στη Νέα Υόρκη, πραγματοποιήθηκε πολύωρη επαφή γύρω από τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών Abbas Araghchi και τους Αμερικανούς διαπραγματευτές Steve Witkoff και Jared Kushner, με τον πρωθυπουργό του Κατάρ να συμμετέχει στο μεγαλύτερο μέρος της διαδικασίας. Η ακριβής μορφή της συνάντησης παραμένει ασαφής, καθώς υπάρχουν διαφορετικές περιγραφές για το εάν οι συνομιλίες ήταν άμεσες ή πραγματοποιήθηκαν εν μέρει μέσω διαμεσολαβητών.

Από αυτή τη διπλωματική κινητικότητα προέκυψε ένα περισσότερο συγκεκριμένο ιρανικό πλαίσιο. Η αρχική πρόταση προέβλεπε περιφερειακή κατάπαυση πυρός διάρκειας έως 60 ημερών, σταδιακή επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ, τερματισμό του αμερικανικού αποκλεισμού, παύση των ιρανικών επιθέσεων εναντίον αραβικών κρατών και ένα χρονοδιάγραμμα για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις.

Στις 25 Σεπτεμβρίου, ο Araghchi συμπύκνωσε αυτή τη διαδικασία σε ένα επταήμερο σχέδιο. Οι πρώτες τέσσερις έως πέντε ημέρες θα χρησιμοποιούνταν για τις αρχικές κινήσεις των δύο πλευρών. Την έκτη ημέρα προβλεπόταν επαναλειτουργία του Ορμούζ και την έβδομη έναρξη διαπραγματεύσεων για την τελική συμφωνία.

Από την αμερικανική πλευρά, η Τεχεράνη ζητά άρση του αποκλεισμού, εξαιρέσεις ή χαλάρωση των περιορισμών στις ιρανικές πετρελαϊκές εξαγωγές και αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων. Οι περισσότερες διαθέσιμες αναφορές τοποθετούν τα συγκεκριμένα κεφάλαια περίπου στα 12 δισ. δολάρια, αν και έχει εμφανιστεί και υψηλότερη εκτίμηση 24 δισ. Η πρώτη εκτίμηση παραμένει περισσότερο τεκμηριωμένη.

Το σχέδιο επιχειρεί παράλληλα να συνδέσει την αποκλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο με το ευρύτερο περιφερειακό μέτωπο. Στις ιρανικές απαιτήσεις περιλαμβάνεται κατάπαυση του πυρός που θα καλύπτει επίσης τον Λίβανο και την Υεμένη. Η Τεχεράνη επιχειρεί έτσι να μεταφέρει τη διαπραγμάτευση από μια στενή διμερή διευθέτηση σε ένα ευρύτερο περιφερειακό πλαίσιο ασφαλείας.

Ακόμη και το ζήτημα των ιρανικών απαιτήσεων για τέλη διέλευσης από το Ορμούζ φαίνεται να έχει εισέλθει στη διαπραγμάτευση. Υπάρχουν αναφορές ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να μεταφέρει το συγκεκριμένο θέμα σε ξεχωριστό παράρτημα μιας συμφωνίας. Πρόκειται όμως για αναφερόμενη διαπραγματευτική δυνατότητα και όχι για επιβεβαιωμένη ιρανική υποχώρηση.

Το σημαντικότερο σημείο του επταήμερου σχεδίου βρίσκεται αλλού. Παρά το όνομά του, το επταήμερο δεν έχει ακόμη αρχίσει.

Για να υπάρξει «πρώτη ημέρα», πρέπει προηγουμένως να γίνει αποδεκτό το πλαίσιο. Χωρίς συμφωνία πάνω στη διαδικασία, δεν υπάρχει αντίστροφη μέτρηση προς την έκτη ημέρα και επομένως δεν υπάρχει προκαθορισμένη ημερομηνία για το άνοιγμα του Ορμούζ. Η λεπτομέρεια αυτή είναι κρίσιμη, διότι διαφορετικά δημιουργείται η λανθασμένη εντύπωση ότι η Τεχεράνη έχει ήδη δεσμευθεί να ανοίξει το Στενό σε συγκεκριμένη ημερομηνία.

Το πραγματικό αδιέξοδο βρίσκεται στη σειρά των παραχωρήσεων.

Η αμερικανική πλευρά δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να άρει τον αποκλεισμό πριν το Ιράν πραγματοποιήσει μια επαρκή κίνηση καλής θέλησης. Η Τεχεράνη αντιστρέφει τη λογική: δεν προτίθεται να περιορίσει το πλεονέκτημα που διαθέτει μέσω του Ορμούζ όσο η αμερικανική πίεση παραμένει αμετάβλητη.

Έτσι, οι δύο πλευρές απαιτούν ουσιαστικά το ίδιο πράγμα η μία από την άλλη: να αναλάβει ο αντίπαλος πρώτος το κόστος της αποκλιμάκωσης.

Για την Τεχεράνη, μια πρόωρη επαναλειτουργία του Ορμούζ θα σήμαινε παραχώρηση ενός από τα ισχυρότερα διαπραγματευτικά εργαλεία της χωρίς εγγύηση ότι η Ουάσιγκτον θα απαντήσει με άρση του αποκλεισμού. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αντίθετα, η πρώτη χαλάρωση της πίεσης θα σήμαινε ότι εγκαταλείπουν μέρος του μηχανισμού εξαναγκασμού τους χωρίς προηγούμενη ιρανική υποχώρηση.

Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της γεωπολιτικής της πρώτης κίνησης. Η σύγκρουση δεν αφορά μόνο το ποιος διαθέτει περισσότερα στρατιωτικά μέσα. Αφορά το ποιος μπορεί να διατηρήσει για περισσότερο χρόνο τις επιλογές του χωρίς να εγκαταλείψει το βασικό του διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.

Η αμερικανική πίεση μπορεί να αυξάνει το οικονομικό κόστος για το Ιράν, αλλά πίεση δεν σημαίνει αυτομάτως έλεγχος. Αντίστοιχα, η δυνατότητα της Τεχεράνης να χρησιμοποιεί το Ορμούζ ως μοχλό πίεσης δεν σημαίνει ότι μπορεί να το κάνει επ' αόριστον χωρίς οικονομικό, διπλωματικό και στρατηγικό κόστος.

Η διαπραγμάτευση έχει επομένως φτάσει σε ένα σημείο όπου η ισχύς μετριέται διαφορετικά. Ισχύς είναι η δυνατότητα να διατηρείς επιλογές. Οι επιλογές δημιουργούν ελευθερία κινήσεων. Και η ελευθερία κινήσεων καθορίζει τελικά τη διαπραγματευτική ικανότητα και τη στρατηγική αυτονομία.

Το ερώτημα πλέον είναι ποια πλευρά θα μπορέσει να διατηρήσει αυτή την αυτονομία περισσότερο.

Και πριν δοθεί η απάντηση, υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα για την Τεχεράνη: δεν είναι απολύτως σαφές ότι όλοι στο εσωτερικό του ιρανικού συστήματος έχουν συμφωνήσει ακόμη στο ποιος έχει την εξουσία να κάνει αυτή την πρώτη κίνηση.


Το Εσωτερικό Μέτωπο της Τεχεράνης: Araghchi, Rezaei και SNSC

Το επταήμερο σχέδιο δημιουργεί την εικόνα μιας οργανωμένης ιρανικής διαπραγματευτικής στρατηγικής. Στο εσωτερικό της Τεχεράνης, όμως, η κατάσταση εμφανίζεται περισσότερο σύνθετη. Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι είναι διατεθειμένο να διαπραγματευτεί το Ιράν, αλλά ποιος διαθέτει την πολιτική εξουσιοδότηση να δεσμεύσει ολόκληρο το ιρανικό σύστημα σε μια συμφωνία.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο υπουργός Εξωτερικών Abbas Araghchi. Η επαφή του με την αμερικανική πλευρά στη Νέα Υόρκη και η παρουσίαση του επταήμερου σχεδίου τον τοποθετούν στον πυρήνα της διπλωματικής διαδικασίας. Ωστόσο, στο εσωτερικό του Ιράν εμφανίστηκαν αναφορές σύμφωνα με τις οποίες η επαφή του με τον Steve Witkoff δεν είχε προηγουμένως εγκριθεί από το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, το SNSC.

Το στοιχείο αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί με προσοχή. Δεν αποδεικνύει ότι ο Araghchi κινήθηκε ανεξέλεγκτα ούτε ότι η ιρανική ηγεσία έχει απορρίψει το σχέδιό του. Δείχνει όμως ότι η έκταση της διαπραγματευτικής του εξουσιοδότησης παραμένει ασαφής.

Και αυτή δεν είναι μια δευτερεύουσα θεσμική λεπτομέρεια.

Μια συμφωνία για τον αμερικανικό αποκλεισμό, τις κυρώσεις, το Ορμούζ και την περιφερειακή κατάπαυση του πυρός αγγίζει τον πυρήνα της ιρανικής στρατηγικής ασφαλείας. Δεν μπορεί επομένως να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως υπόθεση του υπουργείου Εξωτερικών. Απαιτεί συντονισμό με τα κέντρα που διαμορφώνουν τις αποφάσεις εθνικής ασφαλείας και τη στρατηγική στάση της χώρας.

Οι αντιδράσεις στο εσωτερικό του Ιράν δείχνουν ακριβώς αυτή την ένταση. Πολιτικές προσωπικότητες της σκληρότερης γραμμής έχουν αμφισβητήσει δημοσίως τη σκοπιμότητα των επαφών με την Ουάσιγκτον, θέτοντας το ερώτημα εάν οι διαπραγματεύσεις μπορούν να παράγουν πραγματικά ανταλλάγματα ή απλώς να προσφέρουν στις Ηνωμένες Πολιτείες χρόνο και δυνατότητα αναδιάταξης της πίεσής τους.

Στην άλλη πλευρά της ιρανικής συζήτησης βρίσκεται ο Mohsen Rezaei, του οποίου οι δηλώσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία λόγω του χρονισμού τους. Περί τις 24 Σεπτεμβρίου, ο Rezaei δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον είχε περίπου τέσσερις έως πέντε ημέρες για να αποδεχθεί την ιρανική πρόταση.

Εάν η δήλωση ερμηνευθεί ως πραγματικό τελεσίγραφο, τότε το χρονικό παράθυρο οδηγεί περίπου στις 28–29 Σεπτεμβρίου. Υπάρχει όμως και δεύτερη πιθανότητα: οι τέσσερις έως πέντε ημέρες μπορεί να αναφέρονται στην πρώτη φάση του επταήμερου σχεδίου του Araghchi και όχι σε ανεξάρτητη προθεσμία προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Με τα διαθέσιμα στοιχεία, δεν μπορεί ακόμη να αποδειχθεί ποια από τις δύο ερμηνείες είναι σωστή.

Αυτή η ασάφεια είναι ιδιαίτερα σημαντική, επειδή παράλληλα κυκλοφορεί και δεύτερο χρονικό ορόσημο: η 30ή Σεπτεμβρίου. Υπάρχει αναφορά ότι το SNSC είχε αποφασίσει από τις 16 Αυγούστου πως, εάν ο αμερικανικός αποκλεισμός δεν είχε αρθεί μέσα σε 45 ημέρες, το Ιράν θα διατηρούσε το δικαίωμα επανάληψης πληγμάτων εναντίον αμερικανικών δυνάμεων.

Η πληροφορία αυτή όμως στηρίζεται σε μία ανώνυμη πηγή. Δεν υπάρχει δημόσια απόδειξη ότι η 30ή Σεπτεμβρίου διαβιβάστηκε επισήμως στην Ουάσιγκτον ως τελεσίγραφο. Συνεπώς, δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως επιβεβαιωμένη ιρανική καταληκτική ημερομηνία.

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη της ίδιας της ρητορικής του Rezaei. Ενώ προηγουμένως είχαν διατυπωθεί ιδιαίτερα σκληρές προειδοποιήσεις προς κράτη που θα συμμορφώνονταν με τις αμερικανικές απαιτήσεις, στις 26 Σεπτεμβρίου ο ίδιος εμφανίστηκε να αποκλείει την άμεση στρατιωτική απάντηση και να δίνει έμφαση στις συνομιλίες και σε «μη στρατιωτικές επιλογές».

Η μετατόπιση αυτή δεν σημαίνει ότι η Τεχεράνη εγκατέλειψε την πίεση. Μπορεί αντίθετα να υποδηλώνει προσπάθεια να διατηρηθεί η απειλή κλιμάκωσης χωρίς να ενεργοποιηθεί αμέσως το στρατιωτικό της σκέλος. Το Ιράν διατηρεί έτσι περισσότερες επιλογές ανοικτές, ενώ περιμένει την αμερικανική απάντηση.

Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη σημασία της εσωτερικής συζήτησης. Η ιρανική στρατηγική δεν φαίνεται να είναι απλώς μια επιλογή μεταξύ «πολέμου» και «συμφωνίας». Υπάρχει ένα ευρύτερο φάσμα δυνατοτήτων: συνέχιση των διαπραγματεύσεων, επιλεκτική πίεση στο Ορμούζ, οικονομικά ή αεροπορικά αντίμετρα, περιφερειακή πίεση και, στο άκρο της κλίμακας, επιστροφή στη στρατιωτική κλιμάκωση.

Ακριβώς γι' αυτό η θεσμική εξουσιοδότηση του Araghchi αποκτά τόσο μεγάλη σημασία. Εάν το SNSC εγκρίνει σαφώς το πλαίσιο των συνομιλιών, τότε το επταήμερο σχέδιο αποκτά μεγαλύτερο πολιτικό βάρος. Εάν αντίθετα αποστασιοποιηθεί από αυτό, η δυνατότητα της διπλωματικής οδού να παράγει δεσμευτική συμφωνία περιορίζεται δραστικά.

Η Ουάσιγκτον επομένως δεν διαπραγματεύεται μόνο με έναν κατάλογο ιρανικών απαιτήσεων. Αντιμετωπίζει ένα πολιτικό σύστημα στο οποίο η εξωτερική πολιτική, η εθνική ασφάλεια και η στρατιωτική αποτροπή δεν συγκεντρώνονται αποκλειστικά στο υπουργείο Εξωτερικών.

Και για την Τεχεράνη το πρόβλημα είναι εξίσου δύσκολο. Εάν κινηθεί πρώτη χωρίς εσωτερική συναίνεση, κινδυνεύει να εμφανίσει την αποκλιμάκωση ως υποχώρηση απέναντι στην αμερικανική πίεση. Εάν όμως απαιτήσει πλήρη εσωτερική συμφωνία πριν από οποιαδήποτε κίνηση, το διπλωματικό παράθυρο μπορεί να κλείσει πριν χρησιμοποιηθεί.

Γι' αυτό το πραγματικό ερώτημα των επόμενων ημερών δεν είναι μόνο εάν η Ουάσιγκτον θα απαντήσει στην ιρανική πρόταση.

Είναι και εάν η Τεχεράνη θα αποσαφηνίσει ότι ο άνθρωπος που διαπραγματεύεται διαθέτει πράγματι την εξουσιοδότηση να μετατρέψει τη διαπραγμάτευση σε συμφωνία.

Και εάν αυτό συμβεί, το επόμενο πεδίο όπου θα φανεί εάν η συμφωνία έχει πραγματικό περιεχόμενο δεν θα είναι μια αίθουσα διαπραγματεύσεων. Θα είναι το Στενό του Ορμούζ.


Δεν έχουμε αφήσει έξω κάποιο από τα βασικά στοιχεία που ανήκουν θεματικά στο 5ο μέρος. Τις πληροφορίες για επιλεκτική διέλευση, τέλη, blacklist ναυλωτών, ρόλο Ομάν και πιθανή μετατροπή του Ορμούζ από «κλειστό στενό» σε ελεγχόμενο μηχανισμό πρόσβασης τις κρατάμε τώρα, γιατί εδώ είναι το φυσικό τους σπίτι.

 Ορμούζ: Από το Κλείσιμο στον Ελεγχόμενο Διάδρομο

Το Στενό του Ορμούζ παραμένει το σημαντικότερο υλικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα που διαθέτει η Τεχεράνη. Ωστόσο, οι τελευταίες κινήσεις δείχνουν ότι το πραγματικό ιρανικό δίλημμα δεν περιορίζεται πλέον στην απλή επιλογή μεταξύ «ανοικτού» και «κλειστού» Στενού. Διαμορφώνεται μια τρίτη δυνατότητα: η μετατροπή του Ορμούζ σε έναν ελεγχόμενο και επιλεκτικό διάδρομο διέλευσης.

Η διάκριση είναι κρίσιμη. Ένα πλήρες κλείσιμο δημιουργεί τεράστιο οικονομικό και πολιτικό κόστος όχι μόνο για τους αντιπάλους του Ιράν αλλά και για κράτη που η Τεχεράνη δεν έχει συμφέρον να στρέψει εναντίον της. Αντίθετα, ένα καθεστώς επιλεκτικής διέλευσης επιτρέπει στο Ιράν να διατηρεί την πίεση, διαφοροποιώντας ταυτόχρονα ποιος μπορεί να περάσει, υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποιο κόστος.

Αυτή ακριβώς η λογική φαίνεται να αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Η Τεχεράνη κατευθύνει τη ναυσιπλοΐα προς εγκεκριμένη διαδρομή, συνδέοντας την ασφαλή διέλευση με συγκεκριμένες διαδικασίες και τέλη. Το Ορμούζ επομένως δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως θαλάσσιος χώρος που μπορεί να κλείσει, αλλά ως γεωπολιτικό εργαλείο μέσω του οποίου το Ιράν επιχειρεί να επιβάλει νέους όρους πρόσβασης.

Στις 26 Σεπτεμβρίου, η αρμόδια ιρανική αρχή για το Στενό προχώρησε ακόμη περισσότερο, προειδοποιώντας ότι θα δημιουργήσει μαύρη λίστα ναυλωτών που στέλνουν πληρώματα μέσω μη εγκεκριμένων διαδρομών. Η προειδοποίηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή μεταφέρει την πίεση από το επίπεδο των κρατών στο επίπεδο της ίδιας της εμπορικής ναυτιλίας.

Ο στόχος δεν είναι μόνο το πλοίο που επιχειρεί να περάσει. Είναι ο ναυλωτής, η εταιρεία, ο ασφαλιστής και ολόκληρη η εμπορική αλυσίδα που πρέπει πλέον να υπολογίζει εάν μια συγκεκριμένη διαδρομή θεωρείται αποδεκτή από την Τεχεράνη.

Διαμορφώνεται έτσι ένας μηχανισμός πολύ διαφορετικός από έναν κλασικό ναυτικό αποκλεισμό. Το Ιράν επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωγραφία του Ορμούζ σε σύστημα οικονομικής και πολιτικής επιλογής.

Ιδιαίτερο ρόλο σε αυτή τη διαδικασία φαίνεται να αποκτά και το Ομάν. Η ιρανική πλευρά έχει συνδέσει την επαναλειτουργία του Στενού με μια διευθέτηση στην οποία θα συμμετέχει το Μουσκάτ. Αυτό έχει διπλή σημασία. Από τη μία πλευρά δημιουργεί έναν περιφερειακό μηχανισμό μέσω του οποίου μπορεί να οργανωθεί μια σταδιακή αποκλιμάκωση. Από την άλλη, επιτρέπει στην Τεχεράνη να αποφύγει ένα σχήμα στο οποίο το Ορμούζ απλώς επιστρέφει στην προηγούμενη κατάσταση έπειτα από αμερικανική απαίτηση.

Εδώ συνδέεται και το ζήτημα των τελών διέλευσης. Υπάρχουν αναφορές ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να μεταφέρει την απαίτηση για αυτά σε ξεχωριστό παράρτημα μιας ευρύτερης συμφωνίας. Εάν επιβεβαιωθεί, αυτό δεν θα σημαίνει απαραίτητα εγκατάλειψη της ιρανικής θέσης. Θα μπορούσε να αποτελέσει τρόπο αποσύνδεσης του άμεσου ανοίγματος του Στενού από τη μακροπρόθεσμη διαμάχη για τους όρους λειτουργίας του.

Το στοιχείο αυτό παραμένει αναφερόμενη διαπραγματευτική δυνατότητα και όχι επιβεβαιωμένη συμφωνία. Έχει όμως στρατηγική σημασία, επειδή δείχνει ότι υπάρχει πιθανός χώρος συμβιβασμού χωρίς η μία πλευρά να χρειάζεται να αποδεχθεί εξαρχής όλες τις απαιτήσεις της άλλης.

Το επταήμερο ιρανικό σχέδιο πρέπει να διαβαστεί μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Η προβλεπόμενη επαναλειτουργία του Ορμούζ την έκτη ημέρα δεν σημαίνει αναγκαστικά επιστροφή στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την κρίση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι ακριβώς θα σημαίνει «άνοιγμα».

Θα πρόκειται για πλήρη ελεύθερη ναυσιπλοΐα; Για σταδιακή αποκατάσταση της κυκλοφορίας; Για συγκεκριμένο διάδρομο; Για εγκεκριμένα φορτία; Για πλοία που αποδέχονται συγκεκριμένους όρους;

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει τελική συμφωνία που να απαντά σε αυτά τα ερωτήματα.

Ακριβώς γι' αυτό, εάν η διαπραγμάτευση οδηγήσει σε ένα πρώτο περιορισμένο βήμα, ένα πιθανό σενάριο είναι η δημιουργία διαδρόμου για συγκεκριμένα ή εγκεκριμένα φορτία, αντί της άμεσης και καθολικής επαναλειτουργίας του Στενού. Πρόκειται όμως για στρατηγική εκτίμηση με βάση τις κινήσεις που έχουν καταγραφεί, όχι για επιβεβαιωμένο ιρανικό σχέδιο.

Η ίδια διάκριση χρειάζεται και ως προς το τι μπορεί να συμβεί εάν οι συνομιλίες αποτύχουν. Η λήξη του πολιτικού παραθύρου δεν οδηγεί αυτομάτως σε επίθεση εναντίον αμερικανικών πολεμικών πλοίων. Μια διαφορετική επιλογή για την Τεχεράνη θα ήταν να θεσμοποιήσει ακόμη περισσότερο το καθεστώς επιλεκτικής διέλευσης, ενισχύοντας τον έλεγχο των εμπορικών ροών χωρίς να περάσει αμέσως στο υψηλότερο επίπεδο στρατιωτικής κλιμάκωσης.

Και αυτό έχει σημασία για την ευρύτερη στρατηγική του Ιράν. Η άμεση σύγκρουση με αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις θα αύξανε δραματικά τον κίνδυνο γενικευμένου πολέμου. Η επιλεκτική διαχείριση της ναυσιπλοΐας, αντίθετα, επιτρέπει στην Τεχεράνη να διατηρεί την κρίση ενεργή, να δημιουργεί οικονομικό κόστος και ταυτόχρονα να αφήνει ανοικτό τον δρόμο της διαπραγμάτευσης.

Υπάρχουν παράλληλα ενδείξεις που απαιτούν παρακολούθηση. Στις 26 Σεπτεμβρίου, ιρανικά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν εκρήξεις κοντά στο Qeshm. Μέχρι στιγμής όμως δεν υπάρχει επίσημη ιρανική επιβεβαίωση ούτε αντίστοιχη ανακοίνωση από τις αρμόδιες διεθνείς ή αμερικανικές στρατιωτικές αρχές. Συνεπώς, το περιστατικό παραμένει κενό επιβεβαίωσης και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδεδειγμένη στρατιωτική εξέλιξη.

Πολύ σημαντικότερη θα ήταν οποιαδήποτε επιβεβαιωμένη αύξηση της δραστηριότητας του IRGC Navy στον Κόλπο του Ομάν ή στην Αραβική Θάλασσα. Μια τέτοια εξέλιξη, ιδιαίτερα εάν συνοδευόταν από περιστατικά εμπορικής ναυσιπλοΐας, θα μπορούσε να δείξει ότι η ιρανική πίεση αρχίζει να μετακινείται πέρα από το ίδιο το Ορμούζ και προς τον Ινδικό Ωκεανό. Προς το παρόν, αυτό αποτελεί δείκτη προς παρακολούθηση και όχι διαπιστωμένη εξέλιξη.

Η σημασία του Ορμούζ επομένως δεν βρίσκεται μόνο στο εάν θα παραμείνει κλειστό ή θα ανοίξει. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η Τεχεράνη επιχειρεί να μετατρέψει τον έλεγχο ενός από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του κόσμου σε διαπραγματευτική ισχύ.

Η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή μπορεί να περιορίζει τις επιλογές του Ιράν. Δεν εξαφανίζει όμως τη γεωγραφία. Και το Ιράν διαθέτει ένα πλεονέκτημα που δεν δημιουργείται με κυρώσεις, αεροπορικές απαγορεύσεις ή χρηματοπιστωτική πίεση: βρίσκεται επάνω στο ίδιο το Στενό.

Αυτό δεν του δίνει απόλυτο έλεγχο. Του δίνει όμως επιλογές.

Και στην παρούσα φάση της σύγκρουσης, αυτές ακριβώς οι επιλογές είναι που η Τεχεράνη επιχειρεί να μετατρέψει σε διαπραγματευτική ικανότητα και στρατηγική αυτονομία.


 28–30 Σεπτεμβρίου: Τα Δύο Ρολόγια και το Ιράκ

Η περίοδος 28–30 Σεπτεμβρίου συγκεντρώνει δύο διαφορετικά χρονικά ορόσημα, τα οποία δεν πρέπει να συγχέονται. Το πρώτο αφορά το ασαφές παράθυρο που έχει εμφανιστεί γύρω από την ιρανική απάντηση προς την Ουάσιγκτον. Το δεύτερο αφορά μια πολύ πιο συγκεκριμένη εξέλιξη: την ολοκλήρωση της αποχώρησης των τελευταίων αμερικανικών δυνάμεων από το βόρειο Ιράκ έως τις 30 Σεπτεμβρίου.

Το πρώτο «ρολόι» προκύπτει από τις δηλώσεις του Mohsen Rezaei. Περί τις 24 Σεπτεμβρίου, ο Rezaei ανέφερε ότι η Ουάσιγκτον είχε τέσσερις έως πέντε ημέρες για να αποδεχθεί την ιρανική πρόταση. Εάν πρόκειται για πραγματική πολιτική προθεσμία, το χρονικό παράθυρο εκπνέει περίπου στις 28–29 Σεπτεμβρίου.

Δεν είναι όμως βέβαιο ότι αυτή είναι η σωστή ερμηνεία. Οι τέσσερις έως πέντε ημέρες θα μπορούσαν να αναφέρονται στην πρώτη φάση του επταήμερου σχεδίου του Araghchi και όχι σε ανεξάρτητο ιρανικό τελεσίγραφο. Μέχρι να υπάρξει επίσημη διευκρίνιση, η 28η–29η Σεπτεμβρίου πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πιθανό πολιτικό παράθυρο και όχι ως επιβεβαιωμένη καταληκτική ημερομηνία.

Παράλληλα υπάρχει η αναφορά για τις 45 ημέρες. Σύμφωνα με αυτή, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας είχε αποφασίσει στις 16 Αυγούστου ότι, εάν ο αμερικανικός αποκλεισμός δεν αρθεί μέσα σε 45 ημέρες, το Ιράν θα διατηρεί το δικαίωμα να επαναλάβει πλήγματα εναντίον αμερικανικών δυνάμεων. Η περίοδος αυτή οδηγεί περίπου στην 30ή Σεπτεμβρίου.

Εδώ απαιτείται ακόμη μεγαλύτερη προσοχή. Η πληροφορία βασίζεται σε μία ανώνυμη πηγή και δεν υπάρχει δημόσια απόδειξη ότι η Τεχεράνη διαβίβασε στην Ουάσιγκτον επίσημο τελεσίγραφο με καταληκτική ημερομηνία την 30ή Σεπτεμβρίου. Δεν υπάρχει επίσης επιβεβαιωμένο μήνυμα της ιρανικής ηγεσίας προς την αμερικανική πλευρά που να καθορίζει αυτή την ημερομηνία ως αυτόματο σημείο στρατιωτικής κλιμάκωσης.

Επομένως, το πρώτο ρολόι είναι πολιτικό και αβέβαιο. Υπάρχει χρονική πίεση, υπάρχουν δημόσιες προειδοποιήσεις και υπάρχει μια αναφερόμενη εσωτερική ιρανική απόφαση. Δεν υπάρχει όμως τεκμηριωμένο τελεσίγραφο που να επιτρέπει να παρουσιάσουμε την 30ή Σεπτεμβρίου ως ημερομηνία μετά την οποία αρχίζει αυτομάτως ένας νέος γύρος πολέμου.

Το δεύτερο ρολόι είναι διαφορετικό.

Η 30ή Σεπτεμβρίου αποτελεί πραγματικό επιχειρησιακό ορόσημο στο Ιράκ. Οι τελευταίες μερικές εκατοντάδες αμερικανικές δυνάμεις που παραμένουν στο βόρειο Ιράκ προβλέπεται να έχουν αποχωρήσει μέχρι τότε. Η αμερικανική στρατιωτική πλευρά έχει αναφέρει ότι η διαδικασία βρίσκεται εντός χρονοδιαγράμματος, με το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων να αναδιατάσσεται προς την Ιορδανία και άλλες τοποθεσίες.

Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία. Η αποχώρηση μειώνει την άμεση αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο ιρακινό έδαφος σε μια στιγμή κατά την οποία η περιφερειακή κρίση γύρω από το Ιράν παραμένει ανοικτή. Ταυτόχρονα όμως δεν σημαίνει αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από την περιοχή. Πρόκειται σε σημαντικό βαθμό για αναδιάταξη της στρατιωτικής παρουσίας.

Η μεταφορά δυνάμεων προς την Ιορδανία μεταβάλλει τη γεωγραφία της αμερικανικής έκθεσης. Δυνάμεις που βρίσκονταν διασπαρμένες σε ιρακινές εγκαταστάσεις συγκεντρώνονται σε διαφορετικά περιφερειακά σημεία, ενώ η Ιορδανία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για την αμερικανική στρατιωτική αρχιτεκτονική.

Αυτό έχει σημασία επειδή, σύμφωνα με το υλικό που εξετάζουμε, η Ιορδανία έχει ήδη βρεθεί μέσα στη γεωγραφία των ιρανικών πληγμάτων κατά τη διάρκεια της παρούσας σύγκρουσης. Η αναδιάταξη επομένως δεν εξαφανίζει την αμερικανική ευπάθεια. Τη μεταφέρει.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, εξαιρετικά σημαντική διάσταση στο Ιράκ. Η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων φαίνεται να κινείται σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, αλλά η παράλληλη προσπάθεια για αφοπλισμό των ιρακινών ένοπλων οργανώσεων που βρίσκονται πλησιέστερα στην Τεχεράνη δεν ακολουθεί την ίδια πορεία.

Οι ισχυρότερες από αυτές τις οργανώσεις έχουν απορρίψει τις απαιτήσεις αφοπλισμού. Έτσι δημιουργείται μια ασυμμετρία: η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο ιρακινό έδαφος περιορίζεται, ενώ οι ένοπλες δομές που συνδέονται πολιτικά ή στρατηγικά με το Ιράν δεν εξαφανίζονται μαζί της.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Βαγδάτη περνά αυτομάτως υπό ιρανικό έλεγχο. Μια τέτοια διατύπωση θα ήταν υπεραπλούστευση της πολύ πιο σύνθετης ιρακινής πραγματικότητας. Σημαίνει όμως ότι η ισορροπία των διαθέσιμων εργαλείων ισχύος μέσα στο Ιράκ μεταβάλλεται.

Η σύμπτωση των δύο χρονικών παραθύρων δημιουργεί έτσι μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο.

Εάν η ιρανική πολιτική προθεσμία πράγματι λήγει στις 28–29 Σεπτεμβρίου, η Τεχεράνη θα πρέπει να αποφασίσει πώς θα αντιδράσει εάν δεν υπάρξει ικανοποιητική αμερικανική απάντηση. Εάν αντίθετα οι δηλώσεις Rezaei αφορούν απλώς την πρώτη φάση του επταήμερου σχεδίου, το διπλωματικό παράθυρο μπορεί να παραμείνει ανοικτό περισσότερο.

Παράλληλα, στις 30 Σεπτεμβρίου ολοκληρώνεται μια πραγματική μεταβολή της αμερικανικής στρατιωτικής διάταξης στο Ιράκ.

Αυτό καθιστά επικίνδυνο να αντιμετωπιστούν όλες οι ημερομηνίες σαν ένα ενιαίο ιρανικό «deadline». Δεν υπάρχει ένα ρολόι. Υπάρχουν δύο. Το πρώτο αφορά τη διαπραγμάτευση και παραμένει ασαφές. Το δεύτερο αφορά την αμερικανική στρατιωτική αναδιάταξη και είναι πολύ πιο συγκεκριμένο.

Υπάρχει τέλος και μια τρίτη παράμετρος που μπορεί να επηρεάσει την επόμενη κίνηση: η πιθανότητα η κρίση να μετατοπιστεί πλάγια, αντί να οδηγήσει αμέσως σε άμεση αμερικανοϊρανική σύγκρουση.

Στην Υεμένη, ανώτερο στέλεχος των Houthis έχει δηλώσει ότι αμερικανικά πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα δεν θα αποτελέσουν στόχο. Την ίδια στιγμή, όμως, η πίεση εναντίον της Σαουδικής Αραβίας παραμένει ενεργή, ενώ Τουρκία και Πακιστάν συμμετέχουν σε συνομιλίες με το σαουδαραβικό επιτελείο.

Η εικόνα αυτή δημιουργεί μια διαφορετική δυνατότητα κλιμάκωσης. Αντί για άμεσο χτύπημα μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών, η πίεση μπορεί να μετακινηθεί προς περιφερειακούς συμμάχους, θαλάσσιες οδούς και τρίτα κράτη. Πρόκειται για πιθανότητα και όχι για επιβεβαιωμένο σχέδιο, αλλά είναι κρίσιμη για την κατανόηση των επόμενων ημερών.

Γι' αυτό η περίοδος 28–30 Σεπτεμβρίου δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως αντίστροφη μέτρηση προς έναν αναπόφευκτο πόλεμο. Είναι περισσότερο μια συσσώρευση χρονικών και στρατηγικών πιέσεων: η αμερικανική απάντηση στο ιρανικό σχέδιο, η ασαφής προθεσμία Rezaei, η μονοπηγική αναφορά των 45 ημερών, η ολοκλήρωση της αμερικανικής αποχώρησης από το βόρειο Ιράκ και η άρνηση των ισχυρότερων φιλοϊρανικών οργανώσεων να αφοπλιστούν.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι απλώς τι θα συμβεί στις 30 Σεπτεμβρίου.

Είναι ποιος θα χρησιμοποιήσει καλύτερα τις μεταβολές που δημιουργούνται μέχρι τότε και αν η πρώτη ουσιαστική κίνηση θα πραγματοποιηθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, στο Ορμούζ ή σε κάποιο από τα περιφερειακά μέτωπα.


Οι Επόμενες 72 Ώρες

Οι επόμενες 72 ώρες αποτελούν το σημείο όπου αρκετές από τις εκκρεμότητες της κρίσης μπορούν να αρχίσουν να μετατρέπονται σε πραγματικές αποφάσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει κάποια βεβαιότητα για απότομη κλιμάκωση. Σημαίνει ότι πλέον υπάρχουν συγκεκριμένοι δείκτες που μπορούν να αποκαλύψουν προς ποια κατεύθυνση κινείται η αντιπαράθεση.

Ο πρώτος και σημαντικότερος είναι η αμερικανική απάντηση στο επταήμερο ιρανικό σχέδιο. Μέχρι στιγμής δεν έχει εμφανιστεί δημόσια γραπτή αποδοχή, συγκεκριμένη αντιπρόταση ή καθορισμένη ημερομηνία δεύτερου γύρου συνομιλιών. Έχει αναφερθεί ότι θα υπάρξει νέα συνάντηση, αλλά χωρίς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Όσο αυτή η απάντηση απουσιάζει, το επταήμερο σχέδιο παραμένει πρόταση και όχι ενεργοποιημένη διαδικασία.

Αυτό έχει άμεση συνέπεια για το Ορμούζ. Η προβλεπόμενη επαναλειτουργία του Στενού την έκτη ημέρα δεν βρίσκεται ακόμη σε αντίστροφη μέτρηση, επειδή δεν έχει υπάρξει συμφωνημένη πρώτη ημέρα. Οποιαδήποτε παρουσίαση συγκεκριμένης ημερομηνίας ανοίγματος ως δεδομένου θα ήταν επομένως πρόωρη.

Ο δεύτερος δείκτης είναι η ίδια η αντίδραση της Τεχεράνης όταν κλείσει το ασαφές χρονικό παράθυρο των 28–29 Σεπτεμβρίου. Εάν οι τέσσερις έως πέντε ημέρες που ανέφερε ο Rezaei αποτελούν πραγματική προθεσμία, τότε θα πρέπει να φανεί εάν η λήξη της συνοδεύεται από πολιτική ανακοίνωση, νέα μέτρα στο Ορμούζ ή κάποια άλλη μορφή πίεσης.

Εάν δεν συμβεί τίποτε από αυτά, θα ενισχυθεί η διαφορετική ερμηνεία: ότι οι τέσσερις έως πέντε ημέρες αποτελούσαν τμήμα της πρώτης φάσης του σχεδίου και όχι τελεσίγραφο. Η ίδια η ιρανική συμπεριφορά θα βοηθήσει επομένως να ερμηνευθεί μια δήλωση που σήμερα παραμένει ασαφής.

Ο τρίτος κρίσιμος δείκτης βρίσκεται στο εσωτερικό της Τεχεράνης. Το SNSC πρέπει να αποσαφηνίσει τη θέση του απέναντι στη διαπραγματευτική οδό του Araghchi. Μια σαφής πολιτική κάλυψη θα ενίσχυε σημαντικά την αξιοπιστία του επταήμερου σχεδίου. Αντίθετα, δημόσια αποστασιοποίηση ή αμφισβήτηση της εξουσιοδότησής του θα έθετε υπό αμφισβήτηση το κατά πόσο η διπλωματική διαδικασία μπορεί να παράγει δεσμευτική συμφωνία.

Υπάρχει όμως και τέταρτος δείκτης: ο ίδιος ο αμερικανικός αποκλεισμός. Μέχρι στιγμής δεν έχει καταγραφεί ουσιαστική αλλαγή στους κανόνες εφαρμογής του. Εάν εμφανιστεί προσωρινή εξαίρεση, περιορισμένη χαλάρωση, παύση ορισμένων αναχαιτίσεων ή κάποια ειδική ρύθμιση για συγκεκριμένα φορτία, θα μπορούσε να αποτελέσει την πρώτη υλική ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να συμμετάσχει σε μια ακολουθία αμοιβαίων κινήσεων.

Αυτό θα είχε μεγαλύτερη σημασία από οποιαδήποτε δημόσια δήλωση. Στις διαπραγματεύσεις αυτού του τύπου, η αλλαγή της πραγματικής συμπεριφοράς έχει μεγαλύτερο βάρος από τη διπλωματική ρητορική.

Πέμπτος δείκτης είναι η πραγματοποίηση δεύτερου γύρου συνομιλιών. Κατάρ, Πακιστάν και Αίγυπτος βρίσκονται μεταξύ των πιθανών διαύλων μεσολάβησης. Εάν ανακοινωθεί συγκεκριμένη ημερομηνία νέας επαφής, θα αποτελεί ένδειξη ότι καμία πλευρά δεν έχει ακόμη αποφασίσει να εγκαταλείψει τη διαπραγμάτευση.

Το έκτο πεδίο είναι ο αεροπορικός αποκλεισμός. Μέχρι σήμερα έχει δημιουργηθεί μια άνιση γεωγραφία συμμόρφωσης: ο Κόλπος έχει περιορίσει σημαντικά τις ιρανικές συνδέσεις, ενώ προς ανατολάς παραμένουν ανοικτά σημαντικά περιθώρια, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση την Κίνα.

Εδώ πρέπει να παρακολουθηθούν ιδιαίτερα η Τουρκία και το Πακιστάν, αλλά και το εάν το Πεκίνο συνεχίσει χωρίς αλλαγή την εξυπηρέτηση ιρανικών πτήσεων. Εάν περισσότερα κράτη περιορίσουν τις συνδέσεις τους, η αμερικανική πίεση θα έχει διευρύνει την αποτελεσματικότητά της. Εάν αντίθετα ο ανατολικός διάδρομος διατηρηθεί, τα όρια της αμερικανικής προσπάθειας απομόνωσης θα παραμείνουν εμφανή.

Στο ίδιο μέτωπο πρέπει να παρακολουθηθεί και η ιρανική αντίδραση. Η Τεχεράνη έχει προειδοποιήσει ότι αεροδρόμια κρατών που συμμορφώνονται με την αμερικανική πίεση θα μπορούσαν να καταστούν «μη χρησιμοποιήσιμα». Μέχρι στιγμής η απειλή δεν έχει μετατραπεί σε πράξη. Εάν αυτό αλλάξει, θα πρόκειται για σοβαρή μετάβαση από οικονομική και διπλωματική πίεση σε περιφερειακή κλιμάκωση.

Ο έβδομος δείκτης βρίσκεται στο Ιράκ. Η αμερικανική αποχώρηση από το βόρειο τμήμα της χώρας αναμένεται να ολοκληρωθεί στις 30 Σεπτεμβρίου, ενώ οι ισχυρότερες ένοπλες οργανώσεις που βρίσκονται πλησιέστερα στην Τεχεράνη εξακολουθούν να απορρίπτουν τον αφοπλισμό τους. Το κρίσιμο δεν είναι μόνο αν η αποχώρηση ολοκληρωθεί σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, αλλά εάν συνοδευτεί από επιθέσεις, νέα κινητοποίηση των πολιτοφυλακών ή μεταβολή της περιφερειακής αμερικανικής διάταξης.

Η μεταφορά αμερικανικών δυνάμεων προς την Ιορδανία και άλλες εγκαταστάσεις δεν εξαφανίζει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία. Αλλάζει τη γεωγραφία της, και μαζί της αλλάζει και η γεωγραφία των πιθανών στόχων σε περίπτωση νέας κλιμάκωσης.

Ο όγδοος δείκτης βρίσκεται στην Υεμένη και την Ερυθρά Θάλασσα. Ανώτερο στέλεχος των Houthis έχει δηλώσει ότι αμερικανικά πλοία δεν θα αποτελέσουν στόχο, ενώ η αντιπαράθεση με τη Σαουδική Αραβία παραμένει ενεργή. Παράλληλα, Τουρκία και Πακιστάν συμμετέχουν σε συνομιλίες με τη σαουδαραβική στρατιωτική ηγεσία.

Εάν η πίεση επεκταθεί σε εμπορική ναυσιπλοΐα, αμερικανικά μέσα ή νέους περιφερειακούς στόχους, θα πρόκειται για ένδειξη ότι η σύγκρουση μετατοπίζεται πλευρικά αντί να κλιμακώνεται αποκλειστικά στον άξονα Ουάσιγκτον–Τεχεράνη.

Υπάρχει αντίστοιχος δείκτης και ανατολικά του Ορμούζ. Οποιαδήποτε επιβεβαιωμένη αύξηση της δραστηριότητας του IRGC Navy στον Κόλπο του Ομάν ή στην Αραβική Θάλασσα, ιδιαίτερα εάν συνοδευτεί από περιστατικά που θα καταγραφούν στη διεθνή ναυσιπλοΐα, θα μπορούσε να σηματοδοτήσει επέκταση του θαλάσσιου μετώπου προς τον Ινδικό Ωκεανό.

Μέχρι στιγμής, όμως, δεν υπάρχει επαρκές στοιχείο για να θεωρηθεί ότι αυτή η επέκταση έχει ήδη συμβεί. Οι αναφορές για εκρήξεις κοντά στο Qeshm στις 26 Σεπτεμβρίου παραμένουν χωρίς επαρκή επίσημη επιβεβαίωση και δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως απόδειξη νέας στρατιωτικής φάσης.

Οι επόμενες ώρες έχουν επίσης ιδιαίτερη σημασία για τις αγορές ενέργειας και τη ναυτιλία. Εφόσον δεν υπάρχει συμφωνημένη πρώτη ημέρα του ιρανικού σχεδίου, δεν υπάρχει ακόμη πραγματικό χρονοδιάγραμμα γενικής επαναλειτουργίας του Ορμούζ. Εάν υπάρξει περιορισμένη πρώτη συμφωνία, είναι πιθανότερο να εμφανιστεί αρχικά κάποια μορφή ελεγχόμενου διαδρόμου για συγκεκριμένα φορτία παρά μια άμεση επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση. Αυτό παραμένει εκτίμηση και όχι επιβεβαιωμένο σχέδιο.

Αντίστοιχα, στον αεροπορικό τομέα το βάρος της αμερικανικής πίεσης μεταφέρεται πλέον σε αεροδρόμια, εταιρείες επίγειας εξυπηρέτησης, προμηθευτές καυσίμων και ασφαλιστικές δομές τρίτων χωρών. Εκεί θα φανεί εάν η απειλή αποκλεισμού από το δολαριακό σύστημα μπορεί να επεκτείνει περαιτέρω τη ζώνη συμμόρφωσης ή εάν έχει ήδη φτάσει στα πολιτικά της όρια.

Δεν υπάρχει επομένως μία μοναδική εξέλιξη που πρέπει να παρακολουθήσουμε. Υπάρχει ένα σύνολο αλληλοσυνδεόμενων δεικτών. Ωστόσο, τρεις ξεχωρίζουν πάνω από όλους τους υπόλοιπους: η αμερικανική απάντηση στο επταήμερο σχέδιο, η πραγματική ιρανική αντίδραση όταν κλείσει το ασαφές χρονικό παράθυρο και η απόφαση του SNSC σχετικά με την εξουσιοδότηση της διαπραγματευτικής γραμμής.

Αν και οι τρεις κινηθούν προς την αποκλιμάκωση, μπορεί να εμφανιστεί η πρώτη πραγματική βάση για συμφωνία. Εάν ένας ή περισσότεροι κινηθούν προς την αντίθετη κατεύθυνση, το Ιράν διαθέτει ακόμη επιλογές μεταξύ ελεγχόμενης πίεσης, επιλεκτικής διέλευσης στο Ορμούζ και ευρύτερης περιφερειακής αντίδρασης.

Το σημαντικό είναι να μην προκαταλάβουμε το αποτέλεσμα. Η αμερικανική πίεση δεν έχει εξαναγκάσει ακόμη την Τεχεράνη σε αποδοχή των όρων της Ουάσιγκτον. Η ιρανική πίεση στο Ορμούζ δεν έχει αναγκάσει ακόμη τις Ηνωμένες Πολιτείες να άρουν τον αποκλεισμό. Και η κινεζική άρνηση συμμόρφωσης έχει περιορίσει την καθολικότητα της αμερικανικής στρατηγικής χωρίς να την έχει ακυρώσει.

Οι επόμενες 72 ώρες θα δείξουν επομένως κάτι περισσότερο από το εάν θα υπάρξει συμφωνία ή νέα κλιμάκωση.

Θα δείξουν ποια πλευρά εξακολουθεί να διαθέτει τις περισσότερες επιλογές όταν φτάσει η στιγμή να κάνει την πρώτη πραγματική κίνηση.


  Η Ισχύς Μετριέται στις Επιλογές

Η κρίση γύρω από το Ιράν και το Στενό του Ορμούζ δεν αποτελεί απλώς ακόμη ένα επεισόδιο της μακράς αντιπαράθεσης μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον. Αποκαλύπτει με ιδιαίτερη καθαρότητα μια βαθύτερη μεταβολή: τη σύγκρουση ανάμεσα στη διατήρηση της αμερικανικής δυνατότητας επιβολής και στην αυξανόμενη στρατηγική αυτονομία άλλων κέντρων ισχύος.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες απέδειξαν ότι εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστια οικονομικά και χρηματοπιστωτικά εργαλεία. Η πίεση στις ιρανικές αεροπορικές εταιρείες είχε άμεσα αποτελέσματα. Κράτη του Κόλπου και της ευρύτερης περιφέρειας περιόρισαν ή διέκοψαν συνδέσεις με το Ιράν, ενώ ιδιωτικές επιχειρήσεις προσαρμόστηκαν στην απειλή αποκλεισμού από το δολαριακό σύστημα ακόμη και πριν χρειαστεί να εφαρμοστούν νέες κυρώσεις εναντίον τους.

Αυτό όμως είναι μόνο η μία πλευρά της εικόνας.

Η ίδια πίεση δεν παρήγαγε καθολική συμμόρφωση. Η Κίνα διατήρησε την αεροπορική σύνδεση με το Ιράν και απέρριψε τη νομιμοποίηση των μονομερών αμερικανικών κυρώσεων. Η Τεχεράνη, παρά το αυξανόμενο οικονομικό κόστος, δεν εγκατέλειψε το βασικό της διαπραγματευτικό εργαλείο στο Ορμούζ. Και η διαπραγμάτευση δεν κατέληξε μέχρι στιγμής στην αποδοχή της αμερικανικής απαίτησης να κινηθεί πρώτη η ιρανική πλευρά.

Αυτό είναι το σημείο όπου η έννοια της ισχύος χρειάζεται να διαχωριστεί από την έννοια του ελέγχου.

Ισχύς δεν σημαίνει έλεγχος.

Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει στρατιωτική υπεροχή, οικονομικές κυρώσεις, χρηματοπιστωτικά εργαλεία και ισχυρές περιφερειακές συμμαχίες χωρίς να μπορεί να καθορίζει μονομερώς τις αποφάσεις όλων των υπόλοιπων δρώντων. Η αμερικανική ισχύς παραμένει τεράστια. Εκείνο που δοκιμάζεται είναι η δυνατότητά της να μετατρέπεται σε καθολική πολιτική συμμόρφωση.

Το Ιράν παρουσιάζει την αντίστροφη πλευρά του ίδιου προβλήματος. Η γεωγραφική του θέση τού παρέχει τη δυνατότητα να επηρεάζει ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του πλανήτη. Δεν του παρέχει όμως απόλυτο έλεγχο του διεθνούς συστήματος ούτε απεριόριστη δυνατότητα να χρησιμοποιεί το Ορμούζ χωρίς συνέπειες.

Γι' αυτό και η Τεχεράνη φαίνεται να αναζητά κάτι περισσότερο σύνθετο από το απλό κλείσιμο του Στενού: τη μετατροπή της γεωγραφίας σε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Η επιλεκτική διέλευση, οι εγκεκριμένες διαδρομές, τα τέλη και η πιθανή συμμετοχή του Ομάν σε μια διευθέτηση δημιουργούν ένα φάσμα επιλογών ανάμεσα στην πλήρη υποχώρηση και στην ολοκληρωτική στρατιωτική κλιμάκωση.

Η σημασία της Κίνας βρίσκεται ακριβώς στο ίδιο σημείο. Το Πεκίνο δεν χρειάζεται να πολεμήσει για λογαριασμό της Τεχεράνης ώστε να επηρεάσει την ισορροπία. Αρκεί το γεγονός ότι διαθέτει αρκετό οικονομικό και πολιτικό βάρος ώστε να μη μετατρέπει αυτομάτως μια αμερικανική απαίτηση σε κινεζική υποχρέωση.

Αυτό είναι ένα από τα ουσιαστικότερα χαρακτηριστικά της πολυπολικότητας.

Ο πολυπολικός κόσμος δεν γεννιέται τη στιγμή που μία δύναμη καταρρέει και κάποια άλλη παίρνει τη θέση της. Εάν συνέβαινε αυτό, θα επρόκειτο απλώς για αντικατάσταση μιας ηγεμονίας από μια άλλη. Η πολυπολικότητα εμφανίζεται όταν περισσότερα κέντρα αποκτούν αρκετή ισχύ ώστε να διατηρούν διαφορετικές επιλογές, διαφορετικές συμμαχίες και διαφορετικά περιθώρια στρατηγικής αυτονομίας.

Η σημερινή κρίση προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ιράκ, η Τουρκία, η Κίνα, το Ομάν και τα υπόλοιπα περιφερειακά κράτη δεν διαθέτουν ούτε την ίδια ισχύ ούτε την ίδια έκθεση στην αμερικανική πίεση. Γι' αυτό και δεν αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο.

Η πολυπολικότητα, επομένως, δεν σημαίνει ισότητα ισχύος.

Σημαίνει ότι περισσότερα του ενός κέντρα διαθέτουν αρκετή αυτονομία ώστε να εμποδίζουν έναν μοναδικό πόλο να μετατρέπει κάθε απαίτησή του σε παγκόσμιο κανόνα.

Ακριβώς γι' αυτό η παρούσα αντιπαράθεση έχει μετατραπεί σε γεωπολιτική της πρώτης κίνησης. Η Ουάσιγκτον δεν θέλει να εγκαταλείψει μέρος της πίεσης χωρίς προηγούμενη ιρανική παραχώρηση. Η Τεχεράνη δεν θέλει να αποδυναμώσει το χαρτί του Ορμούζ χωρίς προηγούμενη αμερικανική κίνηση. Και γύρω τους, άλλες δυνάμεις επιχειρούν να προστατεύσουν τα δικά τους συμφέροντα χωρίς να υποταχθούν αναγκαστικά στη στρατηγική κανενός από τους δύο.

Η πρώτη κίνηση, επομένως, δεν είναι απλώς διπλωματικός συμβολισμός. Είναι μέτρηση της πραγματικής διαπραγματευτικής αντοχής.

Ισχύς δημιουργεί επιλογές.
Οι επιλογές δημιουργούν ελευθερία κινήσεων.
Η ελευθερία κινήσεων δημιουργεί διαπραγματευτική ικανότητα.
Και η διαπραγματευτική ικανότητα αποτελεί θεμέλιο της στρατηγικής αυτονομίας.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη γεωπολιτική διάσταση όσων συμβαίνουν σήμερα γύρω από το Ιράν.

Η Ουάσιγκτον μπορεί να πιέσει. Η Τεχεράνη μπορεί να δημιουργήσει κόστος. Η Κίνα μπορεί να αρνηθεί τη συμμόρφωση. Τα περιφερειακά κράτη μπορούν να προσαρμόσουν τη στάση τους ανάλογα με τη δική τους έκθεση και τα δικά τους συμφέροντα.

Κανένας όμως δεν έχει ακόμη καταφέρει να υποχρεώσει όλους τους υπόλοιπους να κινηθούν σύμφωνα με τη δική του βούληση.

Και ίσως αυτή να είναι η καθαρότερη ένδειξη ότι το πραγματικό αντικείμενο της σύγκρουσης δεν είναι μόνο το Ιράν, οι κυρώσεις ή το Στενό του Ορμούζ.

Είναι η ίδια η μετάβαση προς ένα διεθνές σύστημα στο οποίο η ισχύς εξακολουθεί να μετρά, αλλά η δυνατότητα ενός μόνο κέντρου να αποφασίζει για όλους τους υπόλοιπους συναντά πλέον όλο και περισσότερα όρια.


Φίλιπππος Μπουράτογλου - Ιστορικός ερευνητής - Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών